Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤOΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (1)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
ΚΑΙ ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΟΣ

Το ζήτημα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού έχει απασχο­λήσει έντονα ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας από τον 1ον αιώνα Κ.Ε. μέχρι και σήμερα. Επ’ αυτού του θέματος υπάρχουν, κατά κύριο λόγο, οι εξής τρεις κατηγορίες ανθρώπων. (1) Αυτοί που θρησκευτικά πι­στεύ­ουν ό,τι γράφουν τα Ευαγγέλια και οι Κατηχήσεις των διαφόρων χριστιανικών διο­μο­λο­γήσε­ων, για τους οποίους τόσο η θεϊκότητα όσο και η ιστορικότητα του Ιησού Χρι­στού είναι δεδο­μέ­νη. Λόγω θρησκευτικής πίστεως δεν θεωρούν αναγκαίες και δεν αναζητούν επιστημονικές ιστορι­κές αποδεί­ξεις. Αυ­τοί αποκαλούνται πιστοί. (2) Αυτοί πού θεωρούν ότι πράγ­ματι υπήρχε κά­ποι­ος άνθρω­πος που λεγόταν Ιη­­σούς, δεν ήταν θε­ός αλλά αρχηγός κά­ποι­ας κίνησης. Οι οπα­δοί του τον θεοποί­η­σαν και τον χα­ρα­κτή­ρισαν ως τον μυθολογικό Χρι­στό μετά τον θάνα­τό του, με το να πλά­σουν και να του αποδώσουν διάφορες θρυ­λι­κές αφηγήσεις. Δη­λαδή αυτοί δέχονται την ιστορι­κότητα του ανδρός Ιησού αλλά όχι τη θεϊ­­κότητά του. Αυτοί αποκαλούνται ιστορικοποιούντες. Ακόμα και οι αρχαιότεροι χριστιανοί μετα­ξύ των Εβραίων της Παλαιστίνης, οι Εβιωνίτες (= οι πτωχοί, αμ χαάρτες), παραδέ­χονταν ότι ο Ιη­σούς Χριστός ήταν απλώς ένας προφήτης και τίποτα παραπάνω. (3) Αυτοί που θεω­ρούν ότι η επί πολλά έτη υπάρχουσα Ιουδαϊκή μεσ­σι­α­νική ιδέα περί Χριστού (Μεσ­σί­αχ) στο τέλος απε­δό­θη από κάποια μεσσιανική ομάδα σε ανύ­παρ­κτο μυθολογού­με­νο πρόσω­πο του οποίου το όνο­μά για κάποιους λόγους ήταν Ιη­σούς. Αυτοί δη­λαδή απορ­ρίπτουν τόσο τη θεϊ­κό­τητα όσο και την ιστο­ρικό­τη­τα. Αυτοί απο­καλούνται μυ­θικιστές.
Οι θιασώτες εκάστης των τριών κατηγοριών παρου­σι­άζουν πολλούς λόγους για να δικαιολογήσουν τις απόψεις και τις στάσεις τους. Εδώ θα διατυπώσομε τις κυ­ριότερες παρατηρήσεις και συμπεράσματα, αλλά δεν θα ασχοληθούμε με την παρου­σίαση όλων αυτών των λό­γων και με το κατά πόσον ευσταθούν. Ως γνωστόν όλοι αυ­τοί οι λόγοι έχουν ειπωθεί και γραφεί και αναλυθεί πάρα πολλές φορές και ευρίσκον­ται σε μια τε­ρά­σ­τια παγ­κόσμια βιβλιογρα­φία στην οποία μπορεί να ανατρέξει ο κάθε ενδιαφε­ρό­μενος. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι όλοι οι λόγοι που προτείνονται ή γράφονται εί­ναι και αυ­τομάτως αληθείς ή θεμιτοί.
Στην παρούσα ερ­γα­σία ακολουθούμε την επι­στη­μονική τακτική και όχι θρησ­κευ­τική τοιαύτη. Επομένως η θρησκευτική πίστη της πρώτης κατηγορίας δεν θα μας απα­σχολήσει. Η θρη­σκευ­τική πίστη δεν έχει θέση στην επι­στή­μη και δεν πρέ­πει να μπερ­δεύ­εται καθόλου με την εντε­λώς δια­φορετική έννοια της επι­στη­μο­νι­κής πίστης, η οποία ανα­τ­ρέπεται οσάκις τα επιστημονικά δεδομένα υποδείξουν νέα επισ­τημονικά αποτελέ­σ­μα­τα. Η θρησκευτική όμως πίστη είναι η πεποίθηση του φανα­τι­κού που δεν ανατρέπεται και δεν επιδέχεται αποδείξεις ή αν­τιρρήσεις· μόνο αποδοχή ή απόρριψη.
Στην παρούσα ερ­γα­σία λοιπόν, σκοπόν έχομε να διατυπώσομε τις κυριότερες παρατηρή­σεις και συμπεράσματα επί της ιστο­ρικότητας του Ιησού Χριστού, οι οποίες συνήθως δεν λαμβάνουν την προσήκουσα προσοχή και έμφαση ενώ κατά τη γνώμη μας εί­ναι οι σπουδαιότερες. Θα παρουσιά­σομε δηλαδή, εν συντομία, μερικούς ισχυρούς και βάσιμους λό­­­γους που δεν τονίζονται όσο πρέπει, ενώ μόνοι τους αυτοί αρκούν για να εξαχθεί το συμ­πέ­ρασμα ότι: «Ο Ιησούς Χριστός της Χριστια­νι­κής θρη­σκείας δεν εί­ναι δυνατό, του­λάχι­στον μέχρις στι­γμής, να θεωρείται Ιστο­ρι­κό πρόσωπο. Όσο για τον Ιησού Χρι­στό των Ευαγγελίων αυτός είναι αποδεδειγμένη μυθολογία!».
Πρέ­πει να τονί­σομε ότι το συμπέ­ρασμα μας αυτό συμφωνεί με την τρίτη κα­τηγορία των μυθικιστών. Συνεπώς εδώ αναι­ρούμε και το συμπέρασμα της δευτέρας κατηγορίας, δηλαδή την ιστο­ρι­κότητα κάποιου Ιησού, αρκετά ασημάντου για να μην τον προσέξει η Ιστορία, στον οποίον οι οπαδοί του είτε εν­ό­σω ζούσε είτε μετά τον θάνατό του, επισύ­να­ψαν διά­φο­ρες μυθολογικές αφηγήσεις για να τον με­τα­ποιήσουν σε έναν Θεϊκό Χριστό, υβρίδιο της Ιου­δαϊκής μυθολογίας.
Όσον αφορά την κατηγορία των πιστών επι­θυμούμε να προσθέσομε και τα εξής ολίγα: Ο χριστια­νι­κός Χριστός δεν είναι ταυ­τό­σημος με τον Χριστό – Μεσσίαχ της Ιουδαϊκής μεσ­σια­νι­κής πα­ραδόσεως, πράγμα που μας το τονίζουν και το αποδει­κ­νύουν οι ίδιοι οι Εβραίοι που είναι ει­δικοί επί των βιβλικών ζητημάτων. Αν και οι Χρι­στι­α­νοί χρησιμοποίη­σαν κα­τά κό­ρον την Εβραϊκή παρά­δοση, εδημι­ούργησαν έναν Χρι­στό υβρίδιο, διότι προκει­μένου να δικαιολογήσουν τις πολλα­πλές και αλλοπ­ρόσαλλες θέ­σεις τους, πα­ρα­ποί­η­σαν και παρερμήνευσαν κατά κόρον τις Ιουδαϊκές γρα­φές και πα­ραδόσεις. Από την Παλαιά Διαθήκη δεν εξάγεται κατ’ ουδέναν τρόπο ο χριστια­νι­κός Χριστός. Παρά το ότι όλες οι χριστιανικές αφηγήσεις περί Ιησού Χρισ­τού είναι έν­τονα αντιφατικές και παρά το ότι μια πρώτη κάπως, αλλά μακρά του εντε­λώς, ορι­σ­τι­κοποι­ημένη μορφή χριστιανικής αφηγήσεως εμ­φανίζεται επί Ειρηναίου, δηλαδή 150 χρό­νια μετά την δράση αυτού του ασύλληπτα ιδιαιτέρου και καταπληκτι­κού ατό­μου, εν­τοσούτω οι πιστοί χριστιανοί πιστεύουν ασυζητητί όλα όσα τα Ευαγγέ­λια και μερικές χριστιανικές πα­ρα­­δόσεις λέγουν. Όσοι δε εξ αυτών έγραψαν, όπως επικα­λούν­ται, εκ­κλησιαστική «Ιστορία» βα­σίστηκαν στην υπόθεση ότι το άτομο αυτό υπήρξε χωρίς να εξετάσουν ή να ανα­φέ­ρουν απολύτως τί­πο­τα ιστορικώς εξακριβώσι­μο διά την ύπ­αρξή του. Δι’ αυτούς, το άτομο αυτό υπήρξε αξιωματικά! Αξιωματικά επίσης επιμέ­νουν ότι, δεν το αναφέρει καμιά επίσημη Ιστορία διότι ήταν ταπεινό και άσημο και η επίσημη Ιστορία δεν γρά­φεται για τέτοια άτομα. Μα καλά: Όσο και αφα­νές να ήταν το άτομο αυ­τό κατά την παιδική του ηλικία, παρ’ όλο που δω­δεκαετές απεστό­μωσε και κατατρόμαξε με τις γνώσεις του όλους τους σοφούς του Ναού του Γιαχβέχ, και όσο ολιγόχρονη δράση και να είχε, ένα έως τρία χρόνια, τα Ευαγγέλια «πιστο­ποι­ούν» ότι: Με μηδαμινή προ­σ­πά­θεια θεράπευσε: λεπρούς, τυφλούς, παραλύ­τους, μουγκούς, δαιμονισ­μένους, κλπ. Οι όχλοι το ακολουθούσαν όπου πήγαινε σαν τρελοί, τους οποί­ους και εχώρτα­σε δυο φορές με τρόφιμα που δεν έφταναν ούτε για δέκα άτομα. Ανέ­σ­τησε τρεις νε­κ­ρούς και μετά ανεστήθη και το ίδιο. Έγιναν τέρατα και ση­μεία κατά την γέννηση, την βάπ­τι­ση, την σταύρωση και την ανάσ­τα­σή του. Ο δε «Ευαγγελι­στής Ιωάννης» κλείνει το Ευαγγέλιό του με τον τρομακτικό στίχο 21: 25 «έστι δε και άλλα πολλά όσα εποίησεν ο Ιησούς, άτινα εάν γράφηται καθ' εν, ουδέ αυ­τόν οίμαι τον κόσ­μον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία. αμήν.». Και όμως, παρ’ όλα ταύ­τα και όπως αναπ­τύσσομε κα­τωτέρω, πουθενά δεν αναφέ­ρε­ται καμιά ιστορική μαρτυ­ρία ούτε για το άτο­μο αυτό ούτε γι’ αυτά τα «άπειρα» τρομακτικά «γεγονότα» που αφορούν σ’ αυτό! Αν είναι δυνατόν!
Και το χει­ρότερο: Αν προς στιγμή πα­ραδεχθού­με την λανθα­σμένη χριστιανική ημερομηνία της συγγραφής των Ευαγγελίων από το + 70 Κ. Ε. έως το + 95 Κ. Ε., τότε πέρασαν τουλά­χι­στον τέσ­σερις δε­κα­ετίες για να τα γρά­ψουν οι μαθητές και οι οπαδοί του μέσα στα Ευ­αγ­γέ­λια, ενώ προηγουμένως άφησαν τον άσχετο Παύλο να θεωρητι­κολογεί. Μπορεί κανείς αυτόπτης μάρτυς να περιμένει σαράντα χρόνια για να εκθέσει τέ­τοια ανήκουστα «γεγονότα», αφού προηγουμένως αφήσει έναν παρείσακτο να αλω­νί­ζει με τις δικές του θεωρίες; Και πάλι, όπως τα έγραψαν, έστω και μετά από τόσα χρόνια, δεν συμφωνούν μεταξύ των αλλά φάσκουν και αν­τι­φάσκουν, κλπ. Μα καλά, τόσοι ραβίνοι, χρονο­γ­ρά­φοι, ιστορικοί, επιστήνομες, Ιουδαίοι, Ρω­μαίοι, Έλλη­νες, Εθ­νικοί, (όπως, Δίων Χρυσόστο­μος, Δί­ων Κάσιος, Διόδωρος Σικε­λιώ­της, Πλούταρχος, Οι­νομάος, Παυσανίας, Γιου­βενάλ­λης, Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Σε­νέκας, Φί­λων, Ιούσ­τος, κ. π. ά.), δεν εντυ­πωσι­άσ­τηκαν καθόλου και κανείς τους δεν ση­μείωσε κά­που έσ­τω και ένα απ’ αυτά τα φο­βε­ρά και τρομερά «συμβάντα» που ήταν αδύ­να­τον να διεκ­πε­ραιωθούν στα κρυφά; Στην επί­ση­μη ιστορία εσημειώθηκαν υπο­δε­έσ­τερα συμ­βάντα που δεν θα άλλαζε τί­πο­τα αν είχαν αγνοηθεί τελείως, αλλά από τα πολυάριθμα και ασυνήθιστα συμβάντα γύρω από τον Χριστό δεν πέρασε τί­πο­τα; Αν είναι δυνα­τόν!
Δυ­στυχώς όμως η βίαια χρι­στιανική δογ­ματική πλύ­ση εγκεφάλου που έγινε επί του δυτι­κού ανθρώπου εδώ και 16 αιώνες εί­χε σαν απο­τέ­λεσμα την αποφυγή της κρι­τικής, έρευνας και της παραδο­χής ακόμα και του πιο λο­γι­κού επιχειρήματος! Αντι­θέτως η πλειοψηφία του δυτικού ανθρώπου εί­ναι πρόθυμη να ανεχθεί ή να δεχθεί κά­θε παρά­λογη ιστορία και κάθε ανόητο στοι­χείο, να δικαι­ολογεί αντιφάσεις και να «συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα», ακόμα και αν αυτά αποβαίνουν εις βάρος του.

[ Παρεμβολή: Ολίγα απλά παραδείγματα τρομακτικών αντιφάσεων και λαθών μέσα στις δυο γενεαλογίες του Ιησού Χριστού στην Και­νή Δια­θήκη

Ως ένδειξη αντιφάσεως, λάθους, ασυμφωνίας και αρλουμπολογίας αναφέρομε τα κά­τωθι από την Καινή Διαθήκη τα οποία έχουν σχέση και με την ιστορικότητα του Ιη­σού Χριστού. Ο συγγραφέας του παραρτήμα­τος στο τέλος του άρθρου αυτού έχει παραθέσει πολύ περισ­σό­τερα τέτοια στοιχεία.. Απολαύστε τα! Αυτά που πα­ρα­θέτομε στην μικρή αυτή παρεμ­βολή και όσα περιέχει το παράρτημα είναι μόνο ένα πολλο­σ­τημόριο όλων αυτών των φαινομένων που εμ­φανίζονται στην Καινή Διαθή­κη και σε ολόκληρη την Βίβλο! Ακόμα όσα γράφομε εδώ είναι ένα ελάχιστο μέ­ρος όλων όσων έχουν γραφτεί περί των δύο αυτών γενεαλογιών στην παγκόσμια βι­β­λι­ογραφία. Έχο­με συγκρίσεις, εκθέσεις λαθών, ερμηνείες, ψευ­τοδι­και­ολογήσεις, κλπ. Εδώ θα περιο­ριστού­με στα παρακάτω ολίγα προφανή στοιχεία.
Στο πρώ­το κε­φά­λαιο­ του Κατά Ματ­θαί­ον Ευαγγελίου, 1: 1-17, μό­λις δηλαδή ανοί­ξο­με την Και­νή Δια­θήκη, βλέ­πο­με ότι αυ­τός που έγρα­ψε το κε­φά­λαιο αυ­τό θέ­λη­σε να μας δώ­σει τη γε­νε­α­λο­γία του Ιη­σού, αρ­χί­ζοντας από τον Αβρα­άμ. Περιττό να πούμε ότι δεν παραθέτει καμία χρονολογία.

Α) Τα κα­νό­νι­σε, για δικούς του θεολο­γι­κούς λόγους, που δεν θα αναπτύξομε εδώ, να βγά­λει τρία δε­κα­τεσ­σά­ρια γε­νε­ών, στίχος 1: 17 «Πάσαι ουν αι γενεαί από Αβραάμ έως Δαυ­ΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, και από Δαυϊδ έως της μετοικεσίας Βαβυλώνος γε­νεαί δε­κα­τέσσαρες, και από της μετοικεσίας Βαβυλώνος έως του Χριστού γενεαί δε­κατέσ­σα­ρες.», δη­λα­δή 3 x 14 = 42 γε­νε­ές συνολικά. Ήθελε να δείξει ότι ο Θεός Πα­τήρ Γιαχ­βέχ εί­χε ένα συμμετ­ρικό κα­νο­νικό σχέ­διο διά την έλευση του Μεσσία και τη λύτ­ρωση του ανθρωπίνου γένους. [Εδώ λίγο χιούμορ: Πολύ ευφυές και κανονικό το σχέδιο των τρι­ών δε­κα­τεσ­σαριών! Άφθαστη αυτή η θεϊκή σοφία! Δεν είν’ έτσι; Γιατί αν ήταν δε­κα­πεντάρια και δεν ήταν τρία, τότε το θεϊκό σχέδιο θα έπεφτε έξω και δεν θα ελυτ­ρώ­νε­το το ανθρώπινο γένος, και τότε θα μας έπαιρνε και θα μας σή­κωνε!].

Β) Έλα όμως που δεν πρό­σε­ξε και το τε­λευ­ταίο δε­κα­τεσ­σά­ρι το έβγα­λε δε­κα­τριά­ρι (μα­ζί με το όνο­μα του Χρι­στού)! Πολύ απλά, μετρήσετε τα ονόματα να το δείτε! Εί­ναι να απο­ρεί κα­νείς πώς αυ­τός που έγρα­ψε όλα αυ­τά τα ονό­μα­τα δεν έκα­νε μια δι­ορ­θω­τι­κή επα­νά­λη­ψη, έναν έλεγ­χο, ώστε να βρει το λά­θος και να το διορ­θώ­σει. Έτσι, αυ­τό το λά­θος έχει φτά­σει και σε μας με­τά από χι­λι­ετίες. Δεν γνω­ρί­ζω πό­σοι θε­ο­λό­γοι έχουν με­τρή­σει τα ονό­μα­τα για να δια­πι­σ­τώ­σουν το λά­θος αυ­τό (μάλλον ελάχιστοι), αλ­λά προ­φα­νώς 41 δεν ισού­ται με 42 (αν και για με­ρι­κούς αχα­ρα­κτή­ρι­στους 41 = 42 αφού έτσι το θέ­λη­σε το Άγιο Πνεύ­μα, και φυσικά το Άγιο Πνεύμα δεν κάνει λάθη!). Αναμένομε λοιπόν την εξήγηση αυτού του λά­θους από τους φωστήρες του Χρισ­τιανισμού! Ούτε ο Χρυσόστομός τους δεν το είδε!
Γ) Το κα­κό όμως δεν στα­μα­τά εδώ. Αν ανοί­ξομε το βι­βλίο Α΄ Πα­ρα­λει­πο­μέ­νων στα κε­φάλαια 2 και 3, από τα οποία αντίγραψε ο συγγραφέας, θα δια­­πι­στώ­σομε ότι σε τρεις πε­ρι­πτώ­σεις τα ονό­μα­τα που ανα­φέ­ρο­νται από τον υπο­τι­θέ­με­νο Ματ­θαίο δεν εί­ναι γιοι των αμέ­σως προ­η­γου­μέ­νων, αλ­λά: ο Ιωάθαμ είναι τρισέγγο­νο του Οζία, ο Ιε­χονίας είναι εγγονός του Ιωσία και ο Αβιούδ, αν υπήρξε, είναι μακρυνός απόγονος του Ζο­ρο­βά­βελ. Επίσης σύμ­φωνα με μερικές εκδόσεις της Παλαιάς Διαθήκης, μεταξύ των οποί­ων είναι και η Μασό­ρα, ο Σαλαθιήλ είναι εγγονός και όχι γιος του Ιεχονία και ο Ζορο­βά­βελ είναι εγ­γο­νός και όχι γιος του Σαλαθιήλ. Δηλαδή υπάρχει γενικώς μια τρο­με­ρή ασυμφωνία με την Παλαιά Διαθήκη και την Μασόρα.

Δ) Ακόμα ο θεόπνευστος Ματθαίος γράφει στους στίχους 1: 10-11: «Εζεκίας δε εγέν­νησε τον Μανασσή, Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, Αμών δε εγέννησε τον Ιωσί­αν, Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού επί της μετοικεσίας Βα­βυ­λώνος.». Όμως από την Ισ­το­ρία, και το Δ΄ Βασιλειών 21: 26, 22, και 23, ξέρομε ότι αυτός εδώ ο βασιλιάς Ιωσίας ο υιός του Αμών (και της Ιεδιδά, βλέπε και Β΄ Παρα­λει­πομένων 33: 25, 34: 1-32, 35: 1-25, κλπ.), σκοτώ­θη­κε σε μάχη κατά των Αιγυπ­τί­ων το – 609 σε ηλικία 39 ετών. Άφησε τέσσερις γιους: τον Ιωάχαζ ή Ιωανάν, τον Ελι­ακίμ ή Ιωακίμ, τον Ματθανίαν ή Σεδεκίαν, και τον Σαλούμ, Δ΄ Βασιλειών 23: 30, 23: 34, 24: 17, Α΄ Παραλειπομέ­νων 3: 15. Η πρώτη σημαντι­κή μετοι­κε­σία έγινε μεταξύ – 604-602, επί βασι­λέως Ιωακίμ (και Ιωακείμ) δεύτερου γιου του Ιωσία, Δ΄ Βασιλειών 23: 34-37, 24: 1-5, Α΄ Παραλειπομέ­νων 3: 15, Δανιήλ 1: 1-2, κλπ. Ο Ιωακίμ δεν με­τα­φέρθηκε στην Βαβυλώνα, αλλά έγινε υποτελής βασιλεύς του Ναβουχοδονόσορος για 3 χρόνια, μετά επανασ­τάτησε και μετά απέθανε. Περίπου 7 ή 8 χρόνια μετά, μόλις που είχε αναλάβει ο γιος του Ιωακίμ, ονόματι Ιωαχίμ κατά τους Ο΄(β΄) αλλά Ιωαχίν κατά την Μασόρα, την έκδοση του King James, κ. ά., επανεκστρατεύει ο Ναβουχοδο­νόσορ και τιμωρεί με νέα μετετοικεσία Δ΄ Βασιλειών 24: 6-16. Ο Ιωαχίμ-Ιωαχίν με όλη του την οι­κογένεια μεταφέρθηκε στην Βαβυλώνα και αυτός πρέπει να είναι ο Ιε­χονίας του Α΄ Παρα­λει­πομένων 3: 16 και του Ματθαίου ανωτέρω. (Σημειώστε ότι με­ταξύ των βι­β­λ­ων των Βασιλειών και των Παραλειπομένων πολλά ονόματα έχουν πα­ραλλαγές. Εδώ το «ν» της Μασόρας ταιριάζει με το «ν» του Ιεχονία.). Η τελευ­ταία και χειρότερη­ μετοικεσία έλαβε χώρα μεταξύ –586-585, επί βα­σι­λέως Σε­δεκία, τρίτου γιού του Ιω­σία, ο οποίος είχε την τύχη να είναι ο τελευ­ταίος βασιλεύς του βα­σιλείου του Ιούδα, Δ΄ Βα­σι­λει­ών 25: 1-26, Α΄ Παραλειπομέ­νων 3: 15, κλπ. Επο­μένως ο Ιω­σί­ας, υιός Αμών, απέθανε 5-6 χρόνια πριν η Βαβυλώνα αρ­χίσει να επεμ­βαίνει στις Ιου­δαϊκές υποθέσεις με εκστρατείες και μετοικεσίες. Πώς λοιπόν έκανε ο Ιωσίας γι­ους ή εγγό­νια μό­νο με τα κο­κάλα του;! Το ερώτημα που τί­θε­ται είναι, πώς ή με ποιο σκοπό έκα­νε αυτό το με­γά­λο λά­θος ο θεό­π­νευ­σ­τος, ευαγγε­λισ­τής και γραμ­ματισ­μέ­νος (ως πρώ­ην τελώνης) Ματ­θαίος ας μας το εξη­γή­σουν οπωσδήποτε οι Χριστιανοί θε­ο­λό­γοι και ιερείς με την βοή­θεια του Αγίου τους Πνεύματος! Ανα­μέ­νο­με την απάντη­σή τους.

Ε) Ενώ λοιπόν βλέπομε ότι για να βγάλει τα δεκατεσσάρια του ο υποτιθέμενος Ματ­θαί­ος έκοψε και έραψε ονό­μα­τα όπου αυτός ενόμισε σκόπιμο, μετά από προσεκτική εξέταση αυ­τού του θέματος των γενεαλογιών αναδύεται και το εξής εύλογο ερώτημα: Από πού πήρε τα ονόματα της γε­νε­α­λο­γίας από τον Αβιούδ και μετά. Αυτά, εκτός από τέσσερις συνωνυμίες οι οποίες απαντώνται σε άλλες μακρινές, προηγούμενες και αρχαιότερες ε­πο­χές, δεν υπάρχουν που­θενά στην Πα­λαιά Διαθήκη. Μήπως λοιπόν εί­ναι μυθοπλα­στι­κά; Αν όχι, τότε να τα βρούνε οι πεφωτισμέ­νοι της χριστιανικής αλή­θειας και να μας τα δείξουν. Το ανα­μένομε και αυτό!
Ζ) Το κα­κό και πά­λι δεν τε­λεί­ω­σε αλ­λά τώ­ρα γί­νε­ται ακό­μα χειρότε­ρο. Ο θε­ό­πνευ­σ­τος Λου­κάς στο κε­φά­λαιο 3: 23-38 του Ευαγ­γε­λί­ου του, μας δί­νει μιαν άλ­λη γε­νε­α­λο­γία του Ιη­σού τό­σο δια­φο­ρετι­κή από εκεί­νη του Ματ­θαί­ου που εί­ναι να χά­νεις το νου σου. Όπως ο Ματθαίος έτσι και ο Λουκάς δεν παρέθεσε καμία χρονολογία. Η θεόπνευστη Καινή λοιπόν μας παραδίδει δύο εντελώς διαφορετικές γενε­α­λο­γί­ες για το ίδιο άτομο, τον Ιησού Χριστό! Δεν είναι καταπληκτικό για ένα «ιστο­ρι­κό πρόσωπο»;! Οι γε­νε­ές του Λου­κά φτάνουν μέ­χρι τον Αδάμ. Πριν τον Αδάμ είναι κατ’ ευ­θείαν ο θεός (Γιαχβέχ) κάπου μεταξύ 4000 και 4500 Π. Κ. Ε.! Όπως και του Ματ­θαί­ου έτσι και οι γενεές του Λουκά παρου­σιάζουν πολλά και διάφορα προβ­λή­μα­τα με την Παλαιά Διαθή­κη που δεν θα τα ανα­τρέξομε εδώ. Με­τα­ξύ Αβρα­άμ και Ιη­σού έχει βάλει 56 γε­νε­ές. Μεγάλη η δι­αφορά με τις 42 του Ματ­θαίου. Με­τα­ξύ Αβραάμ και Δαυίδ ο Λουκάς έχει βάλει και το όνομα Ιωράμ που δεν υπάρχει στον Ματθαίο ούτε στα δύο βιβλία των Παραλειπο­μέ­νων. Από τον Δαυ­ίδ μέ­χρι τον Ιωσήφ τον πατριό του Ιησού Χρι­στού μό­νο τρία ονό­μα­τα συμ­­πί­πτουν με αυ­τά του Ματθαίου αλλά και αυ­τά ευρίσκονται σε άλλη θέση και με άλλη σειρά. Αμέσως μετά τον Δαυίδ βάζει τον γιο του τον Νά­θαν, και όχι τον Σολο­μώντα «εκ της του Ου­ρίου» όπως κάνει ο Ματθαίος τόσο εμφατικά! Πόθεν παίρνει τα περισσότερα ονόματα ο Λουκάς εί­ναι άξιον απο­ρί­ας. Ελπίζομε να μας την λύσουν οι φωστήρες του Εβραιοχριστιανι­σ­μού.
Σας πα­ρα­κα­λού­με να συ­γκρί­νε­­τε μό­νοι σας αυ­τές τις γε­νε­α­λογί­ες για να πει­σ­θείτε πε­ρί τίνος πρό­κειται. Θα βρεί­τε και άλ­λες ου­σιώ­δεις δια­φο­ρές και προ­β­λήμα­τα που έχουν με­τα­ξύ τους. Μα­ζί μ’ αυ­τές ανοί­ξε­τε και το βι­βλίο Α΄ Πα­ραλει­πο­μέ­νων, κε­φά­λαια 2 και 3, για να απολαύ­σε­τε την ασυμ­φω­νία αυ­τή σε όλο της το με­γαλεί­ο. Π. χ., ο Χρι­στός έχει παπ­πού, ως πατέρα του Ιωσήφ, τον Ιακώβ στον Ματ­θαίο 1: 16, ενώ στον Λουκά 3: 23, έχει τον Ηλί. Άραγε ο Ιωσήφ είχε δυο «πα­τερά­δες»; Ας μας εξη­γή­σουν με ποιον θε­όπ­νευ­σ­το τρό­πο γίνεται αυτό, όπως και όλα τα άλλα χιλιάδες λάθη και αντιφάσεις
Όμως ο Ματθαίος αμέσως μετά μας λέγει: 1: 18 «Του δε Ιησού Χριστού η γέν­νησις ού­τως ην. Μνηστευ­θείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν ή συνελ­θείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.». Ο δε Λουκάς λέ­γει: 1: 34-35 «είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον· Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γι­νώσ­κω; και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψί­σ­­του επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θε­ού.». Ακόμα ο Λουκάς γράφει: 3: 23 «Και αυτός ην ο Ιησούς ωσεί ετών τριά­κοντα αρχόμενος, ων, ως ενομίζετο, υιός Ιωσήφ, του Ηλί,», δηλαδή ο Ιη­σούς δεν ήταν πρα­γ­ματικός γιος του Ιω­σήφ αλλά απλώς ο κόσμος ενόμιζε ότι ήταν! Και οι δυο τους λοι­πόν τονίζουν καθαρά ότι ο Ιησούς προήλθε από το Άγιο Πνεύμα και την δε­κα­τετ­ρά­χ­ρονη Εβραι­ο­πούλα Παρθένο Μαριάμ (Μιργιάμ). Ο Ιωσήφ δεν είχε να κάνει απο­λύ­τως τίποτα με την δη­μιουργία του Ιησού. Όλο κι’ όλο ήταν αρραβωνιαστικός ή άν­δ­ρας της Μαριάμ. Παρ’ όλα ταύτα και οι δύο γενεαλογίες κα­ταλήγουν στον γέρον­τα Ιω­σήφ. Συνεπώς και εν­τέλει, οι δυο αυτές γε­νε­αλογίες εί­ναι εντελώς άχρηστες δι­ό­τι δεν έχουν να κά­νουν τί­ποτα με τον Ιη­σού Χριστό των Χριστιανών. Η μεν Μαρι­άμ ήταν και παρέμεινε παρ­θέ­νος εσ­α­εί, το δε Άγιο Πνεύ­μα δεν υπέ­κλεψε, ούτε κάν χρει­αζό­ταν, το γεροντικό σπέρ­μα του ογδοη­κοντούτη Ιωσήφ! Συνεπώς, προς τί αυτές οι δύο γενεαλογίες, οι ανόητες αντι­φάσεις και τα κραυγαλέα λάθη; Προς τί, φω­στή­ρες της Εβραιογνωστικο­χρι­στι­νι­κής μάστι­γας; Θα μας πείτε ποτέ να μάθομε; Αν είστε τί­μιοι πρέ­πει ή να μας εξηγή­σε­τε με πειστικό αντικειμενικό τρόπο ή να εγκατα­λεί­ψετε αυτή την μάστιγα!
  Τί λέτε λοιπόν, είχε ή δεν είχε δίκιο εκείνος ο πονηρός που έγραφε στον Τιμό­θεο και στον Τίτο τα εξής:

Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 4 μηδέ προσέχειν μύθοις και γενεαλογίαις απεράν­τοις, αίτι­νες ζητήσεις παρέχουσι μάλλον ή οικονομίαν Θεού την εν πίστει·
Πρός Τίτον 3: 9-10 μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς περιίστασο· εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι..αιρετικόν άνθ­ρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν πα­ραιτού,».

Κάτι είχε μυριστεί αυτός ο ύποπτος χριστιανικός φωστήρας που έγραφε αυτά, όποιος κι’ αν ήταν. Πολύ πονηρός ο αθεόφοβος!
Αλλά και στην αφήγηση της γεννήσεως του Ιησού οι ίδιοι Ευαγγελιστές δια­φωνούν σχεδόν παντού. Διαβάστε και συγκρίνετε το κεφάλαιο 2 του Ματθαίου και το κεφά­λαιο 2 του Λουκά. Εκεί θα βρείτε ούτε και ‘γω δεν ξέρω πόσες αντιφάσεις, ασυμφωνίες και ιστο­ρικές ανακρίβειες. Ως γνωστές και ήδη καταγεγραμμένες από πολλούς τις παραλείπο­με εδώ. Μπορείτε βέβαια να τις βρείτε σε πολλά βιβλία της βι­βλιογραφίας μας! Αν θέλετε όμως, προσπαθήσετε να κάνετε μια σύμφωνη σύνθεση των δύο αυτών κεφαλαί­ων σε ένα συνεπές κεφάλαιο να δούμε αν θα τα καταφέρετε! Κάνετε το ίδιο και με τις τέσσερις αφηγήσεις πάθους και αναστάσεως να δούμε τι θα βγάλετε!
Εσείς λοιπόν αξιότιμοι αναγνώστες τί έχετε να πείτε; Έχομε να κάνομε με Ισ­τορία ή με παραμύθια; Αυτοί που έγραψαν αυτά εδώ δεν τους ενδιέφερε η έρευνα και η δια­πί­σ­τωση της αλήθειας. Το μόνο που τους ενδιέφε­ρε ήταν η τυφλή πίστη εν­τός των κατά τόπους ομά­δων τους, πάει και τε­λεί­ωσε! Δηλαδή πίστευε και δεν πειρά­ζει αν αυτά που πιστεύεις είναι ψεύδη, ή ανοησίες, ή αντιφάσεις, ή καταστροφικές επι­τα­γές. Εσύ πίστευε, έτσι για την πίστη και τίποτα άλλο!
Ύστερα απ’ αυτά και μύρια άλλα τέτοια λάθη και αντιφάσεις εντός της Και­νής Διαθή­κης και όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν εκθέσει στρατιές συγ­γ­ραφέων και ερευνητών, όπως και ο συγγραφέας του παραρτήματος στο τέλος, τί Ιστο­ρική βασι­μό­τητα μπορεί να δώσει κανείς σ’ αυτό το βιβλίο; Απολύ­τως κα­μίαν! Κατά τον ίδιο ακ­ριβώς τρόπο δεν υπάρχει και καμία συνέπεια μεταξύ των επί μέρους θε­μά­των και δογμάτων της χριστιανικής θρησκείας! Όπως εξηγεί ο συγγ­ρα­φέας του παραρτήματος παρακάτω η χριστι­ανική θρησκεία είναι τεχνητή και συνεπώς μη παραδοσιακή και ψευδής. Ο Ιησούς των Ευαγγελίων λοιπόν είναι απλώς μια παιδαριώδης μυθολογία και ένα σκανδαλώδες ψέμα!
Τέλος της παρεμβολής και συνεχίζομε: ]

Με τους ιστορικοποιούντες έχομε να κάνομε τις εξής γενικές παρατηρήσεις: Όλοι τους απορρίπτουν τον Ιησού Χριστό ως Θεό μαζί με όλα τα θαύματα, τα τέρατα και τα σημεία των Ευαγγελίων ή των παραδόσεων. Τις ελάχιστες γραμμές που απο­μέ­νουν τις θεωρούν ως ιστορικές πληροφορίες. Παρ’ όλο που αυτές οι ελάχιστες γραμ­μές είναι εξαιρετικά ολίγες και ασύνδετες αυτοί τις θεωρούν αρκετές για να αναπλά­σουν την τότε «Ιστο­ρία». Έτσι θέτουν ορισμένες υποθέσεις που βασίζονται σε ό,τι αυ­τοί υποκειμενικά θε­ωρήσουν πιο πιθανό ή εύλογο και μετά αναπτύσσουν «ιστορι­κές» θεωρίες, εκ των οποί­ων καμία δεν συμφωνεί με καμιάν άλλη. Ο καθένας τους, σ’ αυ­τή την προσπά­θειά του, διαλέγει από τα Ευαγγέλια και όλες τις παραδόσεις μόνο ό,τι βοηθά την θε­ωρία του και απορρίπτει οτιδήποτε άλλο. Μια σχεδόν καθολική υπόθεση περί του Ιη­σού των ιστο­ρι­κο­ποιούντων είναι το ότι τον θέλουν να είναι επα­ναστάτης, είτε κατά των Ρωμαίων, εί­τε κατά της τοπικής πολιτικο-θρησκευτικής κα­ταδυνάστευσης, είτε κατά των δύο. Μια άλλη καθολική υπόθεση είναι το ότι ήταν τό­σο αφανής, ταπεινός και ασήμος ώστε να μην τον σημειώσει κάπου έστω και για λίγο η επίσημη Ιστορία. Πε­ρί­εργον όμως! Επ­ανασ­τάτης κατά των Ρωμαίων και της τοπι­κής εκμεταλ­λεύ­σε­ως του Ιουδαϊκού λα­ού την εποχή εκείνη, ο οποίος καταδικάστηκε και εμαρτύρησε με άδικο και άτιμο θάνατο για τις ευγενείς επιδιώξεις του και όμως καμία Ιστορία δεν τον σημεί­ωσε έσ­τω και για λίγο! Εδώ έχει ση­μειώσει άλλους τσαρ­λατάνους και πολύ ασημάν­τους και αυ­τόν με τον οποίο ασχο­λούνται χιλιάδες ερευνη­τές εδώ και τόσους αιώνες, αυτόν βρή­κε να αφήσει έξω; Πε­ρί­εργα πράγματα! Ακόμα τους ακούμε συχνά να λένε την συ­ν­αισ­θη­ματική αντιεπιστημονική ρήση. «Δεν μπο­ρεί, κάποιος πρέπει να υπήρ­χε. Κι’ αν κάτι δεν είναι όπως ακ­ριβώς το εξηγώ εγώ, εεε... τότε κάποια άλλη εξή­γηση θα υπάρχει!». Τοι­ου­το­τ­ρόπως, το γεγονός ότι «κάθε ιστορι­κοποιών επιστή­μων μπορεί να φτιάξει και τελικά φτιάχνει μια δική του ισ­τορία περί Ιη­σού Χριστού εντελώς διαφο­ρετική από τις ιστορίες όλων των άλλων» καταντά απόδει­ξη του ότι ο χριστιανικός Ιησούς δεν είναι ιστορικό πρό­σωπο, ο δε Ιησούς των Ευαγ­γελίων είναι μια παιδαριώ­δης μυθολογία και ένα σκανδαλώδες ψέμα.

[Αν κανείς επιθυμεί να καταγράψει ένας μέρος των ονομάτων από τις στρα­τι­ές των ιστορικοποιούντων και των μυθικιστών ερευνητών ας ανατρέξει τουλάχιστον στα βιβλία:

1.    Κορδάτου Γιάνη, Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός, Εκδόσεις Μπου­κουμάνη, Αθήνα 1973, σελίδες 207-230. (Σ’ αυτό το βιβλίο ο Γ. Κορδάτος εί­ναι καθαρά μυθικισ­τής, περί τα έτη 1925-1930.).
2.    Κορδάτου Γιάνη, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, 2 Τόμοι, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975, σελίδες 1-52. (Σ’ αυτό το βιβλίο ο Γ. Κορδάτος εμφανίζεται ως ιστορικοποιών, 45 χρόνια μετά!).
3.    Μάρας Θωμάς, Οι Αντιφάσεις της Καινής Διαθήκης, Εκδόσεις Σμυρνιώτη, ή Εκδόσεις Νέος Σταθμός, ή Εκδόσεις Δίβρης, Αθήνα 1978 – 1979, σελίδες 1-65. (Ο Θ. Μάρας είναι καθαρά μυθικιστής.).]

Ενώ λοιπόν καθένας από τους ιστορικοποιούν­τες πλάθει την δική του ιστο­ρία διά τον βίον του Ιησού αλλά αφού μηδενίσει την προ­σω­πι­κότητά του, αντίθετα ο κά­θε μυθικιστής με τα στοιχεία που ερευνά, ανακαλύπτει και παρουσιάζει, συμβάλλει λο­γικώς και σταθερώς στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε Ιησούς. Θα ήταν πολύ ακ­ρι­βέ­σ­τε­ρον το να αρχίσει κα­νείς με την υπόθεση ότι όλες οι χριστιανικές παραδόσεις που αφορούν τον Ιησού Χριστό εί­ναι μύθοι ή θρύλοι και να ερευνήσει μήπως μπορεί μέσα απ’ αυτόν τον δαίδαλο των πα­ραπ­λα­νητικών και αντι­φατικών δεδομένων και στοιχεί­ων ανακαλύψει κανένα ιστο­ρι­κό πρό­σωπο. Έτσι τα τελευ­ταία 300 χρόνια πάρα πολ­λοί επι­στήμονες, ιστο­ρικοί, θεο­λό­γοι και ολόκληρες πανε­πιστημια­κές σχολές ξό­δε­ψαν πάρα πο­λύ χρόνο, χρή­μα και ενέρ­γεια μήπως ανα­κα­λύ­ψουν τον ιστορικό Χρισ­τό μέσω των κει­­μέ­νων που τον ανα­φέ­ρουν, δηλαδή των κειμένων θρη­σκευτικής πί­σ­τεως των δια­φό­ρων πολυαρίθμων χρισ­τι­ανι­κών διομο­λο­γήσεων. Αυτά τα κείμενα, εκ­τός από την Παλαιά Διαθήκη και τα Απόκρυφά κείμενα της, είναι: Η Και­νή Διαθήκη, μια εκτενής και πο­λυ­σχιδής από­κ­ρυ­φη βι­β­λιογρα­φία, οι Ιερές Παρα­δό­σεις και οι διά­φορες Κατη­χή­σεις. Τελικά όλες οι προ­σπάθειες κατέληξαν στο μηδέν! Όλοι αυτοί οι μεγάλοι αμερόληπτοι επι­σ­τή­μο­νες, λαμπρά μυαλά, και οι πανεπιστημιακές σχολές βρή­καν έναν Ιησού Χριστό φάν­τασμα και τίποτα παρα­πάνω! [Μια απόδειξη αυτού απο­τελεί το σπουδαίο ερευ­νη­τικό πόνη­μα του Albert Schweitzer, The Quest of the Histo­rical Jesus (Η ανα­ζήτηση του Ιστο­ρικού Ιησού), Introduction by James M. Robinson, Collier Books, 1968, και πολλά άλλα!].
Αν εξαι­­ρέ­σομε την τεράστια πληθώρα αν­τιφά­σε­ων, λαθών, παραλογισμών, κλπ., που όλη αυτή η γραμματεία πε­ριέ­χει, βλέπομε ότι πίσω απ’ όλην αυτή την φι­λο­λο­γία βρί­σκονται αρχι­κά πολλές και διά­φορες πρω­τογενείς χρι­σ­τιανικές, ή καλλίτερα Εβραιοχριστιανικές και μετ’ ολίγον Γνωστικοχριστιανικές, κοινότη­τες, που η κάθε μια λέει τα δικά της περί του θρυ­λι­κού αυ­τού προ­σώπου. Το όνομα Χρισ­τός είναι η μετά­φραση στα Ελληνικά του Μεσσίαχ (= χρισμέ­νος, χριστός) της Εβραϊκής πα­ραδόσεως από το τέλος του 7ου αιώνα Π. Κ. Ε. και με­τά. Στα όνειρα (προφητείες) των Εβ­ραίων, Μεσσίαχ θα ήταν εκείνος ο ελέω Γιαχβέχ χρι­σμένος βασιλεύς που θα κατά­γονταν από τον Δαυίδ που θα επανακτούσε το κρά­τος του Δαυίδ. Έτσι θα έθετε τέρμα στις περιπέτειες και τις θλίψεις του λαού του που τό­σο πολύ αδικούταν από τους γύ­ρω κα­τακτητές. Τίποτα παραπάνω. Από την Ελληνι­κή μετάφραση αυτού του όρου έχομε την ονομασία των Χριστιανών και του Χριστια­νισ­μού.
Με την πάροδο των αιώνων, τα συνεχή παθήματα και την θρησκοληψία του Εβραϊκού λαού, ή έννοια και η αντίληψη περί Μεσσίαχ άλλαζε και προσαρμοζόταν στις νέες κα­τασ­τά­σεις. Έτσι εμφανίστηκαν πολλές αιρέσεις πάνω στο ζήτημα αυτό όπως και μέσα σ’ όλην την Εβραϊκή θρησκεία! Έχομε: Σαδδουκαίους, Ζαδοκίτες, Φαρισαίους, Εσσαίους, Υιούς Φωτός, Νοτζρίμ, Εβιωνίτες, Ζηλωτές, Εσχατολόγους, Αποκαλυ­π­τι­κούς, Θεραπευτές, Χριστιανούς, κλπ. Τελικά στην χριστιανική αίρεση (αποκαλουμένη και οδός ή αίρεσις των Ναζω­ραίων, δεισιδαιμονία στις Πράξεις 9: 2, 24: 5, 22, 25: 19), έχομε τον Μεσσίαχ Χρι­στό να παίρνει τις μορ­φές των διαφόρων Ιη­σούδων των Ευαγ­γελί­ων, του Παύλου, κλπ.!
Αυ­τό που γράφει το Κατά Λου­κάν Ευαγ­γέλιον, 2: 34, «ιδού ού­τος κείται... εις σημείον αν­τιλεγόμε­νον» δεν είναι προφη­τεία για κάποιο μελ­λοντικό εν­δεχόμενο, αλ­λά είναι αυτή αύτη η τότε υπ­άρχουσα κατάσταση. Ήδη από τον 1ον αι­ώνα Κ. Ε. ο Ιη­σούς Χριστός ή­ταν ση­μείο ισ­χυρώς αν­τιλεγόμενο ανά­με­σα στις ήδη πο­λυάριθμες χρι­στια­νικές αι­ρέ­σεις, κοινό­τητες και ομάδες.
Αν και οι χριστιανοί διαθέτουν την ημερομηνία εμφανίσεως των Ευαγγε­λίων με τους τίτλους τους οποίους φέρουν από τον Ειρηναίο περί το 181-185 Κ. Ε., ήτοι 150 χρόνια περίπου μετά τον θάνατο του υποτιθέμένου Ιησού Χρι­σ­τού, μέχρι τό­τες υπήρχαν ήδη περί τις 150 αιρέσεις. Αλλά και πολύ νωρίτερα ο Παύλος και ο Ιω­άννης μέσα στις επιστολές τους ωρύονται κατά των αιρε­τι­κών, ψευδοδιδα­σ­κάλων, αντιχρίσ­των, ψευδοπροφητών, κλπ.. Π. χ.,

1)   Α΄ Πρός Κορινθίους 1: 11-13 «εδηλώθη γαρ μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης ότι έριδες εν υμίν εισι. λέγω δε τούτο, ότι έκαστος υμών λέγει· εγώ μεν ειμι Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Χριστού. μεμέρισται ο Χριστός; μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; ή εις το όνομα Παύλου εβα­π­τί­σθητε;», που σημαίνει ότι εκτός από τις αιρέσεις οι χριστιανοί του Παύλου στην Κόρινθο ήξεραν τον Χριστό αλλ’ όχι τον Ιησού.
2)   Α΄ Ιωάννου 4: 1-3 «Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστιν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον. εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού· παν πνεύμα ό ομο­λογεί Ιη­σούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού έστι· και παν πνεύμα ό μη ομο­λογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ έσ­τι· και τούτό εστι το του αντιχρίστου ό ακηκόατε ότι έρχεται, και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη.».
3)   Β΄ Ιωάννου 7 «ότι πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον, οι μη ομολογούν­τες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί· ούτός εστιν ο πλάνος και ο αντίχρι­σ­τος.».
4)   Ματθαίος 24: 23-24 «τότε εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε, μη πι­σ­τεύσητε· εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι ση­μεία μεγάλα και τέρατα, ωστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς.», Μάρκος 13: 21-23 και Λουκάς 17: 21-23, 21: 8.
5)   Κέλ­σου «Αληθής Λόγος» «... Αλλ’ οίδα καί τρίτον γένος είναι τών ονομαζόντων ψυχικούς τινας καί πνευματικούς ετέρους· καί δέ τινας επαγγελομένους είναι γνωστικούς καί τινας τόν Ιησούν αποδεχομένους...».
6)   (Πολλά άλλα παραδείγματα!)

Πότε ακριβώς, που και πως πρωτο­εμφανίστηκαν χρι­στια­νι­κές κοι­νό­τη­τες είναι ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί με απόλυτη ακρίβεια αλλά ακό­μα βασανίζει τους ερευνητές. Από τις Πράξεις και τις Επιστολές μαθαίνομε ότι, εκτός από την Ιε­ρουσαλήμ, αυτές υπήρχαν στην Αλεξάνδρεια, Δαμασκό, Αντιόχεια, Ρώμη, κ. α., μερι­κά έτη πριν από την μεταστροφή και την Εβραιοχριστιανική δράση του Παύλου. Για την Αίγυπτο έχομε μαρτυρίες και από άλλες πηγές. Π. χ. βλέπομε τους υπόπτους Ιου­δαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα, άρτι αφιχθέντες εξ Ιταλίας, και τον Αλεξανδρινό Ιου­δαίο Απολλώ να συναντούν τον Παύλο στην Κόρινθο και να καταστρώνουν κοινή δρά­ση (Πράξεις 18: 2-3, 24, 19: 1, Πρός Ρωμαίους 16: 4, Α΄ Πρός Κορινθίους 1: 12, 3: 4-6, 16: 12, 19, Πρός Τί­τον 3: 13. Εκτός απ’ αυτές τις αναφορές δεν γνωρίζομε τί­ποτα άλλο για αυτούς.). Ο ίδιος ο Παύ­λος με όλη την Επιστολή Πρός Ρωμαίους που έγρα­ψε από την Κό­ρινθο καθιστά σαφές ότι στη Ρώμη υπήρχε Εβραιο­χρι­στιανική κοι­νότη­τα για πολύ και­ρό προτού αυτός επισκεφθεί την πρωτεύουσα (βλέπε και στίχο 15: 20). Πέ­ραν ει­κασιών και παραδόσεων κανείς δεν γνωρίζει επ­ακ­ριβώς πως βρέθη­καν χριστια­νοί από τόσο ενω­ρίς στην Ρώμη. Ο ευνούχος Μελίτων επίσκοπος Σάρδε­ων, στην Απολογία του προς τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (+161 – 180 Κ. Ε.) το­νίζει ότι ο Χριστιανισμός ως θρησκεία άρχισε να διαδίδεται την εποχή του Αυγούσ­του (– 27 Π. Κ. Ε. - +14 Κ. Ε.) (δηλαδή πριν από την αρχή της δράσεως του Ιησού Χριστού, περίερ­γο!). Προσ­θέτει δε ότι ως θρησκεία, ο Χριστιανι­σμός έγινε δεκτός απ’ όλους τους αυ­τοκράτορες εκτός από τον Νέρω­να και τον Δομι­τιανό. Τα στοιχεία αυτά, κ. ά., απο­δει­κνύουν τον ισχυρισ­μό περί υπάρξε­ως πρωτογε­νών Εβραιοχριστια­νικών και μετ’ ολί­γον Γνωστι­κοχριστιανικών κοιν­οτή­των ανά την αυτοκρατο­ρία.
Πολλά έχουν προταθεί περί της ενάρξεως των χριστιανικών κοινοτήτων. Βε­βαίως το επεισόδιο της Πεντηκοστής που περιγράφεται στις Πράξεις 2, είναι εντελώς ξεκομ­μένο από την πραγματικότητα. Όλα δεικνύουν ότι ο Χριστιανισμός άρ­χισε σαν αίρε­ση του Ιουδαϊσμού γύρω στα 200 χρόνια προ Χριστού. Υπάρχουν πολλά κοινά και μη κοινά σημεία μεταξύ όλων των πρω­ταρ­χι­κών χρι­στια­νι­κών κοινο­τήτων. Π. χ. ένα κοι­νό στοιχείο όλων αυ­τών των κοινο­τή­των είναι μια άμεση εσχατο­λο­γία και ολο­κλη­ρω­τική απαξία του υπάρ­χοντος κόσ­μου, δηλαδή το τέλος του κόσμου ευρίσ­κετο προ των θυρών, μαζί με έναν άμεσο αποκα­λυπτικό μεσσιανι­σμό. Φόβος και τρό­μος κυρι­αρ­χούσε σ’ αυ­τές τις κοινότη­τες όχι μόνο διότι, κατά την πί­­στη τους, το τέ­λος του κόσ­μου ευρίσκετο προ των θυ­ρών, αλλά και διότι ο κριτής Μεσσίας θα απο­κα­λυπτόταν όπου να ‘ναι για να ανακαινίσει τα πάντα και αλίμονο και τρις αλί­μο­νο σε κεί­νους που θα τιμω­ρούσε. Ένα άλλο κοινό ση­μείο είναι μια συνεχής αναφορά στις Ιουδαϊκές κανονικές και μη κανονικές γρα­φές (εσχατολογικές, απόκρυφες, απο­καλυ­πτι­κές κλπ.). Κάθε κοινότητα τις χρη­σι­μοποιεί και τις ερμηνεύει κατά το δοκούν. Αυτό είναι ένα μη κοινό στοιχείο.
Τελικώς, όλες οι προσπάθειες των ανεπηρεάστων επι­στη­μό­νων ερευ­νητών και πα­νε­πι­σ­τημια­κών σχολών περί της ιστορικότητος του Ιησού κα­τέ­ληξαν σε ένα φάν­τα­σμα και όχι σε ένα ιστορι­κό πρόσω­πο. Μερικές φο­ρές οι φανατικοί για να «απο­δεί­ξουν», όπως νομίζουν, την ιστορικότητα το Ιησού φέρουν στην επιφάνεια με­ρικές ανα­φορές μηδαμινής σημασίας, πολύ αμ­φιβόλου προελεύσεως και φαιδρές, τις οποίες θα παραβλέψομε εδώ. Όσοι όμως θέλουν να ισχυριστούν ότι ο Ιησούς ήταν «πρα­γμα­τι» Ισ­τορικό πρόσωπο, σύμ­φωνα με τα κριτήρια που απαιτεί η Επιστήμη της Ιστορί­ας, προσκομίζουν κυρίως τις παρακάτω τέσσερις αναφορές, οι οποίες έχουν μελε­τη­θεί πολλαπλώς σε μια απέ­ραντη διεθνή βι­βλι­ο­γραφία.

(1) Δύο αναφορές του Ιουδαίου Ιστο­ρι­κού Ιω­σήπου Φλαβίου (Μπεν Ματτι­τι­άου, 37-100 Κ.Ε.). Αυτές βρί­σ­κονται στο σύγ­γραμ­­μά του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία που το έγ­ραψε το 93-94 Κ. Ε.
(2) Μία ανα­φορά του Ρω­μαί­ου Πο­λι­τικού και Ιστορι­κού Κορνηλίου Τακίτου (55-120 Κ. Ε.), που βρί­σ­κεται στο σύγ­­­γραμμά του Χρονικά XV, 44. Το έγραψε το έτος 110 Κ. Ε.
(3) Μια ανα­φορά του Ρω­μαίου Ιστο­ρι­κού Γαΐου Τραν­κου­ίλλου Σουετωνίου (69-140 Κ. Ε.), που βρίσκεται στο κεφάλαιο περί αυτοκράτορος Κλαυδίου του συγ­γραμμάτος του Οι Βίοι των Δώ­δεκα Καισά­ρων, που το έγραψε το +110 Κ. Ε.
(4) Μια επιστολή προς τον Αυτοκρά­τορα Τραϊανό του Ρωμαίου Κυβερνήτη της Βι­θυ­νίας της Μικράς Ασίας, Πλι­νί­ου του Νε­ωτέ­ρου (62-113 Κ.Ε.), την οποίαν έγ­ρα­ψε κατά το + 112 Κ. Ε.

Η πρώτη αναφορά του Ιωσήπου (Ι. Αρχ. 18: 3: 3 ή 18: 63-64) είναι το κύριο μέ­λη­μά μας και θα την εξετάσσομε και θα κάνομε περισσότερες παρατηρήσεις επ’ αυτής στις επόμενες παραγρά­φους. Είναι η μόνη και μοναδική, άμεση, ισχυρή υπάρ­χουσα μαρτυρία περί Ιησού Χρισ­τού αν και είναι εξαιρε­τικά σύντο­μη (8 γραμμές). Όπως όμως είναι γραμμένη, παρά την αφύσικη συντομία της, σκοπόν έχει την πιστο­ποί­η­ση της ισ­τορικότητας και της θεό­τη­τας του Ιησού Χριστού. Έτσι πολ­λές φορές βλέ­πομε να την πα­ραθέτουν μό­νη της ως αρκετή απόδειξη της ισ­τορικό­τητας του Ιη­σού Χριστού σε σύντομα άρθρα εφη­με­ρί­δων και περι­οδικών. Η δεύ­τερη ανα­φορά του Ιω­σήπου (Ι. Αρχ. 20: 9: 1 ή 20: 200) εί­ναι μό­νο τρεις παρεν­θετι­κές λέξεις εν μέσω άλ­λου σο­βαρού ζη­τή­ματος το οποίο ο Ισ­το­ρικός πολύ περιέρ­γως αναπτύσσει με εξαιρε­τική λι­τότητα. Δεν έχει σκοπό να δώσει μαρτυρία για την ιστο­ρικό­τητα του Ιη­σού (βλ. Ι. Αρχ. 20: 9). Χω­ρίς την πρώτη ανα­φορά ή δεύτερη μόνη της δεν έχει Ιστορική αξία. Θα εξετάσσομε αυτές τις αναφορές πολύπλευρα στα επό­μενα μέρη της παρού­σας εργασίας.
Οι υπό­λοι­πες τρεις αναφορές έχουν τεθεί εν παρόδω και εν μέ­σω άλλων γεγο­νό­­των. Δεν έχουν σκοπό την πιστοποίη­ση της ισ­τορικότητας του Ιη­σού Χριστού.

(α) Ο Τάκιτος με αφορμή την μεγάλη πυρκαγιά της Ρώμης επί Νέρωνος (+ 64), ανα­φέ­ρει και απλώς πιστο­ποιεί το ήδη γνωστό γε­γονός της υπάρξεως Χρι­σ­τι­α­νών στη Ρώμη που πιστεύ­ουν σε κά­­ποιον Χριστό που εκτελέστηκε από τον Ποντίο Πιλάτο στην Ιουδαία. Δεν κάνει καμιά άμεση αναφορά περί του Ιησού Χριστού και δεν είχε τέτοιο σκοπό. (Π. χ., το ότι αναφέρεται πως πολ­λοί Ινδοί πισ­τεύουν στον Κρίσνα εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια δεν σημαίνει ότι απεδείχθη ιστορικώς πως υπήρ­χε Κρίσ­να.). Αν ο Τάκι­τος, ως Ρω­μαί­ος ιστο­ρι­κός, έγ­ραφε κατ’ ευθείαν περί Ιησού θα τον αν­έφερε με το πραγματικό όνο­μά του όπως θα το είχαν, αν το είχαν, τα αρ­χεία της αυ­το­κρα­το­ρίας και όχι με την Εβ­ραι­οχριστια­νική προσω­νυ­μία Χριστός.
(β) Ο Σουετώ­νι­ος γράφει: «Judaeos impulsore Chresto assidue tumultuantis Roma expulit», δηλαδή «εξέβαλε τους Ιουδαίους από τη Ρώμη, διότι υποκινούμενοι από (κάποιον) Χρηστο έκαναν (συνεχώς) ταραχές». Γι’ αυτή τη γραμμή γίνεται όλη η φα­σαρία και αυτήν φέρουν οι Χριστιανοί ως βάσιμη ιστορική μαρτυρία περί Ιη­σού Χρι­στού. Εδώ ο Σουετώνιος μιλάει για κάποιον Χρήστο ή Χρηστό που υποκινού­σε τους Ιουδαίους, και όχι τους Χρι­σ­τιανούς, να δη­μιουργούν συνεχώς ταραχές στη Ρώμη. Έτ­σι ο αυτοκρά­τορας Κλαύδιος αναγ­κά­σ­τηκε να εκδι­ώξει τους Ιουδαίους από τη Ρώ­μη, πράγμα που μαρτυρείται και στις Πράξεις των Αποστόλων 18: 2. Εδώ όμως ανα­φέρονται οι Ιουδαίοι και όχι οι Χριστιανοί. Το «Χρήστος ή Χρησ­τός» δεν είναι όνομα αλλά τίτλος όπως και το Χριστός. Πρό­κει­ται άραγε εδώ για ορ­θογραφικό λάθος; Σε μερι­κούς Χριστιανούς έτσι αρέσει να λένε. Αλλά είναι έτσι; Είναι εντελώς ξεκάρφω­το να ισχυρίζονται ότι ο εδώ «Χρηστος» είναι ο Ιησούς Χριστός. Η ιστορία ως επισ­τήμη δεν στηρίζεται στο τι συμφέρει κάποιαν ομάδα! Ο Χριστός ουδέποτε βρέ­θηκε στη Ρώμη πόσο μάλλον να ήταν εκεί και να υποκινούσε τους Ιουδαίους να κάνουν ταρα­χές. Ακόμα, σύμφωνα με τους Χριστιανούς, ο Ιησούς Χριστός έφυγε από την επίγεια ζωή κατά τα έτη +30-35, ενώ ο Κλαύδι­ος ήταν αυτοκράτορας από το +41 έως +54. Αυτή η φράση λοιπόν είναι ελ­λι­πής και ασαφής περί του ποίος ήταν ο «Χρησ­τος». Ο Σουετώνιος δεν μας εξηγεί ποιος ήταν αυτός, αλ­λά τον εννοεί ως κάποιον. Έτσι η φράση παραμένει αινιγματική και έχει λά­βει πολλές πιθα­νές ερμηνείες, τις οποίες παρακάμπτομε εδώ. Επομένως δεν απο­τε­λεί καμία βά­σιμη ιστορική μαρτυρία περί Ιησού, πολλώ μάλλον περί Ιησού Χριστού των Ευαγγε­λίων. Ίσως αυτός ο «Χρη­στος» να ήταν κάποιος Ιουδαίος που πήγε στη Ρώμη και παρουσιάστηκε στους εκεί Ιουδαίους ως Μεσσίας, με αποτέλεσμα όσοι επείσθησαν να δημιουργούν ταραχές εναντίον των Ρωμαίων και των Ιουδαίων που δεν επείσθησαν. Εκείνα τα χρόνια οι Ιουδαίοι Μεσσίες ήταν μπόλικοι κάθε χρόνο!
(γ) Ο Ρωμαίος κυ­βερ­νήτης Πλίνιος ο Νε­ώ­τερος στην επιστολή του αναφέρει ότι ξα­φ­νι­κά ανεκάλυ­ψε την απόκρυφη ομάδα των Χρισ­τι­α­νών. Αυτοί ψάλλουν αντιφω­νι­κούς ύμ­νους προς τι­μήν κάποιου Χριστού τον οποίον πιστεύ­ουν ως θεό. Δεν γράφει το όνομα Ιησούς αλλά τον τίτλο Χριστός! Ακόμα ρωτάει το αυτοκράτορα Τραϊ­α­νό πως να με­τα­χει­ρίζεται τους Χρι­σ­τια­νούς που για πρώτη φορά ανεκάλυψε στην Βι­θυ­νία, ..., κλπ.

 Επο­μένως όλα αυτά τα εδάφια εγράφησαν με σκοπό να εκθέσουν συγκεκρι­μένα γεγονότα που δεν έχουν καμία σχέση με τον ιστορικό Ιησού. Δεν μας μεταφέ­ρουν στις περιγραφές ούτε των Ευαγγελίων ούτε των Πράξεων, που είναι τα επίσημα έγραφα των Χριστιανών, και δεν πιστοποιούν τίποτα απ’ αυτές! Ανα­φέ­ρουν κάποιους χριστι­ανούς και ένεκα αυτών κάποιον Χριστό ή Χρήστο και όχι τον Ιη­σού ευ­θέως. Δεν γράφτηκαν δηλαδή για να πιστοποιήσουν τον Ιη­σού Χριστό. Εκ­τός της επι­σ­το­λής του Πλι­νί­ου, οι άλλες έμμεσες ανα­φορές περί Χρι­σ­τού, και όχι περί Χρι­στιανών, που ευρίσκονται εκτός Ιωσήπου δεν γεμί­ζουν ού­τε μια σελίδα όλες μαζί. Έτσι δεν έχουν καμία αξία για την από­δει­ξη της ιστο­ρικό­τητάς του Ιησού Χρι­στού, εκτός ίσως να έχουν αξία για την ιστο­ρι­κότητα των οπαδών του, πράγμα που ποτέ δεν αμφισ­βη­τήθηκε. Αν οι οπαδοί πολ­λών θρησκειών πιστεύουν σε μυθολογικές οντότη­τες, αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι οντότητες αυτές είναι ιστορικές.
Η επιστολή του Πλινίου διασώζεται στα έργα του, πάντα υπόπτου, Ευσεβίου Καισαρείας και θεωρείται εν μέρει ή εν όλω πλαστογραφία για τους εξής λόγους:

(1) Ο Ευσέβιος ως ιστορικός και ως άτομο δεν χαίρει καμίας εμπιστοσύνης από όλους τους αμερο­λή­π­τους επιστήμονες για πολλούς και διαφό­ρους γνωστούς λό­γους, που αναπτύσσομε εν­τός των κειμένων μας. Θεωρείται πλασ­τογράφος, παραχα­ράκτης, και ψεύτης! (Βλέπε το: Κατά της χριστιανικής απολο­γητι­κής, κ. ά.). Π. χ., ο Ευσέβιος πλαστογράφησε την ανόητη αλληλογραφία του Ιησού Χρι­σ­τού με τον βα­σι­λιά της Εδέσσης της Μεσο­πο­ταμίας Αβγάρου, κλπ.
(2) Φράσεις και μια παράγραφος της επισ­το­λής έχουν ευρε­θεί και σε άλ­λη επιστολή από τον κυβερ­νή­τη της Συρίας Τιβεριανόν προς τον Τραϊα­νόν, όπως κα­τα­δεικνύει ο σπουδαίος ερευ­νητής Hieronymo Xaviero στο βιβλίο του Historia Christi Persice (Η Περσική Ισ­το­ρία του Χριστού) κατά το έτος 1703. Πρέπει να πούμε ότι σ’ αυτό το σπουδαίο έργο ο ερευνητής συγγραφέας αναφέρει τις αρχαιό­τερες πηγές και επίσης καταγγέλλει την αναφορά περί Ιησού εντός του Ιωσήπου ως ξεκάθαρη πλα­σ­τογραφία.
(3) Ο Πλίνιος (+61 - 115) και ο Τάκιτος (+55 - 120) ήταν προσωπικοί φίλοι και πολι­τι­κοί της Ρώ­μης. Ο μεν Τάκιτος εμ­φανίζεται να γνωρίζει τους Χρι­στιανούς στη Ρώ­μη, ενώ κατά την επιστολή (που γράφτηκε ως υποτίθεται το +112) ο Πλίνιος τους ανακα­λύπτει για πρώτη φορά στη Βιθυνία, αφ’ ότου διορίστηκε και μετέβη εκεί ως κυβερνήτης επί Τρα­ϊ­ανού περί το έτος + 98. Αλλά και εκεί δεν είχε δώσει σημασία στους χριστιανούς για ολόκληρα 14 χρόνια (+ 98 - 112), αν τους είχε πάρει χαμπάρι.

Βεβαίως αυτό το τελευταίο στοιχείο περί της επιστολής του Πλινίου μπο­ρεί να χρησιμο­ποι­η­θεί και ως επιχείρημα στο ότι η μαρτυρία του Τακίτου περί Χριστι­α­νών στη Ρώμη είναι πλα­σ­τογ­ρα­­φία. Πολλοί μεγάλοι χριστιανολόγοι, όπως Hochart, H. Schiller, P. Fabia, R. Taylor, Α. Drews, Malver, κ. α., θεωρούν το κείμενο αυτό του Τα­κίτου ως καθαρή πλαστογραφία. Όπως εξηγούν αυτοί οι ερευνητές την εποχή του Νέρωνα οι οπαδοί της αιρέσεως του υποτιθεμένου Ιησού Χριστού ήταν άγνωστοι με το Λατινικό Christiani, ενώ αυτό απαντάται μέσα στο κείμενο του Τακίτου. (Ο λα­τι­νισμός «χριστιανός» που αναφέρεται στις Πράξεις 11: 26, 26: 28, και στην Α΄ Πέτρου 4: 16, εί­ναι υστε­ρό­τερη παρεμβολή. Βλέπομε ακό­μα ότι, πολύ αργότερα ο Αυτοκρά­τωρ Μέ­γας Ιουλιανός (+331-363) δεν τον χρησιμο­ποιεί, αλλά γράφει Γαλιλαίοι.). Στο κείμενο εντός του Τακίτου ο Πιλάτος αναφέρεται λαν­θασμένως ως procurator αντί του ορθού prefectus. Επειδή ο Τάκιτος ήταν και πο­λιτικός, αυτό το λάθος υποστηρίζει την άποψη περί πλαστογραφημένης παραγράφου. Ο αείμνηστος R. Taylor στο βιβλίο του Diegesis, σελίδες 392-397, αναπτύσσει 20 λόγους διά τους οποί­ους το κείμενο αυτό του Τακίτου οφείλει να είναι παραχάραξη.
Αν πάλι την εποχή του Τακίτου κατά το +110 οι οπαδοί της αιρέσεως του Ιη­σού είχαν γί­νει γνωστοί με το όνομα χριστιανοί και ο Τάκιτος χρησιμοποιεί αυτό το όνομα αναχ­ρονιστικά, τότε πώς είναι δυνατόν ο φίλος του και πολιτι­κός Πλίνιος ο Νεώτερος κα­τά τα ίδια χρόνια να μας λέγει ότι τους ανε­κάλυψε για πρώτη φορά στην Βιθυνία; Η κατά­σταση με τον Τάκιτο γίνεται ακόμα πιο απελπι­στι­κή διότι: Οι πρώτες αναφο­ρές στα έργα του εμφανί­ζονται πολύ πρό­σφα­τα, δηλαδή από το τέλος του 15ου αιώνα και με­τά, όταν στην Βενετία εξεδόθη διά πρώτη φορά ένα κουτσου­ρεμένο αν­τίγραφο των Χρονικών από τον πλούσιο συλλέκτη Johannes de Spire το έτος +1468. Η έκδοση αυ­τή εί­ναι κουτσουρεμένη διότι λείπουν τα κρισιμό­τατα κε­φάλαια περί Γα­ΐου Καλι­γού­λα και Κλαυδίου τα οποία θα μας διαφώτιζαν σε πάρα πολλά πράγματα. Πριν απ’ αυ­τή την έκδοση, δηλαδή για 1300 περίπου χρόνια, ο Τάκιτος αγνοείται παντελώς απ’ όλους τους χριστιανούς Πατέρες και μη Πατέρες, ακόμα και τους Πά­πες της Ρώ­μης. Δεν ανα­φέρεται πουθενά, ούτε υπάρχει νύξη ή υπαινιγμός σ’ αυτόν, ενώ αυ­τή η αναφορά περί μαρτυ­ρί­ων και δι­ωγμών επί Νέρωνος, κλπ., θα αποτελούσε για όλους τους χρι­σ­τιανούς έναν ακό­μα έπαινο και μια ισχυρή διαφήμιση! Ο Νέρων έγινε κακός για τους Χριστιανούς μό­νο μετά το έτος +1468! Τί λέτε; Περίεργο! Αλλά και προς στιγμήν να υποθέσομε ότι η πα­ράγραφος του Τακίτου είναι γνησία, η μαρ­τυρία την οποία φέρει είναι για κάτι Χρισ­τιανούς, οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω πίσ­τευαν σε κά­ποιο Χριστό. Δεν αποτελεί ιστορική αναφορά για τον Ιησού Χριστό.
Για πάρα πολλούς λόγους που έχουν αναπτύξει πάρα πολλοί σπουδασμένοι και κυριότεροι μελε­τητές των τελευταίων 300 ετών (τον κατάλογο των ονομάτων των οποί­ων παραλείπομε εδώ), μεταξύ των οποίων υπήρχαν και πολλοί Χριστιανοί θεο­λό­γοι, όλες αυτές οι ανωτέρω αναφορές είναι σκόπιμες παραχαράξεις και παρεμβολές Χριστιανών αντιγρα­φέ­ων. Άλ­λοι πάλι ισχυρίζονται ότι είναι εν μέρει παραχαράξεις και εντο­πίζουν τα εμ­βόλιμα ση­μεία τους. Τέλος υπάρχουν και οι πιστοί που δέχονται ότι είναι αυ­θεν­τι­κές ως έχουν μόνο και μόνο γιατί αυτό ικανοποιεί την πίστη τους. Όλοι οι λόγοι που οι τρεις ομάδες επι­κα­λούνται έχουν εκτεθεί πλει­στάκις σε εκα­τον­τάδες βιβλίων και άρθρων. Εδώ δεν έχομε σκοπό να ανατρέξομε σ’ αυτούς τους λό­γους ούτε θα ασ­χο­ληθούμε με θρησκευτικές πί­στεις και να επα­ναλάβομε τα ίδια. Ο ενδια­φε­ρόμενος μελετητής μπορεί να βρει και να μελετήσει όλους τους λόγους και των τριών ομά­δων και ας αποφασίσει προς τα πού κλί­νει.
Ας μην ξεχνάμε όμως ότι, τα αρχαιότερα υπαρκτά χει­ρόγραφα των ανωτέρω συγ­γραμμάτων είναι του 11ου αιώνα Κ.Ε. και μετά. Δεν υπάρ­χουν τα πρω­τό­τυπα. Οι ανα­­φο­ρές άλλων συγγραφέων σ’ αυτές τις γραμ­μές έγιναν μερι­κούς αιώνες με­τά τη συγγραφή τους ή μετά την ανακάλυψη των σωζομένων χειρογράφων. Π.χ. η πολύ σπουδαία μαρ­τυ­ρία του Ιωσήπου εμ­φα­νίζεται για πρώτη φορά το 314-325 Κ.Ε. στα γραπτά του Ευσεβίου Και­σα­ρείας και κά­που 70-80 χρόνια μετά στα γραπτά του Ιερω­νύ­μου. Ολόκληρος Ωρι­γέ­νης πρωτύτερα δεν την αναφέρει! Αλλά και πολύ αργότερα, ο Εβ­ραιο­χρι­στιανός Ιωάννης Χρυ­σό­στομος και ο πο­λυσπουδασμένος Ιερός Φώ­τιος την αγ­νοούν.
 Ας υποθέσομε όμως προς στιγμήν ότι όλες αυτές οι αναφορές είναι αυθεν­τι­κές έτσι όπως έχουν φτάσει στα χέρια μας. Εντοσούτω δεν έχουν σημαντική βαρύτη­τα για την απόδειξη της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού Χριστού διότι:

(1) Εκτός απ’ αυτήν την αναφορά του Ιωσήπου, οι άλλες δεν πιστοποιούν απολύτως τί­ποτα από τους θρύλους των Ευαγγε­λί­ων. Μόνον η πρώτη αναφορά του Ιωσήπου πάει να κά­νει κάτι τέτοιο σε εξαι­ρε­τικά μικρή έκταση, αφού όλη κι’ όλη εί­ναι μια παράγρα­φος 7-8 γραμ­μών. Αν αυτά που αναφέρουν τα Ευαγγέλια είναι αληθι­νά γεγονότα, τότε δεν φτάνουν ούτε 800 γραμμές για την αναφορά, περιγραφή, ανά­λυση και σχολιασμό εκά­στου εξ αυτών, από έναν Ιστορικό του ιδιώματος και της κλάσεως του Ιωσήπου. Και­ρικά και αστρικά φαινόμενα, όχλοι μετακινούνται σαν τρελοί, εκατοντάδες ανήκουστα θαύματα, δίκες, μαρτύ­ρια, αναστάσεις 4 νεκρών, κλπ. Οπό­τε αυτές οι 7-8 γραμμές εκτός του ότι δεν μπορεί να γράφτηκαν από τον Ιώ­σηπο, ευρίσκονται πολύ μακράν από το να πιστοποιήσουν τα πολυάριθμα εκστατικά «γεγονό­τα» των Ευαγγελίων κατά τις απαιτήσεις της επιστήμης της Ιστορίας!
(2) Οι άλλες αναφορές εκτός του ότι είναι πο­λύ μικρού με­γέ­θους και συνεπώς ανε­παρ­κείς, αναφέρονται εν μέσω άλλων ζητημά­των και δεν έχουν σκοπό να φέρουν κά­ποια μαρτυ­ρία για την ιστορικότητα του Ιη­σού.
(3) Όλες οι ανα­φο­ρές εί­ναι πολύ μεταγε­νέστερες και γραμμένες όχι από αυτό­π­τες μάρτυρες ή συγχρό­νους συγ­γρα­φείς.
(4) Ο κυ­ριότερος όμως λό­γος για τον οποίον αποτυγχάνουν οι αναφορές αυτές να έχουν ιστορική σημασία, ακόμα και αν δεν λά­βομε υπ’ όψη το ότι είναι μετα­γε­νέ­στερες, είναι το γεγο­νός ότι δεν μας με­τα­φέρουν στα χρό­νια και στα τόσα πολυάρι­θμα γεγονότα που εκθέτουν τα Ευαγγέλια. Δηλαδή δεν μας μεταφέρουν πριν το 35 Κ.Ε. που είναι το παραδεκτό ανώτερο όριο χρο­νολογίας του θα­νά­­του του Ιησού Χρι­στού των Ευαγ­γε­λίων, ο οποίος έκανε αμέτρητα, πρωτο­φανή τέ­ρατα και σημεία και οι όχλοι τον ακολουθούσαν παντού σαν τρελοί και τους οποίους δυο φο­ρές εχώρτασε κατά χιλιάδας με πέντε ή επτά ψωμιά και τρία ψάρια, κλπ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

2 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο Χριστός ως άνθρωπος ήταν άσημος (δεν ήταν δηλαδή πρόσωπο με βασιλικά ή άλλα εξουσιαστικά στοιχεία) που δεν είχε "που την κεφαλή κλίναι" και έδρασε επί 3 περίπου χρόνια. Γνωρίζετε πολλούς ιστοριογράφους που ασχολήθηκαν με τέτοια πρόσωπα τα οποία θεωρούσαν αιρετικούς και δεν πολυ ασχολιόντουσαν. Φυσικά αν μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον και έβλεπαν την επέκταση του Χριστιανισμού θα κατέγραφαν κάθε πτυχή της ζωής Του. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και πρέπει να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη. Εδώ έχουμε ελάχιστες αναφορές για σημαίνοντα εξουσιαστικά πρόσωπα πόσο μάλλον για κάποιον που δεν έχει "που την κεφαλήν κλίναι" όπως έγραψα.

    Κατά τη γνώμη μου για ένα τέτοιο πρόσωπο τα ήδη υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία είναι αρκετά με δεδομένο ότι οι ιστοριογράφοι κατέγραφαν κυρίως πολιτικά και στρατιωτικά θέματα. Δυστυχώς τότε δεν υπήρχε η δημοσιογραφία που υπάρχει σήμερα να καλύπτονταν όλα τα θέματα. Όμως, παρατηρώ ότι υπάρχει δυσπιστία και στα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία για το πρόσωπο του Χριστού. Εφ' όσον το πάτε συνωμοσιολογικά, θα πράξω το ίδιο και θα πω: Ποιος μου λέει εμένα ότι δεν υπήρξαν εκτενείς αναφορές από ιστοριογράφους της εποχής και δεν τις εξαφάνισαν οι ειδωλολάτρες εξουσιαστές που πολέμαγαν επί 300 χρόνια τον Χριστιανισμό, ώστε να σταματήσουν την διάδοση του Χριστιανισμού και να παραμείνει ως επίσημη θρησκεία η ειδωλολατρία; Είναι και αυτό ένα θέμα υπό εξέταση.

    Τώρα, όσον αφορά τις γενεαλογίες. Ο Ματθαίος αναφέρει "ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ..." και ο Λουκάς "...υιού του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ". Ο Ματθαίος χρησιμοποιεί τη λέξη εγέννησε (που δηλώνει φυσικό), ενω ο Λουκάς τη φράση "υιός του τάδε". Θα μπορούσε ο Ματθαίος να αναφέρεται στη φυσική γνεαλογία του Ιωσήφ, ενώ ο Λουκάς ο οποίος είναι πιο αναλυτικός γενικά στο Ευαγγέλιό του και πιο ψαγμένος θα μπορούσε να αναφέρεται στην νομική γενεαλογία του Ιωσήφ μιας και οι εβραίοι είχαν την εξής παράδοση: Αν κάποιος νυμφευόταν και πέθαινε άτεκνος ο αδερφός του νυμφευ΄ταν την γυναίκα του αποθανέντα και το παιδί έπαιρνε το όνομα του αποθανέντα για να τιμήσει το όνομα του αδερφού του. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια εξήγηση.

    Επίσης, αναφέρεται η γενεαλογία του Ιωσήφ διότι αν και δεν συμμετείχε στην γέννηση του Χριστού αυτός ήταν η κεφαλή και ο προστάτης του Χριστού και της Παναγίας και με αυτόν τον τρόπο τιμάται και ο Ιωσήφ. Άλλωστε αναφέροντας την γενεαλογία του Ιωσήφ, αυτόματα ξέρουμε ότι από την ίδια φυλή με τον Ιωσήφ κατάγεται και η Παναγία, διότι η Παναγία ως μοναχοκόρη με βάση το νόμο του Μωυσή έπρεπε να παντρευτεί άνδρα από την ίδια φυλή. Είναι λεπτομέρειες που χρειάζονται γνώσεις από Παλαιά Διαθήκη.

    Τέλος, όσον αφορά ορισμένες διαφορές μεταξύ των Ευαγγελίων, ασήμαντες, διότι η βάση είναι η ίδια έχω να πω ότι οι μοναδικοί αυτόπτες μάρτυρες μεταξύ των Ευαγγελιστών ήταν ο Ματθαίος και ο Ιωάννης. Ο Μάρκος και ο Λουκάς δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες αλλά τα διδάχτηκαν από τους Αποστόλους και τα ερεύνησαν για να γράψουν. Επομένως, δεν είναι αθέμιτο να υπάρχουν κάποιος μικρο-διαφορές. Ως προς το περιεχόμενο και το πνεύμα της διδασκαλίας είναι και τα τέσσερα Ευαγγέλια ίδια. Το γεγονός ότι έχουν κάποιες μικρο-διαφορές που δείχνουν να αντιφάσκουν σε κάποια σημεία μας δείχνει ότι δεν αντέγραψε ο ένας από τον άλλον σαν να ήταν συνεννοημένοι. Οπότε αυτό είναι θετικό παρά αρνητικό. Και ας μην ξεχνάμε ότι δεν γράφτηκαν άμεσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή