Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤOΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (2-TEST. FLAVIANUM)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ 'ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (1)'

TESTIMONIUM FLAVIANUM




Επομένως το βάρος της αποδείξεως της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού Χρι­σ­τού πέφτει κατά το μέγιστον μέρος στην πρώτη αναφορά του Ιωσήπου και εκεί πά­νω ουσι­α­στικά πατάνε αυτοί που κόπτονται υπέρ της ιστορικότητας. Όπως αυτή εμφα­νί­ζε­ται στα Ελληνικά χειρόγραφα έχει μείνει στην έρευνα υπό τον τίτλο «Testimonium Fla­vi­anum» (Φλαβιανή Μαρτυρία). Αν και έγγραφη 60 χρόνια μετά τον θάνατο του υποτιθεμέ­νου Ιη­σού και όχι από σύγχρονο συγγραφέα (π.χ. τον Ιου­δαίο Φίλωνα τον Αλεξαν­δρι­νόν) ή αυ­τόπτη μάρτυρα (π.χ. τον Πιλάτο), χωρίς αυτήν θα είχαν ου­σι­α­σ­τι­κά λήξει οι αντιπα­ρα­θέ­σεις πε­ρί της ιστο­ρι­κό­τη­τας του Ιησού. Τώ­ρα τίθεται το εξής ερώτη­μα: Ένε­κα του Testi­mo­ni­um Flavianum μπορούμε άραγε να ικανοποι­ή­σομε τα κριτήρια της Επιστήμης της Ιστο­ρίας ώστε να συμπερά­νομε ότι πράγματι υπήρχε ο Ιστορικός Ιη­σούς;

Για τη μαρτυρία αυτή έχομε ότι:

(1) Είναι κατά 60-65 χρόνια υστερόχρονη.
(2) Αναφέρει εξαι­ρε­τικά λιτά μόνο τρία σημεία μέσα από τις εκατοντάδες εκ­κωφαν­τικών θρύλων των Ευαγγελίων, έκαστος των οποίων θα χρειαζόταν εκατοντάδες γραμμές για να αναφερθεί και αναλυθεί πλήρως.
(3) Δεν την έγρα­ψε σύγχρο­νος ή αυ­τό­πτης μάρτυς.
(4) Πάνω απ’ όλα όμως ισχύει το εξής. Από τον μεγάλο αριθμό των ερευνη­τών αυτού του ζη­τήματος των τε­λευ­­ταίων 300 ετών, το 40% την απορρίπτει πλήρως ως ακραιφνή πα­ρεμ­βο­λή, το 50% δέ­χεται ότι εί­ναι εν μέρει αυ­θεντική και εν μέρει πλαστογραφημένη και ένα 10% την δέ­χεται ως έχει. Και οι τρεις ομά­δες παρα­θέ­τουν κατεβατά από ισχυρούς και ασθενείς λό­γους για να δικαιολογήσουν την άποψή των. Έχουν γραφεί εκατοντάδες βι­βλία και άρ­θρα που εκθέ­τουν και τις τρεις από­ψεις λε­π­τομερώς. Εδώ παρακάμπτομε όλα αυτά τα στοι­χεία διότι δεν έχομε σκοπό να τα γράψομε άλλη μια φορά. Ο εν­διαφερό­μενος με­λε­τητής μπορεί εύ­κολα να τα βρει όλα, να τα μελετήσει και να αποφασίσει για τον εαυ­τόν του. Περιττό να αναφέρω ποιοι είναι αυτοί που ανή­κουν στο τελευταίο 10%.

Οπότε για να δούμε τι σημαίνουν όλα αυτά από τη σκοπιά της Επιστήμης της Ιστορίας.

(1) Η Ιστορία δεν κατοχυρώνει την ιστορικότητα κάποιου προσώπου, και μά­λι­στα τόσο δικαίως αμφισβητουμένου, επί τη βάσει μίας και μοναδικής, παραγράφου 8 γραμ­μών, υπόπτου γραφής και προελεύσεως.
(2) Απαι­τεί δια­σταυρώσεις με αναφορές άλλων, διαφόρων, αμερολήπτων, αν­εξαρτήτων και φε­ρεγ­γύ­ων συγ­γραφέων. Εδώ δεν υπάρ­χει ούτε μία τέτοια διασταύρω­ση, έστω για δείγμα. Τα Ευαγγέλια είναι ανώνυμα, ακατάστατα και ασύμφωνα προϊ­όντα χριστιανικών αποκρυφιστικών ομά­δων.
(3) Χρειάζεται ανα­φο­ρές από σύγ­χρονους ή κοντά στα γεγονότα συγγραφείς· ει δυ­νατόν από αυτόπτες μάρ­τυ­ρες. Ούτε και τέτοιες αναφορές υπάρχουν καθόλου.
(4) Ψάχνει να βρει και να εξετάσει τυχόντα γραπτά μνη­μεία τα οποία προέρ­χονται είτε από το χέρι του άτο­μου το οποίο εξετάζει είτε από κά­ποιον που το άτομο αυτό του υπαγορεύει ή τον διδάσκει τι να γρά­ψει. Ο Ιησούς δεν άφησε κανέ­να γραπτό είτε από το χέρι του είτε από κάποιον επί τό­που γραμματέα του. Τα Ευαγγέλια είναι ψευδεπίγραφα και γράφτηκαν πολύ αργότερα και καθυστερημένα από τα χρόνια του υποτιθεμένου Ιησού και είναι ασύμφωνα!
(5) Χρησι­μο­ποι­εί ευ­ρήματα και ανα­σκαφές της Επι­στήμης της Αρχαιολογίας και των διαφό­ρων κλά­δων της (π. χ: παπυρο­λο­γία, νο­μι­σμα­το­λογία, επι­γραφολογία, αρχαία κωδικογραφία, χειρόγραφα, κλπ.). Εν προκειμένω τίποτα σχετικό από όλα αυ­τά δεν υπάρ­χει.
(6) Χρειάζεται μια καθορι­σμέ­νη προσωπο­γρα­φία του υπό εξέ­ταση ισ­το­ρικού προσώπου. Ούτε και τέτοια υπάρχει για έναν τόσο διαβόητο ευ­εργέτη, επαναστάτη, κλπ.
(7) Επιζητεί την συμφωνία των ειδικών επιστημόνων ερευνητών επί του θέ­μα­τος. Στο παρόν ζή­τημα όμως, μόνο κα­τάφορη ασυμ­φωνία υπάρ­χει βασισμένη σε πολ­λούς ισ­χυρούς λό­γους. (Π.χ. δεν υπάρχει καμιά ασυμ­φωνία μεταξύ των ειδικών επισ­τημόνων για το ότι ο Σόλων, ο Αθηναίος Νομοθέτης, είναι Ιστορικό πρόσωπο, παρ’ όλο ότι έζησε 600 χρόνια πριν την εποχή εντός της οποίας αντιμε­τω­πί­ζομε το ενταύθα εκ­τι­θέμενο και επιμένον πρόβλημα. Όμως επί του προβλήματος του ιστορικού Ιησού που εξε­τάζομε εδώ οι ασυμφωνίες είναι αγεφύ­ρω­τες παρ’ όλη την χριστιανική ιστο­ρία..).

[Παρεμβολή: Ολίγα περί των Τεσσάρων Κανονικών Ευαγγελίων.

Οι περισσότεροι Χριστιανοί πιστοί ισχυρίζονται ότι τα τέσσερα Κανονικά Ευ­αγγέλια εγράφησαν από μαθητές του Χριστού (Ματθαίος και Ιωάννης) και από μαθη­τές των μαθητών (Μάρκος και Λουκάς). Αυτή είναι η επίσημη θέση και το μόνιμο δόγμα της εκκλησίας μαζί με το ότι οι συγγραφείς ήταν εμπνευσμένοι από το Άγιο Πνεύ­μα (θεόπνευστοι). Είναι δηλαδή και τα τέσσερα έργα θεόπνευστα! (Τότε όμως γιατί το Αγιο Πνεύμα χρειαζόταν τέσσερα αντί ενός και μοναδικού και σωστού;)!
Όμως, όλοι οι επιστήμονες μαζί με πολλούς Χρισ­τι­ανούς θεολόγους ομο­λο­γούν, τα Ευαγγέλια εγράφησαν πολύ καιρό μετά τον θάνατο του υποτιθεμένου Χρι­σ­τού και από αγνώστους συγγραφείς. Τα ονόματα των συγγρα­φέων που φέρουν δεν εί­ναι τα ονόματα των πραγματικών συγγραφέων και διά τούτο είναι ψευδεπί­γρα­φα κεί­μενα. Οι δια­φορετικές, απο­κλί­νου­σες, αντιφατικές, λανθασμέ­νες και ασυμβί­βα­σ­τες αφηγήσεις που πε­ριέχουν αποδεικ­νύουν πέραν πάσης αμφι­βο­λίας ότι αυτά δεν εί­ναι δυνατόν να είναι γραμμένα από θε­οπνεύστους μαθητές και αυ­τόπτες μάρτυρες, όπως ο Ματθαίος και ο Ιω­άννης.
Όπως λέγει Ευσέβιος, ο Παπίας άκουσε από κάποι­ον Ιω­άννη Πρε­σβύτερο ότι ο Μάρκος έγ­ραψε όπως μπορούσε από μνήμης όσα άκουσε από τον Πέτρο περί του Κυ­ρίου και ο Ματθαίος έγραψε στα Αραμαϊκά λόγια του Κυρίου. Ο Λου­κάς, όπως άλλοι λέ­νε, ήταν μαθητής του αποστόλου Παύλου και έγραψε ό,τι άκουσε από άλ­λους. Αλ­λά αυτή μαρτυρία του Ευσεβίου μας λέγει καθαρά ότι ο Παπίας άκουσε μό­νο και συ­νε­πώς ούτε ο ίδιος ούτε ο Πρεσβύτερος είχαν αντίγραφα αυτών των κει­μέ­νων, πράγμα εξαιρετικά ενδεικτικό για την μη ύπαρξη των γραπτών κειμένων των κα­νονικών Ευαγγελί­ων κατά τα έτη του Παπία (μέσα 2ου αιώνος). Δεν υπάρχει καμία έν­δειξη ότι ο Ιωάννης Πρεσβύτερος ήταν ο μαθητής Ιω­άννης, όπως ισχυρί­ζον­ται με­ρι­κοί. Δεν πρέπει να έχουν καμία σχέση. Αλλίως ο μαθητής Ιωάννης πρέπει να έζησε κοντά 150 χρόνια! Ακόμα το Ευαγ­γέλιο του Ματθαίου ως έχει σήμε­ρα γράφ­τη­κε στα Ελλη­νικά και επομένως δεν μπο­ρεί να έχει σχέση με κά­ποια Αρα­μαϊκή συλ­λογή Κυ­ριακών λογίων!
Αν ο Μάρκος έγραψε πράγματι αυτά που του είπε ο Πέτρος, τότε είναι πάρα πολύ περίεργο το ότι ξέχασε να μας αναφέρει ότι ο ίδιος ο Ιησούς έδωσε στον Πέτ­ρο την πρωτοκα­θεδ­ρία, τον έκανε θεμελιωτή της εκκλησίας του και του έδωσε τα κλει­διά της βασιλείας των ουρανών, κατά την ομολογία του Μάρκος 8: 27-30, πράγματα που ο Ματθαίος τα θυμόταν και τα αναγράφει σαφώς, Ματθαίος 16: 13-20!
Τα Ευαγγέλια αυτά αναφέρονται για πρώτη φορά ως κάποιο περιεχόμενο το οποίο δεν το έχομε, αλλά με τους τίτλους που σήμερα φέρουν στα γραπτά του Ειρη­ναίου, επισκόπου Λυώνος, κατά το έτος 185 Κ. Ε. Αυτός εσύστησε στο εξής αυτά να εί­ναι τα μόνα κανονικά ορθόδοξα Ευαγ­γέ­λια. (Οι δικαιολογίες του γι’ αυτό είναι εν­τε­λώς ανόητες και έχουν πλάκα!). Όμως και αυτός έγραψε: «Το κατά... Ευ­αγγέλιον» και όχι «Το Ευαγ­γέλιον του ...» ή «Το Ευαγγέλιον γραμμένο από τον...». Σε κανένα Ευαγγέλιο δεν απο­κα­λύ­π­τει ο συγγρα­φέ­ας το όνομά του ούτε κάτι από την βιογραφία του, όπως θα έπ­ρεπε να κάνει εάν επρό­κειτο να γράψει Ιστορία.
Πριν τον Ειρηναίο, κανένας συγ­γρα­φέας δεν τα γνωρίζει ού­τε τα αναφέρει ως έχουν, όπως π. χ. οι απολογητές: Αρι­σ­τεί­δης, Κοδ­ρά­τος, και Ιου­στί­νος ο Μάρτυρας. ο επίσκοπος Ιε­ρα­πόλεως Παπίας. ο πρώ­τος ιστορι­κός της εκκλησίας ο Εβραιοχρι­στια­νός Ηγήσιπ­πος. ούτε ο αρχιαιρεσιάρχης Μαρ­κίων του Πόν­του και ο οποίος επρό­τει­νε τον πρώτο κανόνα της Καινής Διαθήκης κ­ατά την δεκαε­τία +135-145 Κ. Ε., άσχετα αν η εκκλησία της Ρώμης για τους λόγους της τον απέρρι­ψε. Ακόμα στην Απολογία 50 και στον Διάλογο με τον Τρύφωνα 53 ο Ιουστίνος λέγει ότι οι μαθητές του Ιησού έφυ­γαν και διασκορπίστηκαν μετά τη σταύρωσή του, ενώ τα Ευαγγέλια λένε κατά την σύλληψή του. Αυτό δηλώνει ότι είτε ο Ιουστίνος εγνώριζε άλλη παράδοση απ’ αυτήν των υστεροχρόνων Ευαγγελίων είτε τα Ευαγγέλια υπέστησαν αλλοιώσεις, γεγονός επι­βεβαιωμένο!
Αλλά και να δεχθούμε προς στιγμήν την λανθασμένη χρονολογία των ορθοδό­ξων θεολό­γων, ότι δηλαδή τα τέσσερα Κανονικά Ευαγγέλια γράφτηκαν ως έχουν 40-60 χρόνια περίπου μετά τον θάνατον του υποτιθεμένου Ιησού Χριστού, τότε φυσικό­τατα γεννάται το εύλογο ερώτημα: Γιατί οι συγγραφείς και αυτόπτες μάρτυρες καθυ­στέ­ρη­σαν τόσες δε­καετίες για να γράψουν και να παρουσιάσουν τα φοβερά και τρο­μερά θαύματα και σημεία «ά εποίησε» ο Ιησούς; Ποιος μαθητής ή αυτόπτης μάρτυς θα αδ­ρανούσε τόσο καιρό χωρίς να εκθέσει απολύτως τίποτα απ’ αυτά τα ασύλληπτα ση­μεία και εντωμεταξύ να αφήσει τον Παύλο να παρουσιάσει πρώτος έναν εντελώς δια­φορετικό Χριστό, όπως αναπτύσσομε λεπτομερώς παρακάτω. Είναι καθόλου πιθα­νή μια τέτοια εξέλιξη πραγ­μάτων; Π. χ., έγιναν αμέτρητα θαύματα, τέρατα και ση­μεία, ανέστησε 3 νεκρούς και μετά ανεστήθη και ο ίδιος, κλπ., κλπ..., και όμως περί­μεναν 40-60 χρόνια για να τα γράψουν, ενώ εντωμεταξύ ο Παύλος δεν αναφέρει τίπο­τα απ’ αυτά; Δεν ξέρω, αλλά ποιος είναι δυνατόν να πι­στεύει κάτι τέτοιο! Όπως δείχ­νουν τα πράγματα που εξη­γούμε στο παρόν κεί­με­νο, κ. α., οι θεωρίες του Παύλου και ό,τι άλλο αυτός χρησι­μο­ποίησε μάλλον έθεσαν εν μέρει τις βάσεις και εδημι­ούργησαν νύξεις για την συγγραφή και την μυθολογία των υστεροχρόνων Ευ­­αγ­γελί­ων, κάτω από τις νέες καταστάσεις που προέκυψαν μετά τα μοιραία χρόνια (+66-73), τον πλή­ρη δια­χωρι­σμό Φαρισαϊκών Ιουδαίων και Εβραιοχριστιανών (+135) και την οικτρή αποτυ­χία της εσχατολο­γίας των τελευταίων. Τότε και τόσο πολύ καθυστερημέ­να οι Εβραιοχριστια­νοί συγγραφείς και λίγο αργότερα οι Εβραιογνωστικοχριστια­νοί συγγ­ραφείς προσπα­θούν με τα Ευαγγέλια να μας αφηγηθούν εκκω­φαντικά και δή­θεν ισ­το­ρικά «γεγο­νότα», αναμειγνύοντας αδέξια (ευτυχώς) μύθο και πραγματικότητα για να γίνουν πιστευτοί! Αποτυγχάνουν παταγωδώς διότι δεν αντέχουν σε καμία κριτική και συλλαμβάνονται εύκολα! Ήταν αγράμματοι και ανόητοι και απευθύνονται σε τέ­τοι­ους ομοίους των, αγραμμάτους και ανοήτους!
Πρωτότυπα των 4 Κανονικών Ευ­αγ­γελί­ων δεν υπάρχουν πουθενά. Τα ίδια τα κείμενα τού Ειρηναίου δεν διεσώθηκαν! Τα υπάρ­χον­τα 1500 παλαιά αν­τίγραφα που φυλάσσονται στα μουσεία του κόσμου είναι και αυτά αντίγραφα από προηγούμενα. Τα περισσότερα απ’ αυτά δεν περιέχουν ολόκ­λη­ρα τα Ευαγγέλια, πό­σον μάλλον ολό­κληρη την Καινήν, αλλά μέρη των. Από αντι­γ­ρα­φή σε αντιγραφή ο κάθε συγγραφέας ή επιμελητής άλλαζε οτιδήποτε ικανοποιούσε τις ανάγκες τις επο­χής ή της αιρέσεώς του. Οι διορθώσεις οι παρα­ποι­ή­σεις και οι πα­ρ­εμβολές που έχουν γίνει είναι πρόξενοι 80 000 αποκλίσεων. Δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα των λεγομένων «πρωτοτύπων» που να μην περιέχει αντιφάσεις. Για παρά­δειγμα, ο γνωστός ανά τον κόσμο Σιναϊτικός Κώ­διξ, ο οποίος εφυλάσσετο κρυφά στην μονή του Σινά μέχρι το 1864 (για ποιον λό­γο άρα­γε), περιέχει 16 000 διορθώσεις που προ­έρχονται από 7 δι­α­φορετικούς διορθω­τές και μερικά τμήματά του αντικατα­σ­τά­θη­καν 3 και 4 φορές. Ο διάσημος Εβραιολό­γος Friedrich Delitz ενετόπισε 3 000 λάθη μόνο εξ αν­τιγ­ραφής. Ο ολίγον αρχαιότερος Βατικανός Κώδιξ έχει ακόμα χειρότερα χάλια!
Περί τα έτη +200 - 210 ο Τερτυλλιανός κτυπά τον Μαρκίωνα με ύβρεις και ψευτιές. Κατηγορεί τον Μαρκίωνα ότι είχε διαφθείρει το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον. Τα αποσπάσματα που αναφέρει από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον των ημερών του και τα συγκρίνει με τα αντίστοιχα του Ευαγγελίου του Μαρκίωνος για να απο­δείξει την κατηγορία του είναι διαφορετικά απ’ αυτά που το σημερινό Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον περιέχει.
Ο πρώτος κανόνας της Καινής Διαθήκης που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα βρέ­θηκε το 1740 στη Αμβροσιανή βιβλιοθήκη του Μι­λάνου από τον βιβλιοθηκάριο και αρ­χειοφύλακα Muratori (Ludovico Antonio 1672-1750). Αποτελείται από 85 γραμμές και χρονολογείται κατ’ αυτά τα έτη του Τερτυλλιανού (190-210). Η αρχή του κανό­νος αυτού έχει χαθεί. Στο διασωθέν κείμενο οι τίτλοι Κατά Ματθαίον και Κατά Μάρ­κον Ευαγγέ­λιο δεν υπάρχουν! Το Κατά Λουκάν και Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αναφέ­ρονται ούτως. (Δεν περιέχει τις Επισ­το­λές: Πρός Εβραίους, Ιακώ­βου, Α΄ και Β΄ Πέτ­ρου, Γ΄ Ιωάν­νου και το Βιβλίο της Αποκα­λύψεως.). Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι έχει δι­ασωθεί το Ευαγγέλιο του εξ εθνών Λουκά για το οποίο ο Τερτυλ­λιανός κά­νει μεγάλη φασαρία και το Γνωστικιστικό Ευαγγέλιο του Ιωάννου. Ως γνω­στό παρ’ ολί­γον να επικρατήσει ο γνωστικιστικός Χριστιανισμός κατά τον δεύτερο αιώνα. Οπότε, είναι άραγε το γε­γονός αυτό καθαρή σύμπτωση ή έχει βαθύτερα αίτια;
Τα πιο παλαιά χει­ρό­γρα­φα και κώδικες που υπάρ­χουν σήμερα στα μουσεία φτάνουν μέχρι το έτος 350 Κ.Ε. (Βατικανός Κώδιξ και Σιναϊτικός Κώδιξ). Κα­τά το έτος 330 Κ.Ε. ο αμόρφωτος αυτοκρά­τορας Κωνσταντίνος διέταξε τα τέσσερα κανονι­κά Ευ­αγγέλια να ξανα­γ­ρα­φούν και να αναδημοσιευτούν μαζί με ολό­κ­ληρη την Βίβ­λον τα δε αρχικά κεί­μενά των να καταστραφούν σε ολόκληρη τη Ρω­μαϊκή Αυτοκρατορία. Όπως λένε εξεδόθησαν 50 νέα αντίτυπα υπό την γενικήν επι­μέ­λεια του απατηλού ισ­το­ρι­κού της εκκλη­σίας Ευ­σεβίου Καισαρείας. Καθόλου παράξενο λοι­πόν το ότι δεν διαθέτομε χειρόγραφα παλαιότερα του +350 Κ. Ε. Ούτως, τα τέσσε­ρα Κα­νονικά Ευ­αγγέλια ήταν πάν­το­τε κείμενα πίστε­ως και έχουν επα­να­γραφεί και επ­αναπροσαρμοσ­τεί πάρα πολ­λές φορές σύμ­φωνα προς τις διάφορες ανάγκες των επο­χών και των αιρέ­σεων... Έτσι κατάντησαν πέρα για πέρα αντι­φα­τι­κά και χωρίς καμία ιστορική αξία.
Γενικώς μέσα στα τέσ­σε­ρα Κα­νονικά Ευαγγέλια βλέπομε ότι αυτά που γρά­φονται κατά το πλείστον δεν είναι η βιογραφία ενός ιστορικού προσώπου ούτε γρά­φουν ιστορικά συμβάντα. Οι συγγραφείς κατά το πλείστον μεταφέρουν δικές τους ερ­μηνείες και όχι αντικειμενικές ιστορίες και προσπαθούν να φτιάξουν ιστορίες αντί να μας μετα­φέ­ρουν πραγματική Ιστορία. Δεν διηγούνται τίποτα αφ’ εαυτού των αλλά προσπαθούν να διορθώσουν άλλα προϋπάρχοντα. Αυτά τα πιστοποιεί σαφώς η εισ­α­γωγή του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου 1: 1-4 «Επειδήπερ πολλοί επε­χείρησαν ανατάξασ­θαι διή­γησιν περί των πεπληροφορημένων εν ημίν πραγμάτων, καθώς παρέδοσαν ημίν οι απ’ αρχής αυ­τόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου, έδοξε καμοί, παρηκο­λουθηκότι άνωθεν πά­σιν ακριβώς, καθεξής σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ίνα επιγ­νώς περί ων κατηχήθης λόγων την ασφάλειαν.». Μπορούμε να βρούμε τέτοια στοι­χεία και στα άλ­λα Ευαγγέλια επίσης.
Τα Κανονικά Ευαγγέλια όπως και ολόκληρη η Καινή Διαθήκη γέμουν αντιφά­σεων, λαθών, παραλογισμών και ανοησιών. Αντιφάσεις δεν απαντώνται μόνο από ευ­αγγέλιο σε ευαγγέλιο αλλά και μέσα στο ίδιο ευαγγέλιο. Οι γενεαλογίες του Ιησού, οι αφηγήσεις της γεννήσεως, της βαπτίσεως, των πειρασμών, των θαυμάτων, του πά­θους, της αναστάσεως, των επ­ανεμφανίσε­ων και της αναλήψεως είναι αντιφατικές. Δηλαδή τα πάντα είναι αντιφατικά! Πολλές διδασκαλίες και εντολές φάσκουν και αν­τιφάσκουν όχι μόνο από βιβλίο σε βιβλίο αλλά πολλές φορές και εντός του ιδίου βιβ­λίου, κλπ. Όλα αυτά έχουν εξεταστεί και δημοσιευτεί στην διεθνή βιβλιογραφία με απόλυ­τη λεπτομέρεια. Βρείτε τα σ’ αυτή αν σας ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες όλων των στοιχείων αυτών! Γι’ αυτό μέσα σ’ ολόκληρη την Καινή Διαθήκη διακρίνομε τρεις ή και τέσσερις διαφορετικούς Ιησούδες Χριστούς: Έναν ή δύο των Συνοπτικών (Ματθαίου και Μάρκου έναντι του Λουκά), έναν του Ιωάννου και έναν του Παύλου. Μάλλον υπάρχει και άλλος ένας στα υπόλοιπα γραπτά της Καινής. Δεν μπορεί αυτός ο «θεόπνευστος» κυκεώνας να γράφτηκε από τον ίδιο συγγραφέα, ή από ιστορικό, ή από μαθη­τές και αυ­τόπτες μάρτυρες. Είναι μύθοι δηλαδή ψέματα και γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία συμ­φωνία. Ο καθένας λέγει ό,τι νομίζει και ό,τι του αρέσει!

Γι’ αυτούς όλους τους παραπάνω λόγους κ. ά. τα Ευαγγέλια δεν έχουν απο­λύ­τως καμία ισ­το­ρι­κή αξία. Όμως οι ιστορικοποιούντες διατείνονται ότι εντός των Ευ­αγγελί­ων υπάρχουν ψήγ­ματα Ιστορίας. Αυτό είναι πιθανόν αλλά ιστορικώς μη βέ­βαιο. Ακόμα, αυτά που έκαστος εξ αυτών υποδεικνύει ως αληθινά ψήγματα Ιστορίας είναι τόσο λίγα και ασύνδετα που δεν μπορεί κανείς να τεκμηριώσει τίποτα. Γι’ αυτό και ο κάθε ιστορι­κοποιών πλάθει μια δική του διαφορετική ιστορία ως πιθανό σενά­ριο κά­ποιων συμβάντων γύρω από έναν Ιησού άσημο ή σημαίνων, άγνωστο ή γνωστό, ειρη­νιστή ή επαναστάτη, που τον ήξερε μό­νο μια μι­κρή ομάδα οπαδών του κλπ. Τελικά κάθε τέτοια ιστορία παραμέ­νει μετέωρη, o δε Ιησούς των Ευαγγελίων παραμένει μια παιδαριώδης μυ­θολογία
Πρέπει ακόμα ο αναγνώστης να λάβει υπ’ όψη του ότι η σύγχρονη ιστορική και θε­ο­λο­γι­κή επιστήμη απορρίπτει ολοσχερώς τις Πράξεις των Αποστόλων ως φορέα ιστορικών στοιχείων – ακόμη και ψηγ­μά­των –. Παρά την αντίθετη γνώμη των φανα­τικών που θεωρούν κάποιον Λουκά ψευδώς και εσκεμμένως ως ιστο­ρικό πρώτης τά­ξε­ως και ο οποίος υποτίθεται ότι τις έγραψε, οι Πράξεις είναι γε­μάτες με μυθεύματα, σφάλματα, αντιγραφές και παρεμβολές, δεν παρέ­χουν χρονο­λογίες και τε­λει­ώ­νουν αφύσικα και απότομα, κλπ. Από την σύγκρισή τους με τα έργα του Ιωσήπου συμπε­ραίνομε χωρίς αμφιβολία ότι ο συγγραφέας τους ή οι χαλκευτές τους έριχναν πολλές μα­τιές σ’ αυτά. Πολλά από θέματα που αντιγράφουν τα έχουν επίσης διαστρέψει και δι­α­δώσει λάθος! Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, το έτος +393, μας πληροφορεί ότι το βιβ­λίο αυτό ήταν άγνωστο σε πολλούς ενώ πολλοί άλλοι το είχαν απορρίψει. Θα επανέλ­θομε σ’ αυτό το σημείο παρακάτω στο παράρτημα.
Στις Πράξεις 7: 2-53 διαβάζομε την απολογία του πρωτομάρτυρος Στεφάνου μπροστά στον αρχιερέα και τους αρχηγούς των Ιουδαίων. Αμέσως μετά, 7: 54-60, έχομε το μαρ­τύ­ριό του διά λιθοβολισμού. Αυτά κατά την χριστιανική χρονολόγηση συνέβησαν 1 έως 4 χρόνια μετά τα πάθη, την ανάσταση και την ανάληψη του Ιησού Χριστού. Ο Στέφανος είχε προσχωρήσει και εκλεγεί διάκονος στην χριστιανική εκκ­λησία και εφ’ όσον οι Ιουδαίοι τον εθεώρησαν βλάσφημο κα­τά του Θεού των και πα­ραβάτη του Μωσαϊκού Νόμου, όπως ομολογείται στο προ­ηγούμενο κεφάλαιο, έπρεπε να λιθοβο­ληθεί από το πλήθος σύμφωνα με τις διατάξεις του θεϊκού νόμου των. Όμως όλη η απολογία του αναλώνεται στο να αφηγηθεί στους Ιου­δαίους μια σύντομη και κακοφτιαγμένη αναδ­ρομή στην Παλαιά Διαθήκη από τον Αβ­ραάμ μέχρι τον Ναό του Σολομώντος. Μόνο στον στίχο 52 λέγει: «τίνα των προφη­τών ουκ εδίωξαν οι πα­τέρες υμών; και απέκτει­ναν τους προκαταγγείλαντας περί της ελεύσεως του δικαίου, ου νυν υμείς προδόται και φονείς γεγένησθε·» εννοώντας με τις τελευταίες λέξεις τον Ιησού Χριστό, αν λά­βομε υπ’ όψη τους παρακάτω στίχους 55-56. Τούτα είναι πέ­ρα για πέρα ύποπτα καθ’ όσον αφη­γήθηκε πράγματα που οι αρχηγοί των Ιουδαίων εγ­νώριζαν καλά και αντ’ αυτών δεν άρπαξε την ευκαιρία να τους υπενθυμίσει έργα, θαύματα, διδασκαλία, πάθη, ανάστα­ση, ανά­ληψη του ιδρυτή της νέας πίστεώς του, τα οποία ήταν πολύ πρόσφατα και συ­νέβησαν στον ίδιο εκεί χώρο της Ιερουσαλήμ! Εδώ λοιπόν πρέπει να έχομε μια μυθο­πλασία του συγγραφέα ή συντάκτη των Πράξεων που αποτελεί μια από τις πολλές διαλυτικές αντί­φα­σεις μεταξύ Πράξεων και κανονι­κών Ευαγγελίων, την οποία σας καλούμε να κρίνετε.
Στο παρόν κείμενο και σε μερικά από τα κείμενα που ακολουθούν παρακάτω αναφερό­μαστε στα κανο­νικά Ευαγγέλια και παραθέτομε και άλλα περισσότερα σχετι­κά στοιχεία. Σημειώνετέ τα καθώς τα απαντάτε εάν αυτό το θέμα σας ενδιαφέρει ιδι­αιτέρως.
Τέλος παρεμβολής και συνεχίζομε: ]

Συνεπώς η Φλαβιανή Μαρτυρία είτε μόνης της είτε μαζί με τις άλλες, που όπως προα­ναφέραμε είναι ελαχίστης Ιστορικής σημασίας και πολύ αμφιβόλου προε­λεύσεως, δεν αρ­κεί να κατοχυρώσει την ιστορικότητα του Ιησού, ακόμα και αν υπο­θέσομε ότι εί­ναι αυθεντική όπως εί­ναι γραμμένη. Πολύ χειρότερα όμως, εφ’ όσον το 90% των ειδικών ερευνητών επιστημόνων την αμφισβητεί ισχυρότατα ως παρεμβολή ή πα­ραχάραξη.
Το τελικό λοιπόν συμπέρασμα που βγαίνει πέραν πάσης αμφιβολίας είναι ότι: «Ο λόγος για τον οποίον ο Ιησούς της Χριστιανικής Θρησκείας δεν μπορεί να θε­ω­ρείται Ιστο­ρικό πρόσωπο είναι διότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία Ιστο­ρι­κώς ικανά να απο­δεί­ξουν πέραν πάσης Ιστορικής αμφι­βο­λίας την Ιστορική του ύπαρξη (όπως και την ανυ­παρξία του)». Αυ­τό σημαί­νει ότι δεν δυνάμεθα να απο­φανθούμε ούτε αν υπήρ­χε ούτε αν δεν υπήρχε. Εν τοι­­­αύτη περιπτώσει ο Ιησούς ο λε­γόμε­νος Χριστός όπως τον έχει παρου­σιάσει για 2000 χρόνια η χρι­στιανική ομάδα, παραμένει μέχρι στιγμής εσωτερικό και θρυ­­λι­κό πρόσωπο αυτής της ομάδας και δεν μπορεί να θεωρείται Ιστο­ρι­κό. Η Καινή Διαθήκη και η χριστιανική η Ιερά Παράδοση δεν έχουν σκοπό να καταγρά­ψουν και να μεταφέρουν Ιστορία, αλλά κάνουν διάφορες παραλλαγές της πλοκής του χριστιανικού μύθου. Διά τούτο όλες αυτές οι αφηγήσεις είναι έντονα αντιφατικές και μεταξύ τους ασύμφωνες.
Από κει και πέρα ο κα­θέ­νας μπορεί να πι­στεύει και να γράφει ό,τι του γου­στά­ρει. Αλ­λά, άλλο πίστη και άλλο επι­στή­μη. Όσοι λένε «εγώ πιστεύω έτσι και έτσι...» ας έχουν λί­γο φιλότιμο και να μην ανακα­τεύ­ουν την επιστήμη για να προσδώσουν εγ­κυρότητα στην πίστη τους. Σ’ εμάς αρκεί το να συμφωνήσομε απόλυτα με όλους τους επιστή­μο­νες που υποστηρίζουν το ανωτέρω συμ­πέρασμα και τη θέση ότι: «Δεν έχομε Ιστο­ρι­κές απο­δεί­ξεις ού­τε για το αν υπήρχε ο Ιησούς που έγινε Χριστός ού­τε για το αν δεν υπήρ­χε. Το ερώ­τημα μέχρι στιγμής πα­ραμένει ανοιχτό, λόγω σχε­δόν πλή­ρους ελλεί­ψεως αν­τικει­μενικών στοι­χεί­ων». Τέτοιοι επιστήμονες εί­ναι «ούκ ολίγοι». Τα υπόλοιπα είναι πί­στεις, θε­ωρίες, υπο­θέσεις, προτι­μήσεις, γούστα, κλπ. Εί­ναι δη­λαδή προσπά­θειες και υπο­κειμε­νικές εκτι­μήσεις οι οποίες από Ιστο­ρική έπο­ψη κα­τα­λήγουν στο μηδέν.
Αυτά τα επιχειρήματα και συμπεράσματα, μαζί με πολλά άλλα που έπονται στα επόμενα δύο μέρη του άρθρου αυτού, χρησιμοποι­ούν­­ται ήδη και εν πολλοίς και από τους μυθικιστές, θιασώτες της τρίτης κατηγορίας, που αναφέραμε στην αρχή. Από όλα τα στοι­χεία που διαθέτομε σήμερα φαίνεται απίθανο το να προ­κύ­ψουν νέα αντι­κειμε­νικά στοι­χεία τα οποία να δίνουν δίκιο στους ιστορικοποιούντες της δεύτερη κατηγορία. Τίποτα όμως δεν απο­κλείεται ακόμα, καθ’ ότι τε­λευταία ακούμε ότι οι αρ­χαιολόγοι βρίσκουν τά­φους και στοιχεία τα οποία ίσως δώσουν κατηγορηματικές απαντήσεις. Τελούμε εν αναμονή και ευχόμαστε να βρεθεί η κατηγορηματική απάν­τηση για να λήξει αυτό το αχρείαστο ζήτημα μια για πάντα. Τώρα ποια θα ήταν η ση­μασία του αν η δεύτερη κα­τηγορία έχει τε­λι­κά δίκιο; Απαντάμε ότι, ακόμα και δίκιο να έχει εν τέλει η δεύτερη κατηγορία, ο Ιησούς Χριστός τον οποίον «ευ­αγγελίζεται» είναι εντελώς κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό, από τον Ιησού Χριστό των Ευαγγε­λί­ων και της Καινής Διαθή­κης στον οποίον πιστεύουν οι πιστοί θρησκόληπτοι. Επο­μέ­νως από χριστιανικής θρησκευ­τι­κής απόψεως ο Ιησούς Χριστός της δεύτερης κατηγο­ρίας εί­ναι το ίδιο κατα­στρε­πτι­κός για την «αλήθεια του Χριστιανισμού» όσο και η πλήρης ανυ­παρ­ξία του, δηλαδή η πλή­ρως αποδεδειγμένη μυθολογικότητά του.
Μπορούμε όμως και μετά βε­βαιότητος να δηλώσομε ότι: ειδικά η περσόνα του Ιησού Χρι­στού της Καινής Διαθήκης είναι μια μυθολογική κατα­σκευή, ακόμα και αν τυ­χόν βασίζεται σε κά­ποιο άγνωστο υπαρκτό πρόσωπο. Υπάρχουν πολυάριθμοι λόγοι οι οποίοι αποδει­κνύουν αυτή τη δήλωση πέραν πά­σης αμ­φιβολίας και οι οποίοι έχουν δημο­σιευθεί σε χι­λιάδες ερευνητικά επιστημονικά βι­βλία και άρθρα. Έτσι δεν θα επεκταθούμε επ’ αυτού. Μόνον λίαν συντόμως αναφέρομεν ότι: Οι ευαγγελιστές (όποιοι είναι αυτοί) και οι διάφορες χρι­στιανικές κοινότη­τες των δύο πρώτων αιώνων πλέκουν έναν αναχρο­νιστικό, αργοπορημένο και εσχατολογικό μύθο. Διά τούτο δεν τους ενδιαφέρει η ιστορι­κή αλήθεια, η ακριβής αναγραφή των υποτιθεμέ­νων συμβάν­των και γεγονότων, η ορθή γεω­γραφική γνώ­ση, η υπάρχουσα πολιτική και πολιτιστι­κή κατάστα­ση των καιρών αυ­τών, η ακριβείς χρονολογίες, κλπ, έστω και αν πολλές φορές, μέσα σ’ αυ­τόν τον μύθο που πλέ­κουν και ανάμεσα στα πολυάριθμα λάθη, φανταστικά και αντιφατικά στοιχεία τους, πα­ρεμ­βάλουν με­ρικά ιστορικά στοι­χεία και μερικά πραγ­ματικά πρό­σωπα ή τοπω­νύ­μια [1], κλπ. Ούτε τους ενδιαφέ­ρει καθόλου να γρά­φουν σε συμ­φω­νία μεταξύ των, αλ­λά παρουσιάζουν μια εκτεταμένη ακαταστασία και αν­τιφατικό­τητα. Μόνο μέσα απ’ αυτά τα πλαίσια και στοιχεία μπορούν να δικαι­ο­λο­γη­θούν και να κα­τανοηθούν οι πο­λυάριθμες και τρομακτι­κές διαφορές, αντι­φάσεις, ασυ­νέπει­ες και λάθη που απαντώνται απαν­ταχού μέσα σε ολόκληρη την Καινή Διαθή­κη και την χριστιανική παράδοση. Όλες οι επί αιώνων προ­σπά­θειες των Χριστιανών πατέρων και θε­ολόγων για να γεφυ­ρώσουν και να ευθυγραμμίσουν όλη αυτή την ακα­τά­σχε­τη ακατα­στα­σία απετύγχαναν οικτρά, όπως και η ανακάλυψη ενός ιστορι­κού Ιησού κατέ­ληγε πάντα στο μηδέν! Ιδι­αι­τέ­ρως στα Ευ­αγ­γέλια και τον Παύ­λο μπο­ρού­με να ξεχω­ρίσο­με και να κα­τασκευά­σο­με τρεις ή και τέσσε­ρις δια­φορετικούς Ιη­σούδες Χρι­στούς, κλπ. «Τί έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;».

[Υποσημείωση 1: Στα Ευαγγέλια συναντάμε ανύπαρκτα ή φανταστικά τοπωνύμια, όπως: Ναζαρέτ, Κανά, Γέρσεσα, Βηθανία πέραν του Ιορδάνου, Αινών, Σαλείμ, κ. ά. Από την άλλη με­ριά δεν αναφέρουν την μεγαλύτερη και την πιο ακμάζουσα πόλη, την πρω­τεύουσα της Γαλιλαίας Σεπφορίτι­δα, ευρισκομένη ακριβώς στο κέντρο της Γαλιλαίας. Αυτό και αν είναι αξιοπαρατήρητο και αξιοπε­ρίεργο! Να γράφουν για άγ­νωστα χωριουδάκια και να μην αναφέρουν την με­γα­λύ­τερη πόλη, όταν μάλιστα ολόκ­ληρη η Γαλιλαία είναι μικρό μέρος και όλα τα χω­ριά και οι πόλεις ευρίσκονται το ένα πολύ κοντά με το άλλο! Δεν είχαν να γράψουν για την Σιβηρία, οπότε κάποιος στο Βλαδιβοστόκ δικαιολογείται να μην γνωρίζει το Νο­βοσιμπίρσκ. Όλη η Γαλιλαία άντε να είναι όση η μισή Πελοπόννησος.
Η Ναζαρέτ και η Κανά δεν αναφέρονται σε κανέ­να ιστορικό ή μη ιστορικό σύγγραμμα. Π. χ., ο πολύ μορ­φω­μένος Ιώση­πος ήταν ο στρατηγός του επαναστατικού στρατού στη Γα­λιλαίας κατά τα τρία πρώτα χρόνια της επαναστάσεως των Εβραίων κατά των Ρω­μαίων, 66-73 Κ. Ε.. Έτσι κατέγ­ραψε όλη την Γαλιλαία στο μακ­ροσκελές έργο του με κάθε λεπ­το­μέρεια και αναφέρει την Σεπ­φορί­τι­δα πολλαπλώς. Όμως που­θενά δεν αναφέρει την Ναζαρέτ και την Κανά, όπως και κανένας άλλος Ιουδαί­ος ή εθνικός συγγρα­φέας ή επιστήμων.
Προσ­κυ­νήματα με τα ονόματα αυτά εχτίστη­καν επίτηδες τον τέταρτο αιώ­­να σε θέσεις που οι χριστιανοί υπέθεσαν ότι ευρισκόταν πριν η Να­ζα­ρέτ και η Κα­νά. Μετά σιγά-σιγά αυξήθηκαν σε πολίχνες. Για τα εκτός Γαλι­λαίας φαντα­στικά τοπω­νύ­μια: Γέρ­σε­σα, Αι­νών, Σαλείμ, Βηθα­νία πέραν του Ιορ­δά­νου, κ. ά., δεν υπάρ­χουν ούτε προσκυ­νήματα. Η μεν λέξη Να­ζα­ρέτ προέρχεται από παρεξήγηση της λέξεως Ναζα­ρηνός (Μάρκος 1: 24, 14: 67, 16: 6, Λουκάς 4: 34) όπως ανα­πτύσ­σομε και θα δείτε εν­τός του πα­ρόντος, η δε Κανά προ­έρ­χεται από το Κα­να­νί­της που στα Εβραϊκά σημαί­νει ζηλω­τής. (Παρά­βλεπε: Σί­μων ο Κανανίτης ή Ζηλωτής, Ματ­θαίος 10: 4, Μάρκος 3: 18, Λουκάς 6: 15, Πράξεις 1: 13.). Να υπονοούσε άραγε κάποι­ον τό­πο συγκεντρώ­σε­ως ζη­λω­τών;
Ήδη από τον τέταρτο αιώνα μερικοί εκκλη­σιαστι­κοί πα­τέ­ρες προειδο­ποι­ούν για την απάτη των προσκυ­νη­μάτων και καλούν τους πι­σ­τούς χρισ­τιανούς να τα απο­φεύ­γουν. Συγκε­κρι­μένα ο εκκλησιαστικός πα­τέ­ρας Γρη­γόριος ο Νύσ­σης, αδελφός του «Με­γά­λου» Βασι­λεί­ου, προειδοποιεί: «Μην συχ­νά­ζε­τε εκεί που υπάρ­χουν τα προσκυνήματα διότι εκεί υπάρχει η μεγαλύτερη απάτη.». Το ότι αυ­τά τα το­πωνύμια θεωρούνται πραγματικά από τους πιστούς και το­ποθετούνται σε βιβ­λικούς και άλλους χάρτες οφείλεται μόνο στην αναφορά των Ευαγ­γελίων και σε τί­πο­τα άλλο. Σου λένε ότι: «αφού έτσι γράφουν τα Ευαγγέλια έτσι πρέπει να είναι!...».
Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον έχει τόσο πολλές και τεράστιες διαφορές με τα άλ­λα τρία Ευαγγέλια, όχι μόνο ως προς τις πρωτοφανείς ιστορίες που περιέχει π. χ. την ανά­σταση τού Λαζάρου και πολλές άλλες, αλλά και ως προς τα κοινά με τα άλλα Ευ­αγ­γέ­λια θέματα που αναφέρει, ώστε να αποτελεί ακόμα ένα ισχυρό στοιχείο υπέρ της μυ­θοπλαστίας του Ιησού Χριστού των Ευαγγελίων και συνεπώς της ανυπαρξίας του. Αναμφιβόλως αυτό είναι και το μόνο Κανονικό Ευαγγέλιο που περιέχει πολλά γνωστικιστικά στοιχεία. Αναφέρομε έναν μικρό αριθμό απ’ αυτές τις τεράστιες δια­φορές σε διάφορα ση­μεία μέσα στα κεί­με­νά μας. Εδώ για παραδείγματα ση­μειώνομε μόνο τρεις.
(1) Δεν υπάρ­χουν πουθενά οι νηστείες του Ιησού και οι πειρασμοί του από τον διάβο­λο στην έρη­μο με­τά την βάπτιση του, που διήρκεσαν 40 μέρες όπως μας περιγράφουν καλά οι άλ­λοι τρεις. Αυτός μας λέγει ότι τις δύο επόμενες μέρες βρή­κε μερικούς μα­θητές και την τρίτη έκανε την πρώτη επίδειξη στο θαύμα της Κανά.
(2) Εκδίωξε τους εμπόρους από τον ναό στην αρχή της δράσεώς του ενώ οι άλλοι τρεις βάζουν το επεισόδιο αυτό πέντε ή έξη μέρες πριν σταυρωθεί.
(3) Τα τρία πρώ­τα Ευαγγέ­λια αφηγούνται μια δρά­ση του Ιησού που διήρκεσε το πολύ ένα έτος, ενώ ο Ιωάννης παρουσιάζει μια δράση που διήρκεσε του­λάχιστον τρία έτη. Κλπ...
Ο Ιω­άν­νης όμως σε μερικά σημεία του Ευαγγελίου του πασχίζει να μας πείσει ότι λέ­γει την αλήθεια, πράγμα που δεν το κάνει κανένας από τους άλλους τρεις! Βέ­βαια μας λέγει και ότι κάνει την προπαγάνδα του και όχι ιστορία: 19: 35 «και ο εωρα­κώς με­μαρτύ­ρη­κε, και αληθινή αυτού εστιν η μαρτυρία, κακείνος οίδεν ότι αληθή λέγει, ίνα και υμείς πιστεύσητε.», «20: 31 ταύτα δε γέγραπται ίνα πισ­τεύσητε ότι Ιη­σούς εστιν ο Χρισ­τός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού.». Όλο το κε­φά­λαιο 21 είναι αποδεδειγμένα κατοπινή προσθήκη προς αποκατάσταση της Πετρι­κής παραδό­σε­ως, κ. ά. Αυτός που το προσέθεσε επινόησε και την μυθολογία του ποιος έγραψε ολόκ­ληρο το Ευαγγέλιο.
Ποιόν να πιστέ­ψομε τώρα; Τον Ιωάννην ή έναν από τους άλλους τρεις; Συ­νε­πώς ο Ιη­σούς Χρι­στός των Ευαγγε­λί­ων είναι καθαρά ένας μύθος και τίπο­τα παραπά­νω. Αυτό το μυ­θικό άτο­μο το έφτια­ξαν διάφορα υπαρκτά άτομα τα οποία βασίστηκαν σε ήδη υπάρ­χον μυ­θο­λογικό και πραγματικό υλικό, στην προσπά­θεια των να εν­σωμα­τώσουν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των, οτιδήποτε και αν ήταν αυτά. Ακόμα το μυ­θικό άτομο δεν οφεί­λει να συμπίπτει με κάποιο αφανές πραγματικό!
Ο Θεόφιλος Αντιοχείας (επίσκοπος κατά τα έτη 169 - 177 Κ. Ε.) δεν μπόρεσε να ικα­νοποιήσει την απαίτηση των εθνικών να τους υποδείξει κάποιον αναστημένο νεκρό. Επίσης ο απολογητής Minucius Felix (μέσα 2ου αιώνος) προσπαθεί με δικές του κατη­γο­ρίες κατά των πα­γανιστικών θεών να ανταπεξέλθει στις κατηγορίες των εθνικών ότι οι χριστια­νοί λατ­ρεύουν σταυρούς και έναν που σταυρώθηκε. Δεν ομιλεί για ανά­σταση!
Όπως ο Θωμάς Μάρας στο βιβλίο του Οι Αντιφάσεις της Καινής Διαθήκης, Εκδόσεις Σμυρνιώτη, ή Εκδόσεις Νέος Σταθμός, ή Εκδόσεις Δίβρης, Αθήνα 1978 – 1979, έτσι και ο σπουδαίος ερευνητής Earl Doherty στο βιβλίο του Challenging the Verdict, A Cross-Examination of Lee StrobelsThe Case of Christ, Age of Reason Publica­tions, 2001, έχει εξετάσει πολλές αντιφάσεις, αλλ’ όχι όλες, και πολλά λάθη των Ευ­αγγελίων και όλων των Επιστολών και σε πολλά σημεία έχει βγάλει και κα­ταγ­γείλει το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων είναι μύθος, δηλαδή ψέ­μα. Ο κάθε συγγραφέας αυτών των ψευδεπιγράφων κειμένων φτιάχνει ένα κατασκευ­άσ­μα που εξυπηρετεί την θεολογία του! Ομοίως και ο Ιησούς Χριστός του Παύλου είναι απλώς αποκύημα της νοσηρής φαντασίας του! (Βλέπε: Παράρτημα 2.).
Τα ίδια αποδεικνύει με καταπληκτική τεκμη­ρίωση και ο σπουδαίος ερευνητής Hyman E. Goldin στο εξαίσιο και πλούσιο σε σημειώσεις σύγγραμμά του, The Case of the Nazarene Reopened, The Lawbook Exchange Ltd., 1948-2003.]

Ο αείμνηστος Robert Taylor [2], συ­χνά αναφέρει στα συγ­γράμματά [3] του ένα από τα πιο πειστικά, κατά τη γνώμη του, κριτήρια για την απόρριψη της ιστο­ρικό­τη­τας του Ιη­σού και όλων όσων πρεσβεύει η Χριστιανική θρη­σκεία! Αυτό είναι το ότι ο ίδι­ος και όλοι οι ορθολογιστές και σκεπτικιστές μέχρι την εποχή του έπρεπε να υπο­φέ­ρουν στον ύψιστο βαθμό το μίσος, την ατιμία, τη διαβολή και στο τέλος φυλακί­σεις και βασανι­στή­ρια από τους Χρι­στιανούς απολογητές και αξιωματούχους, για τις ερωτήσεις και αν­τιρ­ρήσεις που τους υπ­έβαλαν. Έτσι και ο Taylor, εκτός από διάφορα χρηματικά πρόστιμα που του επε­βλήθησαν, υβρί­στη­κε, συκο­φαντήθηκε και στο τέλος φυλακί­στηκε και βασα­νί­στηκε δύο φορές. Στα συγ­γράμματά του λοιπόν, αρκετές φο­ρές γράφει ότι επί τέλους κατάλα­βε, εξ ιδίας πείρας, ποια είναι τα μόνα πει­στικά και αποστο­μωτικά επι­χει­ρήματα των Χριστιανών...! Βλέ­πο­με λοιπόν ότι αν οι Χρι­στι­ανοί απολογητές και ιστορικοί είχαν πειστικά κριτήρια για την ιστορικότητα του Ιη­σού θα μας τα παρείχαν με καθαρό τρόπο ευθύς εξαρχής και το θέμα θα είχε λήξει. Αντ’ αυ­τών όμως μας παρέ­χουν αναπόδεικτες υποθέσεις και τους διακα­τέχει μια ξέ­φρενη και επιθετική μα­νία να εξουδε­τε­ρώσουν τους σκεπτικιστές και ορθο­λογι­στές με κάθε αθέμιτο και βίαιο τρόπο.

[Υποσημείωση 2: Robert Taylor, Edmon­ton της Αγγλίας 18-8-1784, Tours της Γαλ­λί­ας 5-6-1844. Αγγλικανός ευαγγελικός ιερέας που απεσκίρτησε από τον Χριστιανι­σ­μό όταν μελέτησε αρκετά και ανεκάλυψε την τρομακτική αν­τιφα­τι­κό­τη­τα, τα λάθη, την ανακολουθία και την καταστροφικότητα αυτής της θρη­σκείας. Στο τέλος κατέ­λη­ξε απλώς θεϊστής όπως γράφει ο ίδιος.]

[Υποσημείωση 3: (1) The Diegesis, Kessinger Publishing, or Health Rese­arch Publi­cations. (2) Syntagma of the Evidence of the Christian Religion, Kessinger Publi­shing. (3) The Devil’s Pulpit, Kessinger Publishing.]

Μπορεί κάποιος να πει ότι το ανωτέρω κριτήριο του Taylor, είναι κάπως υπο­κει­μενικό. Εδώ όμως παραθέτομε την εξής σημαντικότατη ιστορική πληροφορία η οποία δεν έχει προσεχθεί και αναλυθεί όσο θα έπρεπε. Και να υποθέσο­με ότι πραγ­μα­τικά υπήρ­χε κάποιος Ιησούς πίσω απ’ όλα αυτά που μυθολογούν τα Ευαγ­γέλια τό­τε πρέπει να ήταν εντελώς ασήμαντος διότι είναι πρόσωπο της εσωτερικής χρι­στιανικής μυθολογίας και δεν το αναφέρει κανείς ιστορικός, συγγραφέας, πολιτικός, ρα­βίνος, κρατικό αρχείο της επο­χής του, όχι μόνον εξ όσων γνωρίζομε σήμερα αλλά στο έργο του Κατά Γαλι­λαίων (Loeb Classical Library, Τόμος ΙΙΙ, σελίδες 374 – 377, παρά­γρα­φος 201 Ε - 206 Β) ο Aυτο­κρά­τορας Μέγας Ιουλιανός (332?-363 Κ. Ε.), ομιλών προς τους Χριστιανούς του καιρού του, κάνει την εξής μεγάλης ιστορικής σημασίας δήλω­ση και πρόκληση στο τέ­λος αυτής της παραγράφου.

 «... ών [εκ τών ανδρών, Ιησούς, Παύλος, Κορνήλιος, Σέργιος Παύλος, τούς οποίους αναφέρει πριν σ’ αυτήν την παράγραφο, κά.] είς εάν φανή τών τη­νι­καύτα γνωριζομένων επιμνησθείς ―επί Τιβερίου γάρ ήτοι Κλαυδίου ταύ­τα εγίνε­το―, περί πάν­των ότι ψεύδομαι νομίζετε.».

Μετάφραση: «Αλλά εάν μπορείτε να μου δείξετε ότι εξ’ αυτών των ανδρών [Ιησούς, Παύλος, Κορνήλιος, Σέργιος Παύλος, κά.] έστω και ένας ανα­φέρεται από τους γνωστούς συγγρα­φείς του καιρού εκείνου, ― διότι [όπως εσείς λέτε] αυτά τα συμ­βάντα έγιναν κατά την βασιλεία του Τιβε­ρί­ου ή του Κλαυδίου ―, τότε έχετε το δικαί­ω­μα να νομίζετε ότι ψεύδομαι περί πάντων των πραγ­μά­των.».

Επειδή η παράγραφος αυτή περιέχει πολλά στοιχεία και δηλώσεις μεγάλης σημα­σίας και σπουδαιότητας αξίζει να μελετηθεί και να εξεταστεί προσεκτικά. Διά τούτο την πα­ραθέτομε ολόκληρη μεταφρασμένη, εντός της οποίας υπογραμμίζομε μερικά σημαν­τι­κά σημεία και εσείς μόνοι σας προσέξετε και τα υπόλοιπα.
«Τί είναι επί τέλους αυτό για το οποίο οι Εβραίοι καυχώνται ότι τους δό­θη­κε από τον Θεόν, από τους οποίους εσείς πείθεστε αφού [προ­η­γου­μέ­νως] αυτομολήσατε από εμάς; Εάν πάλι είχατε ακούσει προσεκ­τικά τα λό­για εκείνων [των Εβραίων], δεν θα είχατε δυσπραγήσει στα πάντα, αλλά αν και θα είσαστε χειρότερα από πριν, όταν δη­λαδή είσα­στε μαζί μας, παρ όλα ταύτα θα είσαστε σε μια κατάσταση ανεκτή και υπο­φερτή. Διότι τότε θα λατρεύατε έναν θεό, που δεν είναι άνθρωπος, αντί πολλών [θε­ών], ή μάλλον­ πολλών δυστυχών ανθρώπων. Και ακό­μα θα χρησιμοποιούσατε νόμο σκληρό μεν και τραχύ και που περιέχει πολλά άγρια και βάρβαρα [διατάγματα] αντί των ιδικών μας επιεικών και φιλανθρώπων νόμων, και κατά τα άλλα θα είσαστε σε χειρότερη κα­τάσταση από εμάς, αλλά θα εί­σαστε αγνότεροι και καθαρότεροι από ότι είστε τώρα ως προς τις λατρείες σας. Τώρα όμως με σας συνέβη ότι ακριβώς συμ­βαί­νει με τις βδέλλες, να σας ελκύει [δηλαδή] το χειρό­τε­ρο αίμα [που προέρχεται] από εκεί [τον Εβραϊσμό δηλαδή] και να αφήνετε το καθαρότερο. Ακόμη και ο Ιησούς αφού εκέρ­δισε το χει­ροτερο μέρος από σας, είναι γνωστός μόνο κατ’ όνομα για λίγο πε­ρισ­σό­τε­ρο από τριακόσια χρόνια: και κατά την διάρ­κεια της ζωής του δεν κατάφερε τίποτα άξιον ακοής, εκτός και κά­ποι­ος νομίζει ότι το να θεραπεύσει τους κουτσούς και τους τυφλούς και να εξορ­κί­ζει τους δαιμονόπληκτους στα χωριά της Βησθαϊδάς και της Βη­θανίας είναι εκ των μεγίστων κατορθωμάτων. Όσον αφορά την αγ­νότητα [του] δεν την γνωρίζετε τόσο καλά όσο μνημονεύετε· αλλά συ­ν­αγωνίζεστε τους Ιουδαίους στην οργή και στην πικρία και γκρε­μί­ζετε τα ιερά και τους βωμούς και απεσφάξατε όχι μόνο αυτούς από εμάς που παρέμειναν [πιστοί] στα πατρώα [έθιμα, διδάγματα, κλπ.], αλλά και τους αιρετικούς που ήταν εξ ίσου με σας πεπλα­νη­μένοι επειδή δεν θρηνούν τον νεκρόν με τον ίδιο τρόπο όπως τον ιδικόν σας. Αλλά αυτά [που δια­πράτ­τετε] είναι μάλλον δικά σας [κα­μώματα]· διότι πουθενά ούτε ο Ιησούς σας παρέδωσε τέτοιες εντο­λές και σας επρό­σταξε [να τις εφ­αρμόσετε] ούτε ο Παύλος. Ο λόγος δε εί­ναι ότι ποτέ τους δεν έλπιζαν πως εσείς θα φτάνατε ποτέ σε τέτοιο σημείο δυνάμεως. Διότι αυτοί ικανο­ποιούνταν με το να εξαπατούν υπη­ρέτριες και δούλους και μέσω αυ­τών γυναίκες και άνδρες όπως ο Κορνήλιος και ο Σέργιος. Αλλά εάν μπορείτε να μου δείξετε ότι εξ’ αυ­τών των ανδρών [Ιησούς, Παύλος, Κορνήλιος, Σέργιος Παύλος, κά.] έστω και ένας ανα­φέρεται από τους γνωστούς συγγρα­φείς του καιρού εκείνου, ―δι­ό­τι [όπως εσείς λέτε] αυτά [τα συμ­βάντα] έγιναν κατά την βασιλεία του Τιβε­ρί­ου ή του Κλαυδίου―, [τότε έχετε το δι­καί­­ω­μα] να νομίζετε ότι ψεύδομαι περί πάντων των πραγ­μά­των.».

Αυ­τά λοιπόν γράφει ο Μέγας Ιουλιανός ο οποίος ήταν ακέ­ραιος χαρακτήρας, φι­λόσο­φος, μελετητής, ερευνητής και ως αυ­τοκρά­το­ρας είχε στη διάθεσή του όλα τα κρα­τι­κά αρχεία και τις πηγές. Ο Ιουλιανός αναφέ­ροντας την βασιλεία του Τιβερίου έχει συμ­πε­ρι­λάβει και τα χρό­νια του υποτιθε­μένου Ιη­σού τον οποίον και αναφέρει ευθέως μέσα σ’ αυτή την παράγραφο. Ακόμα έχει συμπεριλάβει και τα αρχικά χρόνια του Απο­στό­λου Παύλου τον οποίον και αναφέρει ευθέως μέσα στην ίδια παράγραφο αλλά και ο Σέργιος (Παύλος), τον οποίον επίσης ο Ιουλιανός αναφέρει, αναφέρεται από τους Χριστιανούς μό­νο σε σχέ­ση με τον Απόστολο Παύλο στις Πράξεις 13: 6-12. Ο Κορνήλιος και η μετα­στροφή του έχει να κάνει με τον Πέτρο και αναφέρεται στις Πράξεις 10: 1-43. Ο Ιουλια­νός δηλαδή αναφέ­ρε­ται σε μια πολύ κα­λώς ιστορη­θεί­σα εποχή κατά την οποίαν, ως υπο­τίθεται, έζησαν και έδρασαν τα πρόσω­πα αυτά. Επο­μέ­νως ο Ιη­σούς Χριστός και οι άλ­λοι ΔΕΝ είναι εξ ορισμού ιστορικά πρόσωπα, διότι ιστορικά πρόσωπα εί­ναι όσα ρη­τώς ανα­φέρονται στις κα­τά­λληλες πηγές.
 Θεωρούμε αξιοπαρατή­ρη­το το γεγο­νός ότι ο Ιουλιανός δεν αναφέρει τον Γάιο Καλιγού­λα, ο οποίος ήταν o αυτο­κράτορας με­τα­ξύ Τιβε­ρί­ου και Κλαυδίου! Ίσως υπάρ­χει κά­ποιο μυ­στήριο πίσω απ’ αυτό, ίσως όχι! Μία εξήγηση μάλλον είναι ότι τα μεν επει­σόδια περί Ιησού Χριστού όπως και η πρώτη εμφάνιση του Αποστόλου Παύ­λου ως διώ­κτου των Χριστιανών έλαβαν χώρα κατά την βασιλεία του Τι­βερίου (+14-37) τα δε περί αν­θυπάτου Σεργίου Παύλου και εκατοντάρχου Κορνηλίου επί βασι­λεί­ας Κλαυδίου (+41-54).
(Τελικά, ο πρώτος αυτοκράτορας που δη­λώ­νει τον χρι­στι­α­νι­κό μύθο ως αλή­θεια και διά της βίας τον επι­βάλλει, είναι ο αιμοσταγής και δια­τα­ραγμένος Κων­σταν­τίνος, ο οποίος με­τά θάνατον αγιοποιήθηκε και απο­κλήθηκε «Μέγας» από την χρι­στι­ανι­κή εκ­κλησία.).
Την εποχή του Ιουλιανού (+331-363) οι Χριστιανοί μπορούσαν να συμβου­λευτούν τα γρα­πτά κάθε συγγραφέως, πολιτικού, τα κρατικά αρχεία, κλπ, χωρίς κανέ­να εμπόδιο. Είχαν δι­κούς τους ανθρώπους σε κάθε θέση! Παρ’ όλα ταύτα οι Χριστια­νοί δεν επέ­δει­ξαν κα­μίαν αναφορά είτε γνωστού είτε αγνώστου συγγρα­φέως ούτε και κάποιου κρατι­κού αρ­χείου σ’ αυτήν την κατά μέτωπο ισχυρή πρόκληση του μεγάλου αυ­το­κράτορος τον οποίον και μι­σούσαν θανάσιμα. Επομένως αυτή η αναφο­ρά έχει πολύ μεγάλη ιστο­ρική ση­μασία, παρ’ όλον ότι πολλοί ημπορούν να ισχυρι­στούν ότι στο Κατά Γαλιλαίων έργο του ο Ιουλιανός δεν θέτει ζήτημα ιστορικότητος των εν λό­γω ατόμων. Με τον τρόπο που ο ίδιος ομιλεί προς τους Χριστιανούς του καιρού του στην εν λόγω παράγραφο, θέλει πρωτίστως να το­νί­ζει την παντελή ασημαντότητα των προ­σώπων που αναφέρει (Ιησούς, Παύλος, Κορνή­λιος, Σέργιος Παύλος, κά.), καθ’ ότι δεν άφησαν πίσω τους τίπο­τε το αξιοσημείωτο και ούτε τα ση­μείωσε κάπου κανείς φερέγγυος. Αυτό το γεγονός όμως αποτελεί από μόνο του ιστορικό κριτή­ριο κατά της ιστορικότητος αυτών των ατόμων! Ακό­μα ο Ιου­λια­νός θέλει να τονί­ζει ότι τα άτομα αυτά και αν υπήρξαν, δεν είχαν δώσει ποτέ εν­το­λές στους οπα­δούς τους να κα­τα­στρέφουν και να ρημάζουν τα πάντα που έβρι­σκαν μπρο­στά τους και να σκο­τώ­νουν όσους δεν τους ασπάστηκαν αλλά παρέμειναν πιστοί στην παρα­δοσιακή τους θρησκεία ή είναι δικοί τους αιρετικοί. Εδώ λοι­πόν έχομε μια σαφή ιστο­ρι­κή μαρτυρία επισήμου άτομου για την ποι­ό­τη­τα του χαρακτή­ρος των μόλις προ ολίγου νομο­ποι­η­θέντων Χριστιανών τον τέταρ­τον αι­ώνα. Ήταν πλή­ρεις κα­κότητας, φαυ­λό­τητας, φονι­κό­­τη­τας, καταστροφικότητας, κλπ, ιδι­ό­τητες που εί­χαν εκ­δηλώσει σαφώς ήδη από τον δεύτερο αιώνα. Μετά έχουν το θράσος να ομιλούν για αγά­πη, συγχώ­ρε­ση, ανεκτι­κό­­τητα και όλα αυτά τα φούμαρά τους! Όλο κι’ όλο που ο Ιου­λι­α­νός ήθελε να πραγ­μα­το­ποι­ήσει κατά την συντομότατη εικοσάμηνη βα­σιλεία του ήταν πλήρης ανεξι­θρη­σκία και αμοιβαία ανοχή. Ο πρόωρος και ύποπτος θά­νατός του (φο­νεύ­τηκε σε ηλικία 32 ετών κά­τω από ασαφείς και ύποπτες συνθήκες, 331 - 363 Κ. Ε.) μα­ταί­ω­σε την επιτυχία αυτού του ευγενούς σκοπού. Από εκεί και μετά οι Χριστιανοί δεν εί­χαν απο­λύ­τως κανέναν φραγμό, δεν άφησαν τίποτα όρθιο είτε από άψυχα είτε από έμ­ψυχα! Ωραία νέα τάξη και εξέλιξη πραγμάτων!
Σ’ αυτά τα σημεία δεν διαφωνούμε καθόλου. Αλλά όπως και να εξε­τάσει ή δει κανείς το πε­ριεχόμενο αυ­τού του βιβλίου του Ιουλια­νού, η πρόκληση αυτή αναγκα­σ­τικώς φέρνει στο προσκήνιο το θέμα και το ερώτημα της ιστορικότητας αυ­τών των προ­σώ­πων άμεσα, ζή­τημα πολύ θερμό και κατά την εποχή του Ιουλιανού. Ο λόγος λοιπόν του ότι η αναφο­ρά αυ­τή έχει πολύ μεγάλη ση­μασία, από τη σκοπιά του Ιστορι­κού επιστήμο­να και ερευνητή και του οποίου την προσοχή αμέσως συλλαμβάνει, εί­ναι ο εξής: Ένα από τα σημαντι­κό­τερα κριτήρια ιστο­ρικότητος κάποιου προσώ­που που χρησι­μοποιεί η επι­στήμη της Ιστορίας είναι: «η ύπαρξη βάσιμων, ανεξαρ­τήτων, συμ­φώνων και κατά το δυ­να­τόν συγ­χρό­νων με το άτομο αυτό αναφορών. Πολλές φο­ρές χρησι­μοποιούνται και υστε­ρόχρονες αναφορές αν αυτές κριθούν βάσι­μες, σύμφωνες και οι ειδικοί συμφω­νούν για την βασιμότητα και την ιστορική αξία τους.».
Στην παρούσα πρόκληση όμως οι Χριστιανοί δεν έδωσαν απολύτως καμία απάν­τηση και δεν άρπαξαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν ιστορικές αναφορές και έτσι να αποδείξουν την ιστορικότητα αυτών των ατόμων και να κλείσουν το θέμα μια για πάντα, παρ’ όλον ότι κατά την εποχή αυ­τήν και μπο­ρούσαν να αναδιφήσουν στα αρχεία της αυ­τοκρατορίας και ακόμα να επικαλε­σθούν και να προ­βάλλουν οτιδήποτε πη­γές είχαν στα χέρια τους. Κά­τι τέτοιο όμως δεν το έκα­ναν! Αυτό το γεγονός ουσι­αστικά αποδει­κνύει κα­τά ιστορικό και βάσιμο τρόπο ότι κανένα απ’ αυτά τα πρόσω­πα δεν αναφερόταν (όπως και ακόμα δεν αναφέρεται) που­θενά πέραν της εσωτερικής μυθο­λογίας των ιδίων των Χριστιανών. Ούτως, η στάση και η συμπεριφορά τους θέτει εκτός ισχύος το ανωτέρω ισχυρό κριτήριο της ιστορικής επιστήμης. Συνεπώς τα πα­ραπάνω άτομα δεν είναι ιστο­ρι­κά, διότι εκτός του ότι αποδεδειγμένως πλέον δεν πλη­ρούν το ανωτέρω ουσιώδες ιστορι­κό κριτήριο δεν πληρούν και κανένα άλλο ιστο­ρικό κριτήριο. Όπως είπαμε παραπάνω, ένα άτομο είναι εξ ορισμού ιστορικό εάν ανα­φέρεται ρητώς στις κα­τάλληλες πηγές.
Αυτή η δήλωση και πρόκληση του Ιουλιανού μαζί με τη σιγή και την στάση των Χριστιανών αποδεικνύει ότι: ακόμα στα μέσα του 4ου αιώνα οι δύο Φλαβιανές Μαρτυρίες (η μεγάλη και η μικρή όπως ονομάζονται, Φλαβίου Ιωσήπου Ιουδαϊκή Αρ­χαιολογία 18: 3: 3 ή 18: 63-64, και 20, 9: 1, ή 20: 200) ήταν τόσο άγνωστες στον με­λε­τημένο Ιουλιανό όσο και στους Χριστιανούς του καιρού του που δεν του απήν­τη­σαν καθόλου. Ο Αυτοκρά­τωρ Φιλόσοφος ήταν πολύ διαβασμένος ώστε να γνωρίζει καλώς εάν υπήρχαν ή όχι ανα­φορές στον Ιώσηπο ή σε οποιονδήποτε άλλον περί Ιη­σού Χριστού. Ακόμα και μισή ανα­φορά αν υπήρχε στον Ιώση­πο, τον αναγνωρισμένο Ιουδαίο Ιστορικό υποστηρικτή της Ρωμαϊκής Ειρήνης (Pax Romana), ο Ιουλιανός θα το εγνώριζε και σε τέτοια περίπτωση δεν θα τολμούσε να κάνει μια τέτοια δήλωση και πρό­κληση. Μεταξύ δε των Χριστιανών που εγνώριζαν τον Ιουλιανό προσωπικώς ήταν ο Καπ­παδόκης Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο θεολόγος και ο Καππαδόκης Βασί­λει­ος ο «Μέ­γας», ως συμμαθητές του στη σχολή των Αθηνών. Ο Βα­σίλειος μάλιστα πρέπει να τον μισούσε θανάσι­μα, αν αναλογισθούμε τη στάση του Βασιλείου γύρω από τον θάνατο του Ιουλιανού [4]. Πλην όμως σε κανένα γρα­πτό των δύο αυ­τών Χρι­στιανών Πατέ­ρων όπως και σε κα­νένα άλλο γραπτό οιουδήποτε άλλου Χριστιανού ή σε οιοδήποτε έγ­γραφο ή ανέκδοτο δεν βρέθηκε καμία απάντηση προς τον Ιου­λιανό και καμία παρουσία­ση μια τέτοιας ανα­φοράς. Σαράντα (40) χρόνια αργότερα, του­λά­χιστον την μεγάλη μαρτυρία την αγνοεί και ο φανα­τι­κός Χριστιανός Συρο-Εβραίος Ιω­άννης Χρυσό­στομος όπως και ο Ιερός Φώτιος τον 9ον αιώνα.

[Υποσημείωση 4: Υπάρχει μια επιστολή του Ιουλιανού προς τον Βασίλειον (π. χ., βλέπε Loeb Classical Library, Julian, Volume III, σελίδες 81-83) στην οποία ο Ιουλι­ανός τονί­ζει τη φιλία τους και την αμοιβαία εκτίμησή τους από τα χρόνια που ήταν συμμαθητές στην Ακαδημία των Αθηνών. Αυτή η επιστολή αποτελεί δείγμα της ανε­ξιθρησκίας, του σεβασμού της προ­σ­ωπικής θρησκευτικής κατευθύνσεως, και του δι­καιώματος της από­ψεως του άλ­λου που ο Ιουλιανός πάσχιζε να ισχύσουν. Όμως, οι μόλις προ ολίγου νο­μι­μοποι­η­θέν­τες Χριστιανοί ουδόλως σεβάσθηκαν οτιδήποτε απ’ αυτά. Όσο για τον πρόωρο και θλιβερό και ατυχή θάνατο του Ιουλιανού, ο Βασίλειος ομολόγησε ότι τον είχε ονει­ρευτεί. Κατά ορισμένες χριστιανικές παραδόσεις ο Ιου­λι­α­νός δολοφονήθηκε από κά­ποιον Χριστιανό στρατιώτη, ονόματι Μερκούριο, τον οποίον ο Βασίλειος ευλόγησε για την πράξη του. H χριστιανική εκκλησία προχώρησε ακόμα παραπέρα και τον ανε­κήρυξε άγιο. Παράσταση της δο­λο­φο­νίας του Ιουλιανού από τον Μερκούριο υπάρχει σε μια ει­κόνα του Ναού του Ευαγ­γε­λι­σμού (1547-1551) του Κρεμλίνου στη Μόσχα. (Βλέπε: Πο­λύμνια Αθανασιάδη, Ιουλι­α­νός, Μια Βιο­γρα­φία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2001.). Υπάρχει και δεύτερη επι­στολή προς τον Βασίλειον (π. χ., βλέπε Loeb Classical Library, Julian, Volume III, σελίδες 284-287) εις την οποία ο Ιου­λι­ανός αντιμε­τωπίζει τις κακιασμένες και κακο­προαίρετες διαδόσεις του Βασιλείου ότι ο Ιουλιανός ήταν ακατάλληλος για να γίνει ή να είναι αυτοκράτορας!]

Επομένως: Όλα αυτά τα ανωτέρω στοιχεία αποδει­κνύ­ουν ότι και οι δύο Φλα­βι­α­νές Μαρ­τυρίες εί­ναι εξ ολο­κλήρου παραχαράξεις και παρεμ­βολές, οι οποίες στα χρό­νια του Ιουλια­νού και αργότερα δεν είχαν ακόμα προφθάσει να διαδο­θούν και να γί­νουν ευρέως γνω­στές. Επειδή δε ο πρώ­τος που ανα­φέρει στα γραπτά του την μεγάλη και σπουδαιοτέρα μαρτυρία είναι ο Ευσέ­βιος, κά­­που σαράντα (40) χρό­νια πριν τον Ιου­λια­νό, τότε εύκο­λα βγαίνει το συμπέρασμα ότι την παρα­χάραξη και παρεμβολή αυτή την έκανε ο Ευσέβι­ος.

 (Στα επόμενα τρία μέρη αυτής εδώ της εργασίας ανα­πτύσσομε και άλλα πολ­λά ισχυρά στοι­χεία περί των δύο αυ­τών χαλ­κεύ­σε­ων και του ότι ο Ευσέβιος είναι ο δράστης της απάτης που ονομάστηκε Με­γάλη Φλαβια­νή Μαρτυρία, αν όχι και των δύο μαρτυρι­ών.).

Για κάποιους παράξενους λόγους αυτή η καθαρή και κατηγορηματική αναφο­ρά του Αυτοκράτορος Ιουλιανού όπως και ολόκληρο το βιβλίο του Κατά Γαλιλαίων δεν έχουν λάβει την απαιτουμένη προσοχή και βαρύτητα που τους αξίζει. Διαπορούμε γι­ατί; Μπορεί κάποιος να εξηγήσει;
Η πρόκληση αυτή του Ιουλιανού συνέβη 34 χρόνια περίπου μετά την εύρεση ενός σταυρού επί του οποίου υποτίθεται ότι σταυρώθηκε ο Χριστός. Το παραμύθι της ευρέσεως του σταυρού αυτού το + 327 από την αγία Ελένη, τη μάνα του διαταραγ­μέ­νου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, είναι πολύ γνωστό. Έχει ήδη κριθεί πλήρως από πολλούς ερευνητές και δεν χρειάζεται να επαναλάβομε εδώ τα ίδια. Είναι και αυτό μια μυθοπλασία όπως και τόσες εκατοντάδες άλλες περί ευρέσεως αγίων αντικειμέ­νων και λειψάνων, όπως π. χ. της ουράς του γαϊδουριού επί του οποίου εκάθησε ο Ιη­σούς! (Π. χ., σας παρα­πέμπομε στο σημαντικό βιβλίο του ερευνητή Joseph Wheless, Forgery in Christianity, Kessinger Publishing, σελίδες 281-293, κ. ά.).
Αυτό το παρα­μυ­θά­κι λοιπόν προσ­κο­μί­ζουν πολλοί απολογητές ως ιστορική απόδειξη περί της υπ­άρξε­ως του Ιησού Χρισ­τού. Δηλαδή για 34 χρόνια ο Ιουλιανός δεν είχε μάθει το μά­θημά του και έπερεπε να περάσουν 300 χρόνια περίπου για βρε­θεί ιστορική μαρτυρία, όπως μας την παρουσίασαν, για τον Ιησού Χριστό. Είτε σταυ­ρώθηκε κάποιος Ιησούς είτε όχι επάνω στον σταυ­ρό της Ελένης, ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων παραμένει μυθολο­γία για όλους τους λόγους που έχομε ανα­πτύξει παραπάνω. Ακόμα ο σταυρός αυτός δεν αποτελεί καμία ιστορι­κή από­δειξη για κάποι­ον Ιησού Χριστό. Ο τόπος εκεί ήταν γεμάτος σταυ­ρούς και Ιησούδες. Μέ­χρι και σή­μερα οι αρχαιολόγοι ανασκάπ­τουν σταυρούς γύρω από την Ιε­ρουσαλήμ. Ο Ιώ­ση­πος γράφει ότι κατά την καταστρο­φή της Ιερουσαλήμ το +70 εσώθηκαν τα ξύ­λα της γύρω περιοχής ένεκα των πολλών σταυρών που έφτιαξαν οι Ρωμαίοι για να σταυρώ­σουν τους Εβραίους επαναστάτες. Ο δε «Τίμιος Σταυρός της Ελένης», εκτός του ότι απή­χ­θη από τους Πέρσες στην Κτησι­φώντα (Σελεύκια επί τον Τίγρην Ποταμόν) το + 614, με­τά την επανάκτηση του από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (+575-641) τε­μα­χί­σ­τηκε σε τόσα πολ­λά ξυλαράκια που θα εφόρτωναν ένα υπερωκεάνιο. Έτσι σήμερα δεν τον δια­θέ­τομε γερό για να τον εξετά­σομε.
Γενικώς, θα ήταν ευχής έργον να ευρεθούν Ιστορικά στοιχεία ικανά και αδι­αμφι­σβήτητα για να δώσουν οριστική απάντηση, είτε θετι­κή είτε αρνητική, σ’ αυ­τό το σο­βα­ρό ερώτημα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και να λήξει αυτό το ζήτη­μα μια για πάντα. Εύκολα μπορούμε να αραδιάσομε πολλά τέτοια ελλεί­ποντα στοι­χεία. Π. χ αυθεντικά χειρόγραφα του Ιωσήπου (των τριών πρώ­των αιώνων ή ακό­μα και των εννέα πρώτων αιώνων), της Καινής Δια­θήκης, του Ηγησίππου, κλπ.
Επίσης χρειάζε­ται μεγάλη προ­σοχή, διότι από καιρού εις καιρόν εμφα­νίζονται με­ρι­κοί απατεώνες που πα­ρουσιάζουν κί­βδηλα στοιχεία, όπως το σεντόνι του Τορίνο, η οστε­ο­θήκη του Ια­κώβου, κλπ., για να υποστηρίξουν την ιστορικότητα του Ιησού Χρι­στού δι’ αρχαιολογικών ευρημάτων. Σε κάθε τέτοια περίσταση βλέπομε ότι, χω­ρίς εξέ­ταση ή δεύτερη σκέψη, οι θρη­σκό­ληπτοι αρ­πά­ζουν αμέσως την ευκαι­ρία για να κομπά­ζουν περί αποδείξεων. Τα δύο αντικεί­με­να, που μόλις αναφέραμε, ήταν τό­σο καλά σκα­ρω­μένα ώστε η ανακάλυψη και η από­δειξη της κιβδη­λό­τητάς των με επισ­τημονικό και αδιά­βλητο τρόπο χρειά­στηκε πολύ χρόνο και μεγάλη προσπάθεια εκ μέ­ρους των επιστη­μό­νων.
Ειρήσθω εν παρόδω, ότι διάφοροι σπου­δα­σμένοι Εβραίοι –με­ρι­κούς από τους οποί­­­ους έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυ­τιά ή έχω μελετήσει βιβλία ή άρθρα τους– δια­τεί­­νον­ται ότι η Εβρα­ϊ­κή κοινότητα έχει στην κα­το­χή της αξιόπιστο χειρόγραφο του Ιω­σή­που που δεν πε­ριέχει αυτές τις ανα­φο­ρές. Δεν ξέ­­ρω κατά πόσον αυτό αλη­θεύει. Αν το χει­ρόγραφό τους είναι του 11ου αιώνα (όπως εί­ναι αυτό που έχει τίτλο «Jossipon») ή πιο πρό­σφατο, τότε αδί­κως το αναφέρουν. Το αν­τεπιχείρημα για ένα τέτοιο χειρόγραφο έγ­κειται στο ότι είναι δυνατό ο αντιγραφέας ή ο μεταφραστής που το έγραψε, ως Ιουδαί­ος, σκοπίμως να αφαίρεσε τις δύο αναφορές στον Ιησού Χριστό, κλπ. Αν όμως η Εβραϊ­κή κοινότητα έχει διαφυ­λάξει αξιόπιστο χειρό­γρα­φο των τριών πρώτων ή έστω εννέα αι­ώ­νων, τότε θα δια­πρά­ξει τε­ράστια ευεργεσία στην ανθρωπό­τη­τα, αν το παραδώσει στα χέ­ρια των ειδικών, αμε­ρο­λήπτων επιστημόνων για μια σωστή εξέταση. Ο καιρός έχει πια ωριμάσει για να το βγά­λει από τα συρτάριά της χω­ρίς να φοβάται την Ιερά Εξέταση. Με κάθε σεβασμό την προ­σκα­λούμε να το πρά­ξει.


ôôô

Σχόλιον επί τών προηγουμένων
υπό Παν. Μαρίνη

Περιοδικόν: ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΠΑΝΘΕΟΝ, Νο 27, σελίδαι 41-43,
Δεκέμβριος 2004-Φεβρουάριος 2005


Τό Testimonium Flavianum

Τό Testimonium Flavianum είναι μία χονδροειδής παραχάραξις τού κειμένου τού Ιωσήπου η οποία δέν γίνεται αποδεκτή παρ’ ουδενός σοβαρού ερευνητού.
Όθεν γεννάται το ερώτημα, διατί αυτό επανήλθε στήν επικαιρότητα; Η απάν­τησις δέν τιμά τήν εποχή μας! Φονταμελιστικαί χριστιανικαί Εκκλησίαι και Πανεπι­στήμια στίς ΗΠΑ περιφρονούν φανερώς πλέον τόν ορθόν λόγον καί τά αυτονόητα!
Περί αυτής τής παραχαράξεως γράφει ο γνωστός θεολόγος κ. Κωνσταντίνος Σια­μάκης, Δρ. Θ., στό βιβλίον του Εξωχριστιανικές Μαρτυρίες γιά τό Χριστό καί τούς Χριστι­ανούς, εκδ. «Άθως», 2000, σελ. 232 καί εις τό κεφάλαιον «36. Ανεπίγραφα ή ψευδεπί­γραφα»:

«α΄. Ψευδοϊώσηπος.
Όπως, προαναφέρθηκε, στήν Ιουδαϊκή Αρχαιολογία τού Ιωσήπου έχει σφη­νω­θή ένα νώθο χωρίο γιά τόν Ιησού Χριστό, πού ο συντάκτης του εγκωμιάζει τόν Κύριο καί παραδέχεται τή Θεότητά του, τήν αιώνια αλήθεια τού κηρύγματός του, τά σημεία του, καί τήν ανάστασί του, επαινεί δέ καί κατονομάζει τούς Χρι­στιανούς. Προφανώς είναι κάποιος «Χριστιανός» πλαστογράφος αρχαιότερος τού 330, διότι τό χωρίο αυτό πα­ρα­θέ­τει σάν γνήσιο τού Ιωσήπου ήδη ο Ευσέβιος Καισαρείας (Σφηνώ­νεται στόν Ιώσηπο, Αρχ. 18, 63-64, Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστ. 1, 11, 7-8), έχει δέ τό εν λόγω χωρίο ως εξής.

Γίνεται δέ κατά τούτον τόν χρό­νον Ιησούς σοφός ανήρ, εί γε άν­δρα αυ­τόν λέ­γειν χρή· ήν γάρ παρα­δό­ξων έρ­γων ποιητής, δι­δά­σκαλος αν­θ­ρώ­πων τών ηδονή τα­λη­θή δεχομένων, καί πολ­λούς μέν Ιουδαίους, πολ­λούς δέ καί τού Ελ­ληνικού απη­γάγετο· ο Χρι­στός ού­τος ήν, καί αυ­τόν εν­δείξει τών πρώ­των αν­δρών παρ’ ημίν σταυ­ρώ επι­τετι­μη­κότος Πιλάτου, ουκ επ­αύ­­σαν­το οι τό πρώ­τον αγαπή­σαν­τες· εφάνη γάρ αυτοίς τρίτην έχων ημέ­ραν πάλιν ζών, τών θείων προ­φη­τών ταύ­τά τε καί άλ­λα μυρία περί αυτού θαυ­μά­σια ειρη­κό­των. Εισέτι τε νύν τών Χριστιανών από τούδε ωνο­μασμέ­νον ουκ επέλι­πε τό φύ­λον

Εμφανίζεται δέ αυτόν περί­που τόν καιρό ο Ιησούς, άνδρας σοφός, άν φυσικά πρέπη νά τόν λέμε απλώς άν­δρα· διότι έκανε έρ­γα παράδο­ξα, ήταν διδάσκαλος αν­θρώπων πού χαί­ρονται νά παραδέ­χων­ται τήν αλή­θεια, καί προσείλ­κυσε κοντά του πολλούς Ιου­δαίους καί πολλούς εθνι­κούς· αυτ­ός ήταν ο Χριστός. Κι’ όταν ο Πιλάτος μέ τήν υπόδειξι τών δι­κών μας πρου­χόντων, τόν κατεδίκασε σέ σταυ­ρι­κό θάνατο, εκείνοι πού τόν είχαν αγαπή­σει εξ αρχής δέν έπαυ­σαν νά τόν αγα­πούν· διότι τήν τρίτη ημέ­ρα από τόν θάνατό του παρουσιά­στη­κε πάλι σ’ αυτούς ζων­τα­νός, αφού οι θείοι προ­φή­τες είχαν πή γι’ αυ­τόν κι αυτά καί άπειρα άλ­λα αξιοθαύμα­στα. Καί μέχρι σήμερα δέν έχει εκλείψει η τάξι τών Χρι­στι­ανών πού έχει πάρει τ΄ όνομά της απ΄ αυτόν.

 [Σημείωση: Ο διάσημος Άγγλος Xριστιανός θεολόγος και σπουδαί­ος Ελληνιστής Henry St. John Thackeray (1869-1930) του οποίου την μετάφραση τού Ιώσηπου στα Αγγλικά εξέδωσε η Loeb Library του Πανεπιστημίου Harvard, παρατή­ρησε και αυτός ότι η πα­ράγρα­φος αυτή δεν ταιριάζει με το γράψιμο και το πνεύμα του Ιωσήπου και πρέπει να είναι είτε πλήρως παρείσακτη είτε κατά μέγα μέ­ρος πλασ­τογραφημένη. Αυ­τές οι παρατηρήσεις επί του Testimonium Flavianum άρχισαν τον 16ο αιώνα και συ­νεχίστηκαν επί μακρόν με τους διάσημους Γερμανούς θεο­λόγους Scaliger, Eisler, Schürer, Niese, Norden, Zeitlin, Lewy, Juster, κ. ά. Μετά ταύτα δη­μι­ουρ­γήθηκε μια μακροσκελής έρευνα και βιβλιογραφία επ’ αυτού του ζητήματος από επιστή­μονες και θεολόγους όλων των χριστιανικών αιρέσεων και εθνοτήτων! I. Ν. Φ. Μ. Ρούσσος.]

Άλλα 22 τέτοια χωρία, μερικά μάλιστα πολύ εκτέταμένα, ανευρίσκονται σάν πα­ρείσακτα στή σλαβονική μετάφρασι τού Ιουδαϊκού Πολέμου του Ιωσήπου, τά οποία διε­ρευνά ιστορικώς καί φιλολογικώς ο καθηγητής Σ. Αγουρίδης στή δι­δακτο­ρι­κή διατριβή του... Ο Αγουρίδης αποδεικνύει ότι τά 22 αυτά χωρία, εκτός τού ότι προ­έρχονται από τό χέρι κάποιου ιδιορρύθμου Φαρισαίου, έχουν επί πλέ­ον υποστή δι­ασ­κευή από κάποιον αιρετικό (πατροπασχίτη [5]) Χριστιανό. Συνεπώς θά ήταν λάθος νά χαρακτηριστούν σάν θύραθεν μαρτυρίες γιά τόν Χριστό».

[Υποσημείωση 5: Πατροπασχίτες είναι οι αιρετικοί Χριστιανοί που πιστεύουν ότι κα­τά το «σωτήριον πάθος» έπαθε ο ίδιος ο Πατήρ Θεός και όχι ο Υιός Θεός.]

ù ù ù

Αποτελεί όθεν ματαιοπονία νά ασχολούμεθα μέ τά αυταπόδεικτα! Όμως άς ιδού­με λεπτομερέστερον τήν χονδροειδή αυτή απάτη!

·      Η παράγραφος είναι πράγματι «παρείσακτος» καί επιπλέον ξένη νοηματικώς, κα­θώς αι σκέψεις εκ τής προηγουμένης παραγράφου συνεχίζονται αβιάστως στήν επομένην ενώ ουδεμία σχέσιν έχει μέ τό θέμα τού κεφαλαίου.

·      Είναι γνωστόν ότι εξ αρχής οι επικριταί τού Χριστιανισμού ημφεσβήτησαν οξέως τήν ιστορικότητα τού προσώπου τού Ιησού. Έχομε σειράν συγγραφέων οι οποίοι αφ’ ενός έγραψαν εκτενή απολογητικά έργα καί εφ’ ετέρου αποδει­κ­νύεται εκ τών έργων των ότι ήσαν γνώστες τής συγγραφής τού Ιωσήπου (ιδέ Michael Hard­wick, Josephus as an Historical Source in Patristic Literature though Eusebius). Πρό­κειται διά τούς: Ιουστίνο Μάρτυρα, Θεόφιλον Αντιο­χείας, Μελίτωνα Σάρδε­ων, Μινούκιον Φέλιξ, Ειρηναίον, Κλήμεντα Αλεξαν­δ­ρείας, Ιούλιον Αφρικανόν, Ψευ­δοϊουστίνον, Τερτυλλιανόν, Ιππόλυτον Ρώμης, Ωριγένην, Μεθόδιον, Λα­κτάν­τιον. Όμως ουδείς εξ αυτών αναφέρει αυτήν τήν παράγραφον πού θά έλυε αμέ­σως τό θέμα καί θά έδιδε όπλα αποδείξεως προ­σέτι τής θεϊκότητος, τών θαυμά­των κλπ τού εν λόγω προσώπου! Άς σκεφ­θού­με ότι ο Ωριγένης παραθέτει από τόν Ιώ­σηπο διά νά αποδείξη τήν ιστορικό­τη­τα τού Ιωάννου τού Βαπτιστού, παρό­τι αυτή ουδέ­ποτε ημφεσβητήθη! Σώζεται μία λατινική σύνοψις Χριστιανού συγ­γραφέως τού εν λόγω έργου τού Ιωσή­που, προσηρτημένη στήν Λατινική μετά­φρασι τού 6ου - 8ου αιώνος. Καί εκεί ουδέν αναφέρεται!

·      Έχει αποδειχθή ότι η γλώσσα τής παραγράφου διαφέρει πλήρως αυτής τού Ιω­σή­που! Τό «επαύσαντο» στερείται αντικειμένου. Τό «ποιητής» τήν εποχήν τού Ιω­σήπου δέν χρησιμοποιείται πλέον υπό τήν γενικήν του έννοιαν αλλά χρησιμο­ποι­είται πλέον όπως σήμερον διά νά χαρακτηρίση τούς λογοτέχνας τού εμμέτρου λό­γου! Τό «παρ’ ημίν» αποτελεί σολικισμόν. Η λέξις «φύλον» έχει κατά τήν αρχαί­αν εποχή ― καί ούτω χρησιμοποιείται 11 φοράς υπό τού Ιωσήπου ― τήν σημερι­νήν έννοια, έθνος, φυλή, καί ουδέποτε χρησιμοποιείται προς χαρακτηρισμόν άλλου είδους ομάδων. Όμως στό λάθος αυτό περιπίπτει ο ίδιος ο Ευσέβιος ― δύο φο­­ρές στήν Εκκλησιαστική Ιστορία!

[Όπως εξη­γεί ο Solomon Zeitlin στο βιβλίο του: Josephus on Jesus, With Particular Reference to the Slavonic Josephus and the Hebrew Josippon, The Dropsie College for Hebrew and Cognate Learning, Philadelphia 1931, η λέξη αυ­τή δεν χρησιμοποιείται από κανέναν χριστιανό πατέ­ρα πριν τον Ευσέβιο. Ούτε ο Τερ­τυλλιανός, στον οποίον εν προκειμένω βασί­ζε­ται ο Ευσέβιος όπως ο ίδιος ομολογεί, την αναφέρει. Όλοι τους λένε «οι Χρισ­τιανοί» και όχι «το φύλον των Χριστιανών». Διά τούτο ο Rufinus, αν και γράφει μισό αιώνα μετά τον Ευσέβιο και την Εκκλησιαστική Ιστορία του οποί­ου μετέφρασε στα Λατινικά, δεν την χρη­σιμοποιεί. Ι. Ν. Φ. Μ. Ρ.]

Όθεν κατα­λή­γομε ότι η παράγραφος εγ­ράφη από κάποιον ο οποίος δέν εγνώριζε καλώς τήν Ελ­ληνικήν! Ο Ken Olson εις ενδιαφέρουσαν εργασίαν του (Eusebian Fabri­ca­tion of the Testimonivm, 2001) έδει­ξε ότι η παράγραφος συμφωνεί καθ’ όλα μέ τόν τρόπον γραφής τού Ευσεβίου! Εκτός τών άλλων ούτος συν­ι­θίζει νά χρησιμοποιεί τήν περίεργον έκφρασιν «πα­ραδόξων έργων ποιητής» αναφερ­ό­μενος στήν θαυματοποιία! Ο Ευσέβιος επιθυ­μεί νά αποσεί­σει τήν κα­τηγορίαν ότι ο Ιησούς ως παρουσιά­ζε­ται ήτο ένας ταχυ­δακτυ­λουρ­γός, ένας «γόης» καί διά τούτο μάς λέγει ότι ήτο «σοφός» καί ότι οι οπαδοί του εσυ­νέ­χι­σαν νά πι­σ­τεύουν διότι ο οικτρός θά­νατος δέν απετέλεσε δια­ψευ­σιν τών προσ­δοκιών κα­θώς ανέστη! Πρόκειται διά σειράν συλλογισμών πού χρησιμοποιεί συχνάκις ο Ευσέβιος! Η παράγραφος αυτή εγράφη υπό τού Ευσεβί­ου ειδικώς διά να το­νώση τήν πρό αυτής αναπ­τυσ­σο­μένην επιχειρη­μα­τολογίαν εις τό έρ­γον του Ευαγγελική Προπαρασκευή, κατα­λήγει ο Olson.

·      Βεβαίως πρέπει νά λάβωμε υπ’ όψιν μας τάς ιδέας τού Ιωσήπου! Ούτος ών οπα­δός τής Ρωμαϊκής ειρήνης, προστατευόμενος προσωπικώς υπό τού Βεσπα­σιανού καί γράφων δι’ ένα ρωμαϊκόν ακροατήριον όχι μόνον δέν παύει νά καταδικάζει όλους όσοι διετάρασσον τήν ειρήνην, λαϊκούς επαναστάτας, περι­φεριακούς θρη­σκολήπτους, αποκαλυπτικούς προφήτας, εχθρούς τής καθ­ε­στη­κυίας τάξεως γενι­κώς, αλλά θεωρεί ότι αυτοί ευθύνονται διά τήν τελικήν κα­ταστροφήν τής Ιερου­σαλήμ! Η δέ φράσις «σοφός ανήρ», αποτελεί τήν υψη­λοτέραν τιμητικήν έκφρα­σιν τού Ιωσήπου τήν οποίαν φυλάσσει διά τόν Σολο­μώντα καί τούς προφήτας! Τά γραφόμενα στήν εν λόγω παράγραφον αφ’ εαυ­τών τήν καθιστούν παραχάραγ­μα!

[Δέν είναι δυνατόν ο Ιουδαίος και πολυμαθής Φαρισαίος Ιώσηπος νά αποκαλεί τόν Ιησού Χρισ­τόν «σοφόν» διότι αν ο Ιησούς αντιπροσωπεύεται επαρκώς και επακριβώς από τα Ευαγγέλια, είναι γνωστό τοίς πάσι ότι τά πε­ρισσότερα Κυριακά Λόγια πού περιέχοντα σ’ αυτά, έρχονται σέ κατάφορη αν­τίθεση μέ τόν Φαρισαϊ­κό Ιουδαϊσμό, τήν ορθόδοξη Ιουδαϊκή ερμηνεία τής Παλαιάς Διαθήκης καί τήν κοι­νωνική ζωή τών Ιουδαίων, κα­θώς επίσης πολλές πράξεις καί λόγια τού Ιησού εκτο­ξεύονται σφοδρώς κατά τών Φαρι­σαίων καί τών Ιου­δαίων γενικότερα. Ο Ιώσηπος ήταν Ιουδαίος και Φα­ρισαίος. Ι. Ν. Φ. Μ. Ρούσσος.]

*****

Απεδείξαμεν ότι ο Ιώσηπος ουδέν αναφέρει διά τόν Χριστόν ή τούς Χρι­στι­α­νούς. Όμως τούτο θέτει έν άλλον επιτακτικόν ερώτημα! Ο Ιώσηπος αναφέρων λεπτο­μερώς τά γεγονότα τής Παλαιστίνης περί τό +70 καί ασχολούμενος ειδικώς μέ ανα­λό­γους ομάδας, ώφειλε νά αναφέρη κάτι περί τού κινήματος τών Χριστιανών εφ’ όσον γρά­φει πολλά δι’ άλλας κινήσεις οπωσδήποτε ήσσονος σημασίας!
Αποτελεί δυσεξήτητον γεγονός αυτή η σιωπή! Δι’ ημάς αποτελεί ζήτημα πρώ­της τάξεως! Θεωρούμε ότι πρόκειται δι’ επιχείρημα ex silentio ότι δέν υπήρχον Χρισ­τιανοί στήν Παλαιστίνη τού +70! Τούτο φαίνεται περίεργον;

[Ακόμα ό Ιώσηπος εγεννήθηκε το +37 και έζησε εις την Ρώμη από το +74 μέ­χρι τον θάνατό του το + 100 περίπου. Εδημοσίευσε τά έργα του περί τά έτη +93-95. Ουδέν όμως αναφέρει περί τών χριστιανικών κοινοτήτων τής Ρώμης ή έστω τού Πετ­ρικού ή Παυλικού Χριστια­νισ­μού πού υποτίθεται ότι υπήρχε εκεί καί αποτελούσε ύβ­ριν διά τόν Ορθόδοξον Ιου­δαϊκόν Φαρισαϊσμόν! Ι. Ν. Φ. Μ. Ρούσσος.]

Εις προσεχή κείμενα θά διερευνήσωμε τήν κατάστασιν! Εδώ άς αναλο­γι­σ­θού­με ότι: Αναμφιβόλως, υπάρχει ένα κύριον ορόσημον εις τήν ιστορίαν τού Χριστιανι­σμού! Ο Χριστιανισμός γίνεται γνωστός τόσον στό κοινόν, όσον καί στάς κρατικάς αρ­χάς τώ +250. Τότε ο αυτοκράτωρ Δέκιος [6] εις τά πλαίσια τής εθνοποιητικής δια­δι­κα­σί­ας καί τής, απαραιτήτου διά τήν άμυναν κατά τών Βαρβάρων, τονώσεως τού εθνικού φρο­νήματος, ωργάνωσε εθνικάς εορτάς εις όλας τάς πόλεις τής Ελληνικής Οικουμένης. Τότε έκπληκτοι οι αξιωματούχοι είδαν κάποιους ταραχοποιούς οίτινες αυτοβούλως ύβρι­ζον τόν Ελληνικόν Πολιτισμόν καί τήν Αυτοκρατορίαν, ονο­μά­ζον­τες εαυτούς Χριστια­νούς [7]! Από τότε εκκινεί η δημοσία ιστορία τού Χριστια­νι­σμού!

[Υποσημείωση 6: Ο Μέγας Δέκιος δεν πρόφθασε να δώσει λύση στο καινοφα­νές χρι­σ­τιανικό πρόβλημα διότι εφο­νεύ­θει σε μάχη κατά των Γότθων σε ελώδη περιο­χή πα­ρά το δέλτα του Δουνάβεως το 251 Κ. Ε. προτού καν κλείσει δύο έτη ως αυτοκ­ρά­τωρ.
Ουδείς διωγμός κατά των πεποι­θή­σε­ων υπήρξε στη Ρωμαϊκή αυτο­κρατορία όπου επικρατούσε τέτοια θρη­σκευτική ελευθερία που ο σημερινός κόσμος είναι αδύ­νατο να τη φανταστεί. Έχει μείνει παροιμιώδες ότι: «Εις την Ρώμη συναν­τού­σες ευ­κολότερα έναν θεό παρά έναν άν­θρω­πο!». Οι λεγόμενοι «διωγμοί» ήταν τοπικές αντι­δράσεις του κράτους κατά των συνεχών κρουσμάτων απειθείας και των συ­ν­ω­μο­τικών ανατρε­πτικών ενεργειών των χριστιανών. Αν­ε­ζητούντο οι ένοχοι των εγκληματικών πράξε­ων και ου­δείς εθίγετο λόγω των πεποιθήσεών του!. Ουδείς συ­στηματικός διωγ­μός υπήρξε! Αντιθέτως ο Χριστιανι­σμός όταν κατέλαβε την εξουσία εγκαινίασε και εξ­απέ­λυσε τον πραγμα­τικό, ανελέητο, ολοκλη­ρωτικό και ιδεολογικό διωγμό!
Οι διωγμοί επί Νέρωνος (+64) και Δομιτιανού (+94 - 96) αναφέ­ρονται διά πρώτην φορά το +170 από τον επίσκοπο των Σάρδεων Μελίτωνα τον ευ­νούχο. Αυτά που γράφει είναι καθαρές υπερβολές. Την εποχή του Νέρωνος οι χριστι­ανοί (αν υπ­ήρχαν) στη Ρώμη ήταν ελάχιστοι και όχι μυριάδες! Άλλες έρευνες, βασι­σμέ­νες σε ισ­τορικά στοιχεία και σε παραδόσεις των ιδίων των χριστιανών (π. χ., βλέ­πε: Κυρτάταs Ι. Δημήτρης, Απόκρυφες Ιστορίες, Μύθοι και Θρύλοι από τον Κόσμο των Πρώτων Χρι­στιανών, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2003-2004, σελίδες 64-65), έχουν απαλ­λάξει τον Αυτοκράτορα Δομιτιανό (+81 - 96 Κ. Ε.) από την χριστιανική φήμη ότι εξαπέλυσε δι­ωγμό κατά των χριστιανών και αι­ματοκύλι­σε την αυτοκρατορία. Εκείνο που έκανε ήταν ότι, ανέκρινε μερικούς χριστι­α­νούς τα­ρα­ξίες τους οποίους και ετιμώ­ρη­σε εάν ευρέθησαν ένοχοι εγκληματικών πράξεων. Άλλους φτωχούς κακομοί­ρηδες, τους ερώ­τησε να του εξηγήσουν τί πί­στευαν και τί έκαναν και μετά τους άφη­σε ελευ­θέρους, αισθανόμενος κά­ποια περιφρόνηση για την κα­τάντια και την βλα­κεία τους.
Ο λεγόμενος διωγμός του Διο­κλητιανού (+302-303 Κ. Ε.) δεν ήταν τίποτα άλ­λο παρά η μόνη γενικότερη προσπάθεια ελέγχου των χριστιανών (όχι όμως της ιδεο­λογί­ας των), οι οποί­οι είχαν πλέον αποθρασυνθεί πέραν κάθε ανοχής και επυρ­πόλη­σαν το αυτο­κρατορικό ανάκτορο στην Βι­θυ­νία της Μικράς Ασίας. Το αίτιο του διωγ­μού ήταν το γεγονός ότι κατά την κα­τοχή της Αλε­ξανδρείας υπό της Παλμύρας (+269 - 274) οι χριστια­νοί της πόλεως ταχ­θέντες υπέρ της Ζηνοβίας (+240 - ;;; , κυ­βερνήτου της Παλμύρας) και του εγ­καθέτου της χριστιανού επισκό­που Παύ­λου του Σα­μο­σατέ­ως, άρχι­σαν να αποσφάτ­τουν συστηματικώς όσους Έλλη­νες, Ρωμαίους και Εβραίους ηδύναντο!]

[Υποσημείωση 7: Π. χ. εις την Σμύρνη κατά τις εορτές αυτές εμφανίσθηκαν τέτοιοι τα­ρα­χοποιοί μπροστά στον έπαρχο οι οποίοι είχαν αλυσοδέσει τους εαυτούς των και απαιτούσαν να μαρτυρή­σουν (να αποθάνουν δηλαδή διά μαρ­τυρίου) διότι όπως εφω­νασκούσαν ήταν Χριστιανοί. Ο έπαρχος έκπληκτος ανεφώνησε τότε πως «μου φαίνε­ται ότι τρελαθήκαμε όλοι» και συ­νέχισε: «Αν αυτοί θέλουν να αποθάνουν τότε να πάνε να πηδήξουν από τον κρημνόν εδώ πλησίον».]

Κάθε «εξωχριστιανική μαρτυρία» πρό τού 250 φαίνεται νά είναι απλώς με­τα­γε­νε­στέρα παραχάραξις. Όθεν, άπαντα τά πρό τού +250 συμβάντα παραμένουν σκο­τεινά! Πρό τού 250 έχομε μόνον μία σταθερά χρονολογία. Βασιζόμενοι στά έργα τού Ειρη­ναί­ου Λυώνος [8] γνωρίζομεν ότι τά Ευαγγέλια εκυκλοφόρησαν κατά τώ +180-185!

[Υποσημείωση 8: Δεν πρέπει να μένουν πεπλανημένες εντυπώσεις σχετικώς με την κοινωνιολογία και των αριθμό των Χριστιανών. Αυτοί το 185 Κ. Ε., έτος κατά το οποίο εκδίδονται και κυκλοφορούν τα Ευ­αγγέλια ―ενώ έως τό­τε, ας τονισθεί, ουδε­μία παράδοση περί ιστορικού Ιησού υπάρχει ως καλώς γνω­ρί­ζο­με εκ των συγγραμ­μά­των του εν λόγω Ειρηναίου ―, ήσαν ολίγοι και σε πολλές περιοχές της αυτο­κρα­το­ρί­ας όπως η Γαλλία ήσαν ανύπαρκτοι τόσον το έτος 180 όσον και το 280 Κ. Ε.! Ο Ειρηναίος και το εκκλη­σί­ασμα του δεν ήταν παρά μια μικρή ομάδα τεχνιτών οικοδό­μων εκ Μικράς Ασίας οι οποίοι μετέβησαν στην Λυών για ανεύ­ρε­ση εργασίας. Ο Ειρηναίος, καίτοι άγιος και θεοφόρος πατέρας, ως μη έχων το χάρισμα της γλωσ­σο­λαλιάς (Πράξεις 2: 5-12, Α΄ Πρός Κορινθίους 14: 1-25) αντιμετώπισε εκεί μεγάλη δυσ­κολία διότι δεν καταλάβαινε τις κελτικές διαλέκτους της περιοχής. ― Το εκ­κλη­σίασμα των Χριστιανών απετε­λείτο αποκλειστικώς από μέλη της ολιγομελούς τάξεως των ελευθέρων επαγγελματιών όπως αυτό έχει αναλυθεί εκτενέστατα σε πολλές ερευ­νητικές εργασίες επί της κοινω­νιο­λο­γίας του Χριστιανισμού ―.]


Παν. Μαρίνης


Συμπλήρωμα με περισσότερα στοιχεία
υπό του συγγραφέως

Τώρα συνεχίζομε και εμείς συμπληρώνοντας το παραπάνω σχόλιο του κ. Παν. Μαρίνη, παραθέτοντας μερικούς ακόμα λόγους βάσει των οποί­ων κατα­δει­κνύεται ότι δεν εί­ναι δυ­να­τόν αυτήν την παράγραφο να την έγραψε το χέ­ρι του Ιωσήπου είτε καθ’ ολο­κλη­ρίαν είτε εν μέρει.
Ήδη στο πρώτο μέρος της παρούσας εργασίας εξαγάγαμε και διατυπώσαμε το συμπέ­ρα­σμα ότι: «Η δήλω­ση και πρόκληση του Ιουλιανού μαζί με τη σιγή και την στά­ση των Χριστιανών αποδει­κνύει ότι: ακόμα στα μέσα του 4ου αιώνα οι δύο Φλαβιανές Μαρτυ­ρίες (η μεγάλη και η μικρή όπως ονομάζονται, Φλαβίου Ιωσήπου Ιουδαϊκή Αρ­χαιολογία 18: 3: 3 ή 18: 63-64, και 20, 9: 1, ή 20: 200) ήταν τόσο άγνωστες στον με­λε­τημένο Ιου­λι­α­νό όσο και στους Χριστιανούς που δεν του απήν­τησαν… Επομένως: Όλα αυτά τα ανωτέρω στοιχεία αποδει­κνύ­ουν ότι και οι δύο Φλα­βι­α­νές Μαρ­τυρίες εί­ναι εξ ολο­κλή­ρου παραχαράξεις και παρεμ­βολές, οι οποίες στα χρό­νια του Ιουλια­νού και αργότερα δεν είχαν ακόμα προφθάσει να διαδο­θούν και να γί­νουν ευρέως γνω­σ­τές. Επειδή δε ο πρώ­τος που ανα­φέρει στα γραπτά του την μεγάλη και σπου­δαι­ο­τέ­ρα μαρτυρία είναι ο Ευσέ­βιος, κά­­που σαράντα (40) χρόνια πριν τον Ιου­λια­νό, τότε εύκο­λα βγαίνει το συμ­πέρασμα ότι την παρα­χάραξη και παρεμβολή αυτή την έκανε ο Ευσέβι­ος.».
Στο παρόν μέρος ανα­πτύσσομε και άλ­λα πολλά ισχυρά στοι­χεία περί:

1)   Των δύο αυ­τών χαλκεύ­σε­ων.
2)   Του ότι ο Ευσέβιος είναι ο δράστης της απάτης που ονομάστηκε Με­γάλη Φλαβια­νή Μαρτυρία, αν όχι και των δύο μαρτυριών.
3)   Του διατί ήταν αδύνατον το χέρι του Ιωσήπου να έχει γράψει και τις δύο μαρ­τυ­ρί­ες είτε καθ’ ολοκληρίαν είτε εν μέρει.

Ενώ κατά τα έτη 1600-1900 η παράγραφος της Μεγάλης Φλαβιανής Μαρτυ­ρίας ήταν ένα μεγάλο ζήτημα έρευ­­νας και υποθέσεων, από το τέλος 19ον αιώ­να ή το πρώ­το ήμισυ τού 20ου ετέ­θη στην αφάνεια και συνεζητάτο μόνο μεταξύ ει­δι­κών και περιστασιακά. Ουδείς υπεύ­θυνος επι­στήμων την ανέφερε πλέον καθ’ ότι εί­χε κρι­θή οριστικώς ως θρα­συτάτη παρα­χά­ρα­­ξη, διά τους ισχυρότατους λόγους που ανα­φέρει ανω­τέρω ο κ. Μαρίνης και μερικούς άλ­λους. Το ζήτημα εθεωρείτο λήξαν. Όμως κατά το δεύτερον ήμι­συ του 20ου αιώνος έως και σήμερα την βλέπο­με να επέρ­χεται δρι­μύ­τερη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα των πιστών Χριστιανών. Έτυ­χε να δού­με και σχετικά άρθρα σε κύριες ημερήσιες εφημερίδες που το γράψιμό τους προ­δίδει ότι εγ­ράφησαν από ανε­ξέταστους τυφλοσούρτηδες της χριστιανικής προ­παγάν­δας. Αυτοί όχι μόνον ήταν άσ­χετοι με το ζήτημα (απλώς και μόνον έτυχε να γνω­ρίζουν της ύπαρ­ξη αυτής της πα­ραγράφου και τί­ποτα περισσότερο), αλλά έγραψαν και πολ­λά λάθη (εκτός και εγνώριζαν κάτι περισσότερο που το απέκρυψαν για προ­φανείς ή δι­κούς τους λόγους!). Παρ’ όλο που ανέ­π­τυξαν το θέμα ελλιπέστατα και μερολη­πτικά και πα­ρά τα λάθη που τα άρθρα τους πε­ριείχαν, αυτές οι κύριες εφημερίδες της ημε­ρησί­ας κυκλοφορίας τα εδημο­σίευσαν χω­ρίς καμία επανεξέταση ή ενδοιασμό. Στις μέρες μας ο θρη­σκευ­τι­κός φα­να­τι­σμός και το αν­τι­ε­πισ­τημονικό πα­ρα­λήρη­μα επανέκαμψαν πάλι ισχυ­ρό­τατα και έτσι κάθε μέρα παρατηρούμε κάθε εί­­δους αντιεπι­στη­μο­νικά φαι­νό­με­να προερχό­με­να πανταχόθεν, κυ­ρίως όμως από τις θρη­σκευτικές αιρέσεις των ΗΠΑ και το Βα­τι­κα­νό. Σή­με­ρα πάλι διατρέχομε τον άμε­σο κίν­δυνο ενός δευτέρου Με­σαί­ω­νος πολύ πιο κα­τα­στρο­φι­κού από τον πρώτο.
Πολ­λοί Χρι­στι­ανοί θεολόγοι με κά­ποια επι­στημονική ευ­θύνη που δεν τους επ­έτρεπε να δε­χθούν την παρά­γραφο ως αυ­θεν­τι­κή αλλά και δεν μπο­ρούσαν να την απορ­ρί­ψουν τε­λεί­ως, διότι τό­τε δεν θα είχαν κα­μία ουσιαστική εξω­χρι­στι­ανική ιστο­ρική μαρ­τυ­ρία πε­ρί του Ιησού Χρι­στού τον οποίον πι­στεύουν ως Θεό, σο­φι­στήκανε μια εν­διάμε­ση λύση με το να ισχυ­ρί­ζονται ότι η παρά­γρα­φος εγράφη μερικώς από τον Ιώ­ση­πο και μετά αλ­λοι­ώ­θηκε από κά­ποιον Χριστιανό παρα­χα­ράκτη. Μάλιστα φτά­νουν στο σημείο να μας υπο­δεί­ξουν ποια σημεία της εγρά­φη­σαν από τον Ιώσηπο και ποια συν­α­ποτελούν την πα­ραχάραξη. (Π. χ. βλέπε τις υποσημειώσεις στην έκδοση της Loeb Classical Library, Jewish Antiquities XVIII 63-64, οι οποίες περιέχουν και πάρα πολλά άλλα ενδιαφέροντα σχόλια.). Αν και η εκδοχή αυτή δεν εί­ναι μα­θη­μα­τι­κώς αδύ­νατη, το μέ­γε­θος της παρα­γρά­φου είναι τόσο μικρό ώστε να μην καθιστά κά­τι τέτοιο ευκόλως προσι­τό.
Από όλα τα στοιχεία που δια­θέτομε καταλήγομε στο συμπέ­ρασμα ότι η εν λό­γω πα­­ράγραφος είναι ολικώς παρα­χά­ρα­ξη του Ευσεβίου Καισαρείας, ο οποίος έχει απο­δει­χ­θεί ότι έχει κάνει και πολ­λές άλλες πα­ραχαράξεις, έχει γράψει ψεύδη, έχει κα­τα­στρέ­ψει τις πηγές του, και πολλά άλλα συνω­μοτικά τοι­αύ­τα. Για πολλά χρόνια τώ­ρα πολλά άρθρα και βι­βλία έχουν γραφεί για να κα­ταδείξουν την κιβδηλότητα της Φλα­βιανής Μαρ­τυρίας. Πολλά μάλιστα κυκλοφορούν σε διάφορες ιστοσελίδες του διαδυκτίου και στα οποία μπο­ρεί να βρει κανείς πολλά σπου­δαία επιχειρήματα και παρατηρήσεις. Εδώ θα συμ­πλη­ρώ­σομε τα συμπαραμαρτυρούμενα του εξό­χου ερευ­νητή κ. Μαρίνη με μερι­κούς ακόμα σημαντικούς λόγους και παρατηρήσεις.

·      Όπως μας εξηγεί ο Ιώσηπος στο βιβλίο της αυτοβιογραφίας του μετά από τρι­ετή δοκιμαστική περίοδο εγκατέλειψε τους Εσσαίους και έγινε Φαρισαίος όπως ήταν και ο πατέρας του, Ματτιτιάου· παρέμεινε δε ούτω μέχρι το τέλος του βίου του. Οι Φα­ρισαίοι μέχρι και σήμερα όχι μόνο δεν αναγνώρισαν τον Ιησού ως Μεσσία αλλά και αντέταξαν ισχυρότατη επιχειρη­μα­τολογία κατά των Χριστιανών. Δεν εί­ναι δυνατόν ένας ταλαντούχος, ορ­θόδοξος και προνο­μιούχος Φαρισαίος, άπται­στος γνώστης των γραφών της Παλαιάς Διαθήκης, να δηλώνει τόσο εμφαντικώς: «ο Χρι­στός ού­τος ήν,... τών θείων προ­φη­τών ταύ­τά τε καί άλ­λα μυ­ρία περί αυ­τού θαυμά­σια ειρη­κό­των.» μαζί με όλα τα υπόλοιπα. Αυτά απο­τελούν ισχυρές χρι­στια­νι­κές δηλώσεις και καθαρή χριστι­ανική γλώσσα. Ακόμα στα Ευαγγέλια δια­βάζομε ότι όποιος ομολογούσε τον Ιησού ως Χριστό (Μεσσία) τότε οι Φαρι­σαίοι τον εξέ­βαλλαν από την συνα­γω­γή, τον έκαναν αποσυνάγωγον. Βλέπε: Ιω­άννης 9: 22, 33-35, 12: 42, 16: 1-2. Αυτά που ανα­φέρει εδώ ο Ιωάννης ανταπο­κρίνονται απλού­στα­τα στις νέες κα­ταστά­σεις και διαμάχες όπως αυτές διαμορ­φώ­θηκαν με­τά το έτος 71 Κ. Ε., δι­ότι ενώ μας λέγει ότι οι θεραπευμένοι από τον Ιησού, οι πιστεύοντες και ομο­λογούντες αυτόν και οι μαθητές του διέτρεχαν τον κίνδυνο να αποβληθούν από τις συναγωγές (αποσυνάγωγοι), σ’ όλα τα Ευαγγέλια βλέπομε έναν Ιησού να κηρύττει και να θεραπεύει στις συναγωγές μετά πολλών επαίνων! Απλούσ­τατα, αν οι εχθροί του Ιησού Φαρισαίοι έκαναν τον ίδιο τον χειμαρρώδη υβρι­σ­τή τους, τον Ιησού δηλαδή, αποσυνά­γωγο, πράγμα που μπορούσαν αφού ο Ιω­άννης ομολογεί ότι έκαναν όποιον ήθελαν, θα του είχαν κλείσει την πόρτα να μπαινοβγαίνει στις συναγωγές και να εισπράττει τους επαίνους και τους θαυ­μασμούς του κοσμάκη. Όμως, όχι μόνο δεν έκαναν τέ­τοια κίνηση αλλ’ ού­τε και τους πέρασε από την σκέψη τους (πάντα κατά τα Ευαγγέλια). Αυτό προ­φανώς ση­μαίνει ότι, ή ο Ιησούς δεν υπήρχε και είναι εκ των υστέρων κατασ­κευασμένο μυθολόγημα, ή αν υπήρχε κάποιος τότε δεν ήταν αυτός που μας παρουσιάζουν τα Ευαγγέλια. Και στις δύο περιπτώ­σεις τα Ευαγγέλια μας λένε τα αντιφατικά και ασυνάρτητα παραμυθάκια τους! Αργότερα όταν επήλθε η πλήρης ρήξη μεταξύ Εβραιο-Χριστιανών και ορθοδόξων Εβραίων έχομε την Αποκάλυψιν νά λεγει 2: 9 «... και την βλασφημίαν εκ των λεγόντων Ιουδαίους είναι εαυτούς, και ουκ εισίν, αλλά συναγωγή του σατανά.». Δηλαδή η Ιουδαϊκή συναγωγή τώρα που δεν μας βολεύει έχει μετατραπεί σε συναγωγή του Σατα­νά! Αυτό θα πει ρήξη, κλπ! Όσον όμως αφορά τον Ισ­τορικό και σημαίνοντα Ιουδαίο Ιώση­πο γνωρίζο­με ότι ούτε απεβλήθη από κα­μιά συναγω­γή, ούτε πα­ραδέχτηκε τον Ιησού ως Χρι­στό, Μεσσίαχ, αλλά πα­ρέ­μεινε Φαρι­σαίος διά βίου.

·      Είναι πέραν πάσης φαντασίας δι’ οιονδήποτε, πόσον μάλλον δι’ έναν που κα­τα­γράφει Ιστορία κατά επιστημονικό τρόπο, όπως ο μορφωμένος Ιώσηπος, να γρά­φει με το χέρι του ως ιστορική αλή­θεια η οποία έλαβε χώρα επί Πον­τί­ου Πιλάτου αυτή την παράγραφο και να ομο­λογεί περί Ιησού ότι: (1) ήταν ο Χριστός, Μεσ­σί­ας, (2) έκανε πολλά θαύματα, έστω και αν δεν μας αναφέρει ού­τε ένα για δείγμα, (3) αναστήθηκε εκ νε­κρών μετά από τρεις ημέρες, (4) τον είχαν προφητεύσει οι θείοι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, (5) ήταν σοφός, (6) δεν αρμόζει να τον αποκαλεί κανείς απλώς άνδρα (άνθρω­πο), και μετά ο ίδιος ο Ιώση­πος αντί να ασπαστεί την νέα θρησκεία του Χρι­στιανισμού, πράγ­μα που όπως η παράγραφος δηλώνει έκαναν πολλοί Ιουδαίοι και εθνικοί, αυ­τός όμως παραμένει διά βίου στην προηγούμενη Φαρισα­ϊ­κή δοξασία. Ποιός επιστήμων θα έβλεπε νεκρό αναστημένο μετά από τρεις μέρες (ή και μισή μέ­ρα) ή θα το έγραφε στην Ιστορία του σαν αληθινό γεγονός και δεν θα άλλαζε αντιλήψεις και κοσμοθεωρία ή δεν θα του συ­νέβαινε κάτι τέλος πάντων; Ακό­μα τί λέτε; Αντί μιας μόνο γραμμής δεν θα αφι­έ­ρωνε μερικές σελίδες για να πε­ριγράψει αυτό το αναπάντεχο φαινόμενο της ανα­στάσεως τριημέρου νεκρού και της δικής του εμπειρίας που ο ίδιος θα είχε σαν αποτέ­λεσμα αυτού του συμβάντος; Θα ξόδευε σελίδες πολλές για να μας περιγράψει τον σπουδαιό­τε­ρο άνθρωπο που ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός ή υιός του Θεού!

·      Το γεγονός ότι ο πολυγραφότατος Ιουδαίος Φίλων Αλεξανδρινός μέσα στα τόσα έργα του δεν αναφέρει τον Ιησού ούτε κατά διάνοια, συνηγορεί στο ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μύθος και η αναφορά του Ιωσήπου είναι πλαστογραφία. Ο Φίλων έζησε από το -15 Π. Κ. Ε. μέχρι +50 Κ. Ε. και είχε αναμειχθεί ενερ­γά στα κοινωνικά, πολιτικά, θρησ­κευτικά κλπ. θέματα της Ιουδαίας και των Εβραίων. Όπως βλέ­πομε το διάστημα της ζωής του αρχίζει αρκετά χρόνια πριν και τελειώνει αρκετά χρόνια μετά την ζωή του υποτιθεμένου Ιη­σού. Αν και σύγχρονος του Ιησού, μέσα στο μακροσκελές έργο του, δεν αναφέρει ούτε μία λέξη γι’ αυ­τόν ή για τα τρο­μερά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την ζωή του σύμφωνα με τα Ευαγ­γέ­λια. Άρα κατά τον Φίλωνα Ιησούς Χριστός δεν υπήρχε. Ο κατά 60 χρό­νια υστερό­γραφος Ιώσηπος εγνώριζε καλά το έργο του Φίλω­νος. Τότε πως εί­ναι δυνατόν αυτός να αναφέρει τον Ιησού ενώ ο πρόδρομος του και σύγχ­ρο­νος των συμ­βάντων Φίλων τον αγνοεί; Ο Γαλιλαίος Ιστορικός Ιού­στος της Τι­βε­ριάδος (+35-100 Κ. Ε.) αν και προηγείται του Ιωσήπου στο γρά­ψιμο κατά 15 χρόνια, αλλά υστερεί κατά 5 χρόνια στην δημοσίευση, δεν αναφέρει καθό­λου τον Ιησού και τους Χριστιανούς. Ο διάσημος Ρω­­μαίος φυ­σιοδίφης επισ­τήμων Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (+23-79 Κ. Ε.) ο οποίος κατέ­γρα­ψε τα δι­ά­φορα ανα­πάν­τεχα και ασυνήθη φυσικά φαινόμενα των επο­χών του (σεισ­μούς, εκ­λείψεις ηλίου και σελήνης, κλπ.), και χρονικά έζησε πο­λύ κοντά στα χρόνια του υποτιθεμένου Ιησού, και είχε ταξιδέψει ανά την αυ­τοκρα­το­ρία, δεν ανα­φέρει τίποτα απολύτως από τα διάφορα θαύματα και φαι­νόμενα που αναφέ­ρονται στα Ευαγγέλια γύρω από τον Ιησού. Κανείς δεν του είπε κάτι τι γι΄αυτά!

·      [Και η Καινή Διαθήκη μας λέγει πολύ περίεργα πράγματα. Ο αναστηθείς Ιη­σούς δεν πήγε να παρουσιαστεί καθαρά και ξάστερα σ’ αυτούς που τον δίκα­σαν παράνομα (Σαδ­δου­καίους, Φαρισαίους, Γραμματείς και Αρχιερείς), στους εκτελεστές του (Πιλάτο, Ρω­μαί­ους στρατιώτες και Εβραϊκή κουστωδία), και στον Ιουδαϊκό όχλο που τον εγκα­τέ­λειψε και τον πρό­δω­σε, μόνο παρουσιαζό­ταν μόνο στους μαθητές του, στην Μαγδαληνή, κ ά., πότε με «ετέρα μορφή» και πότε με τρόπο που να μην μπορούν να τον αναγνωρίσουν, λες και έπαιζε μαζί τους κρυφτούλι! Γιατί, για ποιο λόγο; Ανόητα πράγματα.... Βλέπε Ματ­θαίος 28: 17, Μάρκος 16: 12, Λουκάς 24: 13-32, Ιωάννης 20: 15, 21: 12, κλπ. Αλλού πάλι εμφανίζεται κανονικά Λουκάς 24: 41-43, Ιωάννης 20: 19-29. Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης έδωσε την πρέπουσα σαρκαστική απάντηση σ’ αυτό το εύλογο ερώ­τημα: «Διότι ο κόσμος πιστεύει στα αυτιά του παρά στα μάτια του!».].

·      Αυτή η παράγραφος εμφανίζεται διά πρώτη φορά εντός των γραπτών του Ευ­σε­βί­ου Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, vi). Κανείς δεν την γνωρίζει πριν απ’ αυτόν. Αλλά και μετ’ αυτόν διάφοροι πατέρες δεν την γνωρίζουν, όπως π. χ. οι πολυγραφότατοι Χρυσόστομος (+347 - 407), Αυγου­στίνος (+354 - 430), Μεθόδιος (9ος αιώ­ν), κ.ά., αν και αυτοί μας λένε ότι εγνώριζαν το έργο του Ιωσήπου πολύ καλά. Συγκεκρι­μένα ο Χρυ­σό­στομος ανα­φέ­ρει: «... Ούτε καν ενθυμούμαι αν ο Ιώ­ση­πος αναφέ­ρει που­θενά το όνομα ή τη λέξη Χρι­στός, σε οποιαδήποτε από τα έργα του εκτός από τη μαρ­τυ­ρία που προανέ­φερα, και το εδάφιο που αφορά τον Ιάκωβο τον αδελφό του Κυρί­ου.» (Αυτό θα το εξε­τάσομε λίγο παρα­κά­τω.). Ο Χρυσό­στομος αναφέρεται στον Ιώση­πο συχνά αλ­λά πουθενά δεν ανα­φέρει την εν λόγω παρά­γραφο. Ούτε ο Ιε­ρός Φώ­τιος (820 - 891) την αναφέρει, σημειώστε, πεντέ­μι­σι αιώνες αργότερα ενώ ψά­χνει για ιστορικές μαρτυρίες περί του Ιησού. Εκ­νευρι­σμένος κατα­στρέ­φει διά της πυρ­ράς και διά παντός το σύγ­γραμμα του Γαλιλαίου ιστορικού Ιούστου της Τι­βε­ριάδος (+35 - 100 Κ. Ε.) επει­δή καίτοι γράφει 15 περίπου χρόνια πριν τον Ιώ­σηπο ουδέν απολύτως πα­ρα­­θέ­τει περί Ιη­σού ή περί Χριστιανών. Ο Φώ­τιος έχει γράψει τρία άρθρα για τον Ιώσηπο αλλά και εκεί δεν γρά­φει τί­­­ποτα για την μαρ­τυρία του. Σε άλλο άρθρο του, περί του Ιούστου της Τι­βε­ριά­δος, ο Φώτι­ος εμφαν­τικώς δηλώνει ότι ο Εβραίος ιστορικός Ιώσηπος δεν έχει ση­μειώσει την πα­ρα­μι­κρή πα­ρατή­ρηση για τον Χριστό τις πράξεις και τα θαύ­μα­τά του. Έξαλλος ο Φώτιος εξαφάνισε διά της πυράς και διά παντός το σύγ­γ­ραμμα του Ιούστου. Όλα αυτά σημαί­νουν ότι αυτοί οι Πατέ­ρες μετά τον Ευ­σέβιο εί­τε δεν είχαν ένα πλαστογραφημένο αν­τί­γραφο του Ιωσή­που στα χέρια τους είτε εγνώριζαν ότι η παράγραφος αυτή ήταν πα­ραχάραξη και συνε­πώς την αγνόησαν. Διά τους Πατέρες πριν τον Ευ­σέβιο αναφέρομε προ­σέτι ότι, ο Κλή­μης Αλεξανδρείας (+150-215), ο οποίος έχει κα­ταγρά­ψει πολλά αποσπά­σ­ματα αρ­χαίων συγγραφέων μέσα στο εκτενές συγ­γρα­φικό του έργο, και ο Απολογητής και Μάρτυς Ιου­στί­νος (+100-165) στον δι­άλογό του με τον Ιου­δαίο Τρύ­φωνα, όπως κ.ά., δεν αναφέ­ρουν τίπο­τα το Testimonium!

·      Ας σταθούμε στον Ιουστίνο περιληπτικώς. Γεννημένος στη Σαμάρεια είχε επηρε­αστεί τόσο από τον Εβραϊσμό όσο και τον Ελληνισμό. Όταν όμως μετα­στράφηκε στον Χριστιανισμό στράφηκε με μανία και μίσος εναντίον και των δύο. Λένε πως στον Χριστιανισμό βρήκε την πραγματική φιλοσοφία! Όπως φαίνεται ένεκα αυτού οι χριστιανοί τον έχουν επονομάσει φιλόσοφο, διότι από τα υπάρχον­τα γραπτά του συμπεραίνεται ότι ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα από φι­λοσοφία και αν είχε, την απεμπόλησε ένεκα του χριστιανικού παραληρήματός του! Εκτός δύο Απολογιών, έγραψε την πρώτη προς τον αυτοκράτορα Αν­τω­νί­νον τον Πί­ον και την δεύτερη προς την «Ιεράν Σύγκλητον της Ρώμης», έχομε τον Δια­λο­γόν του με τον Ιουδαίο Τρύφωνα και έναν Παραινετικόν Λόγον Πρός Έλληνας. Ήλθε αυτός ο φανατικός ανεπίδεκτος και στρεψόδικος να δώσει πα­ραινέσεις στους Έλληνας! Αν είναι δυνατόν.

Στα γραπτά του ουδέποτε κατονομάζει τα κανονικά Ευαγγέλια αλλά επικαλεί­ται κάποιο έργο με τίτλο «Απομνημονεύματα των Αποστόλων». Επειδή ολίγες φρά­σεις αυτού του κειμένου μόνο θυμίζουν κάποιες φράσεις των κανονικών Ευαγγε­λίων πολλοί Χριστιανοί αγόμενοι από το συμφέρον της πίστεώς τους φέρουν αυτό το γεγονός ως απόδειξη υπάρξεως των κανονικών Ευαγγελίων από τα χρό­νια του Ιουστίνου. Πρόκειται βεβαίως για παραποίηση της αλή­θει­ας και για χρι­στι­α­νι­κό ευχολόγιο[9] διότι εσκεμμένα αποσιωπούν το γε­γονός ότι οι πολύ περισσό­τερες φράσεις αυτού του κειμένου όχι μόνο δεν υπάρχουν στα κανονικά Ευαγγέ­λια αλ­λά ούτε καν θυμίζουν φράσεις των. Πολ­λές φρά­σεις του έχουν ευρεθεί σε μερικά απόκρυφα αντικανονικά κείμενα που έχουν φτάσει μέχρις ημών και πολ­λές άλλες πρέπει να προέρχονται από άλλα απόκ­ρυφα αντικανονικά κείμενα και παραδόσεις που έχουν πλέ­ον χαθεί. (Τότε θα πρέπει να κανονικοποιήσομε όλα τα απόκρυφα!).

[Υποσημείωση 9: Ανάλογη και χειρότερη παραποίηση της αλήθειας και χριστι­α­νικό ψευδές ευ­χολόγιο ευρίσκομε στην επονομαζόμενη Μαρτυρία του Τατιανού του Σύ­ρου (c. 120 - c.175;), μαθητή του Ιουστίνου και τέλος Γνωστικού αιρετικού. Πρόκει­ται για ελά­χιστες γραμμές που μας μεταφέρει, κυ­ρίως, ο ψευδο-ιστορικός Ευσέβιος και χρη­σιμοποιεί τον παραπλανητικό τίτλο «Διά Τεσσάρων» 150 χρόνια μετά. Ο τίτ­λος αυτός είναι ψευδής επινόηση τού Ευσεβίου όπως παραδέχονται όλοι οι αμερό­ληπτοι επιστήμο­νες. Ο Ευ­σέβιος όμως δεν διέσωσε τα έργα του Τατιανού, ενώ μπο­ρούσε, και έτσι δεν τα έχομε σήμερα στα χέρια μας να δούμε τι γράφει. Ακόμα δεν εί­ναι δυνατόν ο Τατιανός να παραδέχεται ή να αναφέρει τα Ευαγγέλια ως έχουν, ιδίως τα τρία (σημερινά) συνο­πτικά, διότι ήταν ισχυρός Γνωστικός που θεωρούσε την Εβ­ραιο – Ιουδαϊκή θεότητα ως υποδεεστέρα, όπως έκανε και ο Μαρκίωνος, και γι’ αυτό καταδικάστηκε ως αιρετικός από την ορθόδοξη καθολική εκ­κλησία του τετάρτου αι­ώνος. Για περισσότρεη ανάπτυξη του θέματος, αναφερθείτε στο κείμενο μας με τίτλο: ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΣΥΖΗΤΗΜΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΤΙΑΝΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΚΑΝΟΝΙΚΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ, παρακάτω.]


Στο παρόν θέμα μας μεγάλη σημασία έχει ο Διάλογος με τον Ιουδαίο Τρύφω­να. Ο Ιουστί­νος προσπαθεί με πάθος να πείσει τον Τρύφωνα να ασπαστεί τον Χριστι­α­νισμό ως τη μόνη αληθινή θρησκεία και δικαίωση του Ιουδαϊσμού. Ο Ιουδαίος Τρύφων όμως ήταν σκληρό καρύδι και δεν πείθεται. Από τα λόγια του λοιπόν γί­νεται φα­νε­ρό ότι ο Ιουστίνος εκνευρίζεται μαζί του. Του ομιλεί για κάποιον Ιη­σού που ήταν ο Χριστός (Μεσσίαχ) της Παλαιάς Διαθήκης κατά τους προ­φήτες, αλλά για τον οποίον δεν παρουσιάζει κανένα βιογραφικό στοιχείο και κανένα κατόρθωμα τής δράσεώς του στον Τρύφωνα. Στο τέλος μέσα σε μια μανία και μί­σος κατά των Ιουδαίων δύο ή τρεις φορές επιμένει στον Τρύφωνα ότι οι Ιουδαίοι τον εσταύρω­σαν και μετά ανεστήθη. Όπως γρά­φει, οι Ιουδαίοι έκαναν την σταύρωση του Ιη­σού μόνοι τους. Τους Ρωμαίους, Πιλά­το, εκατόν­ταρχο, στρατιώτες, σπείρα, κλπ., δεν τους αναφέρει πουθενά. Αυτό βεβαίως αντιβαίνει με όλα όσα γράφουν τα κα­νονικά Ευαγγέλια και με αυτά που μαρ­τυρεί η υποτιθέμενη μαρτυρία του Ιωσή­που.

Από την μια μεριά, αν ο Σαμαρεί­της Ιουστίνος εγνώριζε αυτά τα στοιχεία δεν θα τα απέκρυπτε καθόλου, διότι ως φανατικός πιστός Χριστιανός δεν έτρεφε καμία ιδιαίτερη συμ­πάθεια προς τους πα­γανιστές και ιμπεριαλιστές Ρωμαίους και ακό­μα θα έφερνε στη επιφάνεια πει­στι­κά ιστορικά στοιχεία για να πείσει τον σκληρο­τράχηλο Ιου­δαίο συνομιλητήν του. Από την άλλη μεριά πάλι, ούτε ο σκληρός αυ­τός Ιουδαίος, Τρύφων, διεμαρτυρήθει και αντέτεινε στον Ιουστί­νο να ρίξει μια ματιά στα Ευαγγέλια για να δει ότι οι Ρωμαίοι και ο Πιλάτος φέ­ρουν τουλάχιστον το ήμισυ της ενοχής αυτού του διαπραχθέντος εγ­κλή­μα­τος και άλ­λη μια ματιά στον Ιώ­σηπο για να δει ότι κατά την «ιστορική μαρ­τυρία του Ιωσή­που» ο ίδιος ο Πι­λά­τος ήταν αυτός που εσταύρωσε τον Ιησού. Αυ­τά τα στοιχεία για τον Τρύφω­να θα ήταν αθωωτικά για τους Ιουδαίους κατά των οποίων ο Ιουστί­νος επετέθη με μα­νία και μίσος. Οπότε αν τα εγνώ­ριζε και θα τα αντιπαρέθετε και θα τα χρη­σι­μο­ποιούσε για να αθωώσει τους συμπατριώτες του Ιουδαίους, οι οποίοι εκείνον τον καιρό είχαν ανάγκη από τέτοιες αθωώσεις, και έτσι να δια­ψεύ­σει τον φανα­τι­κό εξ­ωμότη Ιου­στίνο. Τέ­τοια πράγματα όμως δεν έλαβαν χώρα μέσα στον διάλογο αυτόν!

Από την μελέτη και την ανάλυση αυτού του Διαλόγου συμπεραίνομε ότι τόσον ο Ιουστίνος όσο και ο Τρύ­φων ούτε τα κανονικά Ευαγγέλια γνω­ρί­ζουν ούτε και την μαρτυρία του Ιω­σή­που. Απλούστατα όλα αυτά δεν υπήρχαν τότε αλλά είναι υστερό­χρονα κατα­σκευ­ά­σματα και παρεμβολές. Αυτό αποτε­λεί άλλο ένα επιπρό­σθετο στοιχείο όχι μόνο κατά της Φλαβιανής Μαρτυρίας αλλά και κατά της υπάρξεως των κανονι­κών Ευ­αγγελίων κατά τα έτη του Ιουστίνου. Ακόμα και για άλλη μια φορά αποδεικνύεται η χριστιανική παραχάραξη πλαστογρα­φία και ψευδεπιγραφία.

·      Ο Ωριγένης (185-254) στο έργο του «Kατά Κέλσου», βιβλίο 1, κεφά­λαιο 47, γράφει:

«Εβουλόμην δ’ άν Κέλσω, προσωποποιήσαντι τόν Ιουδαίον πα­ρα­δε­ξάμενόν πως Ιωάννην ως βαπτιστήν βαπτίζοντα τόν Ιησού, ει­πείν ότι τό Ιω­άν­νην γε­γο­νέ­ναι βαπτιστήν, εις άφεσιν αμαρτημά­των βα­πτίζοντα, ανέγραψέ τις τών μετ’ ου πολύ τού Ιωάννου καί τού Ιησού γεγενημένων. εν γάρ τώ οκτω­καιδεκάτω τής Ιουδαϊκής Αρχαι­ολογίας ο Ιώ­σηπος μαρτυρεί τώ Ιω­άννη ως Βαπτιστή γε­γενημένω καί καθάρσιον τοίς βα­πτι­σαμένοις απαγγελομένω. ο δ’ αυτός, καίτοι γε απιστών τώ Ιησού ως Χριστώ, ζητών τήν αιτίαν τής τών Ιερο­σο­λύμων πτώ­σε­ως καί τού ναού καθαιρέσεως, δέον αυτόν ει­πείν ότι η κατά τού Ιησού επιβουλή τούτων αιτία γέγονε τώ λαώ, επεί απέ­κτη­ναν τον προφητευόμενον Χριστόν· ο δέ καί ώσπερ άκων ου μα­κράν τής αλη­θείας γε­νόμενός φησι ταύτα συμβεβηκέναι τοίς Ιουδαίοις κατ’ εκδί­κη­σιν Ιακώβου τού δικαίου, ός ήν αδελφός Ιησού (τού λεγομένου Χρι­στού) [10], επει­δήπερ δι­καιότατον αυτόν όντα απέκτειναν.».

[Υποσημείωση 10: Σε μερικές εκδόσεις έχομε: (τού λεγομένου Χρι­στού) εντός πα­ρεν­θέ­σεων, ενώ σε άλλες εκδόσεις έχομε: «Ιησού τού λεγομένου Χρι­στού» εντός ει­σα­γωγικών.]

  Μετάφραση: «Θα επιθυμούσα να ειπώ στον Κέλσο, που αντιπρο­σωπεύει τον Ιουδαίο εκείνον που κά­πως παραδέχεται τον Ιωάννη ως Βαπτιστή, ο οποίος εβά­πτι­σε τον Ιη­σού, ότι το γεγονός πως ο Ιωάννης έγινε Βαπτιστής, που εβά­π­τιζε εις άφεσιν αμαρ­τιών, κά­ποι­ος το ανέγραψε ο οποίος έζησε όχι πολύ χρόνο μετά τον Ιωάννη και τον Ιησού. Διότι στο δέκατο όγδοο βιβλίο τής Ιου­δαϊκής Αρ­χαι­ο­λο­γί­ας ο Ιώ­σηπος μαρτυρεί τον Ιωάννη ως υπάρχοντα Βαπτι­στή και υποσχόμενο εξα­γνισμό στους βαπτιζο­μένους. Αν και αυ­τός [ο Ιώση­πος] δεν πιστεύει τον Ιησού ως τον Χρι­στό, κα­θώς αναζητεί την αιτία της πτώσεως των Ιεροσολύμων και της κατα­στ­ρο­φής του ναού, όφειλε να πει ότι η συ­ν­ω­μοσία τούτων [των Ιουδαίων] κα­τά του Ιησού ήταν η αιτία όλων των κα­κών που έγιναν στον [Ιουδαϊκό] λαό, εφ’ όσον εθα­νάτωσαν τον Χρι­στό ο οποίος ήταν προφήτης· αυ­τός δε [ο Ιώ­σηπος] και ακουσίως χωρίς να πέ­σει μα­κριά από την αλήθεια, λέγει ότι όλα αυτά [τα κακά] έχουν συμ­βεί στους Ιου­δαίους ένεκα εκδικήσεως για τον Ια­κώβον τον δί­καιο, ο οποίος ήταν αδελ­φός του Ιη­σού (του λεγο­μένου Χρι­στού), επειδή ακριβώς τον εθανά­τω­σαν ενώ αυτός ήταν δικαιότατος.»

Εδώ ο ζηλωτής του Χριστιανισμού Ωριγένης τα μασάει και δεν παρα­θέτει τον Ιώ­ση­πο με ακρίβεια. Ο Ωριγένης ως Χριστιανός ζηλωτής δεν απέφυ­γε να κά­νει και αυτός τις παρα­χαρά­ξεις του σε μερικά σημεία. Π. χ. ο Ιώσηπος γράφει κα­θαρά και ξά­στε­ρα ότι το βάπτισμα του Ιωάννου δεν γινόταν «εις άφεσιν αμαρ­τι­ών», αλλά μόνο για καθαρμό και εξαγνισμό του σώματος. Για τον Ιωάννη και τον βαπτιζόμενο το βάπτισμα αυτό ήταν μια απαραίτητη προ­εισαγωγή για να δεχθεί ο βαπτιζόμενος τον Θεόν και όχι για την συγχώρε­ση κάποιων αμαρτιών. Συγκεκρι­μένα γράφει:

«...καί προς τόν θεόν ευσεβεία χρωμένοις βαπτισμώ συνιέναι· ούτω γάρ δή καί τήν βάπτισιν αποδεκτήν αυτώ φανείσθαι μή επί τινων αμαρτάδων παραι­τήσει χρω­μέ­νων, αλλ’ εφ’ αγνεία του σώματος, άτε δή καί τής ψυχής δικαι­ο­σύνη προεκκε­κα­θαρμένης.».

Για να μην επεκταθούμε πολύ επ’ αυτού στο παρόν άρθρο, εξετάσατε μό­νοι σας τα εδά­φια του Ιωσή­που Ιουδαϊκή Αρχαιο­λογία, βιβλίο XVIII (18), στίχοι 116 - 119 και βιβλίο XX (20), στίχος 200. Παρ’ όλα ταύτα και για να μην μακρη­γορούμε βλέπομε τρεις καθοριστικές μαρτυρίες του Ωριγένη σχε­τι­κά με τον Ιώ­σηπο και τον Ιησού. Μας βεβαιώνει ότι:
(1) Ο Ιώ­σηπος «δεν πιστεύει τον Ιησού ως τον Χριστό» (Μεσσίαχ). (Στο βιβλίο 6, κεφάλαιο 5, παράγραφος 4, ή στίχοι 310-315, του Ιουδαϊκού Πολέμου ο Ιώσηπος θεωρεί ως Μεσσία τον νικηφόρο Ρωμαίο αυτοκ­ράτορα Βε­σπασιανό, ο οποίος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας επί Εβρα­ϊκού εδά­φους, και εξηγεί ότι επάνω σ’ αυτόν ξεπληρώθηκαν παλαιές Εβραϊκές προφητείες. Άραγε είχε και αυτό ο Ωριγένης στο νού του!).

(2) Ο Ιώσηπος «όφειλε να πει ότι η συν­ω­μοσία τούτων [των Ιου­δαίων] κα­τά του Ιησού ήταν η αιτία όλων των κακών που έγιναν στον [Ιουδαϊκό] λαό,», δεν λέει όμως αυ­τό, παρά μόνο τα αποδίδει σε αντε­κδίκηση για την άδικη θανάτωση του Ιακώβου τού Δικαίου από τον αρχιερέα Ανάνον, ο οποίος με συνωμοτική ενέρ­γεια εθα­νά­τωσε έναν δικαιότατον άνθρωπο! Αυτή η ίδια δικαιολο­γία μαζί με την μαρτυρία (του λεγομένου Χριστού) αναφέρεται και από τον Ευσέβιο στην Εκκ­λη­σι­α­στική Ιστορία, βιβλίο 2, κεφάλαιο 23. Το εδάφιο αυτό του Ευσε­βίου αποτελεί σχεδόν αυτολεξεί αντι­γραφή των αντιστοίχων γραμμών του Ωριγένη,

(3) Ο Ιώσηπος αναφέρεται εδώ ως φέρων μαρ­τυρία περί του Ιωάννου του Βαπτιστού, όχι όμως ως ουρανίου απεσταλ­μένου και προ­δ­ρόμου του Χριστού παρά μόνο ως κά­ποιου Εβραίου θρησκευ­τι­κού αρχη­γού και βαπτιστού που ενεργούσε για δικό του λογαρι­ασμό. Δεν λέ­γει τί­ποτα απο­λύτως για την αναγνώριση του Ιησού ως Χριστού (Μεσ­σία) και αμνού του Θεού από τον Ιωάννη, για το ότι τον εβάπτισε, και για την επιρροή πού είχε επά­νω στη δρά­ση και στο κήρυγμά του είτε ο ίδιος ο Χριστός είτε η προαναγ­γε­λία του ερχομού του.

(4) [Ειρήσθω εν παρόδω ότι ενταύθα ο Ωριγένης αποκαλεί τον Ιησού ως «τον προ­φητευόμενον Χριστόν·» και τίποτα περισσότερο. Δηλαδή δεν τον ονομά­ζει Υιόν του Θεού, ούτε ένα από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, κλπ. Τί έχετε να μας πείτε περί αυτού;]

Διά την πληρότητα του θέματος αναφέρομε ότι: Η μικρή Φλαβι­ανή μαρτυ­ρία (minor Testimonium Flavia­num) εμφανί­ζε­ται στο έργο του Ιωσήπου Ιουδαϊκή Αρχαιο­λογία, βιβλίο 20, κεφάλαιο 9, παράγραφος 1, ή στίχος 200, και έχει ως εξής:

Άτε δή ούν τοιούτος ών ο Άνα­νος, νομίσας έχειν καιρόν επιτή­δειον διά τό τεθνάναι μέν Φήσ­τον, Αλβίνον δ’ έτι κα­τά τήν οδόν υπάρ­χειν, καθίζει συνέδ­ριον κρι­τών καί παραγαγών εις αυτό τόν αδελ­φόν Ιησού τού λεγο­μέ­νου Χριστού, Ιάκωβος όνομα αυ­τώ, καί τινας ετέρους, ως παρανο­μη­σάντων κα­τηγο­ρίαν ποιησά­με­νος παρέδωκε λευθησο­μέ­νους.

Τέτοιος [παλιάνθρωπος] ήταν μάλι­στα ο Άνα­νος, που εθεώρησε ότι τώρα είχε την κατάλ­λη­λη ευκαιρία επειδή ο μεν Φήσ­τος εί­χε αποθά­νει, ο δε Αλβίνος ήταν ακόμα καθ’ οδόν [προς ανάληψη καθηκόν­των], και έτσι συνεκάλεσε συνέδριο κριτών [Σαν­χε­δρίν δικαστών] και προσήγαγε σ’ αυτό τον αδελφόν τού Ιησού του λεγομέ­νου Χριστού, το όνομα του οποίου ήταν Ιάκω­βος, και μερικούς άλλους, και αφού κατα­σκεύασε ενα­ντί­ον τους την κατηγορία ότι αυτοί είχαν παρα­βι­ά­σει τον [Μωσαϊκόν] Νό­μον τους πα­ρέδω­σε για να λιθοβολη­θούν.
Η φράση «τού λεγομένου Χρι­στού» που αναφέρεται χωρίς παρένθεση εντός του κειμένου του Ιωσή­που, είναι το επονο­μα­ζόμενο δευ­τερεύον ή μικρότερο Testi­monium Flavia­nun. Όπως και το μείζον Testimonium Flavianum έτσι και το μικρό θεω­ρείται παρ­εμ­βολή από τους αμερόλη­πτους ερευ­νητές. Aυτό θα εξε­τάσομε εν συν­τομία και θα κάνομε ορισμένες σημαντικές παρατηρήσεις. Αυτή ή φράση είναι καθα­ρά χρι­στι­α­νι­κή διότι:

(1) Ο ίδιος ο Ωριγένης στο κείμενο του Κατά Κέλσου έργου του, όπως το είδα­με παραπάνω, τα μα­σά­ει (δεν μιλάει καθαρά και με ακρίβεια), πα­ρα­θέτει τον Ιώσηπο λαν­θα­σμέ­να ―πράγμα απαράδεκτο― περιπίπτει σε κραυ­γαλέα αν­τίφαση εν­τός έξη γραμ­μών. Έχει δε βάλει την φράση αυτή εντός παρεν­θέ­σε­ως. Δεν χρειάζεται να ανατρέξομε πολύ μα­κ­ριά. Ο ίδιος ο Ωρι­γένης μας λέγει ότι ο Ιώ­σηπος «δεν πιστεύει τον Ιησού ως τον Χριστό» και μετά ο ίδι­ος γυρνάει να μας πει ότι ο Ιώσηπος γράφει: «ός ήν αδελφός Ιησού (τού λε­γο­μένου Χρι­στού)». Ο ίδιος Ωριγένης δηλα­δή, έρχεται, σε αντίφα­ση με τον εαυτό του μέσα σε έξη γραμμές, αν είναι δυνατό!

(2) Η φράση «τού λεγομένου Χρι­στού» είναι συχνή χριστιανική φράση. Την βλέπομε αυ­τούσια στην Καινή Δια­θήκη: Ματθαίος 1: 16, 27: 17, 22, Ιωάν­νης 4: 25 και σε άλλη χρι­στι­α­νική γραμμα­τεία. Έτσι κάποιος Χριστιανός αντιγραφέας έχωσε ευκολότατα αυ­τές τις τρεις λέξεις μέσα στο κείμενο του Ιωσήπου αφού το παρόν σημείο του ταίριαζε τέ­λεια. Πιθανόν και να νόμισε ότι αυτόν τον Ιάκωβο εν­νοούσε ο Ιώσηπος και γι’ αυτό έβαλε αυτή την φράση μόνος του σαν επεξήγηση. Αλ­λά η φράση παρέμεινε εντελώς ξεκάρφωτη διότι: Ο Ιώσηπος εκτός του ότι δίδει επεξη­γήσεις για όλα τα πρόσωπα που εισά­γει, εφ’ όσον απευθύνεται στον Ελλη­νο-Ρωμαϊκό κόσμο που δεν γνωρίζει τα θέματα, θα έκανε μνείαν στην μεγά­λη Φλαβι­ανή μαρτυρία, Ιουδαϊκή Αρ­χαιολογία 18: 3: 3 ή 18: 63-64, αν αυτή όντως υπ­ήρχε, αφού η εδώ μικ­ρή Φλαβι­ανή μαρ­τυρία εμφα­νίζεται αργότερα (παράγραφος 20, 9: 1, ή 20: 200) εντός του ιδίου έργου. Δεν αναφέρει όμως τίποτα γι’ αυτήν, ούτε ανα­φέρει έστω και έναν χαρακτηρισμό του Ιησού Χριστού απ’ όλους όσους υπάρχουν σ’ αυτή, παρ’ όλον ότι οσάκις ο Ιώσηπος ανα­φέρεται σε προηγού­μενα μέρη του έργου του το κά­νει με λεπτομερείς ανα­φορές. Αν και αυτές τις τακτικές ο Ιώ­σηπος τις εφαρμόζει ανελλιπώς, εδώ όμως τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει. Εκτός του ότι αυτό το γεγονός είναι αντίθετο προς τον τρόπο γρα­φής του Ιωσήπου, ελλεί­ψει της πρώτης παρα­γράφου η δεύτερη δεν μπορεί να γράφτηκε με αυτήν εδώ την φράση από το χέρι του εν λόγω Ιστο­ρικού!

(3) Για το αν ο Ιά­κωβος ο Δίκαιος του Ιωσήπου, είναι ο Ιάκωβος ο Αδελφό­θεος των Χριστιανών (Πράξεις 15: 13, Πρός Γαλάτας 1: 16, αλλά και Ματθαίος 13: 57, Μάρκος 6: 3, κλπ.), δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά για να δώσουν απάντηση. Κατά πά­σα πιθανότητα πρόκειται περί δύο διαφορε­τι­κών προσώπων και πι­θανή υποκλοπή τού πρώ­του από τους Χρι­στι­ανούς για να πορτρά­ρουν το δεύτερο. Στις παρα­δό­σεις τους καθώς και στον Ευ­σέ­βιο βλέπομε ότι οι αφηγή­σεις για τον θάνα­το του Ια­κώ­βου του Αδελ­φο­θέου διαφέρουν, όχι μό­­νον απ’ αυτήν του Ιω­σή­που περί του θανά­του του Ια­κώβου του Δικαίου αλλά και με­ταξύ τους. Ο Ευσέβιος προ­σπαθεί ανεπι­τυχώς (όπως πάν­τα) να συγκε­ράσει τις μαρτυρίες του πρώτου εκ­κλησια­σ­τικού Ιστορικού Εβραίου Ηγησίπ­που (περίπου 110 – 185 Κ. Ε.) και του Κλήμεντος Αλε­ξαν­δρείας (150 – 215 Κ. Ε.) με αυτήν του Ιωσήπου. Γρά­φει ότι, όπως λέ­νε, οι Γραμματείς και Φαρισαί­οι τον κα­τα­κρή­μνισαν από την πτέ­ρυγα του να­ού. Αλλού πάλι λένε ότι ή στο ίδιο επει­σό­διο ή στον λι­θοβολισμό του κάποιος γνα­φεύς (επε­ξ­εργαστής και βαφέας ερίου) μέ­σα από τον όχλο τον απο­τε­λεί­ω­σε διά ισχυρού κτυ­πή­μα­τος με τον ξύ­λινο πά­σαλό του..., κλπ. (Ειρήσθω εν παρόδω ότι, ο Ευσέβιος στην Εκ­κλη­σι­α­σ­τική Ιστορία, βιβλίο 2, κε­φάλαιο 23, μας πλη­ροφορεί ότι ο Ιάκωβος δεν εί­χε πλυθεί, ξυ­ρι­στεί, χτε­νι­στεί, κλπ, ποτέ του. (Ο Ιωάννης Χρυσόστο­μος έχει συμπεριλάβει αυτές τις «τρομε­ρές αρετές» μεταξύ των κανόνων του μονα­χι­σμού. «Εις υγείαν της χρι­στια­νι­κής και ναζιρα­ϊ­κής βρώ­μας και πα­ρα­φ­ροσύ­νης!»). Υπάρχει δη­λαδή πλή­ρης ακα­τα­στασία ακόμα και σ’ αυ­τό το ση­μείο, το οποίο εί­ναι μεγάλης σπου­δαιό­τητας για τους Χρισ­τιανούς. Μα­κάρι να ήταν το μό­νο...! Όπως σε τόσα άλλα έτσι και σ’ αυ­τό τα έχουν κά­νει σα­λάτα. Ακόμα, ο Ευσέβιος πέραν μερικών αποσπασμάτων εξα­φά­νισε τα έρ­γα του Ηγησίππου όπως και πολλών άλλων από προσώπου γης. Γιατί άραγε;
Η Καθολική Επιστολή του Ιακώβου υποτίθεται ότι γρά­φ­τηκε από τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. Πλην όμως πουθενά ο συγγραφέας δεν μας λέγει αν ήταν αδελφός του Ιησού εί­τε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Με­ταφορικά σημαίνει ότι είχε λάβει τον τίτλο Αδελφόθεος ως ανήκων στην χριστιανική αδελ­φότητα και ως αρχη­γός της. Η Επιστολή αρχίζει ως εξής «Ιάκω­βος, Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού δούλος, ταις δώδεκα φυλαίς ταις εν τη διασπορά χαίρειν·». Λέγει δούλος και όχι αδελφός! (Τα ίδια ισ­χύουν και διά την Καθολική Επιστολή του Ιούδα.).
Ο Ιώσηπος και ο Ιουδαϊκός λαός δεν μπορεί να εμέμφοντο τον Αρ­χιερέα Ανάνο για την εκτέλεση κάποιου μισητού αιρετικού χριστιανού και παρα­βά­τη του Μωσαϊκού Νόμου. Μια τέτοια εκτέλεση ήταν θεμιτή κατά τον Μω­σαϊκό Νόμο και δεκτή από τον Φαρισαίο Ιώσηπο και την Ιουδαϊκή κοινω­νία. Ο Ανάνος απλώς βιάστηκε να τον εκτελέσει προτού καταφθάσει ο νέ­ος Ρω­μαίος κυβερνήτης Αλβίνος, για να μην καταπιαστεί με τους Ρω­μαϊ­κούς κανονι­σμούς περί εκτελέσεων, βάσει των οποίων ο Δί­καιος πιθα­νόν να αθωωνό­ταν. Όπως φαίνεται, ο διεφθαρμένος Ανάνος εξετέλεσε κά­ποι­ον αθώο Ιουδαίο βιαστικά και γι’ αυτό ο Ιώσηπος τον μέμφεται! Αν αυτός ήταν ο αρχηγός της χριστιανικής αιρέσεως ούτε που θα τον ένοιαζε και κάτι θα έγραφε για την χριστιανική ιδιότητά του, ομάδα και αίρεση. Όμως δεν γράφει τίποτα απολύτως! Την εποχή εκείνη η δι­αφ­θορά στην Ιουδαία ήταν τόσο υψηλή που την ενθυ­μούν­ται ακόμα και οι σημερινοί Εβραίοι! Λόγω αυτού του στοιχείου, ο Ιά­κω­βος Δίκαιος πρέπει να ήταν άλλος από τον Ιάκωβον Αδελφό­θεον. Κατά πά­σα πιθανότητα οι Χρι­στια­νοί εσφετερί­στηκαν τον Δίκαιον για να πα­ρουσιάσουν μια αναφορά Ιστο­ρικού για τον Αδελφόθεον. (Όπως αναλύο­με στο επόμενο μέρος αυτού του άρθρου οι Πράξεις των Αποστόλων χρη­σιμοποιούν τον Ιώσηπο!).

(4) Ίσως μερικοί προτείνουν την εκδοχή ότι ο Ιάκωβος Δίκαιος ήταν αυτός που είχε αναλάβει κατ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια την αρχηγία της Χριστια­νικής Ιου­δαϊ­κής αιρέσε­ως. Κατά την χριστιανική παράδοση, και όπως υπονοεί­ται στις Πράξεις 15: 1-33, Α΄ Πρός Κορινθίους 15: 7, Πρός Γα­λάτας 1: 19, 2: 9, κλπ, ο Ιάκωβος ήταν ο πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων. (Την θεολογική αντίφαση τού ότι αυ­τή η αρχη­γία είχε δοθεί στον Πέτρο από τον ίδιο τον ιδρυ­τή του Χριστιανι­σμού και της εκκλησίας, τον Θεό Ιη­σού Χριστό, όπως μας ομολογούν ο Ματ­θαί­ος 16: 17-19, Ιωάννης 21: 15-19, κλπ, ας μας την ξε­καθαρίσουν οι Χριστιανοί.). Το ότι ο Ιάκωβος ήταν αρχηγός αυτής της ιδιάζουσας αιρέσεως συνηγορεί με το ότι, σύμ­φωνα με τον Ιώ­σηπο όπως αναφέ­ρει στο υπό εξέταση συμβάν, ο Αρχι­ερέας Άνανος τον κατηγό­ρησε μαζί με άλλους (κατά πάσαν πιθανότητα ομοίους του) ότι παραβίαζαν τον Μωσαϊ­κόν Νόμο και ήθελε να τους βγάλει από τη μέση όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ο Ιώ­σηπος δυστυχώς δεν αναφέρει συγκε­κρι­μέ­να στοιχεία της κατηγορίας για να βγάλομε οριστικά συμπεράσμα­τα, αλλά απλώς υπονοεί ότι η κατηγορία ήταν πλα­στή και άδικη. Ο Ιά­κωβος ως αρ­χηγός μπορεί να είχε πράγ­μα­τι επιδείξει σύνεση, αυταπάρνηση και δι­και­ο­σύνη και γι’ αυτό να τον είχαν ονομάσει Δί­καιο. Μετά, οι ως συ­νή­θως μυ­θο­λογούντες Χριστιανοί για την παρ­­ρησία και την δικαι­ό­τη­τά του και τι­μής ένεκεν ως πρώτου αρχηγού της χριστιανικής κίνησης, αμέσως (;) μετά τον ιδρυτή της, δεν απο­κλείεται να του επέδω­σαν την προσωνυμία «Αδελ­φό­θεος», ανεξαρτήτως του αν ο Ιησούς Χρι­στός ήταν κά­ποιο υπαρ­κτό ή μυθολογικό πρόσωπο, αδελφός του ή μη. (Για τους Χριστιανούς η ύπαρξη του Ιησού Χρι­στού ήταν παραπάνω από ιστο­ρική, ήταν θρη­σ­κευ­τική πίσ­τη.). Η προσωνυμία αυτή δηλαδή έχει μεταφο­ρική και τιμητική έν­νοια.
Η πιθανότητα αυτής της εκδοχής είναι εξαιρε­τικά μικρή, διότι ο Ιώ­ση­πος που έζησε στην Ιουδαία και την Γαλιλαία κατ’ αυτά τα πολύ δο­κι­μαστικά χρό­νια (50-74) και ήταν μέτοχος και αυτόπτης μάρτυς ολο­κ­λή­ρου του Ιου­δαϊ­κού πολέμου κατά της Ρώμης (66-73) και των φοβερών γε­γονότων που έλα­βαν χώρα, δεν κάνει πουθενά μνείαν περί Χριστιανών και οιουδήποτε ρόλου που έπαιξαν. Γράφει ωσάν να μην υπάρχουν καθόλου, ή σαν να μην του έχει αναφέρει κανείς τίποτα, ή σαν να είναι εντελώς ανά­ξιοι οιασδή­ποτε αναφο­ράς. Πρόκειται για το “ex silentio” επιχείρημα που ανάφερε προηγουμένως ο Παν. Μαρίνης στο σχόλιό του. Πέρα για πέρα αξιοπε­ρί­εργο και αξιοπρόσεκτο γεγονός που πρέπει να μελετηθεί και να εξε­τασθεί εις βάθος και πλάτος!

(5) Ακόμα πρέπει να πούμε ότι ο Ιώσηπος μιλάει για καμιά εικοσαριά άνδρες που έφε­ραν το όνομα Ιησούς. Επομένως, το «ός ήν αδελφός Ιησού» που υπάρχει στο κεί­μενό του, αν δεν είναι και αυτό μέρος της παρεμβολής, δεν αποδεικνύει τί­ποτα δι­ό­τι δεν λέγει για ποιον Ιησού πρόκειται. (Εκτός και στο πρωτότυπο έλεγε αλλά τώρα δεν λέγει!) Οπότε αν μεν δεν είναι μέρος της παρεμβολής, τό­τε ο Ιώ­ση­πος μιλάει για κά­ποιον άλλον Ιησού για τον οποίον δεν έχομε στοιχεία, και όχι για τον Ιησού Χριστό αφού όπως απο­δείξαμε δεν ασχολείται καθόλου μαζί του διότι δεν τον ξέ­ρει. Αν όμως εί­ναι μέρος της πα­ρεμβολής, τότε το αυθεντικό κείμενο στα­μα­τάει με τις λέ­ξεις «του δι­καί­ου».

Όλη λοιπόν η φασαρία γίνεται για τις τρεις λέξεις «τού λεγομένου Χρι­στού», οι οποίες κατά τον ίδιο τρόπο απαντώνται στα Ευαγγέλια και στην χριστιανι­κή γραμ­ματεία. Αν ο Ιησούς Χριστός ήταν ιστορικό πρόσωπο και ακόμα ο ίδιος ο Μεσσίαχ, τότε γι­α­τί επαναλαμβάνεται αυτή η μετοχή «του λεγομένου» τόσες φορές εδώ και ‘κει, για πολύ καιρό μετά την ανάληψή του; Επειδή τον αποκαλούσαν έτσι, ενώ ο κό­σμος δεν τον πίστευε; Πέραν των Ευ­αγγελίων όμως την επαναλαμ­βά­νουν και μερικοί Χριστιανοί συγγραφείς.
Όπως αναλύσαμε προηγουμένως ο Φα­ρι­σαί­ος Ιώσηπος δεν γνωρίζει τί­ποτα για τον Ιη­σού Χριστό και είναι αδύνατον να έχει γρά­ψει αυτές τις λέξεις μέσα στο άσ­χετο θέ­μα που πραγματεύεται εδώ, αν η όλη παράγραφος είναι όπως ακριβώς την έγ­ραψε και που σκοπό έχει να ψέξει τον Αρχιερέα Άνανον ως αυταρχικό και διε­φ­θαρμένο παλι­άνθρωπο. Μάλιστα δε το να βάλει μια ­τέτοια ξεκάρ­φω­τη φράση χωρίς να δώσει την προηγουμένη παραπομπή ή καμία πε­ραιτέρω επεξήγηση είτε επί τόπου, είτε πρω­τύ­τε­ρα, εί­τε αργότερα, είναι εντελώς μη χαρακτηριστικό του Ιωσήπου. Σ’ αυ­τή την δια­πί­στωση, όπως εί­δαμε, συνη­γο­ρούν οι μαρτυρίες των: Ιωάννου Χρυσο­στό­μου, Ιε­ρού Φωτίου, κ. α., αλλά ακόμα και η αρχική μαρτυρία του Ωριγένη στην οποία ο ίδι­ος ο Ωριγένης ομολογεί ότι ο Ιώ­σηπος «δεν πι­στεύει τον Ιησού ως τον Χρισ­τό». Όπως όμως βλέπομε είναι πο­λύ εύ­κολο να παρεμβληθούν αυτές οι τρεις λέ­ξεις, στο εν λόγω βολικό σημείο, σε υστε­ρόγρα­φα χειρόγραφα των έργων του Ιωσή­που. Αλλά χωρίς την υποστήριξη της πρώτης μεγαλύτερης παραγράφου, ως αποδεδειγ­μέ­νης πα­ραχαράξεως, αυτές εδώ οι τρεις λέξεις από μόνες τους δεν έχουν καμία ιστορι­κή αξία! Διότι δεν πιστοποιείς την ιστορικότητα κάποιου προσώπου διά μέσου ενός ασχέτου επεισοδίου και τρίτων ονομάτων. Σκεφτείτε να λέγαμε ότι ο Αλέξανδρος εί­ναι ιστορικό πρόσωπο επειδή τον επονόμασαν Μεγάλο και είχε μια αδελφή που την έλεγαν Θεσσαλονίκη;
Εκτός απ’ αυτές τις τρεις λέξεις, το επεισόδιο το οποίο πραγ­μα­τεύεται ο Ιώση­πος σ’ αυτό το κεφάλαιο θεωρείται γενικώς ως αληθές γράψιμο του Ιου­δαίου Ιστο­ρι­κού. Πολλοί θεωρούν ότι δεν υπάρχει καμία σοβαρή έν­δειξη εναντίον του κει­μέ­νου αυτού. Άλλοι όμως προτείνουν ότι είναι μη χαρακτηριστικό του Ιωσήπου αυτή η συν­τομία για ένα τόσο σημαν­τικό γεγονός. Δεν αναφέρει τα ονόματα των κριτών, των μαρτύ­ρων ή των ψευ­δομαρ­τύρων, τα στοιχεία της δίκης, κλπ. Είναι μια πολύ λιτή πα­ράγ­ρα­φος και γραμ­μένη με μεγάλη βια­σύνη. Έτσι μερικοί εμπειρογνώνομες παρα­μέ­νουν σκεπτικοί, και μερικοί την απορ­ρί­πτουν όλη ως παραχάραξη.
Αφού τα αρχικά αντίγραφα του Ιωσήπου εκλείπουν παντε­λώς δεν μπο­ρού­με να ελέγξομε την κατάσταση. Μπορούμε όμως διά της λογικής επα­γω­γής να συμπε­ρά­νομε ότι: Μάλλον ο ίδιος ο Ωριγένης υπέδειξε αυτή την πα­ραχάραξη με παρένθεση μέσα στα γραπτά του λόγω της μανίας του να χτυπήσει τον Κέλσο. Αυτό υποστηρί­ζε­ται από την ύπαρξη της πα­ρεν­θέ­σεως (τού λε­γο­μένου Χρι­στού) εντός του Κατά Κέλ­σου γραπτού του Ωριγένη και εντός της Εκ­κλησιαστικής Ισ­τορίας του Ευσεβίου, 70 περίπου χρό­νια αργότερα. Στον ίδιο τον Ιώσηπο την παραχάραξη πρέπει να την έκανε ή ο ίδιος ο Ωριγένης, ή κάποιος σύγχρονος του κατά τον ίδιο χρόνο ή λίγο πριν, ή ακόμα την έκανε αργότερα ο Ευσέβιος. Επομένως και λογικώς έχομε τα εξής τινά:

(1) Είτε ο Ωριγένης υπέδειξε την πα­ραχάραξη αυτή με παρένθεση εν­τός των γραπτών του λόγω της μανίας του να χτυπήσει τον Κέλσο και μετά ταύτα την υιοθέ­τησαν ο Ευσέβιος και οι υπόλοιποι..

(2) Είτε ο ίδιος ο Ωριγέ­νης, είτε κάποιος σύγχρονος του ή ολίγον πριν απ’ αυτόν, έκα­νε την πα­ραχάραξη επίτηδες επειδή αυτό το ση­μείο τον βόλευε θαυμάσια, ή επειδή ενό­μι­σε ότι ο Ιώ­σηπος υπονοούσε τον Χριστό σ’ αυτό το σημείο, αλ­λά δεν τον ανέφερε, και έτσι αυ­τός έβαλε την παρένθεση αυτή ως επε­ξή­γηση.

(3) Είτε κάποιος άλλος, κατά πάσαν ένδειξη ο Ευσέβιος, πιθανώς παρακινού­με­νος από την παρένθεση αυ­τή των γραπτών του Ωριγένη ή και μόνος του, συν­έλαβε την ιδέα και παραχά­ρα­ξε τον Ιώ­σηπο. (Υπάρχει και η ισχυρή υπόθεση του Ψευδο-Ωριγένη – Ψευδο-Κέλσου διά τον Αληθήν Λόγον. Αν αυτή αληθεύ­ει, αυ­τοί ήταν σύγχρονοι του Ευσεβίου και μικρότεροι κατά την ηλικία. Σε τέτοια περίπτωση ο Ευσέβιος έκανε την παραχάραξη.).

(4) Αν όμως ο Ωριγένης δεν διέπραξε τίποτα απ’ αυτά, (πράγμα πολύ πιθανό δι­ό­τι είναι εντελώς απίθανο να έρχεται σε κραυγαλέα αντίφαση με τον εαυτόν του εντός έξη γραμμών), τότε από τα γραπτά του Ευσεβίου και κατά πάσαν ένδειξη, μπορούμε να υπο­πτευθούμε ότι ο ίδιος ο Ευ­σέβιος διέπρα­ξε και την με­γά­λη και την μικρή παρα­χά­ραξη στον Ιώσηπο και ότι ακόμα παρα­χά­ρα­ξε και τον Ωριγένη για να έχει δίπλα του και άλλον συμπαραμαρούντα. (Ο ίδιος ο Ευσέβιος έχει ήδη προφέρει την κα­τα­δί­κη του, βλέπε Εκκλησιαστι­κή Ιστο­ρία, βιβλίο 1, κεφάλαιο 11, και είναι πασίγνωστος για την τσαπατσουλο­σύνη του, απροσεξία του, επιπολαιότητά του, ψευδολο­γία του, κλπ. Αυτός δεν λο­γάριαζε κανένα, ούτε τον Χριστό!)

Αλλέως πως δεν διαβλέπει κανείς πως είναι δυνατόν να συμβιβαστούν και να ευθυ­γραμ­μι­στούν όλα αυτά τα αλλο­πρό­σ­αλ­λα και αντιφατικά δεδομένα και υπάρχον­τα στοιχεία που έχομε εκθέσει μέχρις εδώ, ένα των οπίων είναι και η κραυγαλέα αντι­φατικότητα του Ωριγένη που ήδη εξηγήσαμε παραπάνω.
Η πλειοψηφία των ερευνητών θεωρεί τη μικρή Φλαβιανή μαρτυρία, όπως και τη μεγάλη, ως παραχάραξη. Υπάρχουν όμως μερικοί που υποθέτουν ότι ο Ιώσηπος έβαλε την φράση «(τού λε­γο­μένου Χρι­στού)» σ’ αυτό το σημείο μόνο και μόνο για να ξε­χωρίσει αυτόν ειδικά τον Ιησού από τους τόσους άλ­λους Ιησούδες που αναφέρει εδώ και ‘κει, μιας που όπως φαίνεται είχε ακούσει ότι μερικοί αποκα­λού­σαν τον Ιά­κωβο τον Δίκαιον ως «Αδελφόν του Ιησού του Λεγομένου Χριστού». Αυτή η υπό­θε­ση είναι μεν λογική, αλλά έχει πολύ μικρή πιθανότητα να ισχύει, λόγω όλων των επι­χειρημάτων που έχομε ήδη παρα­θέ­σει στην παρούσα εργασία. Αν όμως υποθέσομε ότι ισχύει δι’ αυτόν τον λόγο, τότε και πάλι δεν απο­τελεί ιστο­ρική μαρτυρία για τον Ιησού Χριστόν, καθ’ ότι αυτή η φράση είναι απλώς ανα­φορά στο διακριτικό παρανό­μι του Ιακώβου, που έτυχε να φτάσει στ’ αυτιά του Ιωσή­που, χωρίς όμως ο Ιστορικός να του δώσει σημασία και να ελέγξει τι μπορούσε αυτό να σημαίνει.

·      Προσέτι, ο Ωριγένης στο έργο του «Kατά Κέλσου», βιβλίο 1, κεφά­λαια 46, 47 και 68 αντικρούει τον Κέλσο που κατηγορούσε τον Ιησού ότι είχε μάθει τις μαγείες των Αιγυπτίων και τέτοιες ήταν τα θαύματά του. Ο Ωριγένης τον αντι­κρούει λέγοντας ότι τα θαύματα του Ιησού είναι ασυγκρίτως ανώτερα από όλα όσα αναφέρονται στους Ελληνικούς μύθους και ότι ο Ιησούς έκανε τα θαύμα­τά του για να κερδίσει τον κόσμο και να τον μάθει την ανώτερη ηθική διδασ­καλία του, πράγμα προς το οποίο κανένας Αιγύπτιος δεν μπορούσε να παραβ­ληθεί. Εδώ λοιπόν η διακήρυξη «Ιησούς σοφός ανήρ, ... παρα­δό­ξων έρ­γων ποιητής» της Φλαβιανής Μαρτυρίας θα υπηρετούσε τέλεια τον Ωριγένη να την επικα­λε­στεί προς απόδειξη εναντίον του Κέλσου. Αυτό όμως δεν έγινε, που σημαίνει ότι αν και ο Ωριγένης εγνώριζε τον Ιώσηπο πολύ καλά, αυτή η μαρτυρία τού ήταν άγνωσ­τη, και συνεπώς δεν υπήρχε.

·      Όπως φαίνεται οι Χριστιανοί εκτός από το συχνά απαντώμενο Εβ­ραϊκό όνομα του Ιακώβου υπέκλεψαν και το πιο συχνά απαντώ­με­νο Εβραϊκό όνομα Ιησούς (Γιοεσούα = ο Γιαχβέχ είναι σωτηρία, ο Γιαχβέχ έχει σώζει) και διάφορες διη­γήσεις από την Παλαιά Δια­θήκη, το Ταλμούδ, τον Ιώσηπο και τον Φίλωνα για να πλάσ­σουν τον ιδικόν τους Ιησού. Διά τούτο και το πρόσωπο αυτό δεν κατ­έ­χει κα­μία ιστο­ρι­κή θέση σε καμία κατάλληλη πηγή. Αλλιώς κάπου στον Φί­λωνα, τον Ιώσηπο, τον Ιού­στο της Τιβεριάδος, το Ταλμούδ και χίλια δυο άλλα συγγ­ράμ­ματα, όπως και ο Μέγας Ιουλια­νός επικα­λεί­ται, κάτι θα είχε σημει­ω­θεί πε­ρί αυτού του φοβερού και τρομερού θαυματοποιού που αναστήθηκε τρι­ήμε­ρος! Η εκδοχή της υποκλοπής αυτής είναι πολύ πιθανή και έχει υποστη­ρι­χθεί από πολ­λούς ερευνητές. Περί διαφόρων χρι­στιανικών υποκ­λοπών με­λε­τείσετε του­λάχιστον τα εξής μνη­μειώδη ερευνητικά έρ­γα:

1.    Gerald Friedlander, The Jewish Sources Of The Sermon On The Mount, Kessinger Publishing.
2.    Hyman E. Goldin, The Case of the Nazarene Reopened, The Lawbook Exchange Ltd., 1948-2003.
3.    Randel Helms, Gospel Fictions, Prometheus Books, 1989.
4.    Harold Leidner, The Fabrication of the Christ Myth, Survey Books, 1999.
5.    Albert Schweitzer, The Quest of the Historical Jesus, Introduction by James M. Robinson, Collier Books, 1968.
6.    Joseph Wheless, Forgery in Christianity, Kessinger Publishing.
7.    Joseph Wheless, Is it God’s Word?, Kessinger Publishing.
8.    Hayyim Ben Yehoshua, Refuting the Missionaries, (Excellent Research Essay on Web­si­te. Βλέπε το Παράρτημα 1 της παρούσας ερ­γα­σίας!).

·      Όπως προαναφέραμε η εν λόγω παράγραφος ευρίσκεται σφηνωμέ­νη στο έργο Ιουδαϊκή Αρχαιολογία XVIII, 63-64 και ουδεμία σχέση έχει με την προη­γού­μενη και την επόμενη παράγραφο. Προσέτι δε η προηγούμενη παράγραφος υπάρχει και στο άλλο σπουδαίο έργο του Ιωσήπου, τον Ιου­δαϊκό Πόλε­μο ΙΙ 175-177, και ακο­λουθείτε υπό άλλων παραγράφων στις οποίες ο Ιώσηπος πραγματεύεται άλλα ζη­τήματα άσχετα με την εδώ μαρτυρία. Για ένα τέτοιο άνθρωπο όμως, τον Μεσ­σία Χριστό τον θαυματουργό και τριήμερο ανασ­τη­θέντα, αναμένεται από τον Ιώσηπο να μας παραδώσει πολ­λά περισσότερα στοιχεία, θαύματα και λεπτο­μέρειες, πράγμα που ακριβώς πράττει για πολ­λούς άλλους πολύ υποδεεστέ­ρους. Ακόμα ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική Ισ­τορία, ΙΙ, vi, γράφει ότι η πα­ράγραφος αυτή ευρίσκεται πριν από τις παραγ­ρά­φους του Ιωσήπου που αναφέρονται στον Πιλάτο. Σήμερα όμως ευρίσκεται μετά απ’ αυτές! Αυτό σημαίνει ότι ούτε η θέση της ήταν σταθερή, πράγμα που δηλώνει παραχάραξη!

·      Ο Ιώσηπος μας πληροφορεί ότι ο πατέρας του Ματτιτιάου (Ματθαίος ή Ματ­θίας ή Ματταθίας) ήταν υψη­λόβαθμο μέλος της Φαρισαϊκής αιρέσεως τού Ιουδαϊσμού, ο οποίος ζού­σε και δρούσε κατά τα έτη της διακυβερνήσεως του Πιλάτου και της δράσεως του υποτιθεμένου Ιησού Χριστού. Πουθενά όμως δεν ανα­φέρει τον πατέρα του να του εξιστορεί κάτι, έστω και παραμικρό, γι’ αυτόν τον απίθανο Ιη­σού, ο οποίος ποι­κιλοτρόπως είχε ανα­στατώσει την Γα­λι­λαία και Ιουδαία και είχε ομη­ρικούς καυ­γάδες και υβρεο­λόγια με τους Φα­ρισαίους. Περίεργο;

·      Η μανία των Χριστιανών για την χάλκευση του κειμένου του Ιωσήπου δεν απο­δει­κνύεται μόνον από την Λατινική σύνοψη του 8ου-9ου αιώνος και όλα τα αποδε­δειγ­μένα παρείσακτα χωρία και παραχαράξεις που υπάρχουν στον Σλα­βονικό Ιώ­ση­πο, όπως ανέφερε προηγουμένως ο ερευνητής Μαρίνης στο σπου­δαίο σχόλιό του ανωτέρω, αλλά ακόμα και από την παραχάραξη που υπάρχει σε χριστιανικό αρα­βικό χειρόγραφο του 10ου αιώνος. Η Φλαβιανή Μαρτυρία (Ιουδαϊκή Αρχαι­ο­λογία XVIII, 63-64) υπάρχει και εκεί αλλά με ισχυρές δια­φο­ρές από την αντί­στοι­χη Ελληνική. Οπότε εδώ έχομε το φαινό­με­νο παραχα­ρά­ξεως της παραχαράξεως. Αυτή την αραβική αναθεωρη­μένη πα­ράγραφο ανα­φέρει ο Αγάπιος, Χριστιανός Άραβας και Μελκίτης [11], επίσκο­πος Ιεραπό­λε­ως, στο βιβλίο του «Βιβλίο του Τί­τλου». Γενικώς λοιπόν παρατη­ρούμε μια μα­νία των Χριστιανών αντιγραφέων επι­μελητών για παραχά­ραξη και διασυρμό του έργου του Ιωσήπου προς παραγωγή πλαστής ιστορι­κής μαρ­τυρίας για τον Ιησού των Ευαγγελίων. Όπως αναφέρομε στον πρόλογο του παραρτήματος παρακάτω, ο καθηγητής Frank R. Zindler αποδεικνύει ότι η μανία των χριστι­ανικών ομάδων για την χάλκευση του έργου του Ιωσήπου άρχισε κατά τον 2ο αιώνα και κράτησε για πολλούς αιώνες μετά. Αυτή είναι το πειστικότερο στοι­χείο ή μάλ­λον η απόδειξη για την μη ύπαρξη ιστορικών αναφορών στον ιστο­ρικό Ιησού Χριστό. Οι Χριστιανοί μη διαθέτοντες τέτοιες αναφορές και συ­νε­χώς προκαλούμενοι από τους αντιχριστιανούς, παρα­σύρθηκαν στην κατά συρ­ροή και αδέξια παραχάραξη του Ιωσήπου, ως πιο βαρυσημάντου, αμέσου, βο­λικού και προπαντός Ιουδαίου, για να πα­ρουσιάσουν με­ρικές. Το γεγονός αυ­τό ση­μαίνει ότι ιστορικός Ιησούς Χρισ­τός δεν υπήρχε.

[Υποσημείωση 11: Μελκίτης:
(Μετάφραση από την ελευθέρα εγκυκλοπαίδεια Wikipedia.)
Ο όρος Μελκίτης (και τα παράγωγά του) χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις διά­φο­ρες χριστιανικές εκκλη­σίες και τα μέλη των που προήλθαν από τη Μέση Ανα­τολή. Η λέξη πα­ράγεται από την Συριακή Μαλκαγιά, που σημαίνει αυτοκρατορικός. Στα Αρα­βι­κά λέξη μεταγλωττίζεται ως Μάλικι (ملكى‎). Ο όρος Μελκίτης χρησι­μο­ποιήθηκε αρ­χικά ως υποτιμητικός ύστερα από την οξυτάτη διασπαση που έλαβε χώρα στον Ανα­τολικό Χρι­στιανισμό μετά την σύνοδο της Χαλκηδόνος (+451). Χρησι­μο­ποιείτο από τους αντιχαλ­κηδονικούς για να αναφέρουν αυτούς που υποστήριζαν την σύνοδο και τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Είναι άγνωστο ποια πε­ρίοδο οι Μελκίτες άρ­χισαν να χρησιμοποιούν τον όρο για τους εαυτούς των. Οι Μελκίτες γενικώς ήταν Ελ­λη­νό­φω­νοι κάτοικοι πόλεων που ζού­σαν στην δυτική Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο, εν αν­τιθέ­σει προς τους πιο επαρ­χι­ώτες αντιχαλκηδονικούς που ομιλούσαν την Συριακή και Κοπτική. Η εκκλησία των Μελ­κιτών οργανώθηκε σε τρία ιστορικά πατριαρχεία —Αλε­ξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων — υπό την κυριαρχία του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Οι αντι­χαλκηδονικοί έφτιαξαν τα πατρι­αρχεία τους στην Αλε­ξάνδρεια (Κοπτική Ορθόδοξη Εκ­κλησία) και στην Αντιόχεια (Συριακή Ορθόδοξη Εκ­κλησία). Το Νουβιανό βασίλειο της Μακουρίας (στο σημερινό Σουδάν) σε αντι­θέ­σει προς τους Μονο­φυσίτες γείτονές του, ακολούθησε επίσης την πίστη των Μελκι­τών από το +575 μέχρι το +1300 περίπου. Από το +1342, Ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί εγ­καταστάθηκαν στη Δαμασκό και σε άλλες πε­ρι­ο­χές και άρχι­σαν την κρυφή με­τα­τ­ρο­πή του Ορθοδόξου κλήρου και λαού στον Καθολι­κι­σμό. Κατ’ αυτόν τον χρόνο, η φύ­ση του Σχί­σματος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως δεν ήταν ξεκαθαρι­σμένη, και οι πε­ρισσότεροι των προ­σηλύτων συ­νέχισαν να λατρεύουν και να εργά­ζονται εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως κόμμα υπέρ των Δυτικών. Τo 1724, Κύ­ριλλος VI, ένας επί­σ­κοπος που υπεστήριζε τους Δυτικούς, εξελέγη Πατριάρχης Αν­τι­ο­χείας. Επει­δή αυτό θεωρήθηκε ως προσπάθεια των Καθολικών για κατάληψη της αρχής, ο Ιερεμίας ΙΙΙ της Κωνσταντινουπόλεως διόρισε τον Έλληνα [*] καλόγερο Σύλβεστρο στο Πατρια­ρ­χείο αντί του Κυρίλλου. Η καταπιεστική αρχηγία του Συλ­βέ­στρου έσπρωξε πολ­­λούς να προτιμήσουν την αρχηγία του Κυρίλλου. Ο μόλις τότε εκ­λεγείς Πάπας Βενέ­δι­κτος ΧΙΙΙ ανεγνώρισε την αξίωση του Κυρίλλου επί του Πατρι­αρχείου, και κα­λο­δέ­χτη­κε αυ­τόν και τους ακολούθους του σε κοινωνία με τη Ρώμη. Από το σημείο αυτό και με­τά, η Μελκιτική Εκκλησία διαιρέθηκε μεταξύ των Ορθο­δό­ξων, οι οποίοι συνέχισαν να ανα­γνωρίζουν την δικαι­οδοσία του Πατριάρχη Κωνσ­ταντινουπόλεως, και των Κα­θολι­κών, οι οποίοι ανεγνώριζαν την δικαιοδοσία του Πάπα Ρώμης. Εν τούτοις, αυτή η τελευ­ταία Κα­θολική ομάς ήταν η μόνη που συ­νέχισε να χρησιμοποιεί τον τίτλο Μελ­κί­της. Ού­τω, κατά τη σύγχρονη χρήση, ο όρος απευ­θύ­νεται αποκλειστικώς στους Έλ­λη­νες[*] Καθο­λι­κούς από την Μέση Ανατολή.]
 [* Σημείωση του αρθρογράφου: Εδώ οι λέξεις «Έλληνας και Έλληνες» δεν εννοούν κατ’ ανάγκη διά φυσι­κού εθνισμού Έλλη­νες, αλ­λά περισσότερον Ελληνιστές δηλαδή Ελληνο­φώνους ή Ελληνοσπουδασ­μένους ή κατοίκους των περι­οχών αυ­τών οι οποίοι ασπαζόταν τον Ελληνικό Πολιτισμό, αλλά κατά την εποχή αυτή ήταν πλέον Χρι­στι­α­νοί. Π. χ., ο Άραβας Αγάπιος, επίσκοπος Ιεραπόλεως Φρυγίας, στην Δυτική Μι­κρά Ασία, του 10ου αιώνος τον οποίον αναφέ­ρα­με εντός του άρθρου.
 Έτι προσθέτομε: Τί να πρωτοπούμε και τί να πρωτοθαυμάσομε απ’ τις χριστιανικές δια­μάχες με­τα­ξύ των χιλιάδων αιρέ­σε­ων αυτής της μόνης και αληθινής θρησκείας, εκ των οποίων ένα ελάχιστο και σχε­τι­κώς ειρηνικό δείγμα είναι το ανωτέρω παράδειγμα των Μελκιτών. Μετά οι Χριστιανοί έχουν το θράσος να δια­φημίζουν το δόγμα τους ότι η Εκ­κλησία τους προστατεύεται και καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα!]]

Με όλα αυτά κατά νουν αγαπητοί αναγνώστες και με πολλά περισσότερα που τυχόν ή καλλίτερα επί τούτου μελετήσετε, αποφασίσετε μόνοι σας με ποια ομάδα ερευ­νητών συμ­φωνείτε. (1) Με αυ­τούς που δέχονται την Φλαβιανή Μαρτυρία ως πλήρως αυθεντική. (2) Με αυτούς που μας λένε ότι είναι κατά το ήμισυ αυθεντική και κατά το άλλο ήμισυ πλα­στο­γραφία. (3) Με αυτούς που την θεωρούν καθ’ ολοκληρίαν πλαστο­γραφία. (4) Ή ίσως μό­νοι σας φτιάξετε μια καινούργια ομάδα! Μετά όμως έχετε ηθική υποχρέωση να φερθείτε αναλόγως.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 

1 σχόλιο:

  1. Αναφέρετε μέσα στο άρθρο ένα κείμενο του Ιουλιανού του Παραβάτη ο οποίος αμφισβητεί την ύπαρξη του Χριστού και την Χριστιανική διδασκαλία. Πόσο σοβαρό επιχείρημα μπορεί να είναι αυτό από έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης και πίστευε σε ψευδοθέους όπως τον θεό Απόλλωνα κ.λπ.;

    Επίσης, μόνο ο Ιουλιανός (ο οποίος ιστορικά αποδεικνύεται ότι μόνο ακέραιο χαρακτήρα δεν είχε) είχε πρόσβαση στα κρατικά αρχεία και τις πηγές; Πριν και μετά από αυτόν δεν είχαν πρόσβαση οι Μέγας Κωνσταντίνος, Μέγας Θεοδόσιος, Ιουστινιανός κ.λπ.; Απλά ο Ιουλιανός ήταν ένας φανατικός και παράφρων ειδωλολάτρης που έπαιρνε μέρος σε οργιαστικές τελετές με ανθρωποθυσίες κ.λπ. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως "ακέραιος".

    ΑπάντησηΔιαγραφή