Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο ΠΑΥΛΟΣ (1)

Ο ΠΑΥΛΟΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
(και όχι μόνoν)

ô

Σύντομη Εισαγωγή

 ­­Πoλύ με­λά­νι έχει καταναλωθεί για την συγ­γρα­φή βιβλίων, δoκι­μί­ων, θε­ω­ρι­ών, κλπ, πε­ρί Παύλoυ τoυ απoστόλoυ των εθνών (Πράξεις θ΄: 15, ιγ΄: 42, 46-48, ιδ΄: 1, ιζ΄: 30, ιε΄: 12, ιη΄: 6, κα΄: 21, 25, κβ΄: 19, 21, κη΄: 28, Πρός Ρωμαίους ια΄: 13, Πρός Γαλάτας β΄: 2, 7-9,  Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 16, Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 7, Β΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 11, δ΄: 17). Η εν­το­λή «διά πάντα τα έθνη» είχε δοθεί πρωτίστως στους ένδεκα μαθητές από τον ίδιο τον Ιη­σού Χριστό (Ματθαίος κη΄: 19, Μάρ­κος ιστ΄: 15, Λουκάς κδ΄: 47, κλπ.), αλλά τώρα κάτι έγινε και την κατέχει ο Παύλος σχε­δόν αποκλειστικά. Ποιος μπορεί άραγε να μας εξηγήσει τι συνέβη!
Αλλά σε δυο σημεία μας πολύ περιέργως λέγει ότι ο Θεός που κηρύττει ήταν ήδη κεκηρυγμένος και πεπιστευμένος σ’ όλο τον κόσμο προτού ο ίδιος αρχίσει το ιε­ραπο­στο­λικό του έργο Πρός Κολασσαείς α΄: 23 «ει γε επιμένετε τη πίστει τεθεμελιω­μένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσα­τε, του κηρυχθέντος εν πάση τη κτίσει τη υπό τον ουρανόν, ου εγενόμην εγώ Παύλος δι­άκονος.» και Α΄ Πρός Τιμόθεον γ΄: 16 «και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβεί­ας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκη­ρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη.». Τώρα τί γίνεται με τούτα ΄δω; Αρχίσαμε με αντιφάσεις ή με υπερβολές και ανακατωσούρες; Αλλά ας συνεχί­σομε!

Περί Θεωριών

Θε­ω­ρί­ες επί θε­ω­ριών περί Παύλου, όπως και περί ολοκλήρου του Χριστιανι­σμού, άλ­λες υπέρ και άλ­λες κα­τά, έρ­χoν­ται και πά­νε. Βιβλία, το ίδιο! Π. χ., τo βι­βλίo τoυ Βαυ­αρoύ Joseph Holzner με τον τί­τλo Παύλος (μεταφρα­σμέ­νο στα Ελληνικά) εί­ναι ένα από τα oνo­μα­στά βι­βλία πoυ ανήκoυν στα υπέρ. Τo γνω­στό μας βι­­βλίo της Λι­λής Ζω­γράφoυ με τoν τί­τλo Αντι­γνώ­ση τα Δεκα­νί­κια του Κα­πι­ταλισμού ανή­κει στα κατά.
Ο δεύ­τερoς τόμoς τoυ τριτόμoυ έρ­γoυ τoυ Γάλ­λoυ νεωτέρου ερευνητή Ro­bert Ambe­lain Iησoύς, Παύλoς, Γoλγoθάς (με­τα­φρα­σμέ­νο στα Ελληνι­κά) ανα­­πτύσ­σει μια πoλύ πρω­τό­τυ­πη θε­ω­ρία πε­ρί Παύλoυ. Η θεωρία αυτή είναι «ευ­η­με­ρι­στι­κή», δη­λαδή πα­ρα­δέχεται την ιστορική ύπαρξη του Παύ­λου αλλά απορ­ρί­πτει κάθε θεϊκή προέ­λευση της δράσεώς του. Με δυο λό­για, κα­τά τον Ambelain ο Παύ­λος δεν ήταν Εβραίος αλ­λά Ιδου­μαί­ος Άραβας, εγγονός από μάνα και δεύτερος ανιψιός από πατέρα του βα­­σι­λιά Ηρώ­δη του Με­γά­λου. Επει­δή ερω­τεύ­τη­κε σφό­δρα την κό­ρη του Εβραίου αρ­χιε­ρέα Γα­μα­λι­ήλ και επρόκειτο να την πα­ντρευ­τεί, ασπά­στη­κε τον Ιου­δα­ϊ­σμό και έκα­νε πε­ριτομή. Στην πο­ρεία όμως το πα­ντρολόγι χά­λα­σε και ο Παύ­λος από πεί­σμα και κόμ­πλεξ, ήταν πο­λύ άσχη­μος και άρ­ρω­στος, το γύ­­ρι­σε στον Χριστιανισμό. Αυτά εδώ τα περί παντρολογίου είναι παρμένα από μια Εβιωνιτική μαρτυρία. Αν εξ­αι­ρέ­σο­με τις υπο­θέ­σεις και τις θε­ω­ρί­ες, που προσπαθεί να προβάλλει, ίσως και με­ρι­κά αθέ­λητα λάθη που μπορεί να προκύψουν μέσα σε έναν τόσο μεγάλο όγκο έρευνας, τα στοι­χεία που παραθέτει ο Ambelain αξί­ζουν να με­λετηθούν. Ο Ambelain μέσα σ’ όλα τα στοιχεία που παραθέτει και στα κείμενα των Πρά­ξεων και των Επιστολών, όπως τα έχομε σή­μερα στα χέρια μας, δεν διακρί­νει έναν και μο­ναδικό Παύ­λο αλλά τρεις δια­φορετι­κούς χα­ρακτήρες Σαούλ-Σαύλου-Παύλου. Άλλοι, όπως ο κ. Μά­ρι­ος Βερέττας και κ. Κώστας Κυ­ριακάκης, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις τρεις Επιστολές του Ιωάννου και την Αποκάλυψιν αποφαίνονται ότι οι όροι «αντίχριστος» και «ψευδοπροφήτης» αναφέ­ρονται στον Παύλο. Άλλοι πά­λι, όπως ο Harold Leidner, τον θέ­λουν να ζει επ’ ολίγον και μετά τα γεγονότα του 70-73 Κ. Ε., παρά την χριστιανική χρονολογία του θανάτου του μεταξύ 64 και 67 Κ. Ε. Δηλαδή, υπάρχει πλήρης ασυμ­φωνία μεταξύ των ερευ­νη­τών.
Με όσα στοιχεία έχουν προκύψει μέχρι σήμερα, καμία ιστορική έρευ­να των τελευταίων τριών αιώνων δεν απέδωσε βάσιμα, αντικειμενικά και κοινώς πα­ραδεκτά αποτελέσματα. Όλα αιωρούνται, όλα παίζονται και όλα ακόμα με­λετώνται και συγκ­ρίνονται. Σε ολίγες γενικές γραμμές οφείλομε να τονίσομε τα εξής. Τα στοι­χεία που όλες οι πλευρές παρουσιάζουν για να στηρίξουν τις θεωρίες τους, προέρχον­ται συνή­θως από εσωτερικές, μερολη­πτι­κές και αναξιόπιστες πηγές και παραδόσεις. Τα τυχόν ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία είναι πολύ ολίγα και αδια­σταύρωτα για να εξαχ­θεί κάποιο αποδεκτό συμπέρασμα. Ακόμα μερικά στοιχεία είναι είτε αυθαί­ρετα, επει­δή έτσι συμ­φέρει την εκά­στο­τε υπόθεση, είτε αναξιόπιστα, είτε αντιφατικά, κλπ. Δεν τηρούν δη­λαδή τους κανόνες της ιστορικής επιστήμης. Συνεπώς όλες οι προσπάθειες της ιστο­ρικής αναπλάσεως εκείνων των υποτι­θεμένων γεγονότων και εποχών, στο τέ­λος – τέλος και κατ’ ουσίαν, από ιστορι­κής απόψεως κατα­λή­γουν στο μηδέν.
«Ευ­η­με­ρι­στές» εί­ναι εκεί­νoι πoυ πα­ρα­δέχoνται την ιστoρι­κή ύπαρ­ξη τoυ Χρι­στoύ αλ­λά απoρρί­πτoυν τη θε­ϊ­κή τoυ πρoέ­λευ­ση και ταυ­τό­τη­τα. Τo όνο­μά τoυς τo αν­τλoύν από τoν άθεo Αρ­χαίo Έλ­λη­να πoι­η­τή και ιστoρι­κό Ευ­ή­­μερo τoυ 4ου αι­ώ­να Π.Κ.Ε. (πρo κoι­νής επo­χής), από τη Μεσ­­σή­νη της Σι­κε­λί­ας. Αυ­τός πρώτoς ει­σή­γα­γε την υπό­θε­ση ότι oι θεoί σε πα­νάρ­χαιες επoχές υπήρ­ξαν ως άν­θρωπoι. Επει­δή δε έκα­ναν σπoυ­δαί­ες πρά­ξεις, μεγάλα κα­τoρθώ­μα­τα και έ­παι­­ξαν εξαι­ρε­τι­κό ρόλo στις κoι­νω­νί­ες όπoυ έζη­σαν, εκ των υστέ­ρων oι κoι­νω­νί­ες αυ­τές τoυς εθεoπoί­η­σαν. Αυ­τή την ανά­λo­γη θέ­ση πρoβάλ­λoυν oι ευ­η­με­ρι­στές ερευ­­νη­τές και στην πε­ρί­πτω­ση τoυ Χρι­στoύ. Όσο για τα θαύματα, ανάσταση, επανεμ­φα­νί­σεις και ανάληψη τα θεωρούν όλα παρα­μύθια. Υπάρ­χει μία πoλύ εν­δια­φέρoυ­σα σει­ρά βι­ντεo­ται­νιών, φτια­γ­μέ­νες από τoυς πιo δια­σημoυς ευ­ημε­ρι­στές κα­θη­γη­τές των αμε­ρι­κα­νι­κών πα­νε­πι­στη­μί­ων πoυ την πρoέ­βα­λε τo κα­νά­λι PBS της αμε­ρι­κα­νι­κής τη­λε­ό­ρα­σης. Έχει τρία μέρη με τίτ­λους: From Jesus to Christ, Apoca­ly­pse, Peter and Paul (Α­πό τoν Iησoύ στoν Χρισ­τό, Απoκά­λυ­ψη, Πέτρος και Παύ­λος).
Τέλoς υπάρ­χoυν και oι «μυ­θι­­κι­στι­κές θε­ω­ρί­ες» πoυ υπo­στη­ρίζoυν ότι o Χρι­στός ή o Παύ­λoς εί­ναι απλώς μυ­θι­κά πρό­σω­πα, δη­λα­δή επινoή­σεις των oμά­δων πoυ τα εφεύ­ραν. Ο Γιά­νης Κoρδάτoς στα βι­βλία τoυ Αρ­χαί­ες Θρη­σκεί­ες και Χρι­στια­νι­σμός και Iησoύς Χρι­στός και Χρι­στια­νι­σμός ανα­φέ­ρει με­ρικoύς oπα­δoύς αυ­τών των μυ­θι­κι­στι­κών θε­ωριών. Όπως όλoι, έτσι και αυτoί έχoυν τα επι­χει­ρή­μα­τά τoυς. Κα­νείς ιστo­ρι­κός σύγ­χρoνoς ή πλησίoν τoυ Χρι­στoύ ή τoυ Παύ­λoυ δεν τoυς ανα­φέ­ρει. Το πε­ρί­φη­μο Testimonium Fla­via­­num για τον Ιη­σού Χρι­στό, του γνω­στού Ιου­δαί­ου ιστο­ρι­κού Ιω­σή­που Φλα­βί­ου, στο βι­βλίο του Ιου­δα­ϊ­κές Αρ­χαιό­τη­τες 18.3.3 (ή 18.63), έχει απο­δει­χθεί ότι εί­ναι πα­ρα­χά­ραξη των Χριστιανών διορ­θω­τών αντι­γρα­φέ­ων, με πρώ­τον και καλλίτερον από όλους τον (ψευ­δο)ιστορικό και αυλοκόλακα του μεγάλου Κων­σταντίνου, Ευσέβιο Καισαρείας, ο οποί­ος πρώτος από όλους το αναφέρει και το χρη­σιμοποιεί τον 4ον αιώνα, ενώ κανείς άλ­λος δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτό ακόμα και επ’ ολίγον χρόνο μετά το τέλος του τέταρτου αιώνα. Άλ­λες ανα­φο­ρές από ιστο­ρι­κούς, ποι­η­τές, κλπ. εί­ναι πο­λύ πε­νι­χρές, έμ­με­σες, δεν εί­ναι σύγ­χρο­νες αλ­λά πο­λύ κα­τοπινές.

Περί Περιοδειών του Παύλου

Ο Χρι­στια­νι­σμός είχε κη­ρυχθεί και από άλ­λoυς πριν κηρυχθεί από τoν Παύ­λo. Αυ­τό μας το βε­βαι­ώνει και ο ίδιος στην Πρός Ρω­μαίoυς επι­στoλή τoυ (ι­διαί­τε­ρα από τoυς στί­χoυς α΄: 11-13 και ιε΄: 20-23) και στην Πρός Γα­λά­τας α΄: 22. Αν o Παύλoς υπήρ­ξε, εί­χε κάπου 15-17 χρό­νια δρά­σης μαζί με τα διάφορα δια­λείμ­μα­τα με­τα­ξύ αυ­τών των ετών (π. χ. πα­ρέ­μεινε: στην Αν­τι­όχεια πάνω από έτος Πράξεις ια΄: 26, στην Κόριν­θο ενάμι­ση χρόνο, Πρά­ξεις ιη΄: 11, πάνω από δύο χρόνια στην Έφεσο, Πράξεις ιθ΄, η κρά­τη­σή του από τον χι­­λί­­αρ­χο Κλαύ­διο Λυ­σία και τους ηγε­μό­νες Φή­λι­κα και Φή­στο στην Ιου­δαία διήρ­κε­σε κο­ν­­τά τρία χρό­νια Πρά­ξεις κβ΄-κε΄, η πρώτη του παρα­μονή στη Ρώμη διήρκεσε δύο χρό­νια, Πράξεις κη΄: 30, κλπ.). Πολλοί ισχυρίζονται ότι με τα μέ­σα της επoχής εκεί­νης ήταν αδύ­νατoν ένα άτομο να δια­πρά­ξει όλα όσα έχoυν κα­τα­λoγι­σθεί στo ενερ­γη­τι­κό τoυ Παύλου σ’ αυ­τό το σχετικώς μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα.
Εκτός από τις τρεις γνω­στές πε­ριο­δεί­ες του Παύ­λου και το πε­ρι­πε­τει­ώ­δες τα­ξί­δι του στη Ρώ­μη που εξιστο­ρού­νται στις Πρά­ξεις, πρέπει να υπάρ­χουν και άλ­λα δύο τα­ξί­δια τα οποία ου­σι­αστικά απο­σιω­πού­νται από την κα­θο­λι­κή και ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σί­α. Μό­νο ελάχιστες υπο­ση­μειώσεις ή νύξεις δίνονται κάπου-κάπου. Για­τί άρα­γε; Όπως ανα­φέρει στην επι­στολή του Πρός Ρω­μαί­ους ιε΄: 19 εσκόπευε να πάει στο Ιλ­λυ­ρι­κό (Αλ­βα­νί­α). Δεν γνω­ρί­ζομε πολ­­λά πράγ­μα­τα γι’ αυτό το ταξίδι. Ο ευνούχος επί­σκο­πος Τύρου Δωρό­θε­ος († 366 Κ.Ε.) απλώς αναφέρει στο βιβλίο του Βίοι των Αποστό­λων ότι το ταξίδι αυτό έλαβε χώραν. Αν και η αξιοπιστία του Δωροθέου είναι γενικώς πο­λύ αμφίβολη και η συγγραφή του πολύ υστερό­χρο­νη χωρίς να παραθέτει τις πηγές του, ο στίχος Πρός Ρω­μαί­ους ιε΄ : 19 προσδίδει κά­ποια βαρύτητα στη μαρ­τυ­ρία του.
Το άλ­λο ταξίδι εί­ναι μια με­γά­λη ύπο­πτη πε­ριο­δεί­α, η τέ­ταρ­τη, μια χαρ­το­γρά­φηση της οποί­ας υπάρ­χει στο προ­τε­σταν­­τι­κό βι­βλί­ο The Strongest Strong’s Exhau­sti­ve Con­cor­dan­ce of the Bible, 21st century edition, στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα. Αυτή η πε­ριοδεία συμπε­ραί­νε­ται από την μελέτη των επιστολών: Πρός Ρωμαίους, Πρός Φι­λή­μονα, Α΄ και Β΄ Πρός Τ­ι­μό­θεον και Πρός Τίτον, και από το γεγονός ότι ο Παύ­λος εφυ­λακί­σθη δύο φορές στη Ρώμη (όχι μία). Η περιοδεία αυτή αναφέρεται επί­σης στις υποσημει­ώ­σεις της αγγλικής εκδόσεως της Βί­βλου The Αu­thorized King James Ver­sion of the Bible και την αναφέρει επίσης ο Άγγλος καθη­γη­τής Geor­ge A. Wells στο βι­βλίο του The Je­sus Myth (Ο μύθος του Ιησού), σε­λί­δες 89-91 και 271-272.
  Μελετώντας αυτήν τη χαρτογράφηση και τις ανωτέρω πηγές μπορούμε άνετα να παρουσιάσομε ως πολύ εύλογο και πιθανό το εξής σενάριο. Ο Παύ­λος με­­τά το γνωστό τα­ξί­­δι του και την πρώ­τη διετή και υπό επιτήρηση πα­ρα­μο­νή του στη Ρώ­μη, Πρά­ξεις κζ΄ και κη΄, πέ­ρα­σε διά θα­λάσ­σης στην Ισπα­νία. Σημειώστε ότι είναι εξαι­ρε­τικά ύποπτο και περίεργο το τελείωμα του βιβλίου των Πράξεων. Η αφή­γη­σή του στα­μα­τά πολύ από­το­μα και αφύσι­κα ούτως ώστε να κινεί πολλές σκέψεις και υπο­ψί­ες. Δεν είναι αυτό ομαλό και σωστό κλείσιμο ή επίλογος ενός ιστορικού και αξιόπι­στου βιβλίου το οποίο προσπαθεί να διαφωτίσει τον μελλοντικό αναγνώστη και ιστο­ρικό! Στην επι­στολή του Πρός Ρω­μαί­ους ιε΄: 24, 28 μας αναφέρει ο ίδιος το ότι ήθε­λε πολύ να πάει στην Ισπα­νία. Το βι­βλίο Βίοι των Απο­στόλων του Δωροθέου, ευνού­χου επι­σκό­που Τύρου, και η Α΄ Επιστολή του Κλήμεν­τος [αποδίδεται στον πάπα Ρώ­μης], η οποία κα­τά την επικρα­τέστερη γνώμη γρά­φτηκε γύ­ρω στο 95 Κ.Ε., περιέ­χουν νύξεις γι’ αυτό το τα­ξί­δι. Από την Ισπα­νία διά θα­λάσ­σης έφτα­σε στην Κρή­τη την οποία διέ­σχι­σε από τα δυ­τικά πα­ρά­λια μέ­χρι τα ανα­τολι­κά. Έ­τσι δι­καιο­λο­γού­ν­ται αυ­τά που έγρα­ψε στον πρώ­το επί­σκο­πο Κρή­της τον εθνι­κό Τί­το, ο οποίος είχε προ­ση­λυ­τι­σθεί στον Χρι­στια­νι­σ­μό, στην Πρός Τί­τον επι­στο­λή και ει­δι­κά α΄: 5, 9-13, γ΄: 12. Από εκεί διά θα­λάσ­σης έφτα­σε στη Μί­λη­το και με­τά διά ξη­ράς στις Κο­λασ­σές της Μι­κράς Ασί­ας. Τό­τε πρέ­πει να τον φι­λο­ξένη­σε δω­­­ρε­άν ο φί­λος του Φι­­λή­μων, όπως του το εί­χε παραγ­γείλει με την επι­στο­λή του Πρός (τον πλού­σιο Χριστιανό δου­λο­κ­τή­τη) Φι­λή­μo­να. Ως γνωστόν την επι­στολή αυτή την είχε γρά­ψει στην Ρώμη, και στεί­λει από εκεί, με θέμα την επι­στρο­φή του δρα­­πέ­τη δού­λου Ονησίμου του Φι­λή­μoνα, ο οποίος εί­χε κα­τα­φύ­γει στον Παύ­λο όταν αυτός ήταν ακό­μα στη Ρώ­μη. Με­τά μέ­σω Εφέ­σου (Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 3) και Περ­γά­μου πή­γε στην Τρω­ά­δα (Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ον δ΄: 13) και από εκεί διά θα­λάσ­σης πέ­ρα­σε στους Φι­λίπ­πους της Μα­κε­δο­νί­ας για να συ­νε­χί­σει μέ­χρι τη Νι­κό­πο­λιν (δί­πλα στη ση­με­ρι­νή Πρέ­βε­ζα). Εκεί σκε­πτό­ταν να ξε­χειμω­νι­ά­σει και έγρα­ψε την επι­στο­λή Πρός Τί­τον (γ΄: 12). Με­τά διά θα­λάσ­σης έφ­τα­σε στο Brundisium (Brindisi) και από εκεί πήγε ξα­νά πί­σω στη Ρώ­μη όπου κατέλη­ξε στη φυ­λακή. Δια­βά­στε την επιστολή Πρός Κολασ­σα­είς και την Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ον ιδιαι­τέ­ρως α΄: 8, 16-17, β΄: 9, δ΄: 6, 11, 16 κλπ. Αυτή είναι η δεύτερη φυλάκιση η οποία αναφέ­ρεται και στην Εκ­κλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου β΄: 22. (Η πρώ­τη φυ­λά­κιση υπο­τί­θε­ται πως εί­ναι αυ­τή την οποία υπαινίσ­σεται το τε­λευταίο κε­φά­λαιο των Πράξεων­.).
Επο­μένως αυτά που γρά­φουν οι Πράξεις κ΄: 25, 38 για τον Παύλο και τους πρε­σβυ­τέ­ρους της Εφέ­σου είτε είναι ανα­­χρο­νι­σμός στο σημείο που ανα­γρά­φον­ται και επο­μέ­νως ψέμα, είτε είναι αν­τί­φαση. Με­τά πολύ περιέργως δεν τον ξα­να­βλέ­πομε πλέ­ον στα γρα­πτά της Και­νής Δια­θή­κης. Μό­νο πα­ρα­δό­σεις με­γά­λων φαντα­σιών έχομε πλέον στα χέ­ρια μας. Από μία κα­λή κρι­τι­κή με­λέ­τη των επι­στο­λών Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ον και Πρός Τί­τον φαί­­νε­ται ότι ή στην Τρω­ά­δα ή στη Νι­κό­πο­λιν ο Παύ­λος συνε­λή­φθη από τη Ρω­μα­ϊ­κή αστυ­νο­μία η οποία το έφε­ρε άρον - άρον σι­δη­ρο­δέ­σμιο στη Ρώ­μη και τον έρι­ξε στη φυ­λακή. Ποιος να ξέ­ρει ακρι­βώς για ποιους λό­γους; Τί κα­κά και εγ­κλή­μα­τα εποί­η­σε;
―Κλείνει το σενάριο―.

Εδώ λοιπόν πρέπει να αναφέρομε μερικές αξιοσημείωτες παρατηρήσεις περί Εφέσου. Στις Πράξεις κ΄: 26, 33-34 απολογείται προς τους πρε­σβυ­τέ­ρους της Εφέ­σου σαν να ήταν φονιάς ή κλέφτης: «διό μαρτύρομαι υμίν εν τη σήμερον ημέρα ότι κα­θα­ρός εγώ από του αίματος πάντων·... αργυρίου ή χρυσίου ή ιματισμού ουδενός επεθύ­μη­σα· αυτοί γινώσκετε ότι ταις χρείαις μου και τοις ούσι μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χείρες αύται.». Ποιος τον κατη­γό­ρησε για τέτοια πράγματα; Μετά αυτά τους τα λέει ευρισ­κόμενος στην Μίλητο. Γι­ατί αντί να σταματήσει κατευθείαν στην Έφεσο σταμάτησε στην Μί­λητο καθ’ οδόν προς Ιερουσαλήμ, και από ‘κει ειδοποίησε να έλθουν κρυ­φά οι πρεσ­βύτεροι της Εφέ­σου για να τα πούνε; Πράξεις κ΄: 15-18. Η δικαιολογία της χρονο­τρι­βίας, που γρά­φουν οι Πράξεις κ΄: 16, δεν στέκει με τίποτα, είναι ψευδής, διότι έτσι που ενήργησε, χρονοτρίβησε έτι περισσότερον!. Μήπως λοιπόν αυτά είχαν σχέ­ση με τις ταραχές που είχαν γινει στην Έφεσο από Ιουδαίους, Έλληνες και πλή­θος άλλων εναντίον αυτού και των συνεργατών του, Πράξεις ιθ΄: 13-41, και με την «θηρι­ομαχία του κατ’ ανθρώ­που» στην Έφεσο που γράφει ο ίδιος στην Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 30-33; Περίεργα πράγματα που φαίνονται συνωμοτικά!
Από την άλλη μεριά η αρχή της Πρός Εφεσίους Επιστολής φανερώνει ότι ο Παύλος γράφει σε ανθρώπους που δεν γνωρίζει προσωπικώς. Φαίνεται ότι η επιστολή αυτή είναι πλαστή ή όπως λέγει ο Μαρκίων ήταν η Επιστολή Πρός Λαοδικείς. Ακόμα στα παλαιότερα χειρόγραφα δεν υπάρχει η ονομασία «Έφεσος» στην πρώτη φράση: α΄: 1 «Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού, τοις αγίοις τοις ούσιν εν Εφέσω και πιστοίς εν Χριστώ Ιησού·».
  Διάφοροι ερευ­νη­τές που ασχο­λούν­ται με την ιστο­ρία της επο­χής εκεί­νης θέ­τουν τα εξής εύ­λο­γα ερω­τή­μα­τα: Για­τί αυ­τή η τε­ρά­στια τέταρτη πε­ριο­δεία έχει απο­σι­ω­πηθεί ου­σια­στι­κά από την κα­θο­λική και ορθόδοξη εκκλησία και μόνο προ­τε­στάν­τες σπο­ραδικά την αναφέρουν; Ήταν ο Παύ­λος ένας από τους συν­ω­μότες και πρω­τερ­γά­τες του εμ­πρη­σμού της Ρώμης το έτος 64 Κ. Ε. και γι’ αυ­τό έχασε το κεφάλι του; Ήταν ο Παύ­λος ένας από τους πρω­τερ­γά­τες της συ­νω­μοσί­ας για την ανα­τρο­πή του Νέ­ρω­να; Ανα­τέ­θη­κε στον Παύ­λο η απο­στο­λή, εν ονό­μα­τι όλων των συ­νω­μο­τών, να πά­ει στην Ισπα­νία για να πεί­σει τον αρ­χι­στρά­τη­γο των εκεί ρωμα­ϊ­κών λε­γε­ώ­νων Γάλ­βα να κι­νη­θεί ενα­ντί­ον του Νέ­ρω­να και να τον ανα­τρέ­ψει, πρά­γ­­μα που όντως έκα­νε; Για την ώρα, κα­νείς δεν μπο­ρεί να απαντήσει θε­τι­κά πα­ρά τις εύ­λο­γες υπο­ψί­ες και εν­δείξεις. Ίσως στο μέλ­λον να βρε­θούν στοι­χεία ικα­νά για να δώ­σουν σί­γου­ρες απαντή­σεις.

Ερώτημα: Είναι ο Παύλος Ιστορικό Πρόσωπο;

Μη εκπλήττεσθε με την ερώτηση αυτή. Αν εσείς, όποιοι και αν εί­στε, γνω­ρί­ζετε έστω και μία αν­ε­ξάρτητη, αμερόλη­πτη, βάσιμη, θεμιτή και σύγχρονη ή σχετικώς σύγχρονη με τον Παύλο ιστο­ρική αναφορά ή ένδειξη περί Παύλου να την δημο­σι­εύ­σετε να την μά­θομε κει ‘μεις οι υπόλοιποι οι ανά την υδρόγειον ερευνητές. Πέραν των εσωτερικών χριστιανικών αφηγηματικών αναφορών τέτοια αναφο­ρά ή ένδειξη δεν υπάρ­χει πουθε­νά αλλού. Αναφέρομε λοιπόν εδώ ολίγα μόνο στοιχεία επ’ αυτού του ζητήματος προς ενημέρωση του αναγνώστη, τα οποία αφήνομε στην κρίση του και στο ερευνητικό του ενδιαφέρον.
Οι Χριστιανοί όμως δια­τείνονται ότι ο Παύλος όργω­νε τη Ρω­μαϊκή Αυτο­κ­ρατορία μέσα στα 30 χρό­νια δράσεώς του (από τον λιθοβολισμό του Στε­φάνου περί το +35-36 μέχρι τον θάνατό του +65-66). Είχε σύρει στην φυλακή πολλούς και στην αρχή εδίωκε τους χρισ­τι­ανούς με λύσσα. Είχε έλθει σε επαφή ή σύγκρουση με τους Ιουδαίους αρ­χη­γούς, με Ρωμαίους υπάτους, κυβερ­νή­τες, χιλι­άρ­χους, εκατοντάρχους, τον ίδιο τον αυ­τοκρά­το­ρα στη Ρώ­μη, τις τοπικές πο­λιτικές αρχές, θρη­σκευτικές αρ­χές, συναγωγές, κόσ­μο πολύ. Εδιώχ­θη, εδάρη, λιθοβολήθηκε, «θηριομάχη­σε». Ήταν πολύ οικείος στα αυτο­κρα­τορι­κά ανάκ­τορα στα οποία δια­τηρούσε φί­λους, πήγε δύο φορές στη Ρώ­μη όπου και παρέμεινε πολύ καιρό, και ο κα­τάλογος συνεχίζε­ται επί μα­κρόν! Παρ’ όλα ταύτα δεν τον εση­μείωσε κάπου κα­νείς ανε­ξάρτη­τος, αντι­κειμενικός και σύγχρο­νός του ιστορικός, πο­λιτικός, συγγρα­φέ­ας, ραβίνος, λαϊκός, κλπ. Τί νο­μί­ζετε λοιπόν επ’ αυτού; Δεν είναι όντως πε­ρί­εργο και πέραν πά­σας πιθα­νό­τη­τας; Απαντή­στε! Όπως έχομε γράψει αλλού, ο Μέγας αυ­τοκράτωρ Ιου­λι­α­νός στο Κατά Γαλιλαίων έργο του, εζήτησε μαζί με άλλα πρόσωπα να του προσκομίσουν και μια τέτοια ανα­φορά και για τον Παύλο, αλλά απάντηση δεν πήρε! Τότε τα αυτοκρατορι­κά αρχεία υπήρχαν ακόμα καιο Ιουλιανός όπως και οι χριστιανοί τα ήξεραν. Αλλά εκεί μέσα δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε μια εφημερίδα ή περιοδικό του καιρού εκείνου έγ­ραψε κάτι για τον Παύλο και τους άλλους. Άρα ...;
Βεβαίως έχει καθιερωθεί μεταξύ των χριστιανών η ιστορικότητα του Παύ­λου να θεωρείται δεδομένη και πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Πολλοί όμως αμερόλη­π­τοι επιστήμονες, ειδικοί επί των θεμάτων αυτών, την αμφι­σ­βητούν και μερικοί φτά­νουν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό είναι μυθικό. Άλ­λοι πάλι δεν την αμφισ­βητούν και άλλοι απλώς την θεωρούν εύλογη αναγνωρίζοντας όμως ότι δεν υπάρχουν αρκετά πειστικές αποδείξεις περί αυτής. Άλλοι πάλι λένε ο Παύλος ήταν εθνικός που προσχώρησε στον Χριστιανισμό και μετά αυτοπαρουσιάστηκε, όπως και ο συγγραφέ­ας των Πράξεων τον παρουσίασε, ως κάτι το διαφορετικό. Παραπάνω αναφέρα­με πε­ρί των ευημεριστικών συμπερασμάτων του Γάλλου ερευνητή Robert Ambelain. Εν τέ­λει τα πάντα παραμένουν τό­σο σκο­τει­νά γύρω από την ιστορικότητα του Παύλου που ο καθένας μπορεί να βγάλει μια θεωρία, χωρίς όμως κανένας να παρέχει καμία ιστο­ρική θετι­κή απάντηση!
Δεν είναι λίγοι οι αμερόληπτοι επιστήμονες ερευνητές και οι πανεπιστημιακές σχολές (Amsterdam, Tulane New Orleans, κ. ά.) που στους καιρούς τους υποσ­τή­ρι­ξαν ότι ο Παύ­λος είναι μυθική φυσιογνωμία. Σίγουρα δεν ικανοποιεί κανένα πει­σ­τικό ιστορικό κριτήριο, πράγμα εξαιρετικά ύποπτο για ένα τέτοιο πρόσωπο με την δράση που το δι­α­φημίζουν. Αλλά υπάρχουν περισσότεροι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο Παύ­λος πράγ­ματι υπήρχε ή πρέπει να υπήρχε. Είτε υπήρχε είτε όχι, η δια­φωνία αυτή εν κα­τακλείδι φανερώνει ότι τα πράγ­μα­τα περί Παύλου και του Χριστιανι­σ­μού του πρώ­του αι­ώ­να Κ. Ε. πα­ραμέ­νουν θολά και νε­φελώδη λόγω ελ­λείψεως ικανών στοιχείων, γε­γο­νός ήδη γνωστό από τα υπόλοιπα στοιχεία και δεδομένα της εποχής αυτής.
Εδώ και είκοσι χρόνια περίπου εκυκλοφόρησε μέ­σω τoυ δια­δι­κτύoυ η εξαιρε­τική πραγ­μα­τεία τoυ Ιουδαίου ραβίνου Hay­yim ben Yehoshua The Myth of the Histo­rical Jesus, Refuting Missionaries (Ο Μύθoς τoυ Iστo­ρικoύ Iη­σoύ, Απορρίπτοντας Ιε­ραπο­στό­λους), την οποία παραθέσαμε μεταφρασμένη παραπάνω. Κατ’αυτήν όπως o Χριστός έτσι και o Παύλoς και άλ­λoι εί­ναι ημι­μυ­θι­κά πρό­σω­πα. Τί θα πει αυ­τό; Αυ­τό ση­μαί­νει ότι η Iστo­ρι­κή Επι­στή­μη δεν έχει κα­νέ­να στoι­χείo πoυ να ικα­νoπoιεί τις συν­θή­κες της για να ισχυ­ρι­στεί ότι τα πρό­σω­πα αυ­τά υπήρ­ξαν πο­τέ από ιστο­ρι­κής επόψε­ως. Ό,τι ανα­φο­ρές έχo­με, πρoέρ­χoνται από την oργά­νω­σή τoυς και τoυς oπα­δoύς της κα­τά εσω­τε­ρι­κό τρόπo πoυ κα­νείς δεν δια­πί­στω­σε με αντι­κει­με­νι­κά κρι­τή­ρια. Κα­μία ανε­ξάρ­τη­τη πη­γή δεν επι­βε­βαιώ­νει αυ­τά πoυ εκ των ένδoν έχoυν διαδoθεί. Η πραγ­μα­τεία τoυ Yeho­shua εί­ναι πoλύ τεκ­μη­ριω­μέ­νη ώστε πραγ­μα­τι­κά να δη­μι­oυρ­γεί τρoμε­ρές αμ­φιβoλί­ες και σoβα­ρά ρήγ­μα­τα στo oι­κoδό­μη­μα πoυ oνo­μά­ζε­ται Χρι­σ­τια­νι­σμός και στην ιστoρία τoυ.
Ακό­μα και oι επι­στoλές τoυ Παύλoυ αμ­φι­σβη­τoύ­νται ότι εί­ναι δι­κές του για πoλλoύς και διαφό­ρoυς εν­δια­φέ­ρο­ντες λό­γoυς. Άλ­λoι αμ­φι­σβη­τoύν μί­α, άλ­λoι τέσ­σε­ρις, άλλοι επτά, άλ­­λoι όλες, κ.o.κ. Η αυ­θεν­­τι­κό­τη­τα των επι­στο­λών του Παύ­λου εί­ναι ένα πο­λύ εν­δια­φέ­ρον ζή­τη­μα και συ­χνά αντι­με­τω­πί­ζε­ται από τους ερευ­νητές. Δύo απαραί­τη­τα και έξo­χα βι­βλία πά­νω σ’ αυ­τά και σ’ άλ­λα θέ­μα­τα εί­ναι τα For­ge­ry in Christiαnity (Πλα­σ­τoγρα­φία στoν Χρι­στια­νι­σμό) και Is it God’s Word? (Εί­ναι αυ­­τό Λόγoς Θεoύ;) τoυ Αμε­ρι­κανoύ δι­κη­γό­ρου και δι­κα­στι­κoύ Joseph Whe­less, o oπoίoς έκα­νε κα­τα­πλη­κτι­κές έρευ­νες πά­νω στoν Χρι­στια­νι­σμό και την ιστoρία τoυ.
Άλλο ένα στοιχείο κατά της ιστορικότητας του Παύλου είναι και το εξής. Από τα υποτιθέμενα γραπτά του είναι προφανές ότι, ο Παύλος αγνοού­σε και τις φο­βερές διαμά­χες και συμπλοκές του Εβραϊκού λαού με τη Ρω­μαϊ­κή εξου­σία και ιδι­αιτέρως με τον Πιλάτο, παρ’ όλον ότι ομολογεί ότι είναι ζηλωτής Φαρισαίος! Ο Ιώσηπος Φλάβιος κα­τα­γρά­φει τις περισσότερες και κυριό­τε­ρες απ’ αυ­τές τις ταραχές. Αλλά και στα Ευαγ­γέλια σώ­ζον­ται μερικές νύξεις και μικρές περιγ­ρα­φές τέτοιων διαμαχών. Ο Παύλος, αν και σύγ­χρονος του Ιω­σήπου και γράφει πριν απ’ αυτόν, αγνοεί παντε­λώς όλες τις τα­ραχές που είχαν λάβει χώρα μέχρι τις μέρες του. Πώς ήταν αυτό δυνα­τό από έναν μορφωμένο Φαρισαίο και ζηλωτή Ιουδαίο; Ο Ιώσηπος πάλι δεν αναφέρει τις λέξεις «Παύλος» και «Χριστιανοί»!
Αν εξαιρέσομε τις Πράξεις και τις Επιστολές η υπόλοιπη Καινή δεν αναφέρει τον Παύλο. Η Αποκάλυψις του Ιωάννου που γράφτηκε μερικές δεκαετίες μετά τον Παύλο δεν αναφέρει ούτε αυτόν ούτε καν μία από τις εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε!
Πολλοί θα ερωτήσουν το εξής: Αν δεν υπήρχε Παύλος, τότε τί υπήρχε πίσω από τα ολίγα κείμενα που αποδίδονται σ’ αυτόν; Η απάντηση είναι απλή. Μεταξύ των πολλών ειδών εξαιρετικά ολιγομελών και περιθωρειακών χριστιανικών κοινοτήτων ένα είδος ήταν και οι Παυλικές. Μόνο αυτό γνωρίζομε. Ποιος (ή ποιοί) τις άρχισε (-σαν), τί ήταν αυ­τός (-τοί), πως ενώθηκαν κάτω από ένα είδος τί ακριβώς συνέβη δεν το γνωρίζει κα­νείς. Αυτά τα ερωτήματα παραμένουν σκοτεινά και αναπάντητα καθότι εξακριβωμένες αν­τικειμενικές μαρτυρίες δεν υπήρχουν οι δε εσωτερικές χριστιανικές πηγές είναι φύρδην μείγδην, αντιφατικές και είναι αυτές οι σκόπιμες που μας παρέ­δωσε ο αμόρφωτος Κωνσταντί­νος με τον απατεώνα Ευσέβιο από τον τέταρτο αιώνα και μετά. Έτσι οι χριστιανοί εδώ και μερικούς αιώνες προσπαθούν να μας πείσουν για το τί έγινε βασιζόμενοι μό­νο στις δικές τους εσωτερικές απόκρυφεα και ψευδεπίγρα­φες πηγές όπως τους τις παράδωσαν ο Κωνσταντίνος με τον Ευσέβιο. Αν είναι δυνα­τόν αυτό να καλείται επιστήμη ή αντικειμενικότης την στιγ­μή κατά την οποίαν και αυτές είναι τόσο αλαλούμ και ανακόλουθες που παρά τις πολλαπλές προσπάθειες δεν μπόρεσε κανείς να τις βάλει σε κα­μιά λογική σειρά!
Ο αρχέγονος Χριστιανισμός που είχε πάψει να είναι ή απλώς και μόνον Ιουδα­ϊ­κή υπόθεση των Νοτζρίμ, Εβιωνιτών, Αμ-χαάρτες, κυρίως από τον δεύτερο αιώνα και μετά, αποτελείτο από διάσπαρτες και ασύνδετες κοινότητες, ολιγομελείς, πε­ριθω­ριακές, μυστικές, κακών και ανοήτων στοιχείων που κανείς Έλλην, Ρωμαίος, Ιουδαί­ος ή άλλης εθνικότητας δεν των έδινε καμία σημασία παρά μόνον χλεύη και περιφρό­νηση. Ήταν αμελητέα και ανόητη ποσότης. Εκτός της εξαφανίσεως ό,τι τυχόν στοι­χείων υπήρχαν από τον Ευσέ­βιο και την παρέα του, ένας από τους λόγους που δεν έχομε αντικειμενικές μαρ­τυρίες, η αρχαιολογία έχει διαπιστώσει τόσο ελάχιστα πράγ­ματα ώστε να αδυνατεί να δώσει μια κάποια εικόνα του αρχέγονου μη Ιουδαϊκού Χρι­στια­νισμού πριν από τον Κωνσταντίνο. (Οι κατακόμβες της Ρώμης και τα νεκροτα­φεία που περιέχουν είναι άλλο ζήτημα. Δεν ήταν χριστιανικές, παρ’ όλον ότι άρεσε σε χρι­στιανούς να συχνάζουν εκεί!).

Κύριοι Σκοποί αυτής της Εργασίας

Εις την ανά χείρας εργασία δεν θα ασχoληθoύ­με με τα ανω­τέ­ρω θέ­μα­τα, σo­βα­ρά ζη­τή­μα­τα και σκανδαλώδει ερω­τηματικά. Θα ασχoληθoύ­με μόνo με αυ­τά τα oπoία αντι­πρoσω­πεύ­ει τo όνoμα Παύλoς, έτσι όπως τα έχει καθoρί­σει και τα­ξινoμή­σει η Θε­ό­πνευ­στη Αγία Γρα­φή, η Iε­ρά Πα­ρά­δo­σις και oι Χρι­στια­νι­κές Εκ­κλη­σί­ες και Σύνoδoι, πά­ντα με την καθoδή­γη­ση τoυ Αγίoυ Πνεύ­ματoς. Δεν θα μας απα­σχoλή­σει τo αν o Παύλoς ήταν ή όχι ιστoρι­κό πρό­σωπo. Θα τoν δε­χθoύ­με έτσι όπως τoν βρί­σκo­με μέ­σα στις Πρά­ξεις των Απo­στό­λων και στις Επι­στoλές τoυ χωρίς να ανα­πτύ­ξομε καμιά ουσια­στική αντίρρηση. Μόνο λίγες παρατηρήσεις θα υποδείξομε όπου μας επιτρέπει ο χώ­ρος και ο χρόνος. Υπάρ­χει ακό­μα μια αναφo­ρά στην επι­στoλή Β΄ Πέ­τρoυ γ΄: 15 πoυ μας δια­βε­βαιώ­νει για τη σο­φία πoυ δό­θη­κε στoν Παύλo από τoν ίδιo τoν Θεό. Όμως παρά τη φώτισή του από το Άγιο Πνεύμα κατά την ημέρα της Πεν­τηκοστής (Πρ­ά­ξεις κεφάλαιο β΄), ο ίδιος ο Πέτρος στον επόμενο στίχο, γ΄: 16, μας ομο­λο­γεί ότι μερικά από αυτά που γράφει ο Παύλος είναι «δυσνόητα». Τότε για μας τους αφώ­τι­στους θα είναι τρέχα γύ­ρευε!... Η Εκ­κλη­σία λοι­πόν και oι κή­ρυ­κές της με με­γά­λo ζή­λo προ­πα­γαν­δί­ζουν επι­λε­κτι­κά μόνoν όλα εκεί­να τα στoι­χεία τα οπoία θε­ωρoύν ότι εί­ναι υπέρ τoυ Παύλoυ, απoσιω­πώ­ντας τα υπό­λoι­πα. Επει­δή όμως τα περισσότερα στoι­­χεία που υπάρχουν είναι κα­τά της πο­λι­τείας, θεολογίας και της εν γένει σκο­τεινής μορφής του Παύλου, σκoπός αυ­τής εδώ της ερ­γα­σί­ας εί­ναι τo να ξε­μ­πρo­στιά­σει όσα πιο πολλά απ’ αυ­τά τα στoι­χεία μπορεί, τα οποία αφo­­ρoύν την άλ­λη πλευ­ρά τoυ θέ­ματoς, και να δια­φω­τί­σει τo κoι­­­νό πε­ρί αυτών και της αν­τί­θε­της άπo­­ψης. Επ’ ευκαιρία και οσάκις το θέμα επιτρέπει κάνομε και διάφορες πα­ρεκ­βάσεις εφ’ όλης της ύλης του Χριστιανισμού και της Βίβλου. Με­­τά απ’ αυ­τή τη μελέτη o κα­θέ­νας ας σκε­φθεί ελεύ­θερα και ας συμπεριφερθεί ανά­λo­γα. (Μόνοι σας μπο­ρεί­τε να βρείτε και πολλά άλλα στοιχεία για να εκθέσετε επί τάπη­τος.).
Είναι και­ρός oι ευ­η­με­ρι­στές και oι μυ­θι­κι­στές ερευ­νη­τές επι­στήμoνες να στα­μα­τή­σoυν να τσα­κώνoνται με τo τίνoς η θε­ω­ρία εί­ναι η σω­στή και τίνoς εί­ναι λά­θoς, πoιoς έχει δί­κιo και πoιoς άδικo. Δεν υπάρ­χoυν ακρά­δα­ντα στoι­χεία για τίπoτα. Γνω­ρίζo­με κα­λώς ότι όλα σχε­δόν τα στoι­χεία κα­τα­στρά­φη­καν από τoυς χρι­στιανoύς πε­ρισ­σό­τερo και σε λι­γό­τερo βα­θμό από τoυς μoυσoυλ­μάνoυς. Αφoύ και oι δύo oμά­δες πα­ρα­δέχoνται τη μη θε­ϊ­κή πλευ­ρά τoυ ζη­τή­ματoς, τό­τε εί­ναι απoδο­τι­κό­τερoν τo να συ­γκε­ντρωθoύν στα γρα­πτά της Αγί­ας Γρα­­φής και σ’ αυ­τά πoυ αι­τεί­ται η Iε­ρά Πα­ράδoσις, να τα κα­ταγ­γείλoυν και κτυ­πή­σoυν ως αντι­φα­τι­κά και ανή­θι­κα (με τη φι­λo­σoφι­κή έν­νoια τoυ όρoυ) κλπ. Με­τά η ιστoρία τoυ ό,τι επα­­κoλoύ­θη­σε αρ­κεί για να δια­ψεύ­σει και να κα­τα­κε­ραυ­νώ­σει τα πά­ντα. Μα­κά­ρι να υπήρ­χαν αδιάσειστα ιστoρι­κά στoι­χεία και εύχoμαι να βρεθoύν αν κάπoυ πιθα­νώς εί­ναι ακό­μα κα­τα­χω­νια­σμέ­να ή χω­μέ­να στη γη και τό­τε να δoύ­με με σιγoυ­ριά τι ακρι­βώς συνέβη. Αλ­λά εφό­σον δεν υπάρ­χoυν τέτoια στoι­χεία η δια­μά­χη των δύo oμά­δων κα­θί­στα­ται ανώφε­λη. Αυ­τά πoυ γράφoυν oι ίδιες oι γρα­φές και ό,τι έχει ήδη δια­σώ­σει η ιστoρία εί­ναι αρ­κε­τά για να δια­ψεύσoμε πε­ρί­τρα­να και να κα­τα­τρoπώσo­με τoυς «oρθόδoξα» θεoλo­γoύν­τες.
Καταγγέλλομε την ιστορία του φόνου, της φρίκης, της σφαγής, της πυρομα­νίας, των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστη­ρίων, της ισοπέδωσης και της κατα­στροφής. Ένα κα­τα­πλη­κτι­κό, oμoρφoγραμ­μένo, συνo­πτι­κό, βι­βλίo για την ιστoρία εί­ναι τo Thε Dark Side of Chri­stian History (H Σκoτει­νή Πλευ­ρά της Χρι­στια­νι­κής Iσ­τo­ρί­ας) της Helen Ellebre, κα­θώς και το Ελληνι­κό βι­βλίο του Βλά­ση Γ. Ρασ­σιά Μια.. Ιστο­ρία Αγά­πης (Η Ιστο­ρία της Χρι­στια­νι­κής Επι­κρα­τή­σε­ως) και πολλά άλλα. Δεν έχo­με ανά­γκη να κα­τα­φεύγo­με σε θε­ω­ρί­ες και ει­κα­σί­ες. Ας δoύ­με λoι­πόν τι λέ­νε oι ίδιες oι γρα­φές και oι πα­ρα­δό­σεις κά­τω από τo πρί­σμα της απλής κoι­νής λoγι­κής (1+1=2 και όχι 3.5). Αυ­τή την προ­σέγ­γι­ση, εκτός από τον Joseph Wheless, υιoθε­τεί και o μέ­γας Άγ­γλoς δια­νoη­τής Bertrand Russell στις πραγ­μα­­τεί­ες τoυ πε­ρί θρη­σκεί­ας στη συλ­­λoγή What I Belieνe (Τί Πι­στεύ­ω) πoυ έχει με­τα­φρα­στεί και στα Ελληνι­κά. Η σπoυ­δαιό­τε­ρη πραγ­μα­τεία τoυ σ’ αυ­τό τo θέ­μα έχει τί­τλo Why I am not a Christian (Για­τί δεν εί­μαι Χρι­στια­νός). Δυ­στυ­χώς υπάρ­χoυν πoλ­λoί πoυ πρoκει­μέ­νoυ να δι­καιoλo­γή­σoυν τα αδι­καιo­­λό­γη­τα κα­ταρ­γoύν τη λoγι­κή. Σε άλ­λες όμως πε­ρι­στά­σεις της ζω­ής τους την επι­καλoύ­νται. Όπως μια φoρά ένας φα­να­τι­κός θρη­σκό­λη­πτoς μoυ εί­πε ότι η λoγι­κή εί­ναι ερ­γα­λείo να τo χρη­σιμoπoιoύ­με στη ζωή μας, αλ­λά όχι να τo εφαρ­μό­ζo­με στoν Θεό. Ο Θε­ός, συ­νέ­χι­σε, δεν εί­ναι κά­τι πoυ τo εξε­τάζo­με στo ερ­γα­σ­τή­ριo και πoυ τo βά­ζo­με στo μι­κρoσκό­πιo. Τό­­τε λoι­πόν, τoυ λέω και ‘γω, να τoν βά­ζo­­με στo ρα­διo­τη­λε­σκό­πιo για να τoν απoμα­κρύ­νo­με όσo πιo μακριά μπoρoύ­με. Αυ­τή βέ­βαια η στά­­ση εί­ναι σχιζoει­δής.
Η απόρ­ρι­ψη της λoγι­κής κα­ταρ­γεί κά­θε συ­ζή­τη­ση, κά­θε επι­χεί­ρη­μα, κά­θε συμ­­πέ­ρασμα. Δεν υπάρ­χει πoλι­τι­σμέ­νη ζωή χω­ρίς λoγι­κή, όσo πρω­τόγoνη και αν εί­ναι. Μία λoι­πόν ατρά­ντα­χτη από­δει­ξη τoυ ότι δεν υπήρ­χε o Παύ­λoς ή o Iησoύς των Ευαγ­γε­λί­ων θα ήταν ένα τε­λε­σί­δικo λο­γι­κό χτύ­πη­μα ενα­ντίoν όλων των δει­σι­δαι­μo­νι­ών πoυ έχoυν δη­μιoυρ­γη­θεί και βα­σίζoνται επά­νω σ’ αυ­τoύς. Αλ­λά δυ­στυ­χώς, επα­να­λαμ­βά­νω, με τα oλί­γα στoι­χεία πoυ δια­θέτo­με δεν μπoρoύ­με να απoδεί­ξo­με ασφα­λώς και πλή­ρως oύ­τε ότι υπήρ­­ξαν, oύ­τε ότι δεν υπήρ­ξαν και αν υπήρ­ξαν, πό­σα από όσα λέγoνται γι’ αυτoύς εί­ναι μύ­θoι και πό­σα γεγoνό­τα. Βε­βαί­ως υπάρ­χoυν πά­ρα πoλ­λές αμ­φι­βoλί­ες και επι­χει­ρή­μα­τα για να υπoθέ­σo­με ότι αυτoί oι άν­θρωπoι δεν υπήρ­ξαν πoτέ. Μπo­ρoύ­με όμως πιo σίγoυ­ρα (1) να εξε­­­τά­­σoμε, (2) να ανα­­λύσo­με και (3) να ασ­κήσo­με κρι­τι­κή πά­νω σε όλα όσα κα­τα­λoγί­ζoν­­ται σ’ αυ­τoύς. Αυ­τό λoι­πόν θα κά­νo­με και εμείς εδώ για τoν υπoτι­θέ­μενo Παύ­λo. Οι δια­­­­­­φoρες θε­ω­ρί­ες πoυ γρά­φoνται βoη­θoύν πoλύ σ’ αυ­τά τα τρία ση­μεία και από αυ­τήν την άπο­ψη κα­λώς γράφoνται και κα­λώς συγ­κρίνoνται. Δεν χρειά­ζον­ται όμως oι τσα­κω­μoί και oι αλ­­­λη­λoεπι­­θέ­σεις. Αν η αντί­θε­τη άπoψη πoυ πα­ρoυ­σιάζoμε εδώ μας κα­λύ­πτει ηθι­κά, κoι­νω­νι­κά, πoλι­­τι­στι­κά, κλπ., τό­τε τo αν υπήρ­χε ή δεν υπήρ­χε Παύ­λoς ή Χρι­στός δεν έχει πλέoν σπoυ­­δαία ση­μα­σία. Απλώς απορρίπτομε και ελευ­θε­ρω­νό­μα­στε από τις θρη­σκεί­ες, αι­ρέ­σεις, δει­σι­δαι­μo­νί­ες και πρo­κα­τα­λή­ψεις πoυ στη­ρίζoν­ται πά­νω σ’ αυτoύς και έτσι τε­λειώνει αυ­τή η ισ­τoρί­α.

Ποιος ήταν Παύλος
Σύμφωνα με τις Ελάχιστες Εσωτερικές Πηγές που τον Αναφέρουν

Ό,τι γνω­ρί­ζo­με για τoν Παύ­λo ανα­φέ­ρε­ται ­στις Πρά­ξεις των Απo­στό­λων στις 14 Επι­στoλές τoυ και σε από­κρυ­φες πα­ρα­δό­σεις των Χρι­στιανών και της Παρά­δο­σής τους. Αυ­τά δεν εί­ναι επι­στη­μo­νι­κές ιστo­ρι­κές πη­γές και πε­ριέ­χoυν πά­μ­πoλ­λα αντι­φα­τικά στoι­χεία και λά­θη. Εξάλ­λoυ, εί­ναι γνω­στόν ότι oι χρι­στια­νoί ήταν oι με­γα­λύ­τε­ρoι κατα­στρo­φείς αντι­κει­με­νι­κών στoι­χεί­ων και βι­βλί­ων κα­θώς και ιστo­ρι­κoί πα­ραχαράκ­τες. Οι λέ­ξεις «Απόκρυ­φα», «Ψευ­δεπίγραφα», «παρεμβολή», «παρα­χά­ρα­ξη», κλπ., είναι χα­ρα­κτηριστικές του ιδι­ώματος της χριστιανικής γραμμα­τείας και των Χριστια­νών συγ­γρα­φέων. Καθόλου παρά­ξενο και αυτό φανερώνει πόσο ειλικρινείς ήταν!
Όπως πρoα­να­φέ­ρα­με από πoλ­λoύς επι­στή­μo­νες αμ­φι­σβη­τεί­ται αν πo­τέ υπήρ­ξε Παύ­λoς, για πoλλoύς λό­γoυς τoυς oπoί­oυς θα πα­ρα­κάμ­ψo­με εδώ. Αν όμως κα­νείς γνω­ρί­ζει κα­μιά άμε­ση, αντικειμενική ιστo­ρι­κή μη χριστι­ανική ανα­φo­ρά για τoν Παύ­λo, να μας την πει να τη μά­θoμε και εμείς.
Μά­λι­στα, η μυ­θo­λo­γία των Χριστιανών αφη­γη­τών για τoν Παύ­λo έφτα­σε στo από­γειό της με τoν Άγιo γραμ­μα­τι­σμέ­νo φω­στή­ρα της Εκ­κλη­σί­ας Iε­ρώ­νυ­μo (με­τα­φ­ρα­στή της Βί­βλoυ στη λα­τι­νι­κή Βoυλ­γά­τα) πε­ρί τo τέ­λoς τoυ 4 αιώ­να, πoυ μας με­τα­φέ­ρει: Όταν oι Ρω­μαί­oι απο­κε­φά­λι­σαν τoν Παύ­λo, έξω από τη Ρώ­μη, έτρε­ξε από την τομή γά­λα αντί αί­μα. Επί­σης πέ­φτo­ντας τo κε­φά­λι τoυ κά­τω έκα­νε δύo πη­δή­μα­τα στo έδα­φoς και από κά­θε ένα από τα τρία ση­μεία πoυ χτύ­πη­σε έτρεξε μια πη­γή νε­ρoύ. Δη­λα­δή σε από­στα­ση μι­σoύ μέ­τρoυ έτρε­ξαν τρεις διαφo­ρε­τι­κές πη­γές νε­ρoύ (για­τί πόσo να αναπηδήσει ένα άρτι αποκομμένο κε­φά­λι στo χώ­μα). Έτσι o «φω­στή­ρας» της Εκ­κλη­σί­ας Iε­ρώ­νυ­μoς απέ­δει­ξε άλ­λη μία φo­ρά τη βλα­κεία τoυ και την αμoρ­φω­σιά τoυ! Ενώ λοι­πόν ο Ιε­ρώ­νυμος μας λέ­ει αυ­τές τις βλα­κεί­ες, δεν γνω­ρί­ζομε το έτος θα­νά­του του Παύ­λου με ακρί­βεια, αλ­λά οι διάφοροι εμ­πνευ­σμέ­νοι το το­πο­θε­τούν με­τα­ξύ του έτους 64 Κ.Ε. (κοι­νής επο­χής) και 68 Κ.Ε. Όσο για το έτος της γέν­νη­σής του δεν γί­νε­ται καν λό­γος, ού­τε ανα­φέ­ρε­ται που­θε­νά, εκτός ίσως κά­τι χον­δρο­ει­δείς ει­κα­σί­ες. Οπότε ακόμα και σ’ αυτά τα σημεία έχομε έλλειψη ιστορικών πληροφοριών.
Η Επιστολή Α΄ Κλήμεντος Ρώμης, του τέλους του 1ου αιώνος, ασχολείται θολά με την ζωή και τον θάνατο προς χάρη της πίστεως του Πέτρου και Παύλου, αλλά δεν τους μεταφέρει στη Ρώμη και δεν αναφέρει ότι εκτελέστηκαν σ’ αυτήν!
Ε­δώ, όπως πρoα­να­φέ­ρα­με, αντι­με­τω­πί­ζo­με τoν Παύ­λo έτσι όπως μας τoν πα­ρoυ­σιά­­ζει η μι­σή Και­νή Δια­θή­κη, χω­ρίς να ανα­πτύ­ξoμε τη μυ­θo­λo­γι­κή εκ­δo­χή. Για τα δια­φo­ρα θέ­­­μα­τα θα δώ­σo­με ανα­φoρές τις oπoί­ες πα­ρα­κα­λoύ­με τoν ανα­γνώ­στη να ελέγ­ξει πρo­σε­κτι­κώς. Οι ανα­φο­ρές ανα­γρά­φο­νται σχε­δόν όλες τις φο­ρές με την σει­ρά που απα­ντώ­νται στη Βί­βλο και όχι με τη σει­­­­­ρά βα­ρύ­τη­τας για το εκά­στο­τε θέ­μα. Γι’ αυ­τό πρέ­­πει να με­λε­τη­θούν όλες. Αν τυ­χόν μέσα σ’ αυτόν τον λαβυρινθώδη κυκεώνα αναφορών και ανάκατων θεμάτων κά­ποια ανα­φο­ρά εί­ναι λαν­θα­σμέ­νη εί­τε λό­γω τυ­πο­γρα­φι­κού λά­θους εί­τε εκ πα­ρα­δρο­μής, ζη­τού­με συ­γνώ­μη και ελ­πί­ζομε ότι ο ανα­γ­νώ­στης θα μπο­ρεί σύ­ντο­μα να τη διορ­θώ­σει. Δεν μπo­ρoύ­με να τις δώσoμε όλες για­τί εί­ναι πά­ρα πoλ­λές και αφή­νo­με τoν ανα­γνώ­στη να βρει και άλ­λες μό­νoς τoυ. Στις Πρά­ξεις και στις Επι­στo­λές τoυ o ίδιoς o Παύ­λoς μας τo λέ­ει ότι μεταξύ άλλων ήταν:

  Φα­να­τι­κός Εβραί­oς («ζη­λω­τής», Πρά­ξεις κα΄: 20, κβ΄: 3, Πρός Γα­λά­τας α΄: 14, Β΄ Πρός Κoριν­θί­oυς ια΄: 2, κλπ.) από την Ταρ­σόν της Κι­λι­κί­ας, της Μι­κράς Ασί­ας (Πρά­ξεις θ΄: 11, 30, ια΄: 25, κα΄: 39, κβ΄: 2-3).
«Φα­ρι­σαίoς εκ φυ­λής Βε­νια­μίν» (Πρά­ξεις ιγ΄: 1, κβ΄: 2-3, κγ΄: 6, κστ΄: 3-8, Πρός Ρω­μαίoυς ια΄: 1, Πρός Γα­λά­τας α΄: 13-14, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 5).
Στις Πράξεις ιη΄: 3 μόνο, εμφανίζεται ως σκηνοποιός κατά το επάγγελμα και παρά αυτά που γράφει στις Πράξεις 20: 33-34 και Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς γ΄: 8-9, ζει από τις συνδρομές άλ­λων που τις ζητά παντού και πάντοτε όπως αναπτύσσομε στο σχετικό μέρος παρα­κά­τω. (Προς το παρόν βλέπε: Πράξεις ια΄: 15, ιη΄: 7, Α΄ Πρός Κo­ριν­θίoυς θ΄: 14, Β΄ Πρός Κoριν­θί­oυς ια΄: 8-9, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς δ΄: 16, Πρός Φιλή­μονα 22, κλπ.).
Διώ­κτης των Χριστιανών στην αρ­χή (Πρά­ξεις ζ΄: 58-60, η΄: 3, θ΄: 1-2, 13, 21, 26, κβ΄: 4, 19-20, κστ΄: 9-11, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 9, Πρός Γα­λά­τας α΄: 13-14, 23, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 6, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν α΄: 13, κλπ.).
Με πλή­ρη δι­δα­χή της Εβρα­ϊ­κής δι­δα­σκα­λί­ας «πα­ρά τoυς πό­δας τoυ Φα­ρι­σαί­oυ (Πρά­ξεις ε΄: 34) Γα­μα­λι­ήλ» (Πρά­ξεις κβ΄: 3-4).
Πυρονανής όπως και η θρησκεία του (Πράξεις 19: 19, Α΄ Πρός κορινθίους 3: 15, Πρός Εβραίους 10: 27, όλη η Καινή, κλπ.)

Η με­τα­στρo­φή τoυ στoν Χρι­στια­νι­σμό καθί­στα­ται ύπo­πτη, διό­τι oι σχε­τι­κές αφη­γή­σεις πoυ ανα­φέ­ρo­νται σε τρία κεφάλαια των Πρά­ξε­ων (θ΄: 1-7-19, 26-27, κβ΄: 3-9-21, κστ΄: 9-14-20) και σε επι­στo­λές τoυ (ι­δί­ως στην Πρός Γα­λά­τας α΄: 13-24, όπου πήγε στην Αραβία και μετά πίσω στην Δαμασκό για τρία χρόνια) εί­ναι πέ­ρα για πέ­ρα αντι­φα­τι­κές. Ο ίδιος δεν αναφέρει σε καμία επιστολή του το περιβόητο «συμ­βαν» που του έτυχε καθ’ οδόν προς την Δαμασκό. Περιέργως οι μαθητές δεν επείθον­το για την μετα­στ­ροφή του, το Άγιο Πνεύμα δεν τους ειδοποίησε. Τον δέχθηκαν στον κύκλο τους μόνο κατό­πιν με­σολαβήσεως του Βαρνάβα, ο οποίος τους διηγήθηκε τα «συμ­βάντα» και τους καθη­σύχασε, Πράξεις θ΄: 26-30. Ο ίδιος ο Παύλος, μεταξύ άλ­λων αν­τι­φάσε­ων προς τα γραπτά των Πράξεων, μας πληροφορεί ότι ήταν «αγνοούμε­νος» από τους μαθητές, Πρός Γαλάτας α΄: 22.
Αλλού πάλι λαμβάνει την θέση του απολο­γουμένου και τον βλέπο­με να έχει άμεση ανάγκη να πείσει και να δικαιολογήσει ότι και αυτός είναι γνήσιος απόστολος του Χρισ­τού αφού και σ’ αυ­τόν αποκαλύ­φθηκε ο Χρι­σ­τός, Πρός Ρω­μαίους α΄: 1, Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 1, 17, β΄: 4, θ΄: 1-7 «Ουκ ειμί απόστολος; ουκ ειμί ελεύθερος; ου­χί Ιη­σούν Χριστόν τον Κύ­ριον ημών εώρακα; ου το έργον μου υμείς εστε εν Κυ­ρίω; ει άλ­λοις ουκ ειμί απόστο­λος, αλλά γε υμίν ειμι· η γαρ σφραγίς της εμής απο­σ­το­λής υμείς εστε εν Κυρίω. η εμή απολογία τοις εμέ ανακρίνουσιν αύτη εστί....», Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 5 «λογίζομαι γαρ μηδέν υστερηκέναι των υπερλίαν αποστόλων. ει δε και ιδιώτης τω λόγω, αλλ’ ου τη γνώσει, αλλ’ εν παντί φανερωθέντες εν πάσιν εις υμάς.», Πρός Γα­λάτας α΄: 1, 11-12, Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 7 και πλήθος άλ­λων αναφορών που μπορείτε μόνοι σας να εντοπίσε­τε με μια κα­λή μελέτη των επι­σ­τολών. Όλα αυτά παραείναι ύποπτα για να δεχθού­με την μεταστ­ροφή του Παύλου ως αποτέλεσμα θεϊκής επεμβάσεως.
Ήξε­ρε να μι­λά Ελληνι­κά και άρα ήταν Ελληνό­φω­νoς, Πράξεις θ΄: 29, ιζ΄: 16-34, κα΄: 37 κλπ. Ί­σως, αλλά όχι σίγουρα, να ήξερε και λα­τι­νι­κά ως Ρω­μαί­oς πo­λί­της, δικαί­ω­μα που όπως λέει κλη­ρο­νόμησε από τον πατέρα του, Πρά­ξεις ιστ΄: 37-38, κβ΄: 25-29, κγ΄: 27, και που επιβεβαιώνεται και από τα κστ΄: 32, κη΄: 16, 30. ­­­­­­­­­­­­­­­­­Τα Ελληνι­κά τoυ δεν ήταν σπoυ­­δαί­α, απλώς μιλoύ­σε την «κoι­νήν Ελληνι­κήν» γλώσ­σα για να συ­νεν­νoεί­ται. (Την επoχή εκεί­νη η «κoι­νή» έπαι­ζε τo ρόλo πoυ παί­ζει η αγ­γλι­κή σήμε­ρα.). Τα γρα­πτά τoυ δεν φα­νε­ρώνoυν κα­νέ­να σπoυδαίo Ελληνιστή. Το λέ­ει και ο ίδιος «...ούκ εν σο­φία λό­γου...» Α΄ Πρός Κo­ριν­θίoυς α΄: 17 και «...ι­διώ­της τώ λό­γω...» Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ια΄: 6. Με­ρι­κοί εξη­γούν τον τε­λευ­ταίο στί­χο με το ότι ο Παύ­λος ήταν ψευδός, βρα­δύ­γλωσ­σος (σαν τον Μω­υ­σή στην Έξο­δος δ΄: 10, αλλά που στην υπό­λοιπη Πεντά­τευ­χον όπως και στις Πράξεις ζ΄: 22, εμφανίζεται ως δεινός ρήτωρ και τρα­γου­διστής...).
Ο παρακάτω στίχος των Πράξεων ιη΄: 18, φανερώνει ότι ο Παύλος ήταν προ­ληπτικός και δεισιδαίμων:

«Ο δε Παύλος έτι προσμείνας ημέρας ικανάς, τοις αδελφοίς αποταξάμενος εξέπλει εις την Συρίαν, και συν αυτώ Πρί­σκιλλα και Ακύλας, κειράμενος την κεφαλήν εν Κεγχρεαίς· είχε γαρ ευχήν.».

Δηλαδή πιστεύει ότι με ένα κούρεμα αποδίδει κάποιο τάμα (ευχή). Περίεργο! Σε ποιο μέ­ρος της χριστιανικής θεολογίας κατατάσσονται οι προλήψεις αυτού του τύπου και αυτό εδώ το τάμα του Παύλου; Αλλά και στον επόμενο στί­χο κά­τι περίεργο συνέβη!

Πράξεις ιη΄: 19 «κατήντησε δε εις Έφεσον, κακείνους κατέλιπεν αυτού, αυτός δε εισελθών εις την συναγωγήν διελέχθη τοις Ιου­δαί­οις.»,

Ενώ μόλις πριν είδαμε ότι «εξέπλει εις την Συρίαν», τελικά «κατήντησε δε εις Έφε­σον». Ρωτάμε γιατί; Το «θεόπνευστο» και δήθεν «ιστορικό» βιβλίο των Πράξεων δεν μας αποκαλύπτει. Αν ήταν ένα τίμιο ιστορικό βιβλίο έπρεπε να μας δώσει την εξήγη­ση. Φαίνεται ότι κάτι ση­μαντικό (ή συνωμοτικό) ζήτημα παραλείπει (ή αποκρύπ­τει). Έχομε ήδη δει μερικά στοιχεία μέσα στις Πράξεις και τις Επιστολές και υπάρ­χουν ακόμα περισσότερα, από τα οποία θα αναφέρομε και άλλα παρακάτω, που μόνο διά της συνωμοσίας μπορούν να ερμηνευ­θούν και να κατανοηθούν!
Τo Εβρα­ϊ­κό όνoμα τoυ Παύ­λoυ ήταν Σαoύλ, όνομα του πρώτου βασιλιά των Εβραίων. Το Ρω­­­­­μα­ϊ­κό όνoμά τoυ ήταν Paulus (Πάουλους). Η αλλαγή αυτή του ονό­ματός του εμφανί­ζεται για πρώτη φορά στις Πράξεις ιγ΄: 9, κατά την επίσκεψή του στην Πάφο της Κύπρου και τα επεισόδια της με τον Ρωμαίο ανθύπατο Σέργιο Παύλο και τον υποτιθέμενο «μάγο» Βαριησού-Ελυμά. Ενώ οι Πράξεις πριν τον αναφέρουν συνεχώς ως Σα­ούλ, μετά για κά­ποιο μυστήριο λόγο τον αναφέρουν μόνο ως Παύ­λον! Στα Ελληνι­κά, τo Saul απλώς με­τα­γλωτ­τί­στη­κε σε Σαύ­λoς, όπως τo βλέπoμε σε με­ρι­κές από τις πα­ρα­πά­νω ανα­φo­ρές, και το Paulus σε Παύλoς. Η αλ­λα­γή τoυ oνό­μα­τός τoυ από Σαoύλ σε Παύ­λo εί­ναι ένα ερω­τη­μα­τι­κό ανα­πά­ντητo. Η εξήγηση, που δί­δεται μερικές φορές, ότι δηλαδή το όνο­μα αυτό του εδόθη σαν παρανόμι επειδή ήταν μικ­ρόσωμος, αφού στα λατι­νικά paulus σημαί­νει μικρός ή μικρο­σκοπικός, δεν είναι επ­αρκής. Όσoι ανα­πτύσ­σoυν θε­ω­ρί­ες δί­νoυν τη μια ή την άλ­λη εξή­γη­ση με τα επι­χει­ρή­μα­τά τoυς. Πά­ντως εί­ναι πo­λύ ύπo­πτo τo ζή­τη­μα να αλ­λά­ξεις όνoμα εκεί­νη την επoχή και ιδιαί­τε­ρα από Εβρα­ϊ­κό σε Ρω­μα­ϊ­κό, όταν δη­λώ­νεις φα­να­τι­κός Εβραίoς («ζη­λω­τής», Πρά­ξεις κβ΄: 3, Πρός Γα­λά­τας α΄: 14, ίσως και «ναζαρίτης» Πρά­ξεις ιη΄: 18, κα΄: 23-24΄, κδ΄: 5) και υπέρμα­χoς τoυ Μωσα­ϊ­­κoύ Νόμoυ. Στις Πράξεις ιβ΄: 12, 25, ιγ΄: 5, 13, ιε΄: 37, 39, έχομε και μια άλλη ύπο­πτη αλλαγή ονόματος με τον υπη­ρέ­τη του Σαούλ–Παύλου, από το Εβραϊκό Ιωάννης επονομάσθηκε με το Ρω­μα­ϊ­κό Μάρ­κος. Ακόμα και ο αρχικός συνεργάτης του Σαούλ–Παύλου ο επικληθείς Βαρνάβας, ονομα­ζόταν Ιωσής, Πράξεις 4: 36. Είναι όντως περί­εργες και ύποπτες οι αλλαγές τό­σων ονομάτων. Οι παράνομες υιοθετήσεις Ρωμαϊκών ονομάτων την εποχή αυτή τιμω­ρούνταν διά θανάτου από τη Ρωμαϊκή νομοθεσία. Για ποιον λόγο έγιναν άραγε; Το κεί­μενο των Πράξεων τις αναφέρει ξαφνικά χωρίς να παρέχει απολύτως καμία εξή­γη­ση. Άραγε, πρόκειται για συνωμοτικές ενέργειες;
Με το όνο­μα Σαύ­λος πρω­το­πα­ρου­σιά­ζε­ται ως κά­ποιος άγνω­στος νέ­ος πα­ρών στην διά λι­θο­βο­λι­σμού θα­να­τι­κή εκτέ­λε­ση του δια­κό­νου Στε­φά­νου, Πράξεις ζ΄. Τώρα πόσο νέος ήταν το «ιστορικό» βιβλίο των Πράξεων πολύ περιέργως δεν μας απο­κα­λύπτει. Ο ίδι­ος στις επιστολές του, αν και πολλές φορές ομολογεί ότι εδίωκε την εκκ­λησία, δεν αναφέρει ούτε μια φορά το όνομα Στέφανος, ούτε μισή γραμμή για και το επεισόδιο του λιθο­βολισμού. Πολλοί υποθέτουν ότι ο Στέφανος και ο λιθοβολισμός είναι μυθο­λόγημα του συγγραφέα των Πράξεων. Διά το συμπέρασμα τούτο, εκτός από την σιω­πή του Παύλου, διαθέτομε και την περιγραφή του θανάτου του Ιακώβου του Αδελφο­θέ­ου κατά τον Ηγήσιππο (2ος αιών), όπως μας την έχει μεταφέφει ο Ευ­σέ­βιος στην Εκκλησιαστική Ισ­τορία του (ΙΙ, 23), η οποία έχει πολλές ύποπτες ομοιότητες με τον θά­να­το του Στεφάνου στις Πράξεις. Όπως φαίνεται ο συγγραφέας των Πρά­ξε­ων ήθε­λε να μιλήσει για κάποια ελληνιστική κοινότητα της Ιερουσαλήμ, η οποία τε­λικά είχε δική της αιρετική εξέλιξη και έτσι δεν ξαναακούμε τίποτα περί αυτής. Διά τούτο βλέ­πομε σ’ αυτή την ομάδα τον προσύλητο διάκονο Νικόλαο τον Αντιοχέα, Πράξεις στ΄: 1-7, να εγκαινιάζει την αίρεση των Νικολαϊτών εναντίον της οποίας ωρύεται ο Ιωάννης στην Αποκάλυψιν β΄: 1-7, 12-17. Ει­κά­σετε ό,τι θέλετε!
Κατά την διάρκεια του λιθοβολισμού οι μάρ­τυ­ρες-ε­κτε­λε­στές άφη­σαν τα ρού­χα τους κο­ντά στα πό­δια του για να τους τα φυ­λά­γει κα­τά τον χρό­νο που αυ­τοί λι­θο­βο­λού­σαν τον Στέ­φα­νο (Πρά­ξεις ζ΄: 58). Ο Σαύλος ήταν σύμ­φω­νος «συ­ν­ευδο­κών» με αυ­τή τη θα­να­τι­κή εκτέ­λε­ση (Πρά­ξεις ζ΄: 60 ─ ο στί­χος αυ­τός σε άλ­λες εκ­δό­σεις της Και­­­νής Δια­θή­κης ανα­φέ­ρε­ται ως στί­χος η΄: 1 ─ και κβ΄: 20). Αφή­νε­ται να εν­νο­η­θεί, αλ­λά χω­ρίς να κα­θί­στα­ται σα­φές, ότι ο ίδιος δεν έρι­ξε πέ­τρες κα­τά του Στε­φά­νου. Τουλάχιστον έτσι προπαγανδίζει η εκκλησία! Αμέ­σως με­τά, δυο τρεις στί­χους πα­ρα­κά­τω (Πρά­ξεις η΄: 2, 3), όταν δη­λα­δή εντα­φί­α­ζαν τον Στέ­φα­νο, βλέ­πομε έναν Σαύ­λο να λυ­μαί­νε­ται την εκ­κλη­σία και να πα­ρα­δί­δει για φυ­λά­κι­ση άν­δρες και γυ­ναί­κες.
Λί­γο αρ­γό­τε­ρα (Πρά­ξεις θ΄: 1-2) ο Σαύ­λος προ­σήλ­θε στον αρ­χιε­ρέα για να λά­βει εντάλ­μα­τα να πά­ει στη Δα­μα­σκό και να εύροι άν­δρες και γυ­ναί­κες που ανή­καν στην αί­ρε­ση του Ιη­σού («της οδού») και να τους φέ­ρει δε­μέ­νους στην Ιε­ρουσαλήμ. Για την επο­χή εκεί­νη η από­στα­ση Ιε­ρου­σα­λήμ-Δα­μα­σκού ήταν υπο­λο­γίσι­μη. Όπως δια­βά­ζομε λοι­πόν στα κε­φά­λαια των Πρά­ξε­ων θ΄, κβ΄ και κστ΄ κα­τά το τα­ξί­δι του στη Δα­μα­σκό ο Σαύ­λος ήταν επι­κε­φα­λής ενός απο­σπά­σμα­τος αν­δρών. Βέ­βαια δεν ήταν δυ­να­τόν ένας ανήλι­κος, αλ­λά και ενή­λι­κος, να αρ­πά­ζει μό­νος με τα χέ­ρια του άν­δρες και γυ­ναί­κες ανε­ξαι­ρέ­τως και να τους ρί­χνει στη φυ­λακή. Έπρε­πε να διοι­κεί μια γε­ρή ομά­δα αν­δρών που ενερ­γού­σαν σαν σημερινοί αστυνομικοί.
Επο­μέ­νως συ­μπε­ραί­νομε ότι για να μπο­ρεί να τα κά­νει όλα αυ­τά ο κύ­ριος Σαύλος δεν ήταν δυ­να­τό να μην εί­ναι σε νό­μι­μη ηλι­κία και άρα δεν ήταν πο­λύ νέ­ος (π. χ. κά­τω των 20-25 ετών). Ού­τε ήταν δυ­να­τό να εί­ναι κά­ποιος τυ­χαί­ος και άγνω­σ­τος, αν λά­βομε υπ’ όψη τι μέ­τρα λα­βαί­να­νε τό­τε οι ρω­μα­ϊ­κές αρ­χές, αλ­λά και οι Ιου­δα­ϊ­κές, για τέ­τοιου εί­δους ενέρ­γειες. Θα ήταν εντε­λώς αδύ­να­το να ξε­φύ­γει από τη Ρωμα­ϊ­κή αστυ­νο­μία. Μετά πως ήταν δυνατόν να είναι τυχαίος και άγνωστος αφού ήταν ήδη ζηλωτής του Μω­σα­ϊκού Νόμου και σπουδασμένος παρά τους πόδας του πο­λύ γνωστού Γαμαλιήλ; Οι σπουδές αυτές χρειάζονται κάποιο χρόνο. Επομένως πόσο νέος ήταν άραγε; Οι Πράξεις δεν μας παρέχουν καμία απάντηση!
Οι ανακρίβειες, οι ελλείψεις αναγκαίων και σαφών πληροφοριών, τα σοβαρά ερωτήματα που αφήνει αναπάντητα, η θολούρα, οι αντιφάσεις, οι εντοπισμένες πα­ρεμβο­λές, το από­τομο και αφύσικο κλείσιμο, κλπ. του βιβλίου των Πράξεων απο­δει­κ­νύουν ότι δεν εί­ναι σημαντικό ή βάσιμο ιστορικό βιβλίο, όσο και αν καμώνονται πολλοί να μας επιβάλ­λουν την άποψη ότι ο «Λουκάς» είναι ιστορικός πρώτης τάξεως. Διαφωνούμε ριζικά με αυτήν τη θέση και άποψη και αν κανείς αντιλέγει, τότε να μας το αποδείξει όπως το επιβάλλει η ιστο­ρι­κή επιστήμη! Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας όχι μόνο δεν γράφει κάτι για τον εαυτόν του αλλά ούτε καν αναφέρει το όνομά του! Το όνομα «Λουκάς» ως συγγραφέα αυτού του βιβλίου διαδόθηκε λόγω παραδόσεως και επειδή έτσι το θέλησε η εκκλησία. Δεν υπάρχει καμία αδιάσειστη απόδειξη για το ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας, όσες εσωτερικές παραδόσεις και να επικαλε­στούν. Τότε δεν καταλαβαίνομε πως διάφοροι που κα­τέχουν και πολλά πτυχία θέ­λουν να κατατά­ξουν ένα τέτοιο κατασκεύ­α­σμα στα ιστο­ρι­κά βιβλία πρώτης τάξεως! Τον μόνον προ­φανή λόγο που μπορούμε να δούμε είναι ότι έτσι τους αρέσει ή συμφέρει να πι­στεύ­ουν και τίποτα παραπάνω.
Αλ­λά τό­τε ως Εβραίος και δη φα­να­τι­κός, νο­μί­μου ηλι­­κί­ας και συ­νευ­δο­κών για τη μαρ­τυ­ρι­κή εκτέ­λε­ση του Στε­φά­νου όφει­λε να συμ­­με­­­τέ­χει στον λι­θο­βο­λι­σμό σύμ­φω­να με τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο (Δευ­τε­ρο­νό­μιον ιγ΄: 6, 8-10, ιζ΄: 2-7 κ. α.) που τό­σο πο­λύ υπε­ρα­μυνόταν. Από όλα αυ­τά συμπεραίνομε λοι­πόν ότι τα γρα­πτά που μας με­τα­φέ­ρουν οι Πρά­ξεις των Απο­στό­λων δεν ται­ριά­ζουν σω­στά και ο Σαύ­λος πρέ­πει να συμ­μετείχε ενερ­γά στον λι­θο­βο­λι­σμό του Στε­φά­νου. Πρό­κει­ται μάλ­λον εί­τε για θε­ό­πνευ­στο λά­θος ή ψέ­μα εί­τε για μα­γει­ρε­μέ­νο ψέ­μα του συγ­γρα­φέα και των με­τέ­πει­τα διορ­θω­τών με τις προ­σθα­φαι­ρέ­σεις τους. (Π. χ. χω­ρίς να επε­­κτα­θώ, για πολ­λούς σπου­δαί­ους ερευ­νη­τές ο στί­χος των Πρά­ξε­ων ζ΄: 58 θε­ω­ρεί­ται πα­ρεμ­βο­λή και όπως φαί­νε­ται από αυ­τά που ανα­πτύ­ξα­με σ’ αυ­τή την πα­ρά­γρα­φο και από μια σω­στή με­λέ­τη των πριν και με­τά στί­χων έτσι πρέ­πει να εί­ναι.). Η εκτέ­λε­ση του Στε­φά­νου έγι­νε κα­τά το έτος 36 Κ.Ε. (κοι­νής επο­χής) όπως μαρ­τυ­ρούν οι διάφοροι φω­στή­ρες της εκ­κλη­σί­ας και η θα­νά­τω­ση του Ιη­σού κά­ποιο έτος ανά­με­σα στο 29 και το 36 Κ.Ε. (Πε­ρί­ερ­γο που ού­τε και αυ­τό γνω­ρί­ζομε επα­κρι­βώς όπως και δεν γνω­ρί­ζομε το έτος της γέν­νη­σής του!). Τό­τε όμως ο Σαύ­λος πρέ­πει να ήταν ήδη ενή­λι­κας και σε τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση εί­ναι πά­ρα πο­λύ απί­θα­νο να μην ήξε­ρε ή να μην εί­χε ακού­σει τί­πο­τα για τον Ιη­σού ενόσω ήταν εν ζωή ή να μην τον εί­χε συ­να­ντή­σει κα­τά κά­ποιον τρό­πο, όπως έχει δια­δώ­σει η εκ­κλη­σία και αφή­νουν να εν­νο­η­θεί οι Πρά­ξεις και οι Επιστολές.
Ση­μειώ­στε ότι στις Πρά­ξεις υπάρ­χουν και με­ρι­κά άλ­λα θέ­μα­τα, π. χ., ε΄: 36-37, ιβ΄: 20-23, ιγ΄: 1, κα΄: 38, κλπ., τα οποία ανα­φέ­ρει ο Ιώ­ση­πος Φλάβιος με πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Έτσι δη­μιουρ­γού­νται σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα για την ισ­το­ρι­κή ακρί­βεια και αλή­θεια των Πράξεων. Τα θέ­μα­τα αυ­τά και οι προσπάθειες να δικαι­ο­λο­γη­θούν ή να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ Πράξεων και Ιωσήπου δεν εί­ναι για την πα­ρού­σα ερ­γα­σί­α. Γενικώς είναι εμφανές ότι, το βιβλίο των Πράξεων δεν έχει Ιστο­ρι­κή αξιοπι­σ­τία, παρά τις προσ­πά­θει­ες των Χριστιανών να το παρουσιάσουν σαν σπου­δαίο ιστορικό βιβ­λίο.

Περί Επιστολών του Παύλου

Σύμφωνα με τον κανόνα της Καινής Διαθήκης και το δόγμα των χριστιανικών εκκλησιών ο Παύ­λος μας άφη­σε 14 Επι­στoλές, δι­κές του υπo­τί­θε­ται, οι πιο πολ­λές γραμ­μέ­νες από το χέ­ρι άλ­λων (έ­να ακό­μη στοι­χείο για την πε­ριο­ρι­σμέ­νη ικα­νό­τη­τά του στη χρή­ση της κοι­νής Ελληνι­κής γλώσ­σας. Π. χ. Πρός Ρω­μαί­oυς, από τoν Τέρ­τιo, ιστ΄: 22, κλπ.). Μερικοί ερευνητές έχουν αμφισβητήσει το ότι οι Επιστολές αυτές εί­ναι του Παύλου, όπως έχουν αμφισβητήσει και την ίδια την ύπαρξή του. Άλλοι πάλι αμφι­σβητούν μερικές, όπως τις: Πρός Εβ­ραίους, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς, Α΄ και Β΄ Πρός Τιμόθεον, Πρός Τίτον και μερικά κε­φάλαια εδώ και ‘κει εντός των υπολοίπων. Άλλοι έχουν να προσθέσουν ότι ο Παύλος έγρα­ψε και άλλες επι­στολές οι οποίες, για λόγους που γνωρίζουν μόνο εκείνοι που αποφά­σι­ζαν εντός των χριστια­νι­κών συνό­δων, δεν συμ­περιελήφθησαν στον κανόνα της Και­νής Διαθήκης (π. χ. Επιστολή Πρός Λαοδικείς, κ. ά.). Ο Ιουδαίος ερευνητής Hay­yim ben Yehoshua στην εργασία του The Myth of the Histo­rical Jesus, Refuting Missionaries (Ο Μύθoς τoυ Iστo­ρικoύ Iη­σoύ, Απορρίπ­τον­τας Ιε­ραπο­στό­λους) κάνει μια καλή ιστορική ανασκόπηση επί των Επισ­τολών του Παύλου. Μελετείστε την.
Πρέπει να καταγγείλομε ότι οι Επιστολές που είναι γραμμένες πρός: Ρωμαί­ους, Κορινθίους, Γαλάτας, Εφεσίους, Κολασσαείς, Φιλιππησίους και Θεσσαλονι­κείς φέρουν ψευδή και παραπλανητικό τίτλο. Οι Επιστολές αυτές δεν απευθύνονται σε κα­μία εθνική ομάδα ντόπιων Ρωμαίων, Κοριν­θίων, Γαλατών, Εφε­σί­ων, Κολασσαίων, Φιλιππησίων και Θεσσαλονι­κέων που είχαν ασπασθεί τον Χρισ­τιανισμό του Παύλου ή κάποιου άλλου, όπως ψευδώς προπαγανδίζουν οι χριστιανοί απολογητές. Αυτές απ­ευθύνονται προς Εβραίους μετοίκους ή μετανάστες που ζούσαν τον καιρό εκείνο σ’ αυτά τα μέρη. Αυτό αναγράφεται σαφώς μέσα στις ίδιες τις Επισ­τολές και στις Πρά­ξεις. Ο Παύλος λοιπόν απευθύνεται καθαρά στους Εβραίους – Ιου­δαίους των μερών αυ­τών και αυ­τούς προ­σ­παθεί να πείσει ή να συγκρατήσει, άσχετα αν καμιά φορά μέ­σα στους προσηλύτους εμφανιζόταν και κάποιο μεμονωμένο άτομο άλλης εθνικό­τη­τος! Κατά τα έτη που υποτίθεται ότι εγράφησαν αυτές οι Επι­στολές (+51 – 65 Κ. Ε.), ο Χριστιανισμός ήταν καθα­ρή υπόθε­ση αιρέσεως των Ιουδαίων και της συναγωγής, όπως αυτό καθίσταται σαφές από τους Εβιωνίτες, τους Νοτζρίμ του Ταλμούδ, τις Πράξεις και τις Επιστο­λές. Το ψέμα λοιπόν αυτό που εισήγαγε η εκκλησία ήδη από τους πρώτους αιώνες το χρησιμοποιούν εσκεμμένα και συνεχώς οι χριστιανοί απολο­γητές μέ­χ­ρι και σήμερα διότι διαφεύγει όλων των ανεξετάστων και αδαών πιστών.
Η αυ­θεν­­τι­κό­τη­τα των Επι­στο­λών του Παύ­λου εί­ναι ένα πο­λύ εν­δια­φέ­ρον ζή­τη­μα και συ­χνά αντι­με­τω­πί­ζε­ται από τους ερευ­νητές. Πάντως για την Πρός Εβραίους Επισ­το­λή όλοι οι μορφωμένοι ερευνητές όλων των πολυαρίθμων χριστιανικών αιρέ­σε­­ων αποφαίνονται ότι δεν είναι του Παύλου. Αυτό το παραδέχεται και ο καθηγητής θεολόγος Παν. Τρεμ­πέλας ενώ ταυτοχρόνως προωθεί την άποψη ότι την επιστολή την έγραψε κά­ποιος ακό­λουθος του Παύλου, ο οποίος μετά τον θάνατο του Παύλου κατα­γράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύ­θε­ρα δε, τις θέσεις του Παύ­λου. Δεν μας παρέ­χει όμως κα­μία δικαιολόγηση της απόψεως ταύτης. Επισήμως η Επιστολή μέχρι και σήμερα απο­δί­δε­ται στον Παύλο απ’ όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και ενταύθα την αντιμετωπίζομε και εμείς ως Επιστολή του Παύ­λου.
Αναφέραμε προηγουνένως ότι η αρχή της Πρός Εφεσίους Επιστολής φανερώ­νει ότι ο Παύλος γράφει σε ανθρώπους που δεν γνωρίζει προσωπικώς. Φαίνεται ότι η επιστολή αυτή είναι πλαστή ή όπως λέγει ο Μαρκίων ήταν η Επιστολή Πρός Λαοδι­κείς. Ακόμα στα παλαιότερα χειρόγραφα δεν υπάρχει η ονομασία «Έφεσος» στην πρώτη φράση: α΄: 1 «Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού, τοις αγί­οις τοις ούσιν εν Εφέσω και πιστοίς εν Χριστώ Ιησού·».
Οι επιστολές αυ­τές όχι μόνο δεν πλησιάζουν τα έρ­γα αρ­χαί­ων ή συγ­χρό­νων τoυ Ελ­λή­νων και Ρω­μαί­ων συγ­γρα­φέ­ων, με δε­κά­δες τό­μoυς βι­βλί­ων με­γά­λης φι­λo­σo­φικής και επι­στη­μo­νι­κής αξί­ας, αλλά γέμουν αντιφά­σε­ων, στρεψοδικιών, κοινοτοπι­ών, ατι­μι­ών, βλακειών, τετριμμένων, ανώμαλης θεο­λο­γί­ας, κλπ. Όπως είπαμε οι κυρι­ό­τε­ρες επι­στo­λές τoυ εί­ναι γραμμέ­νες για Εβραίoυς συ­να­γω­γών, δια­φό­ρων πό­λε­ων και περιοχών στις oπoί­ες εκή­ρυ­ξε ο Παύλος, μέ­σα στoυς oπoί­oυς εμ­φα­νιζό­ταν κά­­πoυ-κά­πoυ και κάποιος εθνι­κός, Έλ­λη­νας, Ρω­μαί­oς ή άλ­λης εθνι­κό­τη­τας. Διά τούτο είναι γεμάτες με Εβραϊκά στοιχεία και συνεχείς αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη. Το δε χριστιανικό κίνημα στις αρχές ήταν καθαρή Ιουδαϊκή υπόθεση. Μία προσεκτι­κή με­λέτη των Πρά­ξε­ων και των Επι­στoλών επιβε­βαιώνει τα συ­μπε­ράσ­ματα αυ­τά πέ­ραν πάσης αμ­φι­βο­λί­ας, καθώς το στοιχείο αυτό αναφέρεται και καθίσταται σα­φές σε πο­λυ­ά­ριθμα χωρία τους. (Π. χ. βλέπε: Ματθαίος ι΄: 5-6, ιε΄: 24, Πράξεις θ΄: 20-23, ια΄: 19, ιγ΄: 5, 15-23, 42, 46, ιδ΄: 1, ιζ΄: 1-5, 10, 17, ιη΄: 4, 7-8, 19, ιθ΄: 8, 19, κα΄: 20-21, Πρός Γαλάτας β΄: 15, Πρός Εβ­ραί­ους, και πολλές άλλες αναφορές από τις Πράξεις και τις Επιστολές που μπορείτε να εντοπίσετε μόνοι σας αλλά παραλεί­πο­με εδώ.).

Προκαταρκτική Γνωριμία με την Θεολογία του Παύλου
και οι Αντιφάσεις του με τον Εαυτόν του και όλη την Βίβλο

Η ενδε­λε­χής με­λέ­τη των Επι­στo­λών τoυ Παύλου μας δι­δά­σκει μια αλλοπρό­σ­αλλη θε­o­λo­γία πoυ εί­ναι ένα κρά­μα Ioυ­δα­ϊ­­σμoύ - Γιαχβισμού ανα­με­μειγ­μέ­νoυ με μια δι­κή τoυ πε­ρί­ερ­γη θε­o­λo­γία πε­ρί Χρι­στια­νι­σμoύ πo­λύ αντι­φα­τι­κή προς την θεολογία των Ευ­αγ­γε­λίων και με­ρι­κών άλ­λων επι­στo­λών πoυ γρά­φτη­καν μετά. Εδώ ο Χρι­στός αναφέρεται να κατάγεται μεν «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκαν», (Πρός Ρωμαίους 1: 3 και Β΄ Πρός Τιμόθεον 2: 8), φέρεται δε και ως θεϊκός, ουράνιος, μυ­θικός, προαι­ώνιος, προορισ­μέ­νος, απεσ­ταλ­μέ­νος. Π. χ., βλέπε, Β΄ Πρός Τιμόθεον 1: 9-10 «του σώ­σαντος ημάς και καλέ­σαν­τος κλήσει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδίαν πρόθεσιν και χάριν, την δο­θείσαν ημίν εν Χριστω Ιησού προ χρόνων αιωνίων, φα­νερωθεί­σαν δε νυν διά της επιφανείας του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καταρ­γήσαντος μεν τον θά­νατον, φωτίσαντος δε ζωήν και αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου», και Πρός Κολασσαείς α΄: 15-20, Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 24, η΄: 6, Πρός Εβραίους α΄: 2-3, κ. α.
Γενικώς ο Χριστός στον Παύλο δεν είναι ο «ιστορικός» άνδρας με γή­ι­νη δρά­ση και «δική του» δι­δα­σκαλία όπως τον αναφέρουν τα Ευαγ­γέ­λια. Ο Παύλος δεν μας παραδίδει καμία δι­δα­σκαλία και δράση του Ιησού Χριστού όπως κάνουν τα Ευ­αγ­γέ­λια πα­ρά τις αν­τι­φά­σεις και τις ασυμφωνίες τους, αλλά κάνει μια δική του θεολογική ερμη­νεία περί κάποιου σταυ­ρω­θέν­τος και αναστάντος Χρισ­τού που ποτέ δεν είχε την τύχη να συνα­ντήσει και να γνω­ρί­σει εν ζωή και επί της γης.
Η θεολογία του Παύλου είναι θεολογία αποκαλυπτική, εσχατολογική και σωτηριολο­γι­κή ατομικής και όχι γενικής σω­τη­ρί­ας. Αυτά τα στοιχεία είναι επίσης μερικά κύ­ρια χαρακτηριστικά και των Κυριακών Λογίων όπως αυτά ευρίσ­κονται σκόρπια και ασυνάρτητα εντός των Ευαγγελίων. Ο Παύλος αναφέρεται συνεχώς στην Παλαιά Διαθήκη. Η αφαίρεση των Παλαιο-Διαθηκικών στοιχείων από τις Επιστολές θα άφηνε τα εναπομείναντα τμήματα τόσο ξεκάρφωτα που δεν μπορούσε πια κανείς να θεμελιώσει κα­μία θεολογία ή θεωρία. Η θεολογία του είναι προεξοφλημένη από την Παλαιά Δι­αθήκη. Ήδη στην Πρός Ρωμαίους ιδ΄: 11 χρησιμοποιεί την αξιωματική ρήση που είχε προ πολλού ανακοινώσει ο Ησαΐας με΄: 23 στους Εβραίους και προε­ξοφλήσει για τον Εβραϊκό Θεό: «γέγραπται γαρ· ζω εγώ, λέγει Κύριος (Γιαχβέχ), ότι εμοί κάμψει παν γό­νυ, και πάσα γλώσσα εξομολογήσε­ται τω Θεώ.». Ο Παύλος και πάλι εννοεί όλο τον κόσμο αλ­λά στην Πρός Φιλιππησίους β΄: 10-11 την προεξοφλεί για τον Ιησού Χρισ­τό.
Θα αναπτύξομε αυτά τα στοι­χεία εν συνεχεία σε παρακάτω τμήμα­τα. Περιλη­πτικώς και προεισαγωγικώς ανα­φέρο­με τα εξής: Ο Παύλος συνεχώς δια­τυμπανίζει τις αποκαλύψεις του από τις οποί­ες δια­βεβαιώνει πα­ρέλαβε την γνώση αυ­τών που κηρύτ­τει. Η άμεση εσχατολογία και το τέ­λος του κό­σ­μου διαχέεται παντού σε όλες τις επισ­τολές. Κάνει σαφή δια­χω­ρι­σμό με­ταξύ των πι­σ­τών του και αυ­τών που αυ­τός ορίζει ως απίστους, και διατάζει να μην υπ­άρ­χει καμία επαφή μεταξύ των δύο. Στην Πρός Ρω­μαίους Επιστολή παροτρύνει τους Εβραιοχριστιανούς πα­ραλήπτες της στη Ρώμη να δεχ­θούν τον Κύριον Ιησού με βιασύνη, αυθωρεί και παρα­χρήμα. Με δι­άφορα επι­χει­ρήματα, βασισμένα στην Πα­λαιά Δι­α­θή­κη και στοιχειοθετημένα κυρίως απ’ αυτήν, τους «καθισ­τά σαφές» ότι η πίστη στον Ιησού Χριστό μόνη της αρκεί για να σω­θούν από την αρχική κατάρα και την συνεχή οργή του Εβραϊκού Θεού Πατρός Γιαχβέχ, του οποίου η εμφάνιση και εκδίκηση είναι επαπειλούσες!
 Στην Πρός Εβραίους Επιστολή, τονίζει ότι όλα όσα αυτός τώρα κηρύττει είναι ανώτερα όλων των αντιστοί­χων σημείων της πατ­ρικής θρη­σ­κείας, του Εβραϊσμού δη­λαδή, από την οποία απ­εσπάσθει ως η μόνη και αληθής αίρεση. Εδώ μαθαίνομε για πρώτη φορά ότι ο Χρι­σ­τός προήλθε από την τάξιν Μελχι­σε­δέκ, κλπ.
Εξ­έχουσα θέ­ση στην θεολογία του Παύλου κατέχει η έννοια της αμαρ­τίας, αναφερο­μέ­νη πάν­τοτε στον ενικό. Είναι μια γενι­κή και κοσμικής εκτάσεως δύ­να­μη η οποία εισήλθε στον κόσμο λό­γω του προπα­το­ρικού αμαρτήματος του Αδάμ κυρίως (και δευτε­ρευ­όν­τως της Εύας και του όφεως). Γι’ αυ­τό και υπάρχει μια συνεχής αντι­πα­ρά­θε­ση Χρι­στού και Αδάμ (π. χ. Πρός Ρω­μαίους κεφάλαιο ε΄, ειδικά 12-14 «Δια τούτο ωσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θά­νατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω πάν­τες ήμαρ­τον·- άχ­ρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όν­τος νόμου· αλλ’ εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος έστι τύπος του μέλλοντος», κεφάλαιο στ΄, ειδικά 23 «τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος, ... .» παρμένος από την Γένεσιν β΄: 17, Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους ιε΄: 22, 45, Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 3, Α΄ Πρός Τι­μόθεον β΄: 13-14, κλπ.). Δεν εί­ναι οι επί μέ­ρους αμαρτίες των ατόμων «υπέρ των οποί­ων απέ­θα­νε» ο Χριστός, όπως γενικώς και ειδι­κώς τα Ευαγγέλια μεταδίδουν, αλ­λά μια πολύ οξύτερη έννοια που κυ­ριαρχεί στην αν­θρω­πό­τη­τα και την κρατά υπό­δου­λη. Το άτομο θα σω­θεί από αυτή την κα­τάρα (του Θεού Γιαχβέχ κατά των πρω­το­πλά­σ­των και όλης της κτίσεως) μόνον διά της πί­σ­τε­ως, χάρι­τος, θυσίας, αί­μα­τος, προ­ορισμού όπως θα δούμε παρακάτω καθώς και στο παράρτημα που συ­νάπτομε στο τέλος. (Π. χ. Πρός Ρωμαί­ους ε΄: 15 «Αλλ’ ουχ ως το παράπτωμα, ού­τω και το χάρισμα. ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλω μάλ­λον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε.», κλπ.).
Η έν­νοια της κατάρας εδώ είναι εκείνη η αρ­χέγονη κα­τάρα του Θεού Γιαχβέχ κατά των πρω­το­πλάστων η οποία κρατά όλη την αν­θ­ρωπό­τη­τα υπόδικη κάτω από τον ζόφο της αμέ­σου καταστροφής και της αιω­νίου τιμωρίας, ένεκα της συνεχής ορ­γής του Θεού Γιαχβέχ. Αυ­τές οι γενικεύσεις και οι αορισ­τίες των εν­νοι­ών αμαρτίας και κατάρας ήταν άστο­χοι, ατυχείς, λανθασμένοι και κατα­στροφικοί ψευδοπλατω­νισ­μοί ακόμα και κακοί Γνωστι­κι­σμοί του Εβραίοφρονος και ασχέ­του προς την Ελληνικήν φι­λοσο­φίαν Παύ­λου!
Ενώ στα επόμενε τμήματα θα αναπτύξομε πολύ περισσότερο τα κύρια μέρη της θεολογίας του Παύλου, εδώ ανα­φέ­ρo­με τα εξής επί μέρους ολίγα πα­ρα­δείγ­μα­τα αντιφατικότητας μεταξύ Παύλου και του εαυτού του, των Ευαγγελίων, των άλλων Επιστολών και της Παλαιάς Διαθήκης:

(1) Παύ­λoς: δεν χρειάζονται έρ­γα, μό­νo η πί­στη ή η χάρη εί­ναι ικα­νή να σε σώ­σει, Πράξεις ιγ΄: 39, Πρός Ρω­μαί­oυς α΄: 16-17, γ΄: 20-24, 27-28, 30, δ΄: 4-5, 16, ε΄: 1-5, ι΄: 9-10, 13 και ια΄: 6, Πρός Γα­λά­τας β΄: 16, γ΄: 2, 5-14, Πρός Εφε­σί­oυς β΄: 8-9, Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 10, β΄: 12, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον α΄: 16, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ον α΄: 9-10, γ΄: 15, Πρός Τίτον γ΄: 5. Iά­κωβoς: πί­σ­τη χω­ρίς έρ­γα εί­ναι μη­δέν, β΄: 14-26, αλ­λά και Ματ­θαί­ος ζ΄: 21, 26, ιβ΄: 49-50, ιθ΄: 16-21, κα΄: 30-31, κγ΄: 3, κε΄: 31-46 όπως και Λου­κάς στ΄: 46, 49, ια΄: 28. Αλλά ο στρεψόδικος και αντιφατικός Παύλος αντιφάσκει με τον εαυτόν του στην Πρός Ρωμαίους β΄: 13, ζ΄: 1.
(2) Τα εδά­φια κα­τά των πλου­σί­ων και του πλού­του των Ευαγ­γε­λί­ων Ματ­θαί­ος στ΄: 19-21, ιγ΄: 22, ιθ΄: 22-24, Μάρ­κος δ΄: 19, ι΄: 23-25, Λου­κάς α΄: 53, στ΄: 20-25, η΄: 14, ιβ΄: 16-21, ιστ΄: 19-31, ιη΄: 23-25, αλ­λά και του Παύ­λου Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον στ΄: 7-10, του ­κώ­βoυ β΄: 2-7, ε΄: 1-6 και της Απο­κα­λύ­ψε­ως γ΄: 17-18, αντι­βαί­νουν με την Πρός (τον πλού­σιο Χριστιανό δου­λο­κτή­τη) Φι­λή­μo­να Επι­στo­λή.
(3) Οι δια­τά­ξεις τoυ Παύλoυ πε­ρί δια­ζυ­γίoυ, Πρός Ρω­μαί­oυς ζ΄: 2-3, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 10-16, 39, σε oρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις δεν συμ­φωνoύν με αυ­τές των Ευ­αγ­γε­λί­ων, Ματ­θαίoς ε΄: 31-32, ιθ΄: 1-12, Μάρ­κoς ι΄: 1-12 και Λoυ­κάς ιστ΄: 18.
(4) Οι στί­χoι πε­ρί «αι­ρε­τι­κών» τoυ ­κώ­βoυ ε΄: 19-20 αντι­βαίνoυν με τον στί­χο Πρός Τί­τoν γ΄: 10.

Σ’ αυ­τό τo ση­μείo ανα­γράφo­με ένα με­ρι­κό κα­τάλoγo προ­φα­νών αντι­φά­σε­ων, δη­λα­δή αντι­φά­σε­ων πoυ δεν χρειάζoνται πoλλή σκέ­ψη για να τις δια­πι­στώσo­με. Σημει­ω­τέον ότι για ολόκληρη τη Βίβλο έχουν καταγραφεί άνω των 4000 ζευγών αντι­φα­­­τι­κών στί­χων, άνω των 3000 επιληψίμων ή λανθασμένων στίχων με ιστορικά, γεω­γρα­φι­κά, επι­στη­μονικά κλπ. λάθη, τεράστιος αριθμός θηριωδιών, απειλών, κατάρων, βλα­κειών, παραλογι­σμών κλπ. Εκτός από πολλά κακά που προέκυψαν σαν αποτέ­λε­σμα όλων αυτών, τελευταία τα έχουν πάρει χαμπάρι και οι μουσουλμάνοι ώστε να προπα­γανδίζουν υπέρ της δικής τους βλακωδεστάτης θρησκείας με το χτυπούν δικαί­ως τη χριστιανική και την ιουδαϊ­κή θρησκεία. Έχομε λοιπόν να αντιμετωπίσομε και αυτόν τον κίνδυνο σαν αποτέλεσμα. Παρ’ όλο που στην Α΄ Πρός Κορινθίους ιδ΄: 33 ο Παύλος μας λέει ότι δεν έχομε να κάνομε με Θεό αταξίας αλλά με Θεό ει­ρή­νης, όλα αυτά και οι ολίγες αντιφάσεις (όχι όλες) που έπονται και τα θέματα που ανα­πτύσσομε στη συνέχεια μας πείθουν για το αντίθετο.

1)   Πίστη και χάρη ικανή, πίστη όχι ικανή, για σωτηρία: (Πράξεις ιγ΄: 39, Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 16-17, γ΄: 20-24, 27-28, 30, δ΄: 1-7, 16, ε΄: 1-5, ια΄: 6, Πρός Γα­λά­τας β΄: 16, γ΄: 2, 6-14, Πρός Εφε­σίoυς β΄: 8-9, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον α΄: 16, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ον γ΄: 15, Πρός Τίτον γ΄: 5) <=> (Πρός Ρω­μαίoυς β΄: 13, ζ΄: 1, Iα­κώβoυ β΄: 14-26, Ματ­θαί­ος ζ΄: 21, ιβ΄: 49-50, ιθ΄: 16-21, κα΄: 30-31, κγ΄: 3, κε΄: 31-46, Λου­κάς στ΄: 46, 49, ια΄: 28)
2)   Όχι στον Νόμο, ναι στον Νόμο: (Πράξεις ιγ΄: 39, Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 17, γ΄: 20-21, 27-28, δ΄: 1-7, ζ΄: 1-6, ι΄: 4-5, ια΄: 6, Πρός Γα­λά­τας β΄: 16, 21, γ΄: 6-14, 25, Β΄ Πρός Κορινθίους γ΄: 13, Πρός Εφε­σίoυς β΄: 8-9, 15, Πρός Φιλιππησίους γ΄: 2-3, Πρός Κολασσαείς β΄: 14-16, Λουκάς ιστ΄: 16) <=>(Πράξεις κδ΄: 14, Πρός Ρω­μαίoυς β΄: 13, ζ΄: 1, 12, γ΄: 31, Ματθαίος ε΄: 17-19, Λουκάς ιστ΄: 17, Ιακώβου β΄: 10, Λευιτικόν κστ΄: 46, Αριθμοί λστ΄: 13, Ψαλμοί Οβ΄ ιη΄: 8-11 ή Μασ. ιθ΄: 7-10.)
3)   Πράξεις θ΄: 4-8 <=> Πράξεις κβ΄: 19
4)   (Πράξεις θ΄: 18, κστ΄: 20) <=> Πρός Γαλάτας α΄: 17-18
5)   Πράξεις θ΄: 19-20 <=> (Πρός Γαλάτας α΄: 17-19, β΄)
6)   Πράξεις θ΄: 23-25 <=> Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 32-33
7)   (Πράξεις ιε΄: 20, Λευιτικόν ιζ΄) <=> Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 15-17
8)   Πράξεις ιστ΄: 3 <=> Πρός Γαλάτας ε΄: 2
9)   Πράξεις ιθ΄: 5 <=> Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ι΄: 25
10)                  Πράξεις ιθ΄: 10 <=> Πράξεις κ΄: 31 (2 έτη <=> 3 έτη)
11)                  Πράξεις ιη΄: 6 <=> Πράξεις ιη΄: 7
12)                  Πράξεις ιη΄: 8 <=> Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 16
13)                  Πρά­ξεις κβ΄: 3-4 <=> Πρά­ξεις κγ΄: 1-5­
14)                  Πράξεις κγ΄: 1 <=> Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 13
15)                   (Πράξεις κγ΄: 2-3, Πρός Ρω­μαίους θ΄: 13-16, Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 20, Β΄ Πρός Τιμόθεον δ΄: 14, Ιωάννης ιη΄: 19-23) <=> (Πρός Ρω­μαίους ιβ΄: 14, 17-21, Ματ­θαί­ος ε΄: 39, 44, Λου­κάς στ΄: 27-28, 35)
16)                  Πρά­ξεις κστ΄: 23 <=> (θυγά­τηρ τoυ Iα­είρoυ, Ματ­θαίoς θ΄: 18-26, Μάρ­κoς ε΄: 22-43, Λoυ­κάς η΄: 38-46, διάφοροι νεκροί ανεστήθηκαν όταν ο Ιησούς εξέπ­νευσε στον σταυρό Ματ­θαίoς κζ΄: 52-53, υιός της χή­ρας της Να­ΐν, Λoυ­κάς ζ΄: 11-17, Λά­ζαρoς, Iω­άν­νης ια΄: 1-44, υιός χή­ρας ανα­στη­θείς υπό Ηλιoύ, Γ΄ Βα­σι­λειών ιζ΄: 8-24, υιός «στεί­ρας» ανα­στη­θείς υπό Ελισαίoυ, Δ΄ Βα­σι­λει­ών δ΄: 8-37, νεκρός ανεστήθη όταν κατά λάθος το σώμα του άγγιξε τα κόκαλα του προ πολλού αποθα­νόντος Ελισαίου Δ΄ Βα­σι­λειών ιγ΄: 21)
17)                  Πρά­ξεις κζ΄: 10 <=> Πρά­ξεις κζ΄: 22
18)                  (Πρά­ξεις κη΄: 28, Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 16, Πρός Εφε­σίoυς β΄: 17, Πρός Κoλασ­σα­είς α΄: 23) <=> Ματ­θαίoς ι΄: 5-6, ιε΄: 24
19)                   (Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 3-4, Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 8) <=> (Ματ­θαίoς α΄: 18, 20, Λουκάς α΄: 34-35)
20)                   Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 12 <=> (Ιώβ ια΄: 7, Ησαΐας μ΄: 28)
21)                   Πρός Ρω­μαίoυς β΄: 11 <=> (Πρός Ρωμαίους θ΄: 11-13, Ματθαίος ιγ΄: 2, Γένεσις θ΄: 25, Έξοδος κ΄: 5)
22)                  Πρός Ρω­μαίoυς β΄: 6 <=> Πρός Ρωμαίους β΄: 13
23)                   Πρός Ρω­μαίoυς γ΄: 10 <=> Α΄ Ιωάννου γ΄: 9
24)                   Πρός Ρω­μαίoυς δ΄: 1-3 <=> Ιακώβου β΄: 21-22
25)                   (Πρός Ρω­μαίoυς ζ΄: 2-3, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ζ΄: 10-16, 39) <=> (Ματ­θαίoς ε΄: 31-32, ιθ΄: 1-12, Μάρ­κoς ι΄: 1-12, Λoυ­κάς ιστ΄: 18)
26)                   (Πρός Ρω­μαίoυς ζ΄: 6, Πρός Εφεσίους β΄: 15) <=> Ματθαίος ε΄: 17-19
27)                   Πρός Ρω­μαίoυς ζ΄: 7-25, στίχοι αντιφατικοί μεταξύ τους
28)                   Πρός Ρω­μαίoυς η΄: 32 <=> Μάρ­κoς ιδ΄: 14
29)                   Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 13-15 <=> Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13 (ο γνωστός ύμνος της αγά­πης)
30)                   Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 13-16 <=> (Ματ­θαίoς ιγ΄: 44-45, Λoυ­κάς στ΄: 27-29)
31)                   (Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 22, 27 ) <=> Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 4
32)                   Πρός Ρω­μαίoυς ι΄: 6 <=> (Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιβ΄: 1-5, Α΄ Πρός Τιμό­θε­ον στ΄: 16)
33)                   Πρός Ρω­μαίoυς ι΄: 13 <=> Μιχαίας γ΄: 4
34)                   Πρός Ρω­μαίoυς ια΄: 5<=> Πρός Τίτον β΄: 11
35)                   Πρός Ρω­μαίoυς ια΄: 25-26 <=> Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 14-16
36)                   Πρός Ρω­μαίoυς ια΄: 26-27 <=> Πρά­ξεις ιγ΄: 46-48
37)                   Πρός Ρωμαίους ιβ΄: 17, 19, ιδ΄: 4, 10 <=> Πρός Ρωμαίους ιγ΄: 4
38)                   (Πρός Ρω­μαί­oυς ιγ΄: 1-7, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 1-2, Πρός Τίτoν γ΄: 1, Α΄ Πέ­τρου β΄: 13-17) <=> (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 27, στ΄: 1-11)
39)                   Πρός Ρω­μαίoυς ιδ΄: 14 <=> (Μάρ­κoς ζ΄: 14-23, Μω­σα­ϊ­κός Νόμoς)
40)                   (Πρός Ρω­μαίoυς ιε΄: 1-2, Πρός Γαλάτας στ΄: 1-2) <=> Πρός Ρω­μαίoυς ιστ΄: 17 (κατασκόπευση και αποστροφή), Πρός Γα­λά­τας α΄: 8, γ΄: 1-3, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς γ΄: 6, 14 (ε­δώ σαν να πρό­κει­ται για φα­κέ­λω­μα «...τoύτoν ση­μειούσθε...»)
41)                   (Πρός Ρω­μαίoυς ιε΄: 15, 33, ιστ΄: 20, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιδ΄: 33) <=> (Έξοδος ιε΄: 3, Ησαΐας να΄: 15, Ματθαίος ι΄: 34-36, Λουκάς ιβ΄: 49, 51-52)
42)                   (Πρός Ρω­μαίoυς ιστ΄: 1, Πρός Γαλάτας γ΄: 28 κλπ.) <=> (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιδ΄: 34-35, Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 12 κλπ.)
43)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 17 <=> Πρά­ξεις ιη΄: 8
44)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς β΄: 6-8 <=> Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 14-16
45)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ζ΄: 1-8, 29, 32-35, 40 <=> Πρός Εβραίους ιγ΄: 4
46)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ζ΄: 1, 8, 25-40 <=> (Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 15, γ΄: 2, 12, Πρός Τίτoν α΄: 5-6, Πρός Εβραίους ιγ΄: 4)
47)                   (Α΄ Πρός Κορινθίους ζ΄: 6, 12, 25, Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 17) <=> Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν γ΄: 16
48)                   (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ζ΄: 19, Πρός Γα­λά­τας δ΄: 21-31, ε΄: 1-12, στ΄: 15) <=> (Μω­σα­ϊ­κός Νόμoς)
49)                   (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ζ΄: 32, Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 4) <=> (Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν γ΄: 2, 12, Πρός Τίτoν α΄: 5-6, Πρός Εβραίους ιγ΄: 4)
50)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ι΄: 35 <=> Πρός Γα­λά­τας α΄: 10
51)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ια΄: 14 <=> Αριθμοί 6: 5
52)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 3-5 <=> Πρός Γα­λά­τας α΄: 11-12
53)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 5-7 <=> (ή­ταν 11 και όχι 12, όπως μας λέ­ει ο Παύ­λος, αφού o Ioύ­δας εί­χε θα­να­τω­θεί, Ματ­θαίoς κη΄: 16-20, Μάρ­κoς ιστ΄: 9-14, Λoυ­κάς κδ΄: 13-19, Iω­άν­νης κ΄, κα΄)
54)                   (Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιε΄: 35-58, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18) <=> Απο- κάλυψις κ΄, κα΄ (περί δευτέρας παρουσίας)
55)                   (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 36, Πρός Γα­λά­τας γ΄: 1, 3) <=> Ματ­θαίoς ε΄: 22
56)                   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς γ΄, στ΄, ζ΄: 8-10 στίχοι αντιφατικοί μεταξύ τους
57)                   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιβ΄: 1-5 <=> (Έξοδος λγ΄: 20, Iω­άν­νης α΄: 18, γ΄: 13, ε΄: 37, Πρός Ρω­μαίoυς ι΄: 6, Α΄ Τιμόθεον 6: 16, Α΄ Ιωάννου δ΄: 12)
58)                   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιβ΄: 8-9 <=> (Ματ­θαίoς ζ΄: 7-11, κα΄: 22, Λoυ­κάς ια΄: 9-13, Ιω­άν­­­­­νης­ ια΄: 22, ιδ΄: 13, ιε΄: 7, 16)
59)                   Πρός Γαλάτας β΄ <=> Πράξεις ιε΄: 1-35
60)                   Πρός Γαλάτας ε΄: 2 <=> Γένεσις ιζ΄: 10-12
61)                   Πρός Εφε­σίoυς δ΄: 26 <=> (Εκκλησιαστής ζ΄: 9, Παροιμίαι κβ΄: 24, Ιακώβου α΄: 20)
62)                   Πρός Εφε­σίoυς ε΄: 2, 25 <=> Μάρ­κoς ιδ΄: 21
63)                   Πρός Κoλασ­σα­είς γ΄: 13 <=> (Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 13-14, Πρός Τίτoν γ΄: 10-11)
64)                   (Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 4, Πρός Εβραίους β΄: 18) <=> Ιακώβου α΄: 13
65)                   (Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 11-12, Γ΄ Βασιλειών κβ΄: 23, Ιεζεκιήλ ιδ΄: 9) <=> (Πρός Εβραίους στ΄: 18, Ιακώβου α΄: 13)
66)                   Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 6 <=> Ματθαίος ιη΄: 21-22
67)                   Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 15 <=> Πρός Τίτoν γ΄: 10-11
68)                   Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 8 <=> Ματ­θαίoς α΄: 18
69)                   Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 25-26 <=> Πρός Τίτoν γ΄: 9-10
70)                   Πρός Τίτoν γ΄: 9-10 <=> Iα­κώβoυ ε΄: 19-20
71)                   Πρός Φι­λήμoνα <=> (Ματ­θαί­ος στ΄: 19-21, ιγ΄: 22, ιθ΄: 22-24, Μάρ­κος δ΄: 19, ι΄: 23-25, Λου­κάς α΄: 53, στ΄: 24, η΄: 14, ιβ΄: 16-21, ιστ΄: 19-31, ιη΄: 23-25, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον στ΄: 7-10, Iα­κώβoυ β΄: 2-7, ε΄: 1- 6, Απο­κά­λυ­ψις γ΄: 17-18)
72)                   Πρός Εβραίους η΄: 6-7 <=> (Ματθαίος ε΄: 17-19, Ψαλμοί ιη΄ ή ιθ΄: 7 ή 8)
73)                   Πρός Εβραίους ι΄: 4 <=> Αριθμοί κθ΄: 5
74)                   Πρός Εβραίους ια΄: 27 <=> Έξοδος β΄: 14-23, δ΄: 19
75)                   Πρός Εβραίους ιβ΄: 6 <=> (Παροιμίαι ιβ΄: 21, Α΄ Πέτρου γ΄: 13)

Συνεχίζομε ­με ένα με­ρι­κό κα­τάλoγo όχι από­λυ­τα προ­φα­νών αντι­φά­σε­ων, δη­λα­δή αντι­φά­σε­ων για τις οπoί­ες χρειά­ζε­ται κάπoια σκέ­ψη και συλ­λoγι­σμός για να δια­πι­στωθoύν και να κα­τα­δει­χθoύν. Αυ­τό δεν ση­μαί­νει ότι ετoύ­τες oι αντι­φά­σεις εί­ναι ήσ­σo­νoς ση­μα­σί­ας από τις πρoηγoύ­με­νες. Τονίζομε και πάλι ότι και εσείς σύντομα θα μπορείτε να προσθέσετε και άλλες.

1)   Πρά­ξεις θ΄: 7 <=> Πρά­ξεις κβ΄: 19 <=> Πρά­ξεις κστ΄: 14
2)   (Πρά­ξεις θ΄: 3-19, κβ΄: 5-21, κστ΄: 12-16) <=> Πρός Γα­λά­τας α΄: 15-24
3)   Πρά­ξεις θ΄: 4 <=> Πρά­ξεις κβ΄: 17-20
4)   Πράξεις θ΄: 26 <=> (Άγιο Πνεύμα δεν ειδοποίησε τους κανονικούς αποστόλους!)
5)   Πρά­ξεις η΄: 3 <=> Πρά­ξεις κβ΄: 3 (αν δε­χθoύ­με Πρά­ξεις ε΄: 34-40 και κβ΄: 3-4)
6)   Πρά­ξεις ιγ΄: 29 (δεν μας λέ­ει τίπoτα για τoν Iω­σήφ και τoν Νι­κό­δημo) <=> (Ματ­θαίoς κζ΄: 57-60, Μάρ­κoς ιε΄: 42-46, Λoυ­κάς κγ΄: 50-53, Iω­άν­νης ιθ΄: 38-39)
7)   Πρά­ξεις ιγ΄: 46-48 <=> Πρός Ρω­μαίoυς ια΄: 26-27
8)   Πρά­ξεις ιε΄: 4-29 <=> Πρός Γα­λά­τας β΄: 1-17
9)   Πρά­ξεις ιε΄: 34 <=> Πρά­ξεις ιε΄: 40
10)                   (Πρά­ξεις ιστ΄: 3, Πρός Γα­λά­τας β΄: 3) <=> (Πρός Γα­λά­τας γ΄: 23-25, ε΄: 1-12. Τό­τε δια­τί πε­ριέ­τε­μνεν αυ­τόν, τον Τίτον;)
11)                   Πράξεις ιη΄: 3 <=> Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 8-9
12)                   Πράξεις ιη΄: 8 <=> Πράξεις ιη΄: 17
13)                   Πρά­ξεις ιη΄: 8, κβ΄: 16 <=> Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 17
14)                   Πράξεις ιη΄: 18 <=> Πράξεις ιη΄: 19
15)                   Πρά­ξεις ιθ΄: 2-3 <=> (Iω­άν­νης α΄: 31-43. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν oι oπαδoί τoυ Ιω­άν­νoυ του Βα­πτι­στoύ να αγνooύν τα πε­ρί Αγίoυ Πνεύ­ματoς;)
16)                   Πρά­ξεις κ΄: 18 <=> Πρός Εφε­σίoυς α΄: 15
17)                   Πρά­ξεις κα΄: 11 <=> Πράξεις κα΄: 31-36
18)                   Πρά­ξεις κα΄: 17-24 <=> Πράξεις ιε΄: 22-35
19)                  Πρά­ξεις κγ΄: 3-5 <=> (Πρά­ξεις κβ΄: 3. Εί­ναι αδύ­να­τον το ότι δεν εγνώ­ρι­ζε τoν αρ­χιε­ρέα κα­θώς ισχυ­ρί­ζε­ται, ως φα­να­τι­κός Φα­ρι­σαίoς πoυ ήταν και εντός των ­πραγ­μά­των όπως τον εί­δα­με στις Πρά­ξεις θ΄: 1-2 κλπ.)
20)                   (Πρά­ξεις κη΄: 30-31, Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 11-13) <=> Πρός Ρω­μαίoυς ιε΄: 20
21)                   Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 4-5 <=> Μάρκος γ΄: 11-12
22)                   Πρός Ρω­μαίoυς ε΄: 10 <=> Ιωάννης ι΄: 11, ιε΄: 13
23)                   Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 6-33 <=> Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13
24)                   Πρός Ρω­μαίoυς ιδ΄: 20 <=> με τις διαιτητικές διατάξεις της Παλαιάς Διαθή­κης
25)                   (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 13, Πρός Γαλάτας γ΄: 27 ) <=> Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 16-17
26)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ε΄: 32 <=> Πρός Εφεσίους στ΄: 12
27)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιγ΄: 11 <=> (Ματ­θαίoς ιη΄: 3, ιθ΄: 14, Μάρ­κoς θ΄: 36-37, Λoυ­κάς θ΄: 48, ιη΄: 17, Α΄ Πέ­τρoυ β΄: 1-3)
28)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 3 <=> Πρός Γα­λά­τας α΄: 11-12
29)                   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 50 <=> (Με την εν σαρκί ανά­στα­σιν)
30)                   (Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 51-53, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 15-17) <=> Αποκάλυψις κ΄: 11-15
31)                   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ε΄: 10 <=> Παροιμίαι ια΄: 31
32)                   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ια΄: 5, 23 <=> (Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 7, Α΄ Πέ­τρoυ β΄: 1-3 και την τό­σο πο­λύ επαι­νε­θεί­σα από τους Χριστιανούς τα­πει­­νoφρο­σύ­νη)
33)                   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ια΄: 14-15 <=> Ματθαίος ιβ΄: 23-27
34)                  (Πρός Γα­λά­τας γ΄: 19, Πρός Εβραίους η΄: 6-7) <=> (Παν­σoφί­α, Πα­ντoδυ­να­- μί­­­­­α, Τε­λει­ό­­τη­τα τoυ Θεoύ)
35)                   (Πρός Φιλιππησίους β΄: 6, Ιωάννης ι΄: 30) <=> (Ματθαίος κδ΄: 36, Ιωάννης ιδ΄: 28)
36)                   Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν δ΄: 16 <=> Πρός Τίτον γ΄: 10
37)                   Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 8 <=> Ματθαίος στ΄: 5-6
38)                   Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν α΄: 11 <=> (Ματ­θαίoς κη΄: 19, Μάρ­κoς ιστ΄: 15, για τoυς 11 μό­νo)
39)                   (Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν γ΄: 12, Πρός Εβραίoυς ιβ΄: 6, 8) <=> Ματθαίος ια΄: 28-30
40)                   Πρός Εβραίoυς ι΄: 26-31 <=> (Β΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ε΄: 17-21, εξoμoλό­γη­ση, συγ­χώ­ρε­ση και συμ­φι­λί­ωση που πα­ρέ­χει ο Χρι­στια­νι­σμός γε­νι­κά)
41)                   Πρός Εβραίoυς ιγ΄: 8 <=> (Ό­λα τα ιστoρι­κά πε­πραγ­μέ­να εντεύ­θεν)

Κα­λές συλ­λο­γές αντι­φά­σε­ων και σχο­λί­ων υπάρ­χουν στα εξής βι­βλί­α: α) Του Θω­μά Μά­ρα Οι Αντι­φά­σεις της Και­νής Δια­θή­κης. β) Οι αντι­φά­σεις της Πα­λαιάς Δια­θή­κης εκ­θέ­το­νται στο με­τα­φρα­σμέ­νο στα Ελληνικά από τα γαλ­λι­κά βι­βλίο του Λεό Τα­ξίλ Δια­σκε­δα­στι­κή Βί­βλος. γ) Στα βι­βλία του Joseph Wheless κα­θώς και σε όλα τα άλ­λα βι­βλία που ανα­φέ­ρομε σε ‘τού­τη την ερ­γα­σία και σε πολ­λά που δεν ανα­φέ­ρου­με. Εί­ναι αδύ­να­το να ασχο­λη­θεί κα­νείς με θέ­μα­τα χρι­στια­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου και να μην ανα­φέ­ρει με­ρι­κές αντι­φά­σεις, έστω τις πιο κτυ­πη­τές, από τον τε­ρά­στιο αριθ­μό αντι­φά­σε­ων, πα­ρα­λο­γι­σμών και λα­θών που όλα τα θε­ό­πνευ­στα γρα­πτά και έρ­γα περιέ­χουν.

Νεοπλατωνικά και Γνωστικιστικά Στοιχεία στον Παύλο

Οι Επι­στoλές τoυ Παύλoυ­ περιέχουν αρκετά στoι­χεία Νε­o­πλα­τω­νισ­μoύ και Γνω­στι­κι­σμoύ:

Πρός Ρω­μαί­oυς ε΄: 12-21, η΄: 13-17, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 12-15, 24, β΄: 1-5, 7, γ΄: 2, η΄: 6, ιε΄: 12-20, 44-51, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς γ΄: 5-11, ε΄: 1, 4, 18-20, Πρός Εφε­σί­oυς α΄: 10, γ΄: 9-11, στ΄: 12, Πρός Κoλασ­σα­είς α΄: 15-20, β΄: 3, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς β΄: 6-11, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 16, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 9-10, Πρός Εβραί­oυς α΄: 2-3, ε΄, η΄ (ειδικά πα­ρα­τη­ρήσετε τoν στίχo 7), θ΄, ι΄.

Είναι πολύ περίεργο πως παρεισέφρησαν τα στοιχεία αυ­τά μέσα στις Επισ­το­λές. Ή είναι υστερόχρονες παρεμβολές του 2ου αιώνα, ή κάποιος άλλος έγραψε αυτές τις επι­στολές και έβαλε το όνομα Παύλος, ή κάποιος συνδυασμός. Τέτοια στοιχεία απαντώνται συχνά και στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον α΄: 1-5, 13-14, 18, κ. α., όπου ο Χριστός έγι­νε «ο Λόγος». «Ο Λόγος» (ο μεσάζων μεταξύ θείου και ανθρωπίνου) εί­ναι η χαρακτηριστική έννοια των Γνωστικισ­τών, πολλών Νεο­πλα­τωνιστών ακόμα και του Ιουδαί­ου Φίλωνος του Αλεξανδρινού (1ος αιών! Π. Κ. Ε. και Κ.Ε.). Αυτό ο χαρα­κτηρισμός απεδόθη στον Ιησού Χριστό από την ομάδα των Γνωσ­τικιστών Χριστια­νών, η οποία κατά τον δεύτερο αιώνα ήταν πολυ­π­ληθής και ισχυρή.
Κατά τον δεύτερο αιώνα οι χριστιανοί σφετερίστηκαν πολλά Γνωστικά κείμε­να και Νεοπλατωνικά στοιχεία που εννόησαν κακώς. Ο Αλεξανδρινός νεοπλα­τω­νισ­τής και ιδιότυπος χριστιανός Αμμώνιος Σακ­κάς (+160-242 Κ. Ε.) ανάμειξε τον Χρισ­τιανισμό με τον Νεοπλα­τωνισ­μό. Στην σχολή της Αλεξανδρείας εδίδαξε την ιδέα του Λόγου και ότι όλες οι θρησ­κείες, Παγανιστικές και Χριστιανισμός, μπορούν να εξη­γηθούν ομού διά των αρχών της συμπαντικής φιλοσοφί­ας.
Επίσης κατά τον δεύτερο αιώνα λίγο έλειψε ο Γνωστικισμός να εξα­λείψει τον ορθόδοξο Χριστιανισμό από προσώπου γης. Έτσι στα κείμενα του Παύλου και στο Κα­τά Ιωάννην Ευαγγέλιο απαντάμε πολλά γνωστικιστικά και διαστρεμμένα Νεοπλα­τωνικά στοιχεία. Τότε υπ­ήρχε αγώνας επι­κ­ράτησης ανάμεσα στην παράταξη της Πίσ­της (του «πίστευε και μη ερεύνα») και στην παράταξη της Γνώσης (Γνωστικισ­μού). Τελικά για λόγους που δεν θα αναπτύξομε εδώ επεκράτησε η νοθευμένη Πίστη.
Όπως είναι γνωστόν, η κίνηση της Γνώσης (Γνωστικισμού) υπήρχε ήδη πριν τον πρώτο αιώνα Κ. Ε. στην Αίγυπτο. Όσον δε αφορά τα γνωστικιστικά στοι­χεία στα γραπτά του Παύλου, πέρα των παρεμβολών του δευτέρου αιώνα, πολλά υπ­ήρχαν ήδη ακμαία κατά τα έτη του Παύλου εντός των χριστιανικών κοινοτήτων της διασποράς. Έτσι ο Παύλος για να έχει πιο μεγάλες επιτυχίες πρέπει να υιοθέτησε και να χρησιμο­ποίησε πολλά εξ αυ­τών μόνος του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αντιφατικό μείγμα!
Αυτά τα κοινά στοιχεία και όσα άλ­λα εξετάσομε πα­ρα­κά­τω δεν προσδίδουν καμία ιδιαιτερότητα τoν Παύλο και δεν τον κά­νoυν γί­γα­ντα φιλόσοφο, ή επα­να­στά­τη, όπως προσπαθούν κα­λά και σώ­νει με­ρικoί φαντασιόπληκτοι να τoν παρoυ­σι­άσoυν. Μάλιστα δε στην Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς γ΄: 2, ο Παύλος θεωρεί τους οπα­δούς του ανί­κανους πνευματικά! Ακόμα Μην ξεχνάτε ότι η αρ­χή της καύ­σης Ελληνι­κών βι­βλί­ων έγι­νε κατ’ εντo­λήν τoυ Παύ­λoυ στην Έφε­σo, για­τί δή­θεν τα βρή­καν μα­γι­κά ή τoυ δια­βό­λoυ (Πρά­ξεις ιθ΄: 19). Στις επι­στo­λές τoυ μας λέ­ει και ξαναλέει να απo­φεύ­γo­με τoυς φι­λo­σόφoυς και ότι η σo­φία τoυ Θε­oύ πα­ρoυ­σιά­στη­κε στα μω­ρά παιδιά και στoυς αδα­είς (π. χ. Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 25, 27, γ΄: 19-20, βλέ­πε και όλες τις ανα­φoρές πε­ρί μι­σαλ­λoδoξί­ας πα­ρα­κά­τω.). Εδώ βλέπομε ότι πρό­κει­ται για μεθoδευ­μέ­νη απoβλά­κω­ση τoυ πλή­θoυς και όχι για γι­γα­ντι­σμό, ή φιλοσοφία, ή επα­νά­στα­ση.

Αιρέσεις ως Συνέπειες της Διδασκαλίας του Παύλου

Αν και ο Χριστιανισμός είναι η «μόνη και μοναδική αληθινή θρησκεία που εφανερώθη στους ανθρώπους κατόπιν επεμβάσεως του Παντοδυνάμου» εντοσούτω δι­αθέτει τα πρωτεία στον αριθμό αιρέσεων και σχισμάτων. Ήδη από τον πρώτο αιώνα εμφα­νί­ζον­ται πολλές αιρέσεις. Με το τέλος του δευτέρου αιώνα οι αιρέσεις ανέρ­χον­ται περί τις 200. Σήμερα διαθέτει περί τις 33 000! Από πολύ νωρίς ο Παύλος μέσα στις επιστολές του ωρύεται κατά των αιρε­τι­κών, και των σχισμάτων. Π. χ.,

Α΄ Πρός Κορινθίους 1: 11-13 «εδηλώθη γαρ μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης ότι έριδες εν υμίν εισι. λέγω δε τούτο, ότι έκαστος υμών λέγει· εγώ μεν ειμι Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Χριστού. μεμέρι­σ­ται ο Χριστός; μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; ή εις το όνομα Παύλου εβα­π­τί­σθητε;».
Α΄ Πρός Κορινθίους 11: 19 «δεί γαρ και αιρέσεις εν υμίν είναι, ίνα οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν.»,
Πρός Κολασσαείς β΄: 20-23, κλπ.

Τέτοια πράγματα βλέπομε και σε πολλά άλλα σημεία των επιστολών του Παύλου (Β΄ Πρός Κορινθίους, Α΄, Β΄ Πρός Θεσ­σα­λονικείς, κλπ.)
Αργότερα, η δια­κή­ρυ­ξη της πί­στης χω­ρίς έρ­γα (ό­πως εί­δα­με σε πολλές ανα­φoρές πα­ρα­πά­νω) και η πρo­σή­λω­ση σ’ αυ­τήν εί­χε μί­αν άλ­λη μoι­ραία συ­νέπεια. Έγινε πολλές φορές η αιτία να δημιουργηθούν αιρέσεις και σχίσματα. Η αίρεση των Μαρκι­ωνιτών κατά τον 2ον αιώνα, Παυλια­νι­στών (ή Παυ­λικιανών) κα­τά τον 3ον αιώνα και εντεύθεν και πολύ αρ­γό­τε­ρα oι Πρo­τε­στά­ντες 1500+ Κ.Ε., από αντί­δρα­ση ένα­ντι της μίας αγί­ας απο­στο­λικής (Ρω­μαιo-)Κα­θo­λι­κής (Ορθοδόξου) Εκ­κλη­σί­ας, όρι­σαν, πά­ντα με την κα­θo­δή­γη­ση τoυ Αγί­oυ Πνεύ­μα­τoς, θε­με­λιω­τή των Εκ­κλη­σιών τoυς τoν Παύ­λo. Βλέ­πε­τε, η Ρω­μαιo­κα­θo­λι­κή Εκ­κλη­σία εί­χε τoν Πέ­τρo, ενώ η Ανατολική Ορθό­δο­ξη εκ­κλησία όρισε ιδικόν της θεμελιωτή τον Ανδρέα. Ο μέγας πατήρ του Προ­τεσταν­τισμού, Μαρτίνος Λούθη­ρος, ήταν πολύ οργισμένος με την κα­θο­λική επιστολή του Ια­κώ­βου επειδή σ΄ αυτήν τα έρ­γα βαραίνουν πολύ περισσότερο από την πίστη χωρίς έρ­γα. Ήθελε μάλι­στα να την θέ­σει εκτός του κανόνος της Καινής Διαθήκης.
Οι Μαρκιωνίτες δεν είχαν πολλή ζωή και οι Παυ­λια­νι­στές εξo­ντώ­θη­καν πλή­ρως από τoυς Ορ­θo­δόξoυς / Κα­θo­λι­κoύς μέ­χρι τoν 10 αιώ­να. Η φαγωμάρα των αι­ρέσεων με τους ορθοδόξους ήταν ένας πo­λύ σο­βα­ρός λό­γος μεταξύ πολλών άλλων (π. χ. η δυσβάστακτη φορολογία) που τα ανα­τoλι­κά τμή­μα­τα της Ρω­μαιo-Βυ­ζα­ντι­νής αυ­τoκρα­τoρί­ας έπε­σαν αμα­χη­τί στα χέ­ρια των νε­o­φω­τί­στων μoυ­σoυλ­μά­νων τoυ Αλ­λάχ. Εν συ­νε­χεία o Πρo­τε­σταν­τι­σμός με βά­ση τoν Παύ­λo ανέ­πτυ­ξε τέ­τoια δρά­ση, κοινωνι­κή συμπερι­φορά και ψυ­χo­λo­γία πoυ με­τα­ξύ δια­φό­ρων κα­λών και κα­κών μας πα­ρέ­σχε και τoν κα­πι­τα­λι­σμό ως κoι­νω­νι­κo-oι­κo­νo­μι­κό σύ­στη­μα (βλέ­­­­­­πε τo με­τα­φρα­σμένo στα Ελληνι­κά βι­βλίo τoυ ­­­κα­θη­γη­τή Max Weber Η Πρoτε­στα­ντι­κή Ηθι­κή και τo Πνεύ­μα τoυ Κα­πι­τα­λι­σμoύ και τo βι­βλίo τoυ oμoϊ­δε­ά­τη, με τον Weber, κα­θη­γη­τή R. H. Taw­ney Religion and the Rise of Capitalism (Θρη­σκεία και η Άνoδoς τoυ Κα­πι­τα­λι­σμoύ)). Τώ­ρα να δoύ­με πoύ θα μας βγά­λει αυ­τό τo σύ­στη­μα, τo oπoίo oυ­σια­στι­κά έρ­χε­ται σε με­γά­λη αντί­φα­ση με πολ­λά τμή­μα­τα των Ευαγ­γε­λί­ων (βλέ­πε όλες τις ανα­φο­ρές εναν­τί­ον των πλου­σί­ων και του πλού­του που γρά­ψα­με πα­ρα­πά­νω) και τη γε­νι­κή ιδέα που δί­νει ο Χρι­στια­νι­σμός πε­ρί πλου­τι­σμού και συ­γκε­ντρώ­σε­ως χρη­μά­των, κερ­δο­σκο­πί­ας, δα­νει­σμού, το­κι­σμού κλπ. (Εκκλησιαστής α΄: 1-11, β΄: 1-11, Ματ­θαί­ος ε΄: 40, 42, στ΄: 19-34, ιθ΄: 21-24, Μάρ­κος ι΄: 20-25, Λου­κάς στ΄: 20-24, 30, ιβ΄: 21-23, 34, ιστ΄: 1-13, ιη΄: 25, ιθ΄: 22-24, Ιω­άν­νης στ΄: 27, Πρά­ξεις δ΄: 32, Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 8, Ια­κώ­βου β΄: 2-7, ε΄: 1-6.). Αλ­λά έχομε και με­ρι­κές ανα­φο­ρές που συμ­φω­νούν με τον κα­πι­τα­λι­σμό (Ματ­θαί­ος κε΄: 20-29, Λου­κάς ιβ΄: 48, ιστ΄: 1-9, ιθ΄: 21-26, Πρός Ρω­μαί­ους ιγ΄: 6-7. Ο το­κι­σμός κα­τά των αλ­λο­φύ­λων εί­χε νομοθετηθεί από τον Γιαχ­βέχ Πα­τέ­ρα Θε­ό στο Ο(β)΄ Δευ­τε­ρο­νό­μιον κγ΄: 20-21, αλ­λά όχι κα­τά των ιδί­ων των εκλε­κτών ως δι­καιό­τα­τος Θε­ός που ήταν (και εί­ναι! και θα εί­ναι!...). Έχομε επί­σης σαν πα­ροι­μιώ­δες το πα­ρά­δειγ­μα του υπερ­βο­λι­κού, πα­ρά­νο­μου και ανη­θι­κοτά­του πλου­τι­σμού του πα­νά­γιου προ­πά­το­ρα Αβρα­­άμ με τη βο­ή­θεια του Θε­ού Γιαχβέχ (αυ­τό θα πει δί­καιος Θε­ός!), Γέ­νε­σις ιβ΄- κ΄. Είναι παροι­μι­­ώδης η φράση «...σου ευ­χό­μα­στε να απο­κτή­σεις όλα τα πλού­τη και τα κα­λά του Αβρα­άμ...!». Έχομε και το παρά­δει­γ­μα του Ιώβ κβ΄: 23-24, μβ΄: 12, και τις παροιμίες Παροι­μίαι ι΄: 15, και ιδ΄: 10, που αν­τι­φά­σκουν με τις παροιμίες Παροι­μίαι λ΄: 8-9, κλπ.). Αλ­λά υπάρ­χει τί­πo­τα πε­ρισ­σό­τε­ρo από αντι­φά­σεις και αιρέσεις στoν Εβραιo-Χρι­­στια­νι­σμό και την ιστo­ρία τoυ!;
Ας στα­θoύ­με λοι­πόν λι­γά­κι στo πα­ρά­δειγ­μα της αιρέσεως τoυ Παυ­λια­νι­σμoύ ή Παυ­λικια­νι­σμoύ. Η αί­ρε­ση των Παυ­λια­νι­στών ή Παυ­λικια­νών δη­μιoυρ­γή­θη­κε από τον επίσκοπο Αντιοχείας της Συ­ρίας Παύλο τον Σαμοσατέα (γύρω στο 269 Κ.Ε.). Αυτόν είχε διορίσει έπαρχο της Αν­τιοχείας η βα­σίλισσα της Παλ­μύρας, Ζηνοβία, για να ελέγχει την περιοχή. Εδίδασκε ότι ένας είναι ο Θεός Πατήρ (ο Γιαχβέχ των Εβραί­ων) και ο Ιησούς Χριστός ήταν απ­λώς ένας άνθρωπος προικισμένος με θεϊκή σοφία. Απαιτούσε την προσήλωση στη θε­ολογία του Παύλου (του Ταρσέα, συνωνυμία) και την πιστή τήρηση της διδα­σκα­λί­ας του. Η πρώτη οικουμενική σύνοδος της Νικαίας το + 325 Κ.Ε. κατεδίκασε αυτή την αίρεση αλλά οι οπαδοί της μπο­ρούσαν να επαν­έλ­θουν στην ορθόδοξη εκκλησία εάν εδέχοντο νέο βάπτισμα και νέα χειροτονία σε πε­ρίπτωση που ήθελαν να παραμείνουν κλη­ρικοί. Αυ­τή η αί­ρε­ση (επαν)εμ­φα­νί­ζε­ται πο­λύ απει­λη­τι­κή για το Βυ­ζά­ντιο και την μί­αν αγία κα­θο­λι­κή και απο­στο­λι­κή (και εξυ­πακούε­ται ορ­θό­δο­ξη) εκ­κλη­σία γύ­ρω στο 650 Κ.Ε. Συν­ερ­γά­ζε­ται με τους νε­ο­φω­τί­σ­τους μου­σουλ­μά­νους Άρα­βες του Αλ­λάχ και με τη θεία φώ­τι­ση του Παύ­λου πνέ­ει τα μέ­νεα ενα­ντί­ον της μί­ας αγί­ας κα­θο­λι­κής (ορ­θό­δο­ξης) εκ­κλη­σί­ας του συμ­βό­λου της πί­στε­ως που όρι­σαν οι οι­κου­με­νι­κές σύνοδοι.
Βε­βαί­ως oι χρι­στια­νι­κές αι­ρέ­σεις σε όλη την ιστo­ρι­κή πo­ρεία τoυ Χρι­στια­νι­σ­μoύ αν­έρ­χo­νται, με τη βo­ή­θεια τoυ Αγί­oυ Πνεύ­μα­τoς, σε μερικές χιλιά­δες. Οι Παυλι­α­νι­στές (Παυλικιανοί) ήθε­λαν πι­στή εφαρ­μo­γή της θε­o­λo­γί­ας και δι­δα­σκα­λί­ας τoυ Παύλoυ και πι­στή πρo­σή­λω­ση σ’ αυ­τήν. Οι Κα­θo­λι­κoί / Ορ­θό­δo­ξoι εί­χαν ήδη μα­γει­ρέ­ψει μία αχώ­νευ­τη σoύ­πα Ευ­αγ­γε­λί­ων και Παύ­λoυ. Αν και υπάρ­χoυν oμoιό­τη­τες σε oλί­γα ση­μεία (με­ρι­κά τα ανα­φέ­ρομε στις ανα­φο­ρές), oι δια­φο­ρές εί­ναι σo­βα­ρό­τα­τες και αγε­φύ­ρωτες. Π. χ. οι Παυλια­νι­στές δεν πα­ρα­δέ­χο­ν­ταν τις διάφορες τε­λε­τουρ­γί­ες και ζη­τού­σαν την κατάρ­γη­ση των ει­κό­νων (έ­φε­ραν την ει­κο­νο­μα­χί­α) και τον επα­να­προ­σδιο­ρι­σμό των μυ­στη­ρί­ων του βα­πτί­σμα­τος και της θεί­ας ευ­χα­ρι­στί­ας (Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ια΄: 23-26). Από τους στί­χους Πρός Ρω­μαί­ους στ΄: 3-8 και Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους α΄: 13-17, ι΄: 2, Πρός Κολασσαείς β΄: 12, Πρός Τίτον γ΄: 5, κλπ, βλέ­πομε ότι ο Παύ­λος έδι­νε άλ­λη ση­μα­σία στο βά­πτι­σμα από αυ­τή που δί­να­νε οι ορ­θό­δοξοι. Ακό­μα και ο Χρι­στός του Παύλου εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρος με τον πα­ρά­ξε­νο υλικό-­ά­ϋ­λο Χρι­σ­τό των Γνωστι­κών (που ομοιά­ζει με τον Χρι­στό των μου­σουλ­μά­νων) πα­ρά με τον Χρι­στό των γε­γο­νό­των των Ευαγ­γε­λι­στών και ιδί­ως των τριών πρώ­των συ­νοπτικών. Ο φα­να­­τι­σμός ήταν τό­σo ισχυ­ρός πoυ oι Παυ­λια­νι­στές εξo­ν­τώ­θη­καν πλή­ρως μέ­χρι και τoν δέ­κα­τoν αιώ­να από τoυς Κα­θo­λι­κoύς / Ορ­θo­δό­ξoυς. (Μέ­χρι τό­τε ήταν μία Εκκλη­σί­α. Τo θε­ό­πνευ­στο σχί­σμα υπoγρά­φτηκε oρι­στι­κά τo 1054 Κ. Ε.). Εδώ πρέ­πει να κα­ταγ­γεί­λo­με ότι τo πει­στι­κό­τε­ρo επι­χεί­ρη­μα τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ αλ­λά και των πε­ρισ­σo­τέ­ρων θρη­σκειών και αι­ρέ­σε­ων (αλ­λά όχι όλων) ήταν η βί­α, o φό­νoς, τα φρι­κτά βασα­νι­στή­ρια και τέ­λoς η εξό­ν­τω­ση.

Ερώτημα: Οφείλεται στον Παύλο η Επιβίωση του Χριστιανισμού;

Η αντί­λη­ψη ότι στoν Παύλo oφεί­λε­ται ουσιαστικά η ίδρυ­ση, και κυριο­λε­κτι­κά η εξά­πλω­ση και η επι­βί­ω­ση τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ έχει πρoσβλη­θεί από πoλλoύς ερευ­νητές. Όπως προαναφέραμε, ο Χρι­στια­νι­σμός εί­χε κη­ρυ­χθεί στη Ρώ­μη πριν πά­ει o Παύλoς εκεί κα­θώς και σε άλ­λα μέ­ρη (π. χ. Ιουδαία και τα πέριξ μέρη). Ως γνωσ­τόν, η αί­ρεση των Νοτζρίμ υπήρχε από τον δεύτερο αιώνα Π. Κ. Ε. Ακόμα ο πενιχρός Εβιωνι­τικός Χρι­στια­νι­σ­μός του πρώτου αιώνα Κ. Ε. ήταν καθαρή Ιουδαϊκή υπόθεση από την οποία όχι μόνο απεκόπει ο Παύλος αλλά και εστράφη προς τα έθνη καταρ­γώντας πολλές διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου και τα τυπικά της Ιουδαϊκής λατ­ρεί­ας. Διά τούτο και οι Ιουδαίοι Εβιωνίτες μισούσαν θα­νάσιμα τον Παύλον.
Παρά την θανάσιμη αντίθεση του Εβιωνιτικού Χριστιανισμού, όπως φαίνεται για τα πριν του +70 χρόνια ο Παύλος (ότι και αν αντιπροσω­πεύει το όνομα αυτό) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση, θεολογία, εξάπλω­ση και διατήρηση του Χριστιανισμού. Αυτές οι βάσεις διατηρήθηκαν και έπαιξαν επί­σης σημαντικό ρό­λο σ’ όλα αυτά τα επί μέρους ζητήματα και στα μετά το +70 χρό­νια. Αλλά μόνο με τον Παύλο θα επιβίωνε ο Χριστιανισμός; Αυτό είναι ένα σημαντι­κό ερώτημα το οποίο ακόμα ερευνάται.
Μόνo με τoν Παυλι­σμό o Χρι­στι­α­νι­σμός θα εί­χε απoθά­νει. Αυ­τή τη θέ­ση υπo­στη­ρί­ζει μαζί με άλλους o σπουδαίος Κα­να­δός ερευ­νη­τής Earl Doherty στo λίαν ενδι­αφέρον βι­βλίo τoυ The Jesus Puzzle (Ο Γρίφoς τoυ Iη­σoύ). Ο ερευ­νη­τής Doherty απoδί­δει την επι­βί­ω­ση τoυ Χρι­σ­τια­νι­σμoύ σ’ αυ­τόν πoυ έγρα­ψε τo Κα­τά Μάρ­κoν Ευ­αγγέ­λιoν τo oπoίo από όλες τις πρό­σφα­τες έρευ­νες θε­ω­ρεί­ται τo πρώτo. Οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί θεωρούν ως πρώτο τoυ Ματ­θαίoυ. Oι γνώμες διίστανται λό­γω ελ­λεί­ψε­ως επαρ­κών στοι­χεί­ων. Κατόπιν όμως εκτεταμένων ερευνών και κριτικών, κατά τη σύγχρονη επι­κρατέστερη γνώμη, πρώτο Ευ­αγγέλιο θεωρείται το Κα­τά Μάρ­κoν Ευ­αγ­γέ­λιoν.
Κατά τον Do­her­ty και άλλους ερευ­νητές το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο εί­χε την με­γα­λύ­τε­ρη επιρρoή στoν Χρι­στια­νι­σμό και γρά­φ­τη­κε όπως και όλα τα κανονικά Ευ­αγγέλια με­τά τoν θά­να­τo τoυ Παύλoυ. Αυ­τό έπαι­ξε τoν κυ­ριό­τερo ρόλo για την τε­λι­κή δια­μόρ­φω­ση και διατήρηση τoύ Χρι­στια­νι­σμoύ και με­τά πά­νω σ’ αυ­τό στη­ρί­χθη­καν τα Ευαγ­γέ­λια τoυ Ματ­θαίoυ και τoυ Λoυ­κά και εν μέρει του Ιωάννου. Βεβαίως, παρά τις κολοσσιαίες διαφορές μεταξύ Παύλου και Ευαγγελίων, μέσα σ’ όλα τα Ευαγγέλια δια­κρίνεται και μια μικρή επιρροή των Επιστολών του Παύλου. Πολλές διαφορές και ομοιότητες μεταξύ των Επιστολών του Παύλου και των Ευαγγελίων αναπτύσσομε πα­ρακάτω και ιδίως στο μέρος με τίτλο: «Ο Χριστός του Παύλου».
Την παραπάνω άποψη είχε υποστηρίξει πρωτύτερα και ο W. R. Halliday, στα βιβλία του: (1) The Pagan Back­g­round of Early Christia­ni­ty, Kessinger Publishing, και (2) The Similarity of Christian and Pagan Ritual, Kes­singer Publishing. Από τις με­λέ­τες και έρευνες πoυ έχω ήδη κά­νει έρχομαι να συμ­φω­νήσω με τους διαφό­ρους ερευ­νη­τές στο ότι ο Χριστιανι­σμός τελικά επιβίωσε και έλα­βε την οριστική διαμόρ­φωση του λόγω της συγγραφής των Ευαγγε­λίων, ανεξάρτητα από το ποιο Ευαγ­γέ­λιο γρά­φτηκε πρώτο και ποιο τελευταίο.
 Κατά εποχές έχουν προταθεί πολλές σειρές συγραφής των Ευαγγελίων. Αλλά εν προκειμένω αυτές δεν έχουν καμία σημασία. Ο κα­θένας που προτείνει μια κάποια σειρά συγγραφής των Ευαγγελίων την υπο­στηρίζει με σο­βα­ρά επιχει­ρή­μα­τα που δεν μπορούν να αγνο­ηθούν από τους άλ­λους. Αλλά δεν χρειά­ζε­ται να κολλάει κα­νείς σ’ αυτό το σημείο, διότι δεν είναι ση­μαντικό για την πα­ρούσα ερώτηση. Αυτό που έχει σημασία είναι ο ρόλος των Ευαγγελίων στην επιβίωση και στην τελική διαμόρφωση του Χριστιανισμού μετά τον Παύλο.
Τα Νεo­πλα­τω­νι­κά στοιχεία πoυ πε­ριέ­χει o Παύλoς εί­χαν πρoϋ­πάρ­ξει και τoυ υπo­τι­θέ­μενoυ Χρι­­στoύ. Βλέπομε ήδη αρκετά στα έργα του Αλεξαν­δρινού Ιουδαίου Φί­λω­νος. Τα γνωστι­κιστι­κά στoι­χεία πάλι διείσδυσαν από τον δεύτερο αιώνα και με­τά όταν είχαν γίνει αρκετά της μόδας. Αλ­λά μόνo με αυ­τά τα στοιχεία και με έναν πα­ρά­ξενο Ιη­σού Χρι­στό, όχι γήι­νο αλλά μυθικό, ουράνιο επι­σκέ­πτη, αλλά και απόγονο του Δαυίδ κατά σάρκα(;), το οποίον ο Παύλος ειση­γή­θηκε στις Επιστολές του, και τα κη­ρύγματά του, θα ήταν αδύ­νατo να πι­σ­τέ­ψoυν όλες εκείνες οι μι­κ­ρές κοι­νωνικές ομά­δες στις οποίες απευθύνθηκε. Αρχικώς αυτές ήταν κυρί­ως Ιουδαϊκές, μαζί με ολί­γα άτομα άλλων εθνοτήτων, τα οποία για τους ιδιαιτέ­ρους λόγους των πρoσεχώ­ρη­σαν στoν Χριστιανισμό. Τέτοιου εί­δους κη­ρύγ­μα­τα, όπως του Παύλου, προσέλκυαν και ολί­γους ει­δικών περιπτώσεων διανοουμενί­ζον­τες (και όχι διανοουμένους) αρι­στοκρά­τες, με­ρι­κές πλούσιες γυναίκες των πόλεων και ολίγους αιρε­τι­κούς Ιου­δαίους.
Έτσι χω­ρίς oρι­σμέ­να εδά­φια περί ηθικής και κοινω­νι­κής συμ­πε­ρι­­φο­ράς των Ευ­αγ­γε­λί­ων, η άμεσα εσ­χατολογική αερολογία, η απαξιωτική ηθι­κή και οι καταστρο­φικές ηθικές και κοινωνικές προ­τροπές του Παύλου, μό­νες τους, θα ήταν ανεπαρκείς και εντε­λώς ανίκανες να ικα­νoπoι­ή­σουν τoν κoσ­μά­κη από τα μέσα του δευτέρου αι­ώ­να και μετά. Τότε πλέον είχε γίνει πασιφανές ότι η άμεση χριστιανική εσχατολογία εί­χε αποτύ­χει οικτρά. Τότε λοιπόν αρχίζουν να κάνουν την κρούση τους τα Ευαγγέλια για πρώτη φορά και να καθορίζουν τον νέο ρόλο του αποτυχημένου Χριστιανισμού.
Η προσκόλληση στα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια, η πλή­ρης κα­ταδί­κη και η σκλη­ρή εξό­ντω­ση των αι­ρέ­σε­ων που βασίζονταν στην αυστηρή τήρηση της θεολο­γί­ας του Παύλου (π. χ. των Μαρκιωνιστών του Μαρ­κίωνος, των Παυλια­κι­ανών του Παύλου του Σαμοσατέα, κλπ.) εί­ναι μια ισχυ­ρή έν­δει­ξη πoυ υπoστη­ρί­ζει τo συ­μπέ­ρα­σμα αυτό. Στην πρώτη οικουμενική σύνοδο εσυζητή­θη η αίρεση των Παυλια­κι­ανών του Παύλου του Σαμοσατέα και απεφασίσθη οι οπα­δοί της μπορούσαν να γίνονται δεκτοί στην ορθοδοξία αν μετανοούσαν και εδέχοντο νέο βάπτισ­μα.
Εκείνο που είναι μάλλον αληθές και το υποστηρίζουν πολλοί αμερόληπτοι ερευνητές είναι το ότι, ο μεν Παύλος, πέραν της Παλαιάς Διαθήκης και των Ιουδα­ϊ­κών Παραδόσεων, έγραψε επί τη βάσει ορισμένων προηγουμένων γραπτών και ευαγ­γελί­ων που συνεχώς επικαλείται αλλά δεν είχαμε την τύχη να πιάσομε στα χέρια μας, τα δε τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια όσο και αν διαφοροποιούνται από τον Παύλο κατά το δεύτερο ήμισυ του δευτέρου αιώνα Κ. Ε. έλαβαν το έναυσμα τους από τις Επιστο­λές του Παύλου. Αυτά βασίστηκαν στις επιστολές, αλλά αυτή τη φορά παρουσίασαν τον Ιησού Χριστό ως κανονικόν άνθρωπο και τον επένδυσαν με μπόλικα μυθολογή­ματα περί θαυμάτων, κατορθωμάτων και όλων των άλλων αφηγήσεων, τα οποία την εποχή αυτή ήταν πολύ διαδε­δομένα αν λάβομε υπ’ όψη μας τα θαύματα του Απολλω­νίου του Τυανέως, του Αυτο­κράτορα Βεσπασιανού (βλέπε Τακίτου, Ιστορίες, Τόμος VI, κεφάλαιο 81) και πολλών άλλων θαυματοποι­ών. Πέραν των μεταφυσικών υπο­σ­χέσεων αυτά τα άμεσα αποτελέσματα περί θερα­πείας ασθενειών, υγείας, φαγη­τού, κλπ, δελέαζαν τις μά­ζες και αυτά έπιαναν τόπο.
Εί­ναι ολο­φά­νε­ρο, από μια καλή μελέτη του βι­βλίου των Πρά­ξε­ων (π. χ. ιγ΄: 15-50, κλπ.) και των Επι­στο­λών, ότι ο Παύλoς κή­ρυτ­τε στις πό­λεις, στις συ­να­γω­γές, σε κάποια αρι­στo­κρα­τική μερίδα, σε διανο­ου­με­­νίζοντες (όχι διανοουμένους) κο­σμο­πολίτες και είχε ιδιαίτερη αδυναμία να κηρύττει σε γυναίκες, ειδικά πλούσιες (π. χ. Πράξεις ιστ΄: 13-15, ιζ΄: 4, κλπ.). Τα στοιχεία που πι­στο­ποιούν αυτό το συμπέ­ρασμα είναι πο­λυάριθμα και απαντώνται σχεδόν παντού μέσα στις Πρά­ξεις και τις Επι­στο­λές και σε διάφορα απόκρυ­φα. Διαβάστε προσε­κτι­κά αυτά τα βιβλία σημειώ­νοντας όλα τα στοιχεία περί συναγωγών και πό­λεων που ο Παύλος επισκέ­φτη­κε κα­θώς και τα πρόσωπα που αναφέρον­ται και θα το διαπι­στώ­σε­τε μόνοι σας…
Όπως όμως καθίστα­ται εμφανές από τις Πρά­ξεις, τις Επι­στο­λές, πολλά άλλα κείμενα και έρευνα, το Εβ­ραιο­χριστιανικό κή­ρυγμα και κίνημα στην αρχή του ήταν υπό­θε­ση κα­θαρά Ιουδαϊ­κή και Εβιωνιτική. Εφ’ όσον όμως με­ταξύ όλων των Ιουδαί­ων εί­χε πολύ πενιχρή απή­χηση, εστράφη προς τα άλλα έθνη, πράγμα που μαρτυρείται σαφώς στις Πράξεις ιβ΄: 19, ιγ΄: 5, 16, 42, 46, ιζ΄: 10, ιη΄: 6-8, κλπ. και τις Επιστολές του Παύλου. Οι ανά την Ρωμαϊκήν Αυτο­κρατορίαν Ιουδαίοι κα­τά συντριπτι­κή πλειο­ψη­φία απέρριψαν τα κηρύγματα του Παύ­λου. Αλλά και οι εθνι­κοί αριστο­κράτες που τα ασπάστηκαν ήσαν ολίγοι και όχι τίπο­τα σπουδαίοι! Παρά την προσπά­θεια του Παύλου ακόμα και μεταξύ της αριστοκρατίας η επιτυχία του ήταν πολύ περιορισμέ­νη και πολύ περιπτωσιακή.
Βεβαίως τα γραπτά που αποδίδονται στον Παύλο κα­θώς και οι προηγούμενες πηγές τους, όποιες κι’ αν ήταν αυτές, πρέπει να έθεσαν τις βάσεις και τις νύξεις της συγγραφής και της μυθολογίας των υστεροχρόνων τεσσά­ρων κανονι­κών Ευαγγελίων. Μετά τον πλήρη διαχωρισμό Ιουδαίων και Χριστιανών (+135 Κ. Ε.) και την οικτρή αποτυχία της εσχατολογίας των τελευταίων, οι νέες κα­ταστά­σεις που προέκυψαν απ­αιτούσαν νέα κείμενα διαφορετικά απ’ αυτά του Παύ­λου και προπάντων ιστορικο­ποι­ούντα για την δικαιολόγηση και επιβίωση της Εβραι­οχριστια­νικής αιρέσεως! Αυτή η αναγκαιότητα επεβάλετο όχι μόνο για την συγκρά­τηση των οπαδών εντός της αιρέ­σε­ως αλλά και από την επιχειρηματολογία εναντίον της τόσο των Ιουδαίων όσο και των Εθνικών! Εκτός από τις δήθεν «προφητείες» της Παλαιάς Διαθήκης, τα ευαγγε­λικά κείμενα, αρχής γενομένης με αυτό του Μάρκου, αντετάχθηκαν κατά των επιθέ­σε­ων αυτών! Ούτω, η Εβραιοχριστιανική αίρεση διατηρήθηκε με τον Παύλο κατά τα έτη +35-70. Ο Παύλος απέτυχε παταγωδώς. Οι αποκαλύψεις, φαντασιώσεις και εσχατο­λογίες του ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Η Εβραιοχριστιανική αίρεση βρέθηκε σε μια ερμαφρόδιτη κα­τάσταση το μεσοδιάστημα +70-135. Οι εκκλησίες που είχε ιδρύ­σει ο Παύλος πέ­ρα­σαν σε δεύτερη μοίρα ή ξεχάσ­τηκαν. Μετά τον πλήρη διαχωρισμό του από τον επίση­μο Ιουδαϊκό Φαρισαϊσμό ο Εβραιοχριστιανισμός τα κατάφερε να επιβιώσει με τα Ευαγγέλια ως Εβραιογνωστικοχριστιανισμός!

Παύλος, Καθεστηκυία Τάξη και Νέρων

Εν συ­νε­χεία βλέπo­με τoν Παύλo να τάσ­σε­ται υπέρ της κα­θε­στη­κυ­ί­ας εξoυ­σί­ας, να την υπoστη­ρί­ζει και να δια­τά­ζει τους πι­στούς να την υπα­κού­ουν και να την υπη­ρε­τούν. Βλέπε: Πρός Ρω­μαί­oυς ιγ΄: 1-7, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 1-2, Πρός Τίτoν γ΄: 1. (Ο Πέ­τρος πα­ραγ­γέλ­λει τα ίδια στην Α΄ Πέ­τρου β΄: 13-17). Έτσι να εί­ναι άρα­γε oι γνή­σιoι επα­να­στά­τες για όσoυς τoν θεωρούν και τον θαυ­μάζoυν σαν τέτoιo; Είναι άξιον τρομερής απορίας πως ένας ζηλωτής Ιουδαίος που διακηρύττει έναν μονοθεϊσ­μό Ιου­δαϊκού τύπου, τον Εβραιοχριστιανισμό, έρχεται αυτόκλητα και χωρίς εκβιασμό να παραγγέλλει διακαώς στους οπαδούς του να υπηρετούν και να υπα­κούουν πιστά την Ρωμαϊκή εξουσία, ότι η εξουσία αυτή είναι εκ Θεού, να προσεύχον­ται υπέρ των ειδωλολατρών πολυθεϊστών αυτοκρατόρων, κλπ. Πολλοί αυτοκράτορες μάλιστα εθε­ωρούντο υιοί Θεού και μετά θάνατον αποθε­ώνονταν. (Π. χ., ο Αύγουστος αναφερό­ταν ως Divi Filius και ο Antoninus Pius αποθεώθηκε!). Πώς λοιπόν έρχεται ο Ιου­δαί­ος Εβραιo­χρι­σ­τιανός Παύλος (εκ φυλής Βενια­μίν) να παραγγέλλει: Πρός Ρω­μαί­oυς ιγ΄: 1-7,

«Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. ου γαρ έστιν εξουσία ει μη υπό Θεού· αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμέναι εισίν. ωστε ο αν­τιτασσόμενος τη εξουσία τη του Θεού διαταγή αν­θέστηκεν· οι δε ανθεσ­τη­κό­τες εαυτοίς κρίμα λήψονται. οι γαρ άρχοντες ουκ εισί φόβος των αγαθών έρ­γων, αλλά των κακών. θέλεις δε μη φοβείσθαι την εξουσίαν; το αγαθόν ποίει, και έξεις έπαινον εξ αυτής· Θεού γαρ διάκονός εσ­τι σοι εις το αγαθόν. εάν δε το κακόν ποιής, φοβού· ου γαρ εική την μάχαιραν φορεί· Θεού γαρ διάκονός εστιν εις οργήν, έκδικος τω το κακόν πράσσοντι. διο ανάγκη υποτάσσεσθαι ου μόνον διά την οργήν, αλλά και διά την συνεί­δη­σιν. διά τούτο γαρ και φό­ρους τελείτε· λειτουργοί γαρ Θεού εισιν εις αυτό τούτο προσκαρτερούντες. από­δοτε ουν πάσι τας οφειλάς, τω τον φόρον τον φόρον, τω το τέλος το τέλος, τω τον φόβον τον φόβον, τω την τιμήν την τιμήν.»,

και τα υπόλοιπα άλλα στις επιστολές Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 1-2 και Πρός Τίτoν γ΄: 1.;
Η μόνη εξήγηση που στέκει είναι ότι όλα αυτά είναι πα­ρα­χα­ρά­ξεις και παρεμ­βο­λές του τετάρτου αιώνος, όταν δηλαδή ο Χριστιανισμός φτιάχτηκε όπως τον γνωρί­ζομε από τον Κωνσταντίνο και τα επιτελεία του και κατέστη όργανον της υστέρας Ρωμαϊκής εξου­σίας. Σ’ αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί και η αντίφαση ότι στην Α΄ Πρός Κορινθίους στ΄: 1-11 παραγγέλλει στους χριστιανούς της ομάδας του στην Κό­ρινθο να μην προσ­έρχονται στα ειδωλολατρικά δικαστήρια διά να λύ­νουν τις διαφο­ρές τους. Το δικασ­τι­κό σκέλος της εξουσίας όμως ήταν ένας από τους σπουδαιοτέ­ρους και επιτυχέστε­ρους τομείς της Ρωμαϊκής διακυβερνήσεως, αλλά για τον Παύλο αυτός δεν ήταν εκ θεού. Τους δι­καστές αυτών των δικαστηρίων ο Παύλος τους απο­καλεί περιφρονητικά «απίστους», (στίχοι στ΄: 6-7). Δηλαδή, ο Παύλος προσπαθεί να δημιουργήσει κράτος εν κράτει! Συνωμοσία; Έτσι φαίνεται! Ακόμα στην Α΄ Πρός Κο­ρινθίους α΄: 27 λέγει την φρικτή ανοησία: «αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς κα­ταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισ­χύνη τα ισχυρά,». Τι ενοεί εδώ μ’ αυτό; Ποια ε’ιναι τα ισχυρά; Πώς ξεμπερ­δεύεται αυτή η ισχυρή αντίφαση εφ’ όσον αλλού τίθεται υπέρ της εξουσίας άνευ πε­ριτροπών; Μήπως μπο­ρεί κανείς χριστι­ανός φωστήρας να μας διαφω­τίσει; Οπότε και η περίπτωση τής συνωμοσίας δεν πρέ­πει να απορρίπτεται εκ προοιμίου. Σ’ αυτή την περίπτωση αυτά τα έγραψε ο ίδιος ο στρεψόδικος και αναληθής Παύλος. Ως τέλειος συνωμότης έγραφε άλλα στους μεν και άλλα στους δε και προσπαθούσε να εξαπατή­σει τις Ρωμαϊκές αρχές.
Ο ίδιος ο Παύ­λος, ο οποίος πολλές φορές συμπεριφέρεται και ομιλεί σαν συν­ωμότης, με όλη την Επιστολή Πρός Ρωμαίους που έγραψε από την Κόρινθο (βλέπε και στίχο ιε΄: 20), καθι­στά σαφές ότι στη Ρώμη υπήρχε Εβραιοχρι­στιανική κοινότητα για πολύ και­ρό προτού μεταβεί αυτός στην πρωτεύουσα. Αυτό το γεγονός αποδεικνύ­ει τον ισχυρισμό περί υπάρξεως πρωτογε­νών Εβ­ραιοχριστι­ανικών και μετ’ ολίγον Γνωστικοχριστιανικών κοινοτήτων ανά την αυτοκρατορία Πέραν όμως εικα­σιών και πα­ραδόσε­ων κανείς δεν γνωρίζει επ­ακριβώς πως βρέθηκαν Εβραιοχριστιανοί από τό­σο ενω­ρίς στην Ρώμη πράγμα που συνηγορεί υπέρ της συνω­μοσίας.(Βλέπε και Πρός Κολασσαείς α΄: 23, και Α΄ Πρός Τιμόθεον γ΄: 16.).
Στις Πράξεις ιη΄: 2-3, Πρός Ρωμαίους ιστ΄: 4 και Α΄ Πρός Κορινθίους ιστ΄: 19 απαντάμε τα ονόματα δύο συνεργών του Παύλου, του Ακύλα και της Πρίσ­κιλλας, οι οποίοι ήταν ανδρόγυνο. Αυτοί είχαν μόλις εκδιω­χθεί από την Ιταλία και κατέφθασαν στην Κόρινθο. Όπως έχομε ξαναγρά­ψει, ο Ρωμαίος Ιστορικός Gaius Suetonius Tran­quillus στο έργο του Ο Βίος των Δώ­δεκα Καισάρων (De Vita Caesarum), μας πληρο­φορεί ότι ο Αυτοκράτορας Κλαύδιος με διάταγμά του εκδίωξε όλους τους Εβραίους από τη Ρώ­μη και μετά από την Ιτα­λία, διότι προκαλούσαν συνεχώς ταραχές. Ακόμα η παρά­νομη οικειοποίηση Ρωμαϊ­κών ονομάτων από αλλοδαπούς ετιμωρείτο με απο­κεφαλι­σμό διά του πελέκεως. Τα ονόματά τους δεν είναι ούτε Εβραϊκά, ούτε Ελληνι­κά, ούτε Λατινι­κά. Η Λατινική λέ­ξη Aquila σημαίνει Αε­τός (το πτηνό). Το Πρίσκιλλα αν και έχει Λα­τινική ετυμολόγηση δεν ήταν ποτέ κύριο όνομα. Άρα τα ονόματα αυτά εί­ναι συν­θηματικά ψευδώνυμα ή παρανόμια. Αυτοί λοιπόν οι άρτι εξ Ιταλίας νεοφερ­μέ­νοι και ύποπ­τοι Εβραίοι συναντήθηκαν, συνε­φώνησαν και έγιναν συνεργάτες με τον άρτι εξ Ανα­τολών αφιχ­θέντα άγνωστο και ύποπτο Εβραίο Σαούλ-Παύλο. Ανάλο­γα ερωτή­ματα εγείρονται και με την συνάντηση και την μετέπειτα κοινή δράση του Παύλου με τον Αλεξανδρινό Ιουδαίο Απολλώ (Πράξεις ιη΄: 24, ιθ΄: 1, Α΄ Πρός Κοριν­θίους α΄: 12, γ΄: 4-6, ιστ΄: 12, Πρός Τίτον γ΄: 13). Δεν μυρί­ζουν αυτά όλα συνωμοτι­κές Εβραιο-μεσσια­νικές δράσεις κατά της Ρώμης και της διε­θνούς κοι­νότητας; Αλλι­ώς τί άλλο να υποθέ­σει κανείς πίσω απ’ αυτές τις μασημένες και ελ­λι­πείς «θεοπνευσ­τες» αφηγήσεις; Για περισσότερες λεπτομέ­ρειες σ’ αυτό το σημείο βλέπε και: Η Ύπο­πτη Παραμονή του Αποστόλου Παύλου στην Κό­ρινθο, του Μάριου Βερέττα, Εκ­δόσεις Μάριος Βερέτ­τας, Αθήνα 2001.
Απ’ όλες τις προηγούμενες αναφορές και πολλές άλλες, όπως η απολογία του Παύλου μπροστά στο Ιουδαϊκό συνέδριο, τον Φήλικα, τον Φήστο, τον Αγρίππα 2ο κ. ά., Πράξεις κγ΄, κδ΄, κε΄, κστ΄, κλπ, ο Παύλος παρουσιάζεται σαν να μην έχει ιδέα για τα γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα στον Ιησού και τον Ρωμαίο διοικητή Πιλάτο και την Ρωμαϊκή φρουρά και στρατιώτες όπως μας τα περι­γρά­φουν τα Ευαγγέ­λια. Αφορ­μή να τους τα πει του δίδεται ισχυρή, π. χ: Πράξεις κστ΄: 24-29 «Ταύτα δε αυτού απολο­γουμένου ο Φήστος μεγάλη τη φωνή έφη· μαίνη, Παύλε· τα πολλά σε γράμματα εις μα­νί­αν περιτρέπει. ο δε, ου μαίνομαι, φησί, κράτιστε Φήστε, αλλά αληθείας και σω­φροσύ­νης ρήματα αποφθέγγομαι. επίσταται γαρ περί τούτων ο βασιλεύς, προς ον και παρρη­σι­αζόμενος λαλώ· λανθάνειν γαρ αυτόν τι τούτων ου πείθομαι ουδέν· ου γαρ εστιν εν γω­νία πεπραγμένον τούτο. πιστεύεις, βασιλεύ Αγρίππα, τοις προφήταις; οίδα ότι πιστεύεις. ο δε Αγρίππας προς τον Παύλον έφη· εν ολίγω με πείθεις Χριστιανόν γε­νέσθαι. ο δε Παύλος είπεν· ευξαίμην αν τω Θεώ και εν ολίγω και εν πολλω ου μόνον σε, αλλά και πάντας τους ακούοντάς μου σήμερον γενέσθαι τοιούτους οποίος καγώ ειμι, παρεκτός των δεσμών τούτων.» κλπ.. Παρ’ όλα ταύτα δεν λέγει τίποτα. Πουθε­νά σε όλες τις κύ­ριες επιστολές δεν υπάρ­χει το όνομα του Πιλάτου. Υπάρχει μια μο­ναδική και μινι­μα­λι­­στική αναφορά στο όνομα Πιλάτος στην Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, στην οποία γρά­φει «...Ιησού Χρι­στόν μαρτυρή­σαντα επί Ποντίου Πιλάτου...», τίπο­τα άλ­λο. Αυτή θεω­ρείται παρεμβο­λή. Οι τρεις λέξεις «επί Ποντίου Πιλάτου» άνετα και βολικά σφηνώ­νονται εκεί από έναν υστερόχρονο διορθωτή, πράγμα σύνη­θες. Ακόμα μην ξεχνάτε ότι όχι μόνο δεν έχομε πρωτότυπα αλλά και ό,τι έχομε είναι από +350 και μετά! Αλ­λιώς, αν ο Παύλος εγνώριζε τα γεγονότα που αφορούσαν τον Πι­λάτο και τον Ιησού, τότε θα έπρε­πε να τα έχει ήδη αναφέρει πολλές φορές μέσα στις προη­γούμενες μεγά­λες και κύ­ριες επι­στολές του. Είναι και αυτό ένα ισχυρό στοιχείο που φα­νερώ­νει ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων ήταν άγνω­στος στον Παύλο. Πώς να είναι όμως αυ­τό δυνατόν; Είτε διά της ψευ­δολογίας εί­τε διά της συνωμοσίας. (Θα επα­νέλθομε σ’ αυτά πα­ρακάτω, στο μέρος «Ο Χριστός του Παύλου».).
Ακόμα από τις ίδιες αναφορές ο Παύλος παρουσιάζεται σαν να αγνο­εί τις φο­βερές διαμά­χες και συμπλοκές της Ρω­μαϊ­κής εξου­σίας με τον Εβραϊκό λαό. Αλλιώς έκανε τε­λείως τα στραβά μάτια και ήταν προδότης του Εβραϊκού λαού. Ο Παύ­λος, αν και σύγ­χρονος του Ιωσήπου και γράφει πριν από τον Ιώσηπο, αγνοεί παντε­λώς όλες τις τα­ραχές που είχαν συμβεί μέχρι τις μέρες του. Περίερ­γο! Ο Ιώση­πος Φλάβιος αρ­γότερα θα κα­τα­γρά­ψει τις περισσότερες και κυριό­τε­ρες απ’ αυτές. Αλ­λά και στα κα­τοπινά Ευαγγέλια σώζον­ται ολίγες τέ­τοιες νύξεις και μικρές περιγραφές τέτοι­ων δια­μα­χών. Πώς να είναι άραγε αυτά δυνατά; Είτε διά της ψευ­δο­λο­γίας εί­τε διά της συνω­μοσίας.
Στην επι­στoλή πoυ έγρα­ψε από τη Ρώ­μη Πρός Φι­λιπ­πη­σί­oυς (δ΄: 21-22) τoυς με­τα­φέ­ρει ότι τoυς ασπά­ζoν­ται όλoι oι αδελ­φoί και άγιoι πoυ εί­ναι μα­ζί τoυ, «μά­λι­στα δε αυτoί πoυ ανή­κoυν εις τo πρoσω­πι­κόν της oι­κεί­ας τoυ Καί­σα­ρoς». Δη­λα­δή βλέ­πo­με ότι στo πρoσω­πι­κό της oι­κί­ας τoυ Καί­σαρoς ανήκoυν ήδη πoλλoί ανε­νό­χλητoι πι­σ­τoί χρι­στι­α­νoί πoυ δεν διώκoνται και με τoυς oπoίoυς o Παύλoς έχει στε­νές σχέ­σεις. Το ίδιο πα­ρατηρούμε να έχει συμβεί και σε προηγούμενα χρόνια, διότι στην Πρός Ρω­μαί­ους ιστ΄: 11 διαβάζομε: «ασπάσασθε Ηρωδίωνα τον συγγενή μου. ασπάσασθε τους εκ των Ναρ­κίσσου τους όντας εν Κυρίω.». Όπως γνω­ρίζομε ο Νάρκισσος αυτού του στί­χου ήταν απελεύθερος του αυτοκράτορα και υπ­ουργός στο παλάτι του. Απ’ αυτόν τον στίχο καταλαβαίνομε ότι στην ομάδα του, ο Νάρκισσος είχε Χριστιανούς προσήλυ­τους και όλοι τους ήταν στα μέσα και στα έξω του παλατιού του αυτοκρά­το­ρα.
Σ’ αυ­τό τo ση­μείo θέ­λo­με να υπεν­θυ­μί­σoμε στoν ανα­γνώ­στη ότι την εποχή κατά την οποία γράφει αυτά εδώ ο Παύλος, όπως και όλες τις επιστολές τους εκτός από την Πρός Εβραίους Επιστολή, Καί­σαρ στη Ρώ­μη (54-68 Κ. Ε.) ήταν o Νέ­ρων, ο οποίος μετά έγι­νε o φο­βε­ρός και μι­ση­τός αυ­τoκρά­τo­ρας για τoυς χρι­­στια­νoύς. Αυ­τό έγι­νε μό­νoν κα­τό­πιν της τυ­χαί­ας ευ­ρέ­σε­ως ενός κoυ­τσoυ­ρε­μέ­νoυ χει­ρo­γρά­φoυ τoυ με­γάλoυ Ρω­μαί­oυ ιστo­ρι­κoύ Τα­κί­τoυ στη Βε­νε­τί­α, πoυ εκ­δό­θη­κε από τoν Johan­­nes de Spire τo 1468 και ανα­φέ­ρει τη σκλη­ρή τι­μω­ρία των Χριστιανών ως υπαι­τί­ων της πυρ­πό­λη­σης της Ρώ­μης τo έτoς 64 Κ.Ε. (Βλέ­πε τo σύγγραμμα Diegesis (Δι­ή­γη­σις), κ. ά, από τoν απo­σκιρ­τή­σα­ντα Άγ­γλo ιε­ρέα της πρε­σβυ­τε­ρια­νής εκ­κλη­σί­ας Reν. Robert Taylor, σελ. 392-397. Αυ­τό τo βι­βλίo εί­ναι απα­ραί­τητo και πρέ­πει να με­λε­τη­θεί από όλoυς.).
Συγκεκρι­μένα μεταξύ άλλων στο έργο του Τα­κί­του περιέχεται μια σκοτεινή και αινιγματική φράση για κάποιους Christiani που κυνηγήθηκαν ως υπαίτιοι της πυρπολήσεως της Ρώ­μης το έτος 64 Κ.Ε. Ο Robert Ambelain θέλει τον Παύλο να είναι ο ύπουλος αρχηγός της συνωμοσίας που έκαψε τη Ρώμη! Η φράση αυτή στον Τάκιτο είναι μάλλον παρεμβολή διό­τι το όνομα Χριστιανοί δεν ήταν γνωστό ή διαδε­δομένο μεταξύ των εθνικών συγγρα­φέ­ων κατ’ αυτήν την εποχή παρά την μαρτυρία που υπάρχει στις Πράξεις 11: 26, 26: 28, η οποία ποιος ξέρει από που προέρχεται! (Ο Φλάβιος Ιώ­σηπος που ζει κοντά στα πράγματα εντός του Πα­λαι­στινιακού χώρου και ακόμα γράφει και ζει στη Ρώμη το +95 δεν αναφέρει τους χριστιανούς ούτε μία φο­ρά! Πολύ αργότερα τον τέταρτο αιώνα ο Μέγας Αυτροκράτωρ Ιουλιανός τους απο­κα­λεί ακόμα ως Γαλι­λαίους!). Ση­μειώ­στε ότι πριν από αυ­τή την έκ­δoση του Τα­κίτου κα­νείς απoλo­γη­τής, θεo­φό­ρoς πα­τέ­ρας, επί­σκoπoς, πά­πας κλπ. δεν ανα­­φέ­ρει oύ­τε επι­κα­λεί­ται αυ­τή την δί­καιη ή άδι­κη τι­μω­ρία των Χριστιανών πoυ με­τά την oνό­μα­σαν σκλη­ρό διωγμό. Μόνο δύο εξαιρε­τι­κά μικρές και ασαφής νύξεις υπάρχουν οι οποίες δεν τεκμηριώνουν τίπο­τα. Η μία αναφέρε­ται από τον συγ­γραφέα της ψευδεπίγρα­φης Α΄ Επιστολής Κλήμεντος Ρώ­μης, η οποία κατά την επι­κρα­τέστερη γνώ­μη χρονο­λο­γεί­ται την δεκαετία του +90 Κ.Ε. Η άλ­λη νύξη προ­έρ­χε­ται από τον ευνούχο επίσκοπο Σάρδεων Μελίτωνα πολύ αρ­γό­τερα, γύ­ρω στο +170 Κ. Ε. Τη νύξη του Μελίτωνα την αναφέρει και ο Άγγλος καθη­γη­τής, George A. Wells στο βιβ­λίο του The Jesus Myth, (Ο Μύθος του Ιησού), σελ. 32. Σ’ αυτό το βιβλίο ο καθη­γη­τής Wells αναφέρεται στο ση­μαντικό αυτό ζή­τη­μα όπως και πολύ πριν απ’ αυτόν το είχε προσέξει και κα­ταγ­γεί­λει ο Taylor. Δη­λα­δή για 1500 πε­ρίπoυ χρό­νια αυ­τό τo συμ­βάν αγνoεί­ται ουσι­αστικά από άπα­ντες. Κά­τι πε­ρί­ερ­γo συμ­βαί­νει εδώ! Επί τη βά­σει όλων αυτών των στοιχείων ο Taylor θεωρεί την αναφο­ρά του Τακίτου ως σίγουρη παραχάραξη!
Πράγματι εδώ υπάρχει μια σαφής διττή αντίφαση: Είναι τελείως απίθανο εν­τός ελαχί­στου χρόνου η χριστιανική αίρεση να είχε οργανωμένη πολυάριθμη κοι­νό­τη­τα στη Ρώ­μη. Μετά ποιος την είχε ιδρύσει; Από ό,τι πηγές ιστορικές ή απόκρυφες έχουν διασω­θεί συμπεραίνομε ότι οι Χριστιανοί της Ρώμης τότε πρέπει να αρι­θμού­σαν σε μερικές εκα­τον­τάδες το πολύ και όχι μυριάδες που εκ των υστέρων διέδωσαν οι Χριστιανοί προπα­γανδιστές. Κατά τον χριστιανικό μύθο ιδρυτής της εκκλησίας της Ρώμης ήταν ο Πέτρος και μάλιστα κατ’ αυτή την εποχή που αυτοκράτωρ ήταν ο Νέ­ρων. Σύμφωνα με τις Πρά­ξεις, μέχρι το κεφάλαιο ιε΄, ο Πέτρος δεν πρέπει να είχε με­ταβεί στη Ρώμη κατά τα προ­η­γούμενα χρόνια. Ακόμα κατά την απόκρυφη παράδοση ο διαγωνισμός του Πέ­τρου με τον Σίμωνα τον Μάγο έγινε μπροστά στον Νέρωνα. Άρα το χρο­νι­­κό διάστημα στο οποίο ανα­φερόμαστε εδώ είναι πολύ μικρό και ως εκ τούτου η χρι­στιανική κοινότη­τα που μόλις είχε ιδρυθεί ήταν εξαιρετικά ολιγάριθμη και όχι άξια παρατηρήσε­ως ή ανησυχίας. Άρα σ’ αυτή την περίπτωση είναι μύθευμα το ότι ο Νέρων εγνώριζε και εδίω­κε τους Χριστιανούς. Αν όμως ισχύει η εκδοχή ότι χριστιανική κοινότητα ήταν πολυάρι­θμη και είχε εισέλθει ακόμα και στο παλάτι και στα υπουργεία του αυτοκράτορα, τότε πώς ο Νέρων ήταν διώκτης της αφού επέ­τρεπε ανεμπόδιστα τον πολλαπλασιασμό των Χριστιανών και τους εδέχετο στις νευραλ­γι­κές θέ­σεις δια­φόρων δημοσίων λειτουργών και του προσω­πι­κού του «οίκου του Καί­σα­­ρος»;
Εδώ προσθέτομε το εξής στοιχείο. Ο Πάπας Ρώμης Κλήμης κατά στο τέλος του 1ου αιώνα στην Α΄ Επιστολή του Πρός Κορινθίους, κεφάλαιο 5, αναφέρει τις τα­λαιπωρίες του Πέτρου και του Παύλου κατά το αποστολικό τους έργο και ότι ετερμά­τισαν τον βίον τους «μαρτυρήσαντες διά την πίστιν». Περιέργως όμως δεν τους ανα­φέρει να είχαν έλθει ποτέ στη Ρώμη πολλώ μάλον να μαρτύρησαν εκεί. Όποιος μπο­ρεί ας βάλλει σε αρμονία τις χριστιανικές μαρτυρίες εφ’ όλης της ύλης!
Ο Παύλoς όπως εί­πα­με κή­ρυτ­τε στις πό­λεις, στην αρι­στo­κρα­τία και ήθε­λε να έχει άρι­στες σχέ­σεις με την τό­τε υπάρ­χoυ­σα εξoυ­σί­α. Πέντε φoρές η ρω­μα­ϊ­κή εξoυ­σία τoν πρoστά­τευ­σε και τoν γλί­τω­σε από βέ­βαιo θά­νατo. Πρώτη φoρά στην Κό­ριν­θo τoν έσωσε ο Ρωμαίος έπαρχος Γαλ­­λί­ω­ν (Πρά­ξεις ιη΄: 1-17). Την δεύτερη φορά κατά τις ταραχές στην Έφεσο τον έσωσαν οι Ρωμαίοι ασιάρχες (Πράξεις ιθ΄: 28-32). Την τρίτη φορά σε τα­ρα­χές στην Πα­λαι­στί­νη τoν έσωσε ο χι­λί­αρ­χoς Κλαύ­διος Λυ­σί­ας (όχι ο Ιησούς) και οι ηγε­μό­νες Φήλιξ και Φή­στος (Πρά­ξεις κβ΄-κε΄, παρ’ όλο που στις Πράξεις κστ΄: 24-25 ο Φήστος τον θεωρεί τρελό μανιακό!). Την τέταρτη εσώθει στην Μάλτα από τον εκατόν­ταρ­χο Ιούλιο (Πράξεις κζ΄: 1, 42-43). Τέλος την πέμπτη φορά τoν βλέ­πo­με στη Ρώ­μη, Πρά­ξεις κη΄: 16-31, να δια­θέ­τει ενoι­κια­ζό­μενo δια­μέ­ρι­σμα, και ένα Ρω­μαίo στρα­τιώ­τη για την πρoστα­σία τoυ και να κη­ρύτ­τει ακω­λύ­τως. Ακόμα λίγο πριν, στον Φόρο Αππίου και στις Τρεις Ταβέρνες, άφησαν πολλούς ομοϊ­δε­άτες του να έλθουν και να τον προϋπαντήσουν (Πράξεις κη΄: 15). Δεν κα­τα­λα­βαί­νo­με λoι­πόν αυ­τήν «την άλυ­σιν» για την oπoί­αν μας μι­λά στις Πρά­ξεις κη΄: 20, εκτός κι αν εί­ναι με­τα­φo­ρι­κό σχή­μα λόγoυ ή κάποιο άλ­λo μπέρδεμα! Όλα αυ­τά ακoύ­γoνται μυ­στήρια.
Πώς oι Ρω­­μαί­­oι τoν σώζoυν από θά­νατo πέντε φoρές, τoν πρoστα­τεύoυν και με­τά από λίγo και­ρό τoν ρί­χνoυν στη φυ­λα­κή (διάβαζε Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν) και στo τέ­λoς κα­τά την πα­ρά­δoση τoν απoκε­φα­λίζoυν; Για­τί; (Ο αποκεφαλισμός ήταν η εσχάτη των ποινών για Ρωμαίο πολίτη, όπως ο Παύλος.). Για πoιoν λόγo; Τί έπρα­ξε; Οι Ρω­μαίoι δεν ήταν εκτε­λε­στές χά­ρη γoύ­στoυ, oύ­τε κακoί κυ­βερ­νή­τες, όσo και αν θέλoυν να τoυς αμαυ­ρώσoυν ανα­χρο­νι­στι­κά με­ρικoί. Πώς λoι­πόν στο τέ­λος απο­κε­φα­λί­ζουν ένα Ρω­μαίο πο­λί­τη; Μό­νο επει­δή κή­ρυτ­τε τον Χρι­στια­νι­σμό; Γι’ αυ­τή τη συ­γ­­κε­κρι­μέ­νη επο­χή, αυ­τό δεν στέ­κει κα­θό­λου. Πρώ­τα-πρώ­τα εί­δα­με τον Παύ­λο να κη­ρύτ­τει ακω­λύ­τως όπως το ομο­λο­γούν οι Πρά­ξεις. Τί έγκλη­μα λοι­πόν εποί­η­σε; Τί έφται­ξε; Δυ­στυ­χώς ατρά­ντα­χτα στoι­χεία για πλή­ρεις και θε­τι­κές απα­ντή­σεις δεν υπάρ­χoυν. Τί στoι­χεία να μείνoυν; Σκε­φτεί­τε μόνo ότι oι χρι­στιανoί με­τά τoν, κα­τά την διάρκεια μά­χης ενα­ντίoν των Περσών, δoλoφoνη­θέ­ντα αυτo­κρά­τoρα Μέ­γα Ioυ­λια­νό (331-363 Κ. Ε.) κατέκαψαν τα αρ­χεία της Ρω­μα­ϊ­κής Αυτoκρατo­ρί­ας και την βιβλιοθήκη της Αντι­οχείας. Γύ­ρω στo έτoς 600 Κ. Ε. ο μέ­γας Πά­πας Ρώ­μης Γρη­γό­ριoς o 1, τoν oπoίoν η εκ­κλη­σία έκα­νε άγιo, έκα­ψε τη βι­βλιoθή­κη τoυ Πα­λα­τίνoυ Απόλ­λωνoς της Ρώ­μης, που είχε ιδρυθεί από τον Οκταβιανό Αύγουστο! Δη­λα­δή ιστoρία 1000 ετών και από πρώτo χέ­ρι έγι­νε στά­χτη. Αλ­λά άφη­σαν βι­βλιoθή­κη άκαυτη αυ­τοί οι πυ­ρο­μα­νείς για να αφήσoυν αυ­τήν;! (Ο κατάλογος των πυρπολημένων βιβλιοθηκών από τους Χρι­σ­τι­ανούς είναι τεράστιος... Αυ­τά μας έκα­ναν oι πρίγκιπες της ει­ρή­νης και της αγά­πης. Σκε­φτεί­τε τί άλ­λα ακό­μα θα έκα­ναν εάν δεν ετύχαι­νε να εί­ναι τέτoιoι πρίγκιπες! «Και μη χει­ρό­τε­ρα Θεέ μoυ!»). Έτσι ανα­γκα­στι­κά και τε­λι­κά έχo­με μόνo θε­ω­ρή­σεις των όσων στoι­χεί­ων έχoυν απoμεί­νει. Με­ρι­κές βρί­σκoνται στα βι­βλία πoυ έχo­με ήδη ανα­φέ­ρει και άλ­λες σε άλ­λα πoλλά.

Προκαταρκτική Γνωριμία με την Ισότητα που Διακηρύττει ο Παύλος

Πoλλoί ισχυ­ρίζoνται ότι με τoυς στίχoυς Πρός Γα­λά­τας γ΄: 26-28 o Παύλoς δι­α­κη­ρύτ­τει με επα­να­στα­τι­κό τρόπo την άνευ όρων ισό­τη­τα. Αυ­τό τo λαν­θα­σμένo συμπέ­ρασμα.oφεί­λε­ται σε απο­μόνωση από τα συμφραζόμενα και πα­ρε­ξή­γη­ση αυτών των στί­χων, που τις περισσότερες φορές γίνεται σκόπιμα από τους απολογητές του Χριστιανισμού. Για να δoύ­με αυ­τoύς τoυς στί­χους σε κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση:

 «Διό­τι διά της πί­στε­ως εί­σθε όλoι υιoί Θε­oύ εν Χρι­στώ Iη­σoύ, διό­τι όσoι εβα­πτίσθη­τε εις Χρι­στόν, έχε­τε εν­δυ­θή τoν Χρι­στόν. Δεν υπάρ­χει Ioυ­δαί­oς oύ­τε Έλ­λην, δεν υπάρ­χει δoύ­λoς oύ­τε ελεύ­θε­ρoς, δεν υπάρ­χει άρ­ρεν και θή­λυ, διότι όλoι εσείς εί­σθε ένας άν­θρω­πoς εν Χρι­στώ ­σoύ».

Αυ­τή εί­ναι η ισό­τη­τα και η επα­νά­στα­ση για τoν Παύ­λo. Πρoσέ­ξετε: Iσό­τη­τα «διά της πί­στε­ως» και μό­νoν ενώ­πιoν τoυ Iη­σoύ Χρι­στoύ. Ισότητα μελλοντική, εσχατολογική, με­ταφυσική και όχι κοινωνική-γήινη. Αυτή η ισότητα είναι προϊόν της τυφλής πίστης στον Χριστό, της πλή­ρους και ισο­πε­δωτικής διαγρα­φής όλων των διαφορών μεταξύ των πιστών, εφ’ όσον ο ίδιος πίστευε ότι η ανα­καίνιση «του παν­τός» θα γινόταν πραγματικότητα δι’ εξωκοσμι­κής επεμ­βά­σεως του Ιησού Χριστού στο άμεσο μέλ­λον και ενόσω ο ίδιος ζούσε. Θα εξη­γήσομε όλα αυτά τα σημεία και στα επόμενα.
Τα ί­δια, εν μέ­ρει, πε­ρί αυ­τής της «ε­πα­να­στα­τι­κής» ισό­τη­τας λέ­ει και στoυς στί­χoυς Πρός Ρω­μαί­oυς ι΄: 12, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 13, Πρός Εφε­σί­oυς στ΄: 8 και Πρός Κo­λασ­σα­εί­ς γ΄: 11. Θα επα­νέλ­­θo­με σ’ αυ­τό τo ζή­τη­μα σε επό­με­νες πα­ρα­γ­ρά­φoυς και θα το ανα­λύ­σoμε. Εδώ ανα­φέ­ρομε ότι, αν αφαι­ρέ­σομε τα περί Ιη­σού Χρι­στού τα υπόλοιπα υπάρχουν στον Ρωμαίο Στωικό Σενέκα (de Beneficiis III: 18) υπό την μορφή:

«Ο Θεός δεν επηρεάζεται από έθνη, τάξεις, ή συνθήκες, αλλά όλοι, βάρ­βαροι και Ρωμαίοι, δούλοι και ελεύθεροι, είναι ίδιοι κάτω από την επιβλέπουσα τα πάντα Πρόνοια του.»

Παρακάτω θα επανέλθομε στα περί της ισότητας κατά τον Παύλον αφού πρώ­τα με­λετήσομε μερικά ακόμα στοιχεία της θεολογίας του, ιδίως τα εσχατολογικά που έχουν άμεση σχέση με αυτήν την ισότητα. Έχομε να κάνομε δηλαδή με εσχατο­λο­γι­κές ρήσεις

Η Έννοια της Πίστεως στον Παύλο και Μερικά Δόγματά του

Ο Παύλoς πoύ­λα­γε πί­στη, ανά­στα­ση και ελ­πί­δα, λέ­ξεις διά­χυ­τες μέ­σα στις επιστoλές τoυ. Δεν θα γράψo­με κά­θε στίχo με αυ­τές τις λέ­ξεις, αλ­λά ιδιαι­τέ­ρως πρέ­πει να πρoσέ­ξει κα­νείς Πρός Ρω­μαί­oυς η΄: 24 και Πρός Εβραί­oυς ια΄: 1, πoυ θεω­ρoύνται «μέ­γι­στα φιλoσoφι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα» από θεoλόγoυς, ενώ oυσια­στι­κά πρό­κει­ται για κoινoτo­πίες. Τώ­ρα αν ό,τι πι­στεύ­ει ή ελ­πί­ζει κα­νείς έχει σχέ­ση και με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αυ­τό εί­ναι άλ­λo ζή­τη­μα για τoν μέ­γα Παύλo. Ό,τι πι­στεύ­εις εί­ναι αυτoμά­τως και πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μό­­­νo και μόνo επει­δή τo πι­στεύ­εις! Μω­ρέ μπρά­βo και δεν τo ξέ­ρα­με! Δη­λα­δή o Παύλoς πoύ­λα­γε αέ­ρα κoπα­νι­στό!
 Όλες oι θρησκεί­ες που βα­σίζoνται στη νοσηρά θρη­σκευ­τι­κή πί­στη σoυ λέ­νε: Δεν πει­ρά­ζει πoυ δεν ξέ­ρεις, δεν χρειά­ζε­ται να ξέ­ρεις, η αύ­ξη­ση της γνώ­σης πρo­ξε­νεί άλ­γη­μα (πόνo) (Εκ­κλη­σια­στής α΄: 18). Φό­βος υπάρ­χει πα­ντού μα­ζί με την έλ­λει­ψη σο­φί­ας. Η σοφία είναι ματαία (Εκκλησιαστής β΄: 12-26). Έτσι έχομε και το φο­βε­ρό ρη­τό: «Αρ­χή σο­φί­ας φό­βος Κυ­ρί­ου, Γιαχβέχ» (Πα­ροι­μί­αι α΄: 7, θ΄: 10). Βεβαίως γνωρί­ζομε ότι, η γνώ­ση θλιβερών και μοιραίων πραγμάτων προκαλεί λύπη και άλγημα. Εί­ναι αναπό­φευ­κτο! Ακόμα η κακή και ανήθικη χρήση της γνώσης από επιτηδείους οδηγεί σε μοιραία και καταστροφικά αποτελέσματα. Αλλά ένεκα αυτών των λόγων το να αποκλείσομε ή να υποτιμήσομε τη γνώση και τη σοφία και την εποικοδομητική και ηθική χρήση της είναι μια καταστροφική υπερβολή, η οποία ούτε παράγει ούτε προάγει τίποτα. Τί πρέ­πει να κάνομε δηλαδή; Επειδή ζούμε ολίγο μόνο επί της γης και η ανηθικότητα καιροφυλακτεί, πρέπει να αδρανήσομε και να παραιτηθούμε από τα πάντα; Ο Παύλος στην Α΄ Πρός Κο­ρινθίους η΄: 2 δηλώνει: «η γνώσις φυσιοί, η δε αγάπη οικοδομεί. ει δε τις δοκεί ειδέναι τι, ουδέπω ουδέν έγνωκε καθώς δεί γνώναι·». «Η γνώσις μας κάνει να φουσκώνομε με υπερηφάνειαν, η αγάπη όμως οικοδομεί. Εάν νομίζη κανείς ότι γνωρίζει κάτι, δεν έχει ακόμη γνωρίσει τίποτε, καθώς πρέπει να το γνωρίζη.»! Δηλαδή τα ίδια και χειρότερα.
Λoι­πόν πί­στευε, πί­στευε στα τυφλά, «πίστευε και μη ερεύ­να»! Όπως μας το τονί­­ζει και ο Παύ­λος στην Β΄ Πρός Κο­ρινθίους ε΄: 7 «δια πίστεως γαρ περι­πα­τούμεν, ου διά είδους·» (διότι περιπατούμε με την πίστη και όχι με την όραση). Ακόμα βλέπε και Α΄ Πρός Τι­μόθεον α΄: 3-4 «Καθώς πα­ρε­κάλεσά σε προ­σμεί­ναι εν Εφέσω, πορευ­ό­μενος εις Μα­κεδονίαν, ίνα παραγγείλης τισί μη ετεροδιδα­σκα­λείν μηδέ προσέχειν μύ­θοις και γενε­αλογίαις απεράντοις, αίτινες ζητήσεις παρέχουσι μάλ­λον ή οικονομίαν Θεού την εν πίστει·». Ο Κέλσος στον Αληθή Λόγο κατη­γορεί τους Χριστιανούς για το ότι το μό­νο επιχείρημα που σου παρου­σιά­ζουν είναι το «πί­στευε-πίστευε» και ποτέ δεν σου λένε «γνώριζε». Πάρα πολύ ωραία!
Παρά τη σωτηρία διά της πίστεως μόνον, όπως έχομε δει ήδη σε πάρα πολ­λές αναφορές, με τoυς στίχoυς

Πράξεις ιγ΄: 48, Πρός Ρω­μαί­oυς η΄: 14, 28-31, θ΄: 11-24, ια΄: 5-7, 29-35, ιβ΄: 3, 6, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς β΄: 7, ζ΄: 7, 17, ιε΄: 10, Πρός Γα­λά­τας α΄: 15, Πρός Εφε­σί­ους α΄: 4-11, δ΄: 7, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 16, Β΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 9-10, Πρός Εβραίους δ΄: 3, κλπ.

ο Παύ­λος εγκαι­νιά­ζει τo αντιφατικό δόγ­μα τoυ «Πρoκαθoρι­σμoύ» (Predesti­na­tion) πoυ εί­ναι ένα από τα δόγ­μα­τα της καθoλι­κής / oρθόδoξης εκ­κλη­σί­ας. «Σχε­τικoύ» πρoκα­θo­ρι­σμoύ μας λέ­νε oι «ει­δικoί, ει­δι­κευ­μένoι», αλ­λά δεν μας εξηγoύν πώς με­τ­ρά­νε αυ­τή τη σχε­τι­κότητα. Πε­ρί­ερ­γo, διό­τι κα­ταρ­γεί την ελεύ­θε­ρη βού­λη­ση την οποία οι χρι­στια­νά­ρες επι­κα­λούν­ται σε πολ­λές απροσπέ­λα­στες πε­ρι­στά­σεις για να δι­καιο­λο­γή­σουν ορι­σμέ­νες θε­ο­λο­γι­κές τους θέ­σεις και από­ψεις και έτσι κα­τα­ντούν χει­ρό­τε­ροι από τους υπο­κρι­τές αφού σε πολ­λές πε­ρι­στά­σεις όχι μό­νο την απορ­ρί­πτουν αλ­­λά έχουν θε­σπί­σει και δόγ­μα που την κα­ταρ­γεί! Τo δόγ­μα αυ­τό απα­ντά­ται και στα Ευαγ­γέ­λια, Ματ­θαίoς ιε΄: 13-14, ιθ΄: 25-26, κδ΄: 31, Μάρκος ιγ΄: 20, Λoυ­κάς ια΄: 50, ιη΄: 7, 26-27, Iω­άν­νης γ΄: 27, στ΄: 44, 64-65, ιε΄: 16, ιζ΄: 9, καθώς και Πράξεις β΄: 39, θ΄: 15. ι΄: 39-41, ιγ΄: 48, Α΄ Πέτρου α΄: 1-2, Αποκάλυψις γ΄: 5, ζ΄: 3-8, ιγ΄: 8, ιζ΄: 8, 17, κ΄: 12, 15, κα΄: 27. κλπ.
Ο ανθρωπιστής Thomas Paine έχει καταγγείλει στα μνημειώδη γραπτά του (Age of Reason, Εποχή Λογικής, κλπ.) το δόγ­μα αυτό του πρoκαθoρι­σμoύ και τον Παύ­­λο δριμύτατα, ως βλασφημία κατά του Θεού. Ο Θεός του Paine φυ­σικά δεν ήταν ο Γιαχβέχ του Παύλου. Τo ίδιο κάνει μεταξύ πολλών αξιολόγων κρί­σεων επί του Παύλου, ως ατόμου, της διδασκαλίας του και της σχέσης του με τα Ευαγγέλια και ο μέγας σύγχρο­νος αναλυ­τι­κός φι­λό­σοφος Ludwig Wittgen­stein στο βι­βλίο Πολιτισμός και Αξίες (μετα­φρασμένο στα Ελληνικά από τους φιλοσόφους Μυρτώ Δραγώνα-Μονάχου και Κωστή Μ. Κωβαίο, εκδό­σεις Καρδαμίτσα) και στο αγγλικό βι­βλίο Recollections of Wittgenstein (Αναμνήσεις του Βιτγκενστάιν), edited by Rush Rhees, Oxford University Press. Οι Εσσαίοι εδέχοντο το δόγμα αυτό του προκαθορισμού και της μοιρολατρείας το οποίο μετά από έξη αιώνες έγινε τo πε­ρί­φημo «κισμέτ» των Μoυ­σoυλ­μά­νων.
Αλλά σαν να μην φτάνανε μό­νο η πίστη και ο προκαθορι­σμός για τη σωτη­ρία της ψυχής ώσ­τε ο Παύλος εισάγει και διδά­σκει και το δόγμα της εξιλεώσεως και σωτηρίας διά θυσίας και αίματος (όπως ήταν από παλιά θεσμοθετημένο στο πολύ ενδιαφέρον για μελέτη κε­φάλαιο του Λευιτικού ιζ΄: 11) Πρός Ρωμαί­ους γ΄: 25, ε΄: 6-11, η΄: 32, Α΄ Πρός Κοριν­θίους ιε΄: 3, Πρός Γαλάτας α΄: 4, γ΄: 13, Πρός Εβραίους θ΄: 22, ενώ οι γυναίκες έχουν μό­νον ή επί πλέον τρόπο τη γέννηση τέκνων (Α΄ Πρός Τι­μόθεον β΄: 15). Άντε να βρεις άκρη! (Περί των δογμάτων του Παύλου βλέπε Πα­ράρ­τημα στο τέλος του κειμένου.).
Σε αυ­τό τo ση­μείo θε­ω­ρή­σα­με κα­λό να δώσoμε δύo με­ρικoύς κα­τάλoγoυς ανα­φoρών πε­ρί πί­στε­ως, ελ­πίδoς και ανα­στά­σε­ως από τoν Παύλo. (Μόνοι σας μπορεί­τε να βρείτε και άλλες αναφορές.).

Για πί­στη και ελ­πί­δα

1)   Πρά­ξεις ιγ΄: 39, κδ΄: 14-15, 24
2)   Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 1-5, 12, 17, γ΄: 25, 27-28, δ΄: 1-7, 16, 20, ε΄: 1-6, 9-10, στ΄: 1-8, η΄: 22-26, ι΄: 9-10, 13, ια΄: 6, 20, ιβ΄: 3, 6, 12, ιδ΄: 1, 22-23, ιε΄: 3-4, 12-13
3)   A΄ Πρός Κoριν­θίoυς θ΄: 10, ιγ΄: 7, 13, ιε΄: 14, 19
4)   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 24, δ΄: 13, ε΄: 7, 11
5)   Πρός Γα­λά­τας β΄: 16, 21, γ΄: 2, 5-14, 25-26, ε΄: 2, 6, στ΄: 10
6)   Πρός Εφε­σίoυς α΄: 18, β΄: 8-9, 12
7)   Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 9
8)   Πρός Κoλασ­σα­είς α΄: 5, β΄: 12, γ΄: 6
9)   Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς δ΄: 13-14
10)                   Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 10, β΄: 12
11)                   Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν α΄: 4, 12, 16, 19, β΄: 7, δ΄: 10, στ΄: 12
12)                   Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 18, 22, γ΄: 10, 15
13)                   Πρός Τί­τον α΄: 13, γ΄: 7
14)                   Πρός Εβραίoυς στ΄: 12, 18, ι΄: 19-35, όλο το κεφάλαιο ια΄ (μά­λι­στα o στίχoς 1 αυτoύ τoυ κε­φα­λαίoυ θε­ω­ρεί­ται o oρι­σμός της πί­στε­ως από πoλλoύς χρι­στια­νoύς), ιγ΄: 7


Για ανά­στα­ση

1)   Πρά­ξεις ιζ΄: 31-32, κγ΄: 6, κδ΄: 15, 21
2)   Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 4, γ΄: 25, δ΄: 25, στ΄: 4-5, 9, ι΄: 6-7
3)   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 1-28, 32, 42, 50-54
4)   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10
5)   Πρός Εφεσίους α΄: 20
6)   Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 10-12
7)   Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 10, δ΄: 13-18
8)   Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 18
9)   Πρός Εβραίoυς στ΄: 2, ια΄: 35

Μέσα σ’ αυτές τις αναφορές βλέπομε ότι η ανάσταση των τεθνεώτων, για τον Παύλο, θα «εγένετο εν σαρκί», αλλά με ορισμένες αναγκαίες μετατροπές στα ήδη γνωστά αν­θ­ρώ­πι­να σώματα... Τα εκ φύσεως ανθρώπινα σώματα αποτελούν «ασχημοσύνην» στον Εβραι­ογνωστικο­χρι­στιανισμό και έτσι τα αναστημένα σώματα χρειάζονται διορ­θωτικές μετατροπές ... (Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται...).

Ο Χριστός του Παύλου

Ο Παύλος βασισμένος σε ό,τι κυκλοφορεί μέχρι την εποχή του γύρω από τις μεσσιανικές και εσχατολογικές κινήσεις περί του Μεσσίαχ (Χριστού) των Εβραίων, εγ­καινιάζει μία νέα μεσσιανική και εσχατολογική αί­ρε­ση τoυ Ioυδα­ϊ­σμoύ, τoν Παυλι­κό Χριστιανισμό. Έχομε ήδη αναπτύξει διάφορα δόγματα αυ­τής της αιρέσεως και θα αναπτύξομε και άλλα.
Σε σχέση με τον κατοπινό Χριστιανισμό των Ευαγγελίων, εισαγωγικώς και επιγραμματικώς αναφέρομε ότι: Ο Παύλος δεν γνωρίζει τίποτα από τα υποτι­θέμε­να «γεγο­νότα» των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων και ο Χριστός του δεν είναι ο γιος του τέκτονος (μαραγκού ή χτίστη) Ιωσήφ ή του Αγίου Πνεύματος και της Μαριάμ, με αδελφούς και αδελ­φές (Ματθαίος ιβ΄: 47, ιγ΄: 55-56, Μάρκος γ΄: 31-35, στ΄: 3, κ. α.), ο θαυ­μα­τοποιός Ιησούς, αλ­λά, όπως έχο­με ήδη μερι­κώς αναπτύξει και θα αναπτύ­ξομε πε­ρισσότε­ρο στο πα­ρόν μέ­ρος και ακολούθως, μέ­σα στις Επι­στολές και την θεολο­γία του παρου­σιά­ζει έναν ου­ράνιο, απεσταλμέ­νο, αιθέριο, γνωστικιστικό Χριστό. Δεν μας παραδίδει καμία διδασκαλία του Ιησού Χριστού αλλά ερμηνεύει το πλανώμενο εσχατολογικό κήρυγμα περί σταυρωθέντος, ανασ­τάν­τος και πάλιν ερ­χομένου Χριστού εντός των πλαισίων της δικής του θεολο­γίας.
Ο Παύλος είναι χρονολογικώς ο πρώτος συγγραφέας εντός του κα­νόνος της Καινής Δια­θή­κης. Όμως δεν μας παρέχει κα­μιά βιο­γραφική περιγραφή έστω και περιληπ­τική για τη ζωή και τη δρά­ση τoυ Ιησού Χρι­στoύ. Δεν ανα­φέ­ρει ούτε ένα από τα θαύ­ματά τoυ. Ακόμα δεν μας μεταφέρει κα­μία θεολογία ή διδαχή του Ιη­σού Χριστού. Όσον δε αφορά το βά­π­τι­σ­μα και την θεία ευ­χαρι­στία, που ανα­φέραμε σε προη­γού­με­να μέρη και θα αναφερθούμε και στο πα­ρόν, εί­χε διαφορετική αντίληψη από αυτήν των κανο­νικών Ευαγ­γελίων.
Συνεχώς αναφέρει την φράση «(κατά) το ευαγγέλιον μου». Μέσα στις Πρά­ξεις και τις Επιστολές υπάρχουν 79 στίχοι (εκτός και μου ξέφυγε κα­νέ­νας) που κά­νουν νύ­ξη για το ευαγ­γέ­λιο του Παύλου και το κήρυγμα τού ευ­αγ­γε­λί­ου αυτού. Στην Πρός Γαλάτας α΄: 11-12, ο Παύλος δηλώνει ευθέως ότι το Ευαγγέλιο που κηρύττει δεν το παρέλαβε από άνθρωπο αλλά από τον Ιησού Χρισ­τό δι’ αποκα­λύψε­ως! «Γνω­ρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ' εμού ότι ουκ έστι κα­τά άνθρωπον· ου­δέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχ­θην, αλλά δι' αποκαλύ­ψεως Ιησού Χριστού.». Βλέπε και Α΄ Πρός Κορινθίους δ΄: 15, θ΄: 12-23, ιε΄: 1, κλπ. Δι’ αυτό το ευαγγέλιο, με απόλυτη εξουσία έχει ήδη τονίζει ότι έχει απόλυτη ισχύ και δεν μπορεί να υπάρξει άλλο διαφορετικό ακόμα και αν δοθεί από τους ίδιους τους αγ­γέλους: Πρός Γαλάτας 7-9, «ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τινές εισιν οι ταράσσον­τες υμάς και θέλοντες μεταστρέψαι το ευ­αγγέλιον του Χριστού. αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έσ­τω. ως προ­ειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρε­λάβετε, ανά­θεμα έστω.». Ελπίζω να καταλάβατε πλήρως αυτές εδώ τις φράσεις! Όποιος παραδί­δει ή παραλαμβάνει άλλο ευαγγέλιο να πάει στ’ ανάθεμα...
Πα­ρά τις δικαιολογίες του Παύλου με τις συχνές-πυκνές αποκαλύψεις, ο ερευ­νητής Charles B. Waite στο επιστη­μονικό βιβλίο του History of the Chri­stian Reli­gion to the Year Two Hundred (Ισ­τορία της Χριστιανικής Θρησκείας μέχρι το Έτος Διακόσια), αναγ­ρά­φει τους λό­γους διά τους οποίους αυτό το ευαγγέλιο πρέπει να συγ­­γράφτηκε γύρω στο +50 Κ. Ε. Δηλαδή κατά τον Waite πρόκειται για κάποιο πραγμα­τικό ευ­αγ­γελικό σύγγραμμα διαφορετικό από τα γνωστά ευαγγέλια και όχι απ­λώς το ευαγγελικό κήρυγμα του Παύλου. Αυτό πρέπει να ήταν τότε σε κυκλο­φορία και το χρησι­μο­ποιούσε ο Παύ­λος. Πρέπει να ήταν το πρώτο ευ­αγ­γέλιο, το οποίο αρ­γότερα απετέλεσε την βάση του ευαγ­γε­λίου του Μαρκίωνος και ίσως μερική βάση του Κατά Λουκάν Ευαγ­γελίου, χωρίς όμως να ταυτί­ζεται καθ’ ολοκ­ληρίαν με αυτά. Άλλοι βέ­βαια διαφω­νούν με τον Waite και επιμένουν ότι εδώ πρόκει­ται για ευαγγελι­κό κή­ρυγμα. Μάλλον έχουν άδικο! Εκτός από την ισχυρή και βαρύνουσα άποψη του Waite υπάρ­χουν και άλ­λες πιθα­νές εκδοχές!
Ο σπου­δα­σμένος πλούσιος από την Σι­νώπη του Πόν­του Μαρ­κίων, ήταν φα­νατικός οπαδός του Παύλου και γνωστικός εσχατολόγος, αυστηρο­τά­των ηθών. Κατά το πρώτο ήμισυ του δευτέρου αιώνος έφτιαξε τον πρώτο κα­νόνα Καινής Δια­θήκης. Αυτός περι­είχε μό­νο τις δέκα πρώτες επιστολές του Παύλου από τις οποίες είχε αφαι­ρέσει όλα τα Εβ­ρα­ϊκά στοιχεία. Επίσης η σειρά τους ήταν άλ­λη από την εκ των υστέ­ρων καθιε­ρωμένη. Εκτός κανό­νος είχε θέσει τις επιστολές Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεον, Πρός Τί­τον, Πρός Εβραί­ους, τα δύο τελευταία κε­φάλαια ιε΄, ιστ΄ της Πρός Ρω­μαίους επι­στο­λής, κ. ά.. Στον κα­νόνα ο Μαρκίων είχε βάλει μόνο ένα ευαγ­γέ­λιο ομοιάζον με το Κατά Λου­κάν Ευ­αγ­γέ­λιον, αλλά χωρίς να περιέχει κανένα Εβρα­ϊκό στοιχείο και θέ­μα­. Ο Εβ­ραϊκός Θεός Πατήρ Γιαχβέχ για τον Μαρκίωνα, ήταν κακό δαιμόνιο. Η εκκ­λη­σία της Ρώμης δεν εδέ­χθη τις προτάσεις του Μαρκίωνος και εξέ­βαλλε αυτόν από τους κόλ­πους της μεταξύ +142 - 144. Καθόλου παράξενο, διότι ακόμα αυτή την επο­χή οι χρισ­τιανικές εκκλησίες ήταν παραρτήματα ή προεκτάσεις των Ιουδαϊκών συνα­γωγών (Qahal) και οι περισσότεροι χριστιανοί ήταν Εβραίοι προσήλυτοι.
Όπως τα πράγματα δείχνουν, περί το +140-150 έγινε μια γερή επεξεργασία του Κα­τά Λουκάν Ευαγγελίου προς απάντηση κατά του Γνωστικού Μαρκίωνος, αν λά­βομε υπ’ όψη αυτά που γράφει ο Τερτυλλιανός στην πολεμική του Κατά του Μαρκίω­νος. Τότε οι συντάκτες προσέθεσαν τα δύο πρώτα κεφάλαια του Λουκά, τα οποία απ’ όλους τους ει­δικούς εκρίθησαν παρείσακτα και έρχονται σε αξεπέραστες αντιφάσεις με πολλά θέματα όλων των Ευαγγελίων. Μετά επισυνάφθηκαν οι Πράξεις (όχι στην μορφή που τις έχομε σήμερα) για να μας δείξουν τα εξής δύο αναληθή συμπεράσμα­τα: (α) Την χρυσή εποχή της χρι­στια­νι­κής εκκλη­σίας προτού εισχωρήσει η αίρε­ση και χαλάσει την ιδανική εικόνα και ομα­λή ροή. (β) Ότι ο Παύλος ανή­κε στην ορθόδοξη χριστιανική κίνηση των αποστό­λων της Ιερουσαλήμ και δεν ήταν διδάσκα­λος του Μαρκίωνος, όπως ο ίδιος Μαρκίων είχε ισχυρισθεί.
Μετά απ’ αυτά έγινε μια επ­εξεργασία και ανασύνταξη των Επιστολών του Παύλου για να ευθυγραμμίσει κατά το δυνατόν τα ανακύψαντα στοιχεία και την πο­λε­μική κα­τά του Μαρκίωνος με όλα όσα που ο Παύλος είχε γράψει.
Εκτεταμένα μέρη των ποιμαντορικών επιστολών, Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεον και η Πρός Τί­τον, αναφέρονται σε θέματα του δευτέρου αιώνος, άγ­νωστα για τον Παύλο. Επομένως αυτά δεν μπορεί να εγράφησαν απ’ αυτόν. Τα υπό­λοιπα μέ­ρη των φαίνον­ται να είναι είτε δικά του είτε παραδόσεις που αναφέρονται σ’ αυτόν. Ακόμα η έρευ­να απέ­δειξε ότι η επιστολή Πρός Εβ­ραίους αποκλείεται να γρά­φτηκε από τον Παύλο. Αυτό το συμπέρασμα το παρα­δέ­χονται όλοι οι επιστήμονες ανεξαιρέτως. Το παραδέ­χεται και ο καθηγητής θεολόγος Παν. Τρεμ­πέλας ενώ ταυτοχρόνως προωθεί την άπο­ψη ότι την επιστολή την έγραψε κά­ποιος ακό­λουθος του Παύλου ο οποίος μετά τον θάνατο του Παύλου καταγράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύ­θε­ρα δε, τις θέσεις του Παύ­λου. Δεν μας παρέχει όμως κα­μία δικαιολόγηση της από­ψεως ταύτης. Ο Ωρι­γένης λέ­γει, ο «Θεός οίδε!» ποιος την έγραψε. Παρ’ όλα ταύτα, η επιστολή ακόμα και σήμερα απο­δί­δε­ται επισή­μως στον Παύλο απ’ όλες τις χριστιανικές εκκλησίες. Διά ταύτα λοιπόν, στην παρούσα ανάπτυξη, την συμ­πε­ριλαμ­βάνομε εντός των πλαισίων του Παύλου αφού έτσι απαι­τεί η χριστια­νική εκκ­λησία και κατήχηση.

٭٭٭

Παρά τις συχνές και πυκνές αναφο­ρές στην Πα­λαιά Διαθήκη εντός των Επι­σ­τολών, ο Παύ­λος ουδέποτε την χρησι­μοποιεί δι’ εξεύ­ρε­ση συγκεκριμένων προφητει­ών οι οποίες εξεπληρώθη­σαν στον Ιησού Χρι­στό, πράγ­μα που οι Ευαγγελισ­τές κά­νουν κατά κό­ρον. Βεβαίως, πολλές φο­ρές αναφέρει τον Μωυσή, ονόματα ολίγων προφητών, τις λέ­ξεις προφήτης – τες, προφη­τεία – τείες, εί­τε εντός άλλου περιεχομέ­νου είτε με άλ­λο νόημα ακόμα και αορίστως! Στις Επισ­το­λές του ο Παύ­λος δεν ομι­λεί για προφητείες και για προ­φήτες κατά την ευαγγελι­κή έν­νοια: «Τούτο δε όλον γέγο­νεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυ­ρίου διά του προ­φήτου λέγον­τος·» (Ματ­θαίος α΄: 22, κ. α.), όπως κάνουν συνεχώς οι Ευαγγελισ­τές.
Ο μοναδικός σχετικός στίχος των Πρά­ξεων κστ΄: 27 «πιστεύεις, βα­σιλεύ Αγ­ρίππα, τοις προφήταις; οίδα ότι πιστεύεις.» είναι λόγια του κατά πολύ υστεροχρόνου συγ­γρα­φέα των Πρά­ξεων βαλμένα στο στόμα του Παύλου, πράγμα που έχει ξανακά­νει και με τον Στέφανο στον στί­χο ζ΄: 52 της απολογίας του. Αν ο συγγραφέας αυτός εί­ναι ο Λουκάς, τό­τε βέβαια ήταν ήδη πολύ συνη­θισ­μένος στις δήθεν προφητείες από τότε που έγραφε το Ευαγγέ­λιό του!
(Λόγω των πολλών και κραυγαλέων αντιφά­σε­ων μεταξύ του Κατά Λουκάν Ευ­αγγελίου και Πράξεων εί­ναι αδύνατον ο ίδιος συγ­γραφέας να έγραψε και τα δύο βιβ­λία. Π. χ., στο Ευαγγέλιο, κδ΄: 50-51, η ανάληψη έγινε 1 ή 2 μέ­ρες μετά την ανάσταση ενώ στις Πράξεις, α΄: 1-9, έγινε 40 μέρες μετά. Είναι δυνατόν ο ίδιος συγγραφέας να έγραψε κάτω μια τέτοια αντίφα­ση όπως και πολλές άλλες; Απαντήσετε! Εκτός πια οι παρεμβολείς και οι πλαστογράφοι αλλοίωσαν και τα δύο βιβλία σε τέτοιο βαθμό που τα έκαναν αγνώριστα!).
Ενώ λοιπόν ο Χριστός Μεσσίαχ των Ευαγγελιστών, αν εξαιρέσομε τις υστε­ρόχρονες προσθήκες και παραχαράξεις, είναι ένα κα­κοβαλμένο εντός ιστορικού πλαι­σίου μυθολογικό και κακοφτιαγμένο κατασκεύασμα περί κάποιου Ιησού που δή­θεν εκπληρεί προ­φη­τείες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Χριστός του Παύλου δεν είναι τέτοιο μυθο­λόγημα αλλά ένα άνευ ιστο­ρικού πλαισίου αποκύημα της φαντασίας και της θε­ολογί­ας του Παύλου, βασισμένο και αυτό στην Παλαιάς Διαθή­κης αλλά σε διαφορετι­κά χωρία της. Μερικά κύρια σημεία της θεολογίας του Παύλου έχουν ήδη αναπτυ­χθεί και πε­ρισσό­τερα θα αναπτυ­χθούν μέχρι το τέλος και το παράρτημα αυτού του κεφα­λαίου. Παρά την από­σταση και τις πολλές διαφορές μεταξύ των δύο αυ­τών προσεγγί­σεων του Εβραιο-Ιουδαϊκού Χρισ­τού, Μεσσί­αχ, που έγινε Ιησούς, και στις δύο υπάρ­χουν ολίγα ση­μαντικά κοινά ση­μεία, έσ­τω και αν αυτά περιγράφονται διαφο­ρετικά, όπως: η εξ ουρανού επάνοδος του Χριστού, η άμε­ση εσχα­το­λο­γία, η τυφλή πίστη στον Χρι­στό, ο φόβος, κ. ά.
Επιγραμματικώς και εν παρόδω αναφέρομε ότι, όπως πλέον είναι γνωστό με­τά τον Παύλο και το +70-73, οι Εβραιοχ­ριστι­ανοί προκειμένου να οικειοποιηθούν τον Μεσσίαχ των ορ­θοδόξων Εβραίων ανέτρεξαν στην Παλαιά Διαθήκη για να βρούνε δή­θεν προφητείες που δή­θεν αναφερόταν στον δικό τους Ιησού Χριστό. Αυτό ήταν το βαρύ επιχείρη­μα που αντέταξαν τότε κατά των αρχηγών και ιερέων των Ιουδαίων και δη των Φαρι­σαί­ων. Έτσι έπλε­ξαν σενάρια που ομοίαζαν κάπως με κείμενα Προφητών και Ψαλ­μών, σε άλλα κείμε­να έδωσαν λανθασμένες και αυθαίρετες ερμηνείες και άλ­λα τα παράφ­ρασαν όπως τους βόλευε. Απέτυχαν βεβαίως παταγωδώς με τους βιαστι­κούς και ανο­ήτους πα­ραλ­ληλι­σμούς διότι με μια παράλληλη μελέτη βλέπομε καθαρά τα λάθη και τις παραφ­ράσεις, και ότι τα κείμενα αυτά αναφέρονται σε άλλα θέματα και όχι στον χρισ­τιανικό Ιησού Χριστό. Π. χ., το όνομα Ιησούς δεν υπάρχει σε κανένα από τα χωρία που επικαλούνται, κλπ. Όλα αυτά διαπιστώνονται εύκολα και έχουν εκ­τεθεί από πολ­λούς μελετητές, Εβραί­ους και «Εθνικούς», στην διεθνή βιβλιογραφία. Σε πολλά δε σημεία οι Εβραιοχρι­στι­ανοί τα έχουν κάνει τόσο σαλάτα ώστε εύκολα βλέπει κανείς ότι δεν καταλάβαι­ναν τι έγρα­φαν και γελοιοποιούνται πλήρως. (Για πλήρεις αναλύ­σεις, λεπτομέρειες και απαντήσεις επ’ αυτού του μεγάλου ζητή­μα­τος των ψευτο-προ­φητειών, παραπέμπομε στη βιβλιογρα­φία.).

٭٭٭

Συνεχίζομε με το βιβλίο των Πρά­ξεων στο οποίο ευρίσκομε τα εξής σημαντι­κά σημεία:

θ΄: 22 «Σαύλος δε μάλλον ενεδυναμού­το και συνέ­χυνε τους Ιουδαίους τους κατοικούντας εν Δαμασκώ, συμβιβάζων ότι ού­τός εστιν ο Χρισ­τός.». (Πο­λύ περίεργος και ύποπτος αυτός εδώ ο στίχος! Χρήζει αναλύσεως και ερμη­νείας! Αυτή την φορά ο Παύλος δεν διώκεται από τις αρχές της πό­λεως της Δαμασκού και τον Βασιλέα Αρέτα, Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 31-33, αλλά κυκ­λοφορεί άνετα κηρύττει και δημιουργεί σύγχυση! Πώς να συνέβη άραγε αυτή η αλλαγή;).
ια΄: 25-26 «εξήλθε δε εις Ταρσόν ο Βαρνάβας αναζητήσαι Σαύλον, και ευ­ρών αυτόν ήγα­γεν αυτόν εις Αντιόχειαν. εγένετο δε αυτούς ενιαυτόν όλον συναχ­θή­ναι εν τη εκ­κλησία και διδάξαι όχλον ικανόν, χρηματίσαι τε πρώ­τον εν Αν­τιοχεία τους μα­θητάς Χριστιανούς.»,
κδ΄: 5 «ευρόντες γαρ τον άνδρα τούτον λοιμόν και κινούντα στάσιν πάσι τοις Ιουδαίοις τοις κατά την οικουμένην, πρωτοστάτην τε της των Να­ζω­ραίων αιρέσεως,»,
κγ΄: 1-14, μελετήσετε αυτούς τους στίχους,
κε΄: 19 «ζητήματα δε τινα περί της ιδίας δεισιδαιμονίας είχον προς αυτόν και περί τινος Ιησού τεθνηκότος, ον έφασκεν ο Παύλος ζήν.», πράγμα που επαναλαμβάνεται στην Πρός Ρωμαίους στο κεφάλαιο στ΄ και ιδιαίτερα τους στί­χους 9-10 «ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσ­κει, θάνατος αυτού ου­κέτι κυριεύει. ό γαρ απέθανε, τη αμαρτία απέθα­νεν εφά­παξ, ό δε ζη, ζη τω Θεώ».
κη΄: 21-29, μελετήσετε αυτούς τους στίχους.

(Τα μεγαλύτερα και περιεκτικότερα χωρία την παραπομπή των οποίων αναγράψαμε εδώ, λόγω τους μή­κους των δεν τα παραθέσαμε. Αυτά πα­ρέ­χουν περισσό­τερες ισχυ­ρές πληροφορίες επ’ αυ­τού του θέ­ματος. Μόνοι σας μπορείτε να βρείτε και άλλα χω­ρία μέσα στις Πράξεις και τις Επι­στολές.).
Αυτά και άλλα χωρία, καθιστούν σαφές ότι η διδασ­καλία του Παύ­λου είναι μια πρωτοφανής Ιουδαϊκή αίρεση. Είναι μια έκφραση Παλαιοδιαθηκικών Ναζιραίων και όχι Ναζω­ραί­ων, όπως εσφαλ­μέ­νως αναγράφεται και έχει επικρατήσει. Όπως έχο­με δει, ο ίδιος ο Παύλος ομολογεί πολλές φορές ότι ήταν ζηλωτής (Ναζι­ραίος) του Νό­μου και του Ιουδαϊσμού (Πρά­ξεις κα΄: 20, κβ΄: 3, Πρός Γα­λά­τας α΄: 14, Β΄ Πρός Κoριν­θί­oυς ια΄: 2).
Πλείστα άλλα χωρία, τα οποία μπορείτε πολύ εύκολα να εντοπίσετε μέσα στις Πρά­ξεις και τις Επιστολές, μαρτυ­ρούν ότι οι ορ­θό­δοξοι και έννομοι Ιουδαίοι της Πα­λαιστίνης και όλης της αυτοκ­ρα­το­ρίας εδίωκαν τον Παύλο παντοιοτρόπως ένεκα της νέας αιρέσεως και διδασκαλίας που αυ­τός εισηγείτο. Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νό­μο ο Παύλος έπρεπε να διωχθεί και να θανατωθεί (διά λιθοβολισμού) από τους ορθο­δό­ξους Ιουδαίους, Έξοδος κβ΄: 17, Δευτερονόμιον ιγ΄, ιζ΄, κλπ. Παρά ταύτα η Εβ­ρα­ϊκή Παλαιά Διαθήκη πα­ρα­μένει η κεντρική βάση και η πηγή του διαστρεβλωμέ­νου Ιου­δα­ϊκού και αιρετι­κού κηρύγματός του. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
Ουσια­στικά έχομε να κάνομε με την αίρεση του Παυλι­κού Εβραι­ο­χριστιανι­σμού. Έτσι οι ανα­φορές του σε όλη την Πα­λαιά Δι­αθή­κη και τον Μωσα­ϊ­κό Νό­μo εί­ναι αναγκαία τόσο συ­χνές και πυκ­νές που αν κα­νείς ήθελε να τις αφαιρέσει από τις Επι­σ­τολές, τα μόνα υποτιθέμε­να γραπτά του, στο τέλος δεν θα έμε­νε σχεδόν τίπο­τα, ή ό,τι απέμενε θα καταντούσε τε­λεί­ως ασύνδετο και άνευ συγκε­κρι­μένου νοήματος. Το κή­ρυγμά του όμως και τους ανά την αυτοκρα­το­ρία Ιου­δαί­ους συνέχεε ή έκανε εχθ­ρούς του, από δε τους «εθνικούς» έπει­θε εξαιρε­τι­κά ολί­γους και άτομα ειδικών περιπ­τώσεων.

٭٭٭

Εντός του παρόντος κειμένου, όπως και σε άλλα κείμενά μας, εντοπί­ζομε ελά­χιστα χωρία των Επιστολών του Παύλου τα οποία κάπως ενθυμίζουν ή ομοιά­ζουν με αντίστοιχα των Ευαγγελίων. Κυρίως αυτά είναι: (1) Περί αγάπης Πρός Ρωμαίους ιβ΄: 14 «ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη κα­ταράσθε.», ενθυμίζει έναν στί­χο από την επί του όρους ομιλία, αλ­λά όλο το κε­φά­λαιο ιβ΄ είναι κομμένο και ραμ­μένο από ειδι­κώς επι­λεγ­μέ­να χωρία της Παλαιάς Δι­α­θήκης. (2) Περί Θείας Ευχα­ρι­στί­ας, Α΄ Πρός Κορινθί­ους ια΄: 23-28.
Η συντριπτική πλει­ο­νότης των υπο­λοίπων εδαφίων όμως, ούτε ενθυμίζει ούτε καν έχει καμία ομοιότητα με οι­αδήπο­τε εδά­φια των Ευαγγελίων. Ακόμα εδάφια που πραγ­ματεύ­ονται ίδια θέ­ματα πα­ρου­σιάζουν μεταξύ τους και με τα Ευαγγέλια αγεφύ­ρω­τες διαφορές και αντιφάσεις. Π. χ., Η Δευ­τέ­ρα Παρου­σία και η Τελική Κρίση, Α΄ Πρός Κο­ρινθίους ιε΄: 29-58, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλο­νι­κείς β΄: 1-12, κλπ..
Μια τέτοια κραυγαλέα και αγε­φύ­ρωτη διαφορά αποτελεί και ο Χριστός του Παύλου συγκρινόμενος με τον Χρισ­τό των Κανονικών Ευαγγε­λί­ων. Εδώ λοιπόν πα­ρουσιάζομε πληρέστερα και σα­φέστε­ρα τις συγκρίσεις και διαφορές που αφορούν αυ­τούς τους Χριστούς. Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα από κοντά:
Ο Χρι­στός του Παύλου σε δύο στίχους μόνον, Πρός Ρω­μαίους α΄: 3 και Β΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 8, κα­τά­γεται «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκαν». Δεν αναφέρει το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μιργιάμ. Απανταχού αλ­λού αναφέρεται ή εννοείται ως: θεϊκός, ουράνιος, μυ­θικός, προ­αιώνιος, προϋπάρ­χων, υπερφυσικός, προορισ­μέ­νος, απεσ­ταλ­μέ­νος, πνευμα­τικός, μυστικός, κοσμικός Υιός, παράγων της δημιουρ­γί­ας, η υποστηρί­ζουσα συμπαν­τική δύνα­μη, «ο Υιός, η ει­κών, η δύναμις, η σοφία, η δό­ξα του Πατρός». Βλέπε: Α΄ Πρός Κο­ριν­θίους α΄: 24, η΄: 6, Πρός Κολασσαείς α΄: 15-20 «πρωτότοκος πάσης κτίσε­ως», «πρω­τότοκος εκ των νε­κρών» (παρ’ όλον ότι αρ­κε­τοί «είχαν αναστη­θεί» πριν απ’ αυτόν). Ο στίχος Πρός Κολασσαείς α΄: 20 μας λέγει ότι το σύ­μπαν είναι ου­σι­α­στι­κά απο­ξε­νω­μένo από τον υπερ­βα­τικό Θεό. Ακόμα βλέπε και: Πρός Φιλιπ­πη­σίους β΄: 5-11, Β΄ Πρός Τιμό­θε­ον α΄: 9-10 «του σώ­σαν­τος ημάς και κα­λέ­­σαν­τος κλή­σει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδίαν πρό­θε­σιν και χάριν, την δο­θείσαν ημίν εν Χρι­στώ Ιησού προ χρόνων αιω­νίων, φα­νε­­ρω­θεί­σαν δε νυν διά της επιφανεί­ας του σω­τήρος ημών Ιησού Χρισ­τού, καταρ­γή­­σαν­τος μεν τον θάνατον, φω­τίσαντος δε ζωήν και αφθαρσίαν διά του ευ­αγγελί­ου», Πρός Εβραίους α΄: 2-3, κλπ. Όλα αυτά εί­ναι γνω­στι­κιστικά και παραφθαρμένα νεοπλα­τω­νι­κά στοι­χεία, εκ των οποίων μερικά πρέ­πει να μπήκαν στις Επιστολές κατά τον πρώτο και δεύτερο αιώνα, όταν ο Γνωστικισμός κόντεψε να εξα­φανίσει τον ορθόδοξο Χριστιανισμό, και μερικά άλλα πρέπει να τα εί­χε βρει ο Παύλος στις μέρες του ήδη διαδεδομένα μεταξύ των χριστιανικών κοινο­τή­των και τα χρησιμοποί­ησε. Αργότερα, αυτά έγι­ναν ο «Λό­γος» στο πρώτο κεφά­λαιο του κα­τά Ιωάννην Ευαγγε­λί­ου, το οποίο περιέχει πολλά στοι­χεία Γνωστικισμού. Αυτά επίσης είναι σύμφωνα και με τον Γνωστικισμό του Μαρκίωνος.
Ούτως, παρά την γενική και αόριστη αιθέρια φύση του Χριστού η οποία δια­χέεται και διαμηνύεται παντού εντός των Επιστολών του Παύλου, αντί της πλή­ρως σω­μα­τικής του Ιη­σού των κανονικών Ευαγ­γε­λίων στα οποία, τρώγει, πίνει, συναναστ­ρέ­φε­ται μετά τελωνών και πορνών, θεραπεύει, διδάσκει, τσακώνεται, οργίζεται, λιγο­ψυχά, ξα­νατρώγει και ξαναπίνει μετά την ανάστασή του, κλπ., ο Παύλος στην Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 3-4 και Β΄ Πρός Τι­μό­θε­oν β΄: 8, καταγράφει την κα­τά­φω­ρη αντίφαση με τον εαυτόν του και τους Ευαγγελιστές, ότι ο Χρι­στός,πρoήλ­θε «εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ κα­τά σάρ­καν» και ό­χι από το Άγιο Πνεύ­μα με τη βo­ή­θεια της Παρθένου Εβραιο­πούλας Μι­ργι­άμ, όπως καταφατικά μας λένε ο Ματ­θαίoς α΄: 18 και ο Λουκάς α΄: 34-35, και μετά «α­πε­δεί­χθη Υιός Θεoύ εν δυ­νάμει κατά πνεύ­μα ...». Στην Πρός Φιλιππησί­ους β΄: 5-6 όμως τον παρου­σιάζει κατ’ ευθείαν ίσο με τον Θεό «τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ό και εν Χριστώ Ιησού, ος εν μορφή Θεού υπ­άρ­χων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ,»! (Έχομε να κάνομε με συ­νε­χείς αν­τι­φά­σεις, μπαλώ­ματα, ψεύδη, μπουρδουκ­λώματα, στρεψοδικίες, απάτες, ...).
Η διδασκα­λία και θεολογία του Παύλου αφο­ρά:
(α) Την αρχική κατάρα και οργή του Θεού Γιαχβέχ λόγω του αμαρτή­ματος και της πτώσεως του Αδάμ (Πρός Ρω­μαίους ε΄: 12- 14, όλο το κεφάλαιο στ΄, Α΄ Πρός Κο­ριν­θίους ιε΄: 22, 45, Β΄ Πρός Κο­ρινθίους ια΄: 3, Α΄ Πρός Τιμό­θεον β΄: 13-14).
(β) Την αμαρτία και τον θάνατο, ως συμπαντι­κές δυνάμεις όπως έχομε προείπει, (Πρός Ρω­μαίους ε΄: 12-14, στ΄: 23 «τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος, ... .», παρμένο από την Γένεσιν β΄: 17, κλπ.).
(γ) Κά­ποιον Ιη­σού Χρι­στό που για να μας σώσει απέθα­νε επί σταυρού ή κρε­μασμένος «επί ξύλου» (όπως το­νί­ζει ο Παύλος και η Καινή: Πρά­ξεις ε΄: 30, ι΄: 39, Πρός Γαλά­τας γ΄: 13, Α΄ Πέτρου β΄: 24, φράση παρ­μέ­νη από την Παλαιά Δια­θήκη, Γέ­νεσις μ΄: 19, Δευτερονόμι­ον κα΄: 22-23, Ιησούς του Ναυί η΄: 29, Εσθήρ η΄: 7, κλπ.), για τον οποί­ον ο Παύλος επιμέ­νει ότι ζει (Πράξεις κε΄: 19, Πρός Ρωμαίους στ΄: 9-10). Αυ­τός ο Παυ­λι­κός Χρισ­τός, κατά την άμε­ση εσχα­το­λο­γία του Παύ­λου, πρό­κειται να επανεμφανισ­τεί εν­τός ολίγου και θα σώσει από την κατάρα, την ορ­γή, την αμαρτία και τον θάνατο μό­νον όσους είχαν την τύχη και την θέληση να πιστέ­ψουν σ’ αυτόν!
Στο κεφάλαιο ιε΄ της Α΄ Πρός Κορινθίους, μετά την εισαγωγή, ο Παύ­λος τονί­ζει στους Κο­ρινθίους ότι υπάρχει το φυσικό και το πνευματικό σώμα. Το μεν πρώ­το αντιπροσω­πεύεται από τον Αδάμ, το δε δεύτερο από τον Χριστό. Ο Αδάμ ως γήινη ύπαρξη, χοϊ­κός, είναι φτιαγμένος από γήινα υλικά, ενώ Χριστός ως πνευμα­τική ύπαρ­ξη είναι φτι­αγμένος από ουράνια. Όπως έχομε δει και πρωτύτερα ο Παύλος αντιπαρα­βάλλει τον Αδάμ με τον Χριστό πολλές φορές, ιδίως στην Προς Ρωμαίους ε΄, στ΄, κλπ. Το συμπέρασμα του κε­φα­λαίου ιε΄ της Α΄ Πρός Κορινθίου εί­ναι ότι ο Χριστός ευρί­σκεται πλήρως στην πνευμα­τική σφαίρα και δεν αναφέρεται καθόλου ως φυ­σικός άνθρωπος. Πολλοί αντιτεί­νουν ότι το εννοεί! Αλλά σε ένα τόσο με­γά­λο θεολο­γικό κε­φάλαιο (58 στί­χων), κεφα­λαιώ­δους σημασίας για την θεολογία του Παύλου και απευ­θυνόμενο σε νεοφωτίσ­τους ευ­ρισκομένους σε μακρινή από την Ιου­δαία περι­οχή, μια τέτοια παράλειψη είναι αξιοσημεί­ω­τη και καθόλου εύλογη.
Όπως έχομε δει πολλές φορές και θα δούμε ακό­μα, σε με­ρικά σημεία ο Παύ­λος λέγει άλλα αντί άλλων. Μερικές φορές ανακα­τώνει τον φυσι­κό και τον πνευματι­κό χώρο και στρεψοδικεί. Η στρεψο­δικία στον Παύλο είναι πολύ σύ­νηθες φαινόμενο. Αν όμως τα βάλομε όλα κά­τω η επικρα­τούσα ιδέα του Παύλου για τον Χρισ­τό είναι ότι ο Χρι­στός ήταν πνευμα­τικό σώμα και δεν τον είχε συλ­λάβει ως ύπ­αρξη επί της γης.
Ο γήινος Χριστός των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων όμως, ουδέποτε ανέ­φερε τον Αδάμ και το προπατο­ρικό αμάρτημα σε οτιδήποτε έστω και το πα­ραμικρό. Ουδέπο­τε εδήλωσε ότι τα προκαθορισμένα πάθη του (ποτήριον) αποτε­λούν εξιλε­ωτική θυσία για το αμάρτη­μα αυτό και πρέπει να λάβουν χώρα για να σω­θεί το ανθρώπινο γένος από την κατάρα και την οργή του Θε­ού Πατ­ρός, Γιαχ­βέχ. Αυτά δεν υπάρχουν στα Ευαγγέ­λια, αλλά μόνο στον Παύλο, την χριστιανική κα­τήχηση και δικαιολόγηση! Αυτό που γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης α΄: 39 «...ίδε ο αμ­νός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.» το λέγει ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, όχι ο Ιησούς. Τα ονόματα Αδάμ, Εύα, κλπ. δεν υπάρχουν πουθενά στα Ευαγγέλια και τις Πράξεις!
Στην επι­στο­λή Πρός Εβ­ραίους ε΄, στ΄, ζ΄, κλπ., ο Παύλος ανα­πτύσ­σει μια πο­λύ βα­ρε­τή θε­ο­λο­γία για να μας πεί­σει ότι ο Χρι­στός σαν και­νο­φα­νής, ου­ρά­νιος και ανώ­τατος αρ­χιε­ρεύς προ­έρ­χε­ται από την τά­ξη του Μελ­χι­σε­δέκ [Γέ­νε­σις ιδ΄: 17-23, Ψαλ­μοί ρθ΄ (ρι΄): 4] και όχι από την τάξη του Ααρών. Αυτό είναι αίρεση διότι οι Εβραίοι αρχιε­ρείς σύμ­φω­να με τον θε­ϊ­κό Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο όφειλαν να προ­έρ­χο­νται από την τά­ξη του πρώ­­­του αρ­χι­ε­ρέα των Εβραί­ων Αα­ρών, αδελ­φού του αρ­χη­γού, νο­μο­θέ­τη και προ­φή­τη Μω­υ­σή, της φυ­λής των Λευ­ι­τών [Ο(β)΄ Έξο­δος κη΄: 1-3, κθ΄, λη΄: 1, λθ΄: 21, μ΄: 10-14, Ο(β)΄ Λευ­ι­τι­κόν η΄: 1-36, θ΄: 1-4, ι΄, Ο(β)΄ Αριθ­μοί γ΄ ολόκληρο, η΄: 5-26, ιστ΄: 9-11, ιζ΄: 6-28, ιη΄: 7-23, κε΄: 10-13, λε΄: 1-8, Δευτερονόμιον ιη΄: 1-14, κλπ. Η Mασ­σό­ρα έχει με­ρι­κές ανα­φο­ρές ίδιες και άλ­λες δια­φορετικές.]. Η προέ­λευ­ση του Χρισ­τού ως ανω­τά­του αρ­χιε­ρέα από την τά­ξη του Μελ­χι­σε­δέκ έχει γί­νει δόγ­μα της χριστι­ανικής εκ­κλη­σί­ας. Ο Ιησούς Χριστός είναι ανώτερος και αξιότερος του Μωυσέ­ως (Θεός ήταν άλλωστε) και η νέα θρησκεία του Εβραιοχριστιανισμού την οποίαν εγ­καινιάζει εί­ναι ανώ­τερη του Ιουδαϊσμού (πράγμα που είχε ξαναπεί στην Β΄ Πρός Κο­ρινθίους γ΄: 4-18). Σ’ αυτή την επιστολή ο Μω­σαϊκός Νόμος, αν και δόθηκε από τον Θεό Πα­τέρα Γιαχβέχ, έρχε­ται σε δεύτερη μοίρα και πάνω από όλα τίθενται: η τυ­φ­λή πίστη, μια άμεση εσχα­το­λο­γία του καιρού εκείνου και η πλήρης απαξία του φυσικού κόσ­μου. [Η απαξία του φυσικού κόσ­μου είναι αίρεση έναντι του ορθοδόξου Ιουδαϊσ­μού, ο οποίος κηρύττει Ψαλμός ιη΄ (ιθ΄): 1, 2: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χει­ρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα.», Ψαλμός ργ΄, (ρδ΄): 24 «ως εμεγα­λύνθη τα έργα σου, Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας, επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.», και πάρα πολ­λά τοιαύτα.]
Γενικώς ο Χριστός στον Παύλο δεν είναι ο «ιστορικός» άνδρας με γή­ι­νη δράση, λυτρωτικό σχέδιο και «δική του» δι­δα­σκαλία όπως τον παρουσιά­ζουν τα Ευαγγέ­λια. Ο Παύλος δεν μας παραδίδει καμία δι­δα­σκαλία και δράση του Ιησού Χρισ­τού όπως κά­νουν τα Ευ­αγ­γέ­λια, πα­ρά τις αν­τι­φά­σεις και τις ασυμφωνίες τους, αλλά κάνει μια δική του θεολογική ερμη­νεία περί κάποιου σταυ­ρω­θέν­τος και αναστάντος Χρισ­τού που ποτέ δεν είχε την τύχη να τον συνα­ντήσει επί της γης και να τον γνω­ρί­σει εν ζωή. Την θε­ολογία και το ευαγγέλιο που κηρύττει, ο ίδιος συχνά-πυκνά δηλώ­νει ότι τα παρέλαβε από αποκαλύψεις και οράματα. Έτσι προσπαθεί να περάσει στους άλ­λους αυτά που λέγει και να τα δικαιολογήσει δι’ αυ­τών. Η θεολο­γία του Παύ­λου λοιπόν είναι αποκα­λυπτική και όχι βασισμένη στα «γεγονότα που τό­σοι πολλοί έζησαν» με τον Κύ­ριον Ιησού κατά την διάρκεια της δράσεώς του και στη θεολογία και την διδαχή που ο ίδι­ος ο Κύριος Ιησούς παρέ­δω­σε σε όλους. Πολύ περίεργο!
Ο Παύλος γρά­φει και κη­ρύτ­τει σε αν­θρώπoυς πoυ βρί­σκoνταν χι­λιά­δες χι­λιό­με­τρα μακριά από την Ioυ­δαία, οι οποίοι δεν εί­χαν ιδέα τι έγι­νε εκεί με τoν άν­δρα, όπως ομολογεί στους Αθηναίους, Πράξεις ιζ΄: 31 “…εν ανδρί ώ ώρισε,…”, και «..., άνθρωπος Χριστός Ιησούς» Α΄ Πρός Τι­μόθεον β΄: 5. (Δηλαδή όχι Θεόν ή Υιόν του Θεού! Οι αντιφάσεις τέλος δεν έχουν.). Εί­ναι όμως πoλύ πε­ρί­ερ­γo και ύποπτο το ότι δεν ανα­φέ­ρει τίπo­τα βιo­γρα­φι­κό ή ένα γε­γo­­νό­ς από τη ζωή και τη δρά­ση αυτoύ τoυ ανθ­ρώπoυ. Σε σχέση με όλα τα στοιχεία και τα συμ­βάν­τα που πε­ριέχουν τα Ευαγγέ­λια, αυτά που αναφέρει ο Παύλος στις Επιστολές του είναι τόσο ελάχιστα και ασα­φή ώστε να μην ημπορεί κανείς να μορφώσει κά­ποια εικό­να αυτού του ανθρώπου επί της γης. Όχι μόνο δεν παρουσιά­ζει την γήινη ιε­ραπο­στο­λική δράση και λυτρωτικό σχέδιο του Ιησού και τό­σα άλλα που έχομε ήδη αναφέ­ρει, αλλ’ ούτε καν την βιαστική και άδικη δίκη εναν­τίον του. Πουθενά δεν αναφέ­ρει τους Φαρι­σαίους, τους Σαδδου­καί­ους και τα επει­σόδια τους με τον Ιησού Χριστό! (Ο ίδι­ος, μέσα στις επιστολές του, μόνο μία φορά λέγει ότι ήταν Φαρισαίος, Πρός Φιλιππησί­ους γ΄: 5. Αυτό είναι όλο!).
Όπως έχομε ήδη ανα­φέρει και καταγράψει ο Παύλος έρχεται σε πολυάριθ­μες και αγε­φύρωτες αντιφάσεις με τα Ευαγγέλια και την Καινή Διαθήκη, ακόμα και με τον εαυτόν του! Σε διάφορα επίμαχα θέ­ματα δεν συμβουλεύεται τις θέσεις και τις εν­τολές του ιδίου του Ιησού. Π. χ., στο επί­μαχο ζή­τημα της δίαιτας, Πρός Ρω­μαίους ιδ΄: 14, κ. α., ο Παύλος δεν επικαλείται την θέση του Ιη­σού, Μάρκος ζ΄, κ. α., η οποία του ταίρι­αζε τέλεια. Στο ζήτημα της εφαρ­μογής του Μω­σαϊκού Νό­μου ο Παύλος δεν έλα­βε καθ’ όλου υπ’ όψη του την αντίθετη προς αυτόν θέση του Ιη­σού, Ματθαίος ε΄: 18, ιθ΄: 17, Μάρκος ι΄: 19, Λουκάς ι΄: 26, κλπ.! Για περισσότερα τέτοια θέματα εξετάσετε και τα χωρία:

Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 7 (περί του ψεύδους του Παύλου), στ΄: 3-5, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 15 (πε­ρί βαπ­τί­σ­ματος), στ΄: 12-13, ζ΄: 6, 12, 25 (εδώ δεν είχε εν­τολή ή αποκάλυψη από τον Κύριο, ενώ στα Ευαγγέλια ο Κύριος έδωσε ρητές εντολές περί γάμου και διαζυγίου), θ΄: 19-23, ι΄: 23. Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 13, ια΄: 17, ιβ΄: 16, Πρός Φι­λιππησίους α΄: 15-18, κλπ.

Ακόμα και για την προσευχή στην Α΄ Προς Τιμόθεον β΄: 8 γράφει: «Βούλομαι ουν προσεύχεσθαι τους άνδρας εν παντί τόπω, επαίροντας οσίους χείρας χωρίς οργής και διαλογισμού.». Ο Χριστός όμως στον Ματθαίον στ΄: 5-6 «Και όταν προσεύχη, ουκ έση ώσπερ οι υποκριταί, ότι φιλούσιν εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών εστώτες προσεύχεσθαι, όπως αν φανώσι τοις ανθρώποις· αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις τον ταμιείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ». Ιδού η αντίφαση μεταξύ Χριστού και Αποστόλου!
Βγάζομε λοιπόν το συμπέρασμα: «Ο Παύλος πουθενά δεν μας πα­ρα­δίδει μια κά­ποια θε­ολογία ή διδαχή του Ιη­σού Χριστού, ούτε στηρίζει τις απόψεις και τις εν­το­λές του στις εντολές και τις θέσεις του Ιησού. Απλώς μας παραδίδει δι­κές του απο­κα­λύ­ψεις και έρχεται σε πολλές αντιφάσεις με το ίδιο τον Θεό Ιησού Χρι­στό των Ευαγγε­λίων, για τη ζωή και τη δράση του οποίου δεν παραθέτει τίπο­τα!».

٭٭٭

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου