Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ (2)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ  'ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ (1)'


«Γίνου Χριστιανός ή φονεύσω σε.».

Όσο αφορά την απεμπόληση των μυθολογιών και δεισιδαιμονιών ο Χριστιανισμός κατά­φε­ρε να αντικαταστήσει τις αρχαιότερες μυθολογίες και δεισιδαιμονίες με τις δι­κές του[11]. Μας σέρβιρε τους Εβραϊκούς μύθους και τις Εβραϊκές δεισιδαιμονίες και τους (τις) επε­ξέ­τεινε με πολ­λούς (-ές) δικούς (-ές) του και με τρομερές παρερμηνείες των αρχικών. Οι κλεψίτυποι μύθοι της Γε­νέσεως είναι γνωστοί. Αν πάλι θέ­λετε να απολαύετε ισχυρή δόση δεισιδαιμονίας και δαιμονολογίας διαβά­στε από πε­ριέργεια τα βιβλία του Ιώβ, του Τωβίτ, της Αποκα­λύ­ψε­ως, κλπ. Οι περισ­σότεροι Εβραϊκοί μύ­θοι είναι επηρεα­σμένοι από τους Ασσυ­ριακούς, Βα­βυλωνιακούς, Χαλ­δα­ϊκούς, Ζωρο­αστρι­κούς, ακόμα και Ελληνι­κούς μύθους ή εί­ναι κακιές παραλλαγές αυ­τών. Έπειτα, εκτός από τη μυθολο­γία της Και­νής Διαθήκης (π. χ., το άστρο της Βηθ­λεέμ, η σφαγή των νηπίων από τον βασι­λιά Ηρώ­δη τον Μέγα, κλπ.), η εκ­κλησία υπέ­κλεψε και με­τάλλαξε πολλούς αρχαίους μύ­θους. Ένα παράδειγμα είναι ο αρ­χαίος Ελ­ληνικός μύθος του Περσέως, της Ανδρομέδας και Δράκοντος, ο οποίος βρίσκει ομο­λόγους μύθους σε όλους τους ινδοευ­ρω­πα­ϊ­κούς λαούς. Αυ­­τός μεταλ­λάχθηκε στον μύ­θο του εφίππου στρατηλάτη Αγίου Γεωρ­γίου της βασι­λο­πούλας και του Δράκοντος... Άλλος μυθικός άγιος έχει αποδειχθεί να εί­ναι και ο Άγιος Δη­μήτριος[12]! Οι μύθοι του άστρου της Βηθλεέμ και της σφαγής των νηπίων από τον βα­σι­λιά Ηρώδη τον Μέ­γα έχουν αν­τι­στοίχους στην ιν­δι­κή μυθο­λογία του Χάρη Κρίσνα. [Πε­ρίεργα πράγ­μα­τα! Αφού εσ­φαγιάσθηκαν 14 000 αρ­σενικά βρέφη κάτω των δύο ετών, τό­τε η Βηθ­λε­έμ της Ιου­δαίας θα έπρεπε να είχε του­λά­χιστον 250 000 κατοίκους, δηλαδή περισ­σό­τερο πλη­θυ­σμό από την Ιερουσαλήμ την μεγα­λύ­τερη πόλη της περιο­χής! Η Βη­θλεέμ όμως ήταν ένα μικρό και ασήμαντο χω­ριό, γνω­στή μόνο διότι από εκεί κατά­γον­ταν ο Ιεσσαί και ο γιος του ο βασιλιάς Δαυίδ. (Σημειώ­στε εν παρόδω ότι υπάρχει και Βη­θ­λε­έμ της Γα­λι­­λαί­ας.). Οι χριστιανικοί μύθοι δίνουν και παίρνουν!].

{[11] Εδώ επιβάλλεται μια διάκριση: Ο Ελληνικός μύθος είναι μια ιστορία, διήγηση, η οποία, ανεξαρτήτως του ιστορικού χαρακτήρα της, είναι συμβολική και υποκρύπτει ένα βαθύτερο νόημα, διδαχή και πολλές φορές φυσικό και απροσπέλαστο νόμο. Αντι­θέτως, οι χριστιανι­κές ιστορίες και αφηγήσεις μπορούν να απο­κλη­θούν «μυθολο­γι­κές» με την τρέχουσα έννοια του όρου, κα­θώς επιζητούν να ληφθούν κυριολεκτικά αντί να ερ­μη­νευ­θούν συμβολικά με αποτέλεσμα το άτοπον (λ. χ. «η δημιουργία των πρωτοπλάστων», «η άμ­μωμος σύλληψις», κλπ.).}.
{[12] 1) Το άρθρο “Thessalonica’s Patron: Saint Demetrius or Emeritus?”, Harvard Theo­logical Review, July 2000, του καθηγητή David Woods, κονιορτοποιεί τους, ούτως ή άλ­λως σαθρούς, ισχυρισμούς των Ορθοδό­ξων περί της δήθεν ιστορικότητας του, αγνώστου εις τα μαρτυρολόγια έως του 450 Κ. Ε., Αγίου Δημητρίου και αποδει­κνύει ότι πρόκειται δι’ άτεχνο προσπάθεια των Χριστιανών μετά το 362 Κ. Ε., όταν ο Θεοδόσιος ο Α΄ σκέ­φτηκε να ορίσει ως πρωτεύουσάν του την Θεσσαλονίκη, να την στολίσουν δι’ ενός Ισπα­νού στρα­τιωτικού Αγίου ως αντανάκλαση και alter ego του ιδίου του Θεοδοσίου.
 2) Άλλοι σπουδαίοι ερευνητές, μεταξύ των οποίων είναι και ο καθηγητής Μετσοβίου Πολυτεχνείου Μα­νό­λης Κορρές (παγκόσμια αυθεντία στην ιστορία, αρχιτεκτονική και στην αρχαιολογία) και ο καθηγητής φιλολο­γίας και ιστορίας Γεώργιος Α. Μαύ­ρος, υπο­στηρί­ζουν την εξής εξήγηση: Όταν κατά τον πέμπτον αιώνα μια βο­ρειο­ευ­ρωπαϊκή γοτ­θι­κή ορ­δή λεηλάτησε την πόλη Singidunum (ση­με­ρινό Βελιγράδιον), οι κάτοικοι της πό­λε­ως που γλί­τωσαν τη ζωή τους από τη συμφορά που τους βρήκε κα­τέ­φυγαν στην Θεσσα­λο­νί­κη όπου έφεραν μα­ζί τους και την εικόνα ενός υπαρκτού Αγίου προστάτη τους, του Νέ­στορος. Τό­τε οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς Χριστιανοί επέ­δω­σαν στον Άγιο Νέστορα έναν πά­τρωνα που δεν ήταν άλλος από τον μυθολο­γι­κό Άγιο Δη­μήτριο. Έτσι βλέ­πομε τον και­νο­φανή άγιο για πρώτη φορά στα μαρτυρολόγια από το 450 Κ. Ε. και μετά.}.

Εν κατακλείδι οι Χριστιανοί απολογητές και πατέρες καταδίκασαν όλους τους προη­γου­μένους μύθους των άλλων λαών ως αισχρά ψεύδη και παρουσίασαν και προπα­γάνδισαν τους δικούς τους ως απολύτως αλη­θείς. Οι άλλοι λαοί ήσαν δεισιδαίμονες και βυθισμένοι στο σκοτάδι ενώ αυτοί σταμάτησαν κάθε δεισι­δαιμονία και μας έφε­ραν το φως! Ουδέν ψευδότερον όλων τούτων! Έτσι επέβαλαν με κάθε βία και τρόμο το αυθαί­ρετο χριστιανικό αξίωμα: «ό,τι λένε και πιστεύουν οι άλλοι είναι αυτομά­τως λάθος ή ψέμα ενώ ό,τι λένε και πι­στεύουν αυτοί είναι αυτομάτως η από­λυτη αλή­θεια, την οποίαν οφείλουν να πιστεύουν άπαντες»! Είδα­τε λοιπόν τί έκαναν αυτοί που σέ­βονται και επικαλούνται την ελευθερία εκλογής και το δικαίωμα γνώμης όταν τους παρεδόθη η εξουσία εν λευκώ; Έτσι με την δογματική και διαστροφική τους δεισιδαι­μονία απέβησαν η χειρότερη μάστιγα που γνώρισε η ιστορία του ανθρώπου.

Ας μην ξεχνάμε και την τερά­στια δαι­μονολογία που έχει ανα­πτύξει ολόκληρη η Και­νή Διαθήκη και η Εκκλησία. Δισεκατομμύρια δισεκα­τομμυρίων από δαίμο­νες παντού και πάντο­τε! Αυτοί κυριαρχούν παντού και σκανδαλίζουν. Πού να καταγράφομε όλα αυτά τα ανιαρά τώρα ..., δεν έχομε χώρο και χρόνο! Νομίζομε ότι είναι αρκετά γνωσ­τά και τα αναφέρομε εδώ και ‘κει μέσα στα διάφορα κείμενα μας. Επί­σης για τη λει­ψα­νο­λο­γία και λει­ψα­νολατρία μαζί με την εικονολα­τρία και μπογι­α­το­λατρία, περιορι­ζόμαστε εδώ στο να πούμε ότι ξε­πέρασαν κά­θε όριο φαντασίας. Εί­ναι όλα καταγραμ­μέ­να στην εκτε­ταμένη παγκόσμια βιβλιογραφία. Μελετείστε τα!

Εδώ αναφέρομε μόνο τα εξής ολίγα περί μιάς σινδόνος. Ένα από τα τελευταία λάβα­ρα της λειψανολατρείας-λειψανολογίας είναι η σινδών του Torino στην Ιταλία. Αυτή εί­χε καταντήσει η απόδειξη της αληθείας της χριστια­νικής πίστεως για πολλούς αφε­λείς και ευχολόγους χριστιανούς. Ενώ πάντα ήταν κλειδαμπα­ρω­μέ­νη μέσα σε μια γυ­άλινη θήκη, το έτος 1988 ο Πολωνός Πάπας Ιωάν­νης Παύλος ΙΙ, επέτρεψε να εξε­τασ­θεί από τρία μεγαλύτερα και σπουδαιότερα εργασ­τήρια του κόσ­μου. Αυτά ήταν: το Πανεπισ­τήμιο της Οξφόρδης, το Πανεπιστήμιο της Αριζό­νας και το Ομοσπονδιακό Ελβετικό Ινσ­τιτούτο Τεχνολογίας. Και τα τρία εφήρ­μοσαν την μέ­θοδο χρο­νολογή­σε­ως διά του ραδιενεργού άνθρακος 14, και ανεξάρ­τη­τα το ένα από το άλλο απεφάνθη­σαν τα ίδια αποτελέ­σματα. Η σινδών είναι προϊόν του 13ου ή 14ου αιώνος. Εγώ προ­σωπικώς, την 13η Νοεμβρίου 2003, και ώρα 8: 10 μ.μ, ηρώτη­σα τον διά­ση­μο καθηγη­τή της χη­μείας Frank Sherwood Rowland (γ. 1927) του Πανεπιστη­μί­ου Irvine της Κα­λι­φορνίας, (βρα­βευθέντα με βραβείο Nobel το 1995 διά τις εργα­σίες του επί της ατμοσφαιρικής χη­μείας, και ο οποίος τότε ευρίσκετο στο Πα­νεπιστήμιο Hamline της Minnesota όπου εργάζομαι διά να δώσει ει­δικές διαλέξεις), πό­σο ακριβής είναι σήμε­ρα η χρονολό­γη­ση δι’ αυτής της μεθόδου. Η απάν­τησή του ήταν ευθεία: «Για χρονο­λογήσεις εντός των τελευταίων 10 000 ετών, η ακρίβεια είναι συν ή πλην 50 χρό­νια!». Μετά όμως μου απε­κάλυψε κάτι άλ­λο πολύ σημαντικό. Η κόρη του κ. καθηγη­τή εργάζεται στην Ιτα­λία ως διδάκτωρ της Ιστορίας της Τέχνης και μεταξύ άλλων εί­χε ασ­χο­ληθεί και με την σινδόνα του Torino. Αυτή λοιπόν διεπίστωσε ότι το άτομο που εικο­νίζεται επί της σινδόνος φέρε­ται ως σταυρωμένο με το ένα πόδι επί του άλ­λου. Αυτή η τεχνο­τροπία διά την απει­κόνιση εσταυ­ρωμένων εμφανί­ζεται από το τέ­λος του 6ου αιώ­να και μετά, ενώ πριν τους απ­εικόνιζαν επί του σταυρού με τα πόδια το ένα δίπλα στο άλλο, όπως δηλα­δή εσταύ­ρωναν τους κα­τα­δί­κους τον πρώτο αιώνα σύμφωνα με τα ευ­ρήματα της Αρχαιολογίας και τις μαρ­τυ­ρίες των ιστορικών, κ. ά. Επομένως βάσει αυ­τού του στοι­χείου και μό­νον η σινδών του Torino δεν έχει να κά­νει τίποτα με τον υπο­τι­θέ­μενο Ιη­σού Χριστό. Παρ’ όλα ταύ­τα και ενώ πολλά βιβλία έχουν γραφεί για να περιγρά­ψουν την απάτη που κρύβεται πίσω από την σινδόνα, πολλοί χριστιανοί ανά τον κό­σ­μο ακόμα και τώ­ρα, προσπα­θούν να απο­δείξουν ότι η σινδών του Torino είναι η σιν­δών του μυθολο­γουμένου Ιη­σού Χριστού και ότι και τα τρία κορυφαία ερ­γαστήρια έκαναν λάθος στη χρονολό­γησή της. Με­ρι­κοί δε απ’ αυ­τούς ισχυρίζονται ότι είναι σε θέση να απο­δεί­ξουν ότι η χρονο­λό­γησή της κείται εν­τός των ετών 29-36 Κ. Ε., όπως ακ­ριβώς και εκ των προτέρων επιθυμούσαν. Ακόμα μία ειρωνεία είναι και η εξής: Ενώ αυτό το λάβαρο είναι ένα τεκμήριο της Καθολικής εκ­κλησίας και οι περισσότερες Προτεσταντικές αιρέσεις όπως και οι Ορθόδοξοι μι­σούν του Καθολικούς, είναι κυρίως Προτεστάντες εξ Αμερικής αυτοί που εκ των υσ­τέρων βάλθη­καν να αποδείξουν την αυθεντικότητα της σινδόνος. Αυτοί δηλαδή που ως μόνο επιχείρημα προβάλουν την πίστη και δεν δίνουν μεγάλη σημασία στα υπό­λοιπα αυτοί τώρα βρέθηκαν να πρωτοστατούν στην παλινόρθωση αυτής της απάτης!

9. Εξαφάνιση τεκμηρίων

Τα ανωτέρω περί των αρχαιοτέρων μύθων κλπ. είναι ένα μό­νο πα­ρά­δειγμα, αλλά αν­τι­προσωπεύει τη Χριστιανική απολο­γη­τική στο σύνολό της μα­ζί με τις αντι­φά­σεις και τις ανοησίες της. Καθόλου παράξενο αφού ήδη όλες οι γραφές τους, κανονικές και μη, έγε­μαν με χιλιάδες αντι­φά­σεις, λάθη και παραλογισμούς.

Από τον τέταρτο αιώνα Κ. Ε. και εφεξής παρατηρούμε το εξής φοβερό φαινόμενο. Οι Χριστιανοί εξαφανίζουν όχι μό­νο τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων τους και τα αντικα­θι­στούν με νέες εκδόσεις αλλά εξαφανίζουν συ­στηματικά και κά­θε αντίλογο. Τα πρω­τό­τυ­πα των Ευαγγελίων καθώς και των άλλων βιβλίων της Καινής όφειλαν να τα δια­­φυ­λά­ξουν ως κόρη οφθαλμού, όπως ακριβώς δια­­φύλαξαν «λείψα­να αγί­ων τους» που φτά­νουν μέχρι τον Εβραίο ζηλωτή Γιοκ­χαννάν τον επονομαζόμενον από τους Χρισ­τι­α­νούς Βα­πτι­στή (π. χ., μαλλιά, δόντια, δάχτυλα) και τον ίδιο τον Ιησού ή Γιεσούα (π. χ., 17 «αυ­θεντικές» ακροβυστίες της περιτομής του). Γιατί δη­λα­δή οι Εβραίοι κα­τά­φε­ραν, από τον πρώτο αιώνα και μετά και κάτω από τις πιο αντίξοες συν­θή­κες, να δι­α­φυλάξουν τη Μασ­σο­ρί­τικη έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία βασιζόταν σε αν­­τί­γρα­φα των πέντε προ­ηγουμένων αιώνων; Οι Χριστιανοί εξαφά­νι­σαν και την πρώ­τη μετά­φρα­ση της Και­νής Διαθήκης στη Λατινική, την καλούμενη Ιτάλα, από την οποία ελάχιστα αποσπά­σματα έχουν σωθεί, ενώ ο Πατήρ Ιερώνυμος την είχε στα χέ­ρια του όταν έκανε την με­τά­φραση που επονο­μά­σθη­κε Βουλγάτα κατά το δεύτερον ήμισυ του τέταρτου αιώ­να. Από τα χριστιανικά κείμενα των τριών πρώτων αιώνων, εκτός ελα­χί­στων, δεν έμεινε ουσιαστικά τίποτα!

Οι Χριστιανοί λοιπόν κατάσφα­ξαν κά­θε αν­τι­φρονούν­­τα ή σκεπτι­κι­στή και κατέκαψαν κά­­θε βι­βλίο αντι­φρονούντος ή κατά την κρίση τους αιρετικού. Κατέκαψαν και όλες τις αρ­χαίες βιβλιοθήκες. Η καταστροφή των βιβλιοθηκών από την Περσία, Βόρειο Αφρική, Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Αμερική ήταν ολοκληρωτική. Άρχισε τον τέ­ταρτον αιώνα με την βιβλιοθήκη της Αντι­ο­χείας και τις 22 βιβλιοθήκες της Αλε­ξαν­δρείας και τελείωσε τον δέκατο όγδοο με την βι­βλι­ο­θήκη της Γουατεμάλας. Ο κατά­λογος της απωλείας είναι υπέρογκος και δεν θα τον πα­ρα­θέσομε εδώ. Απλώς ανα­φέ­ρομε ότι μαζί με την αρχαία φι­λοσοφία, επιστήμη, γνώση και τέχνη περί παντός επι­στητού κατέ­καψαν και τα αρχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιστορία χιλίων ετών δηλαδή. Τα αρ­χαία έργα που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα αντιστοι­χούν σε ποσοστό ένα προς δέκα χι­λιά­δες (1 / 10 000). Εκτός ελαχίστων δεν έμεινε τίποτα!

Μεταξύ των απολεσθέντων πρωτο-Χριστιανικών και μη τεκμηρίων ανήκουν: Η πρώ­τη Χριστιανική εκ­κλησι­αστική ιστορία του Χριστιανο-Εβραίου ιστορικού του 2ου αιώνος Ηγησίππου και τα έργα του Πα­πία (2ος αιών). Πολλά έρ­γα του Ωριγένη (2ος -3ος αιών) με μεγαλύ­τερη απώλεια το τε­ράστιο έργο Τετραπλά-Εξαπλά-Εν­νε­απλά. Το αρχικό Εβ­ρα­ϊκό κεί­μενο της Παλαιάς Διαθή­κης το οποίο μετέ­φρασαν οι «Εβδο­μή­κον­τα(δύο)» μαζί με την αρχική του μετάφραση. Οι τρεις με­ταφράσεις της Παλαιάς Δια­θήκης στα Ελληνικά των Εβ­ραίων Ελληνιστών του 2ου αιώνος: του εκ Πόντου προση­λύτου Ακύ­λα, του Εβι­ω­νί­του Συμμάχου και του Εβιωνίτου Θεοδοτίωνος. Αυτές έγι­ναν προς αν­τίδραση κατά της τότε χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης, η οποία ήταν η λογοκ­ριμένη χρι­στιανική έκδοση των Εβδομήκοντα(δύο).Το δεκα­πεντάτομο σύγ­­γ­ραμμα (μεταξύ +300 και 350) του Πορ­φυ­ρί­ου «Κα­τά Χριστιανών», διά το οποίο και εξεδόθη ειδικός νό­μος, επί Θεοδοσίου του Β΄ του μικρού, το έτος +448, να πα­ρα­δί­δε­ται στη φωτιά και να αποκεφαλίζεται όποιος το κα­τέ­χει κρυ­φίως. Το υποτιθέμενο «Δια Τεσ­σά­ρων» του Χριστιανού Γνωστικού αιρετικού Τατιανού (2ος αιών). Το σύγ­γ­ραμμα (+137-156) του ιστορι­κού Φλέ­γοντος του Τραλ­λιανού. Τα συγ­γράμ­ματα του ιστορι­κού Θαλ­λού [13] (+180-220 Κ. Ε.) ο οποίος έγ­ρα­ψε για την ιστορία της Ελλά­δος και της Ασίας και έκανε αντίλογο κατά του Ιησού των χριστιανικών Ευαγγελίων. Το σύγ­γ­ραμμα (+80-100) του ιστο­ρι­κού Ιούστου του Γα­λι­λαί­ου (+35-100 περίπου) το οποίο έκα­ψε ο εξαγ­ριωμένος Ιερός Φώ­τι­ος στην Κων­σταν­τι­νούπο­λη τον 9ον αι­ώνα επειδή δεν ανέ­φερε απολύτως τίποτα για τον Ιησού Χριστό. Το σύγ­γ­ραμμα (+221) του Χρισ­τιανού εκκ­λη­σιαστικού ιστορι­κού Ιουλί­ου Αφ­ρι­κανού (Sextus Julius Africanus, περί­που 160-240, Κ. Ε.). Το ένα τρίτο των έρ­γων τού Ιου­δαίου Φί­λω­νος Αλεξανδρέως, (1ος αιών, σύγ­χ­ρονος του υπο­τι­θε­μέ­νου Ιη­σού), κλπ. Ο κα­τάλογος μπο­ρεί να συνεχισ­τεί στο «άπει­ρον». (Βλέπε και μέρη 12 και 13, πα­ρα­κάτω.). Δη­λαδή οι «άδολοι και αλη­θείς» Χριστιανοί κατά­φε­ραν να μην δια­φυλά­ξουν τα σημαν­τι­κό­τερα έργα των πρωτο-Χρισ­τιανών συγ­γραφέων και τις κυρι­ό­τε­ρες πηγές των τριών πρώ­των αι­ώνων. Όχι μόνο κατάσ­τ­ρεψαν όλα αυτά τα τεκμήρια αλλά από τον τέταρτο αι­ώνα και μετέ­πειτα αλ­λοί­ω­σαν και τα Ευ­αγ­γέλιά τους και την Βί­βλο τους. Τί να πρω­το­πούμε περί Χριστιανι­κών σκο­πιμο­τή­των;!

{[13] Η ακριβής χρονολόγηση της ζωής και δράσεως του ιστορικού Θαλλού είναι εξ­αιρετικά δυσχερής και μάλλον αδύνατος λόγω της καταστροφής των σχετι­κών στοι­χείων. Από διαφόρους τοποθε­τεί­ται από τα μέσα του 1ου αιώνος μέχρι τα μέσα του 3ου αιώνος. Έχομε και χρονολόγηση προ Χριστού αλλά δεν θεωρείται βάσιμη. Διε­ρωτάται κανείς αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Ο Επίσκοπος Αντιοχείας Θ­εό­φιλος τον αναφέρει περί το +180 στην επιστολή του Πρός Αυτόλυκον, 3: 29. Ο Charles B. Waite τοποθετεί το σύγγραμμα του Θαλλού περί το +220. Απ’ αυτόν αντέγραψε ο Χριστιανός συγγ­ρα­φέας Ιούλι­ος Αφρι­κανός περί το +221. Μερικοί χριστιανοί διατεί­νονται σκοπίμως και εσφαλμένως ότι ο Θαλλός έγραψε κατά το έτος +52. Αυτό φανε­ρώνει την ασχετοσύνη τους ή την ανειλικρίνειά τους! Βλέπε George A. Wells, Did Jesus exist? Revised Edition, Pemberton, London 1975-1986, page 13. }

Με­ρι­κά συγ­γράμ­μα­τα, τα οποία επέ­ζη­­σαν μέ­χρι τις μέρες μας, όπως του Ιω­σή­που Φλα­βί­ου, μπέν Ματτι­τι­άου, ελο­γο­κρίθησαν με βαρβα­ρότητα διά πολυαρίθμων προ­σ­θα­φαι­ρέ­σε­ων, αλ­λοιώ­σε­ων, παρε­μ­βο­λών, πλα­στο­γραφι­ών, κλπ. Και το έργο του Φί­λωνος του Αλεξανδρινού διεσώθη μόνο κατά τα δύο τρίτα. Ο «Αληθής Λό­γος» του Μεγά­λου Κέλ­σου διε­σώθη κατά 85% περί­που, κατά κα­λή συγ­κυ­­ρία, μέσα στο βι­βλίο «Κατά Κέλσου» του ζη­λωτή θεολόγου Ωριγέ­νου, αυτοευ­νου­χι­σθέντος ένεκα της Χρι­στιανικής ανο­­η­σίας και παραληρήματος (βλέπε: Ματ­θαίος 19: 12). Αυτό ανα­συ­ν­τά­χ­θη­κε για πρώτη φορά στα Ελληνικά από τον Γερ­μα­νό επιστήμονα Otto Glöckner, εκ­δόσεις A. Marcus und E. Webers, Bonn, 1924. Μόνο το σχε­τικά μι­κ­ρού μή­κους «Κα­τά Γαλι­λαί­ων» του αυ­τοκ­ράτο­ρος Μεγάλου Ιουλιανού για κά­ποιους λόγους που δεν γνω­ρίζω, έφτα­σε μέχρι τις μέρες μας.

10. Θρύμματα παπύρων και Ευαγγέλια

Οι σημερινοί απολογητές για να αποδείξουν την γνησι­ό­τη­τα των τεσσάρων κα­νο­νι­κών Ευαγγελίων και της Καινής Διαθήκης γενικότερα μας παρουσιάζουν τρία θρύμ­ματα παπύ­ρων, μεγέθους γραμματοσήμων, που πε­ρι­έ­χουν ελάχιστες λέξεις ή φράσεις από τα Ευαγγέλια. Είναι και αυτό ένα προ­τεσταντικό επιχείρημα που το χρησιμοποι­ούν όλοι ανεξαιρέτως, ορθόδοξοι και μη. (Βλέ­πετε, όταν κάτι βολεύει την κατάσταση τότε δεν πειράζει ποιος το πρωτοπα­ρουσία­σε. Ας είναι ο πιο αιρετικός, ας είναι και ο διάβολος!).

Περιλη­πτικότατα έχομε να πούμε τα εξής. Οι αρχαιό­τεροι ελλειπείς ή σχε­δόν ολο­κληρωμένοι κώδι­κες της Και­νής οι οποίοι διατηρούνται στα μουσεία του κόσμου σήμερα είναι των ετών από το 350 Κ. Ε. και εντεύθεν (Vaticanus, Sinaiticus, κλπ.). Τα τέσσερα κα­νο­νικά Ευαγγέλια με τους τίτλους των αναφέρον­ται διά πρώτη φορά στο βι­βλίο Κα­τά Αιρέ­σε­ων του Ει­ρη­ναίου Λυώνος, το 185 Κ. Ε. Αλλά τα πρω­τότυπα των Ευαγ­γε­λί­ων που είχε ο Ει­ρηναίος στα χέρια του δεν διεσώθησαν για να δούμε αν είναι τα ίδια με τα Ευαγγέλια που εμείς έχομε σήμερα στα χέρια μας. Οι Πα­τέρες και οι Απο­λο­γη­τές προγε­νέ­στεροι του Ει­ρη­ναί­ου δεν τα γνωρίζουν κα­θό­λου ούτε ως το περιεχό­με­νο ού­τε ως τους τίτλους που προ­έ­βαλε ο Ειρη­ναίος. Οι τέσσερις συγγραφείς των είναι υπο­θε­τικοί και γι’ αυτό έβαλε στον κάθε τίτλο την πρόθεση «κατά». Πριν τον Ειρηναίο έχομε μια αμυδρή νύ­ξη για κάποιο Ευαγγέλιο από τον Ιου­στίνο. Αυτά που γράφει ο Ιουστίνος είναι τόσο λίγα ώσ­τε να μην ημπορεί να εξα­χθεί κα­νένα συμ­πέρασμα. Οι Χριστιανοί πι­θα­νολογούν ότι πρό­κει­ται για το Κα­τά Ιω­άννην Ευαγγέλιο. Ακόμα στην Απολογία 50 και στον Διάλογο με τον Τρύφωνα 53 ο Ιουστίνος λέγει ότι οι μαθητές του Ιησού έφυ­γαν και δι­ασκορ­πί­στηκαν μετά τη σταύρωσή του, ενώ τα Ευαγγέλια λένε κατά την σύλληψή του. Αυτό δηλώνει ότι είτε ο Ιουστίνος εγνώριζε άλλη παράδοση απ’ αυτήν των υστεροχρόνων Ευαγγελίων είτε τα Ευαγγέλια υπέστη­σαν αλλοιώσεις, γεγονός επι­βεβαιωμένο!

Υπάρχει και μια ύποπτη αναφορά του Ευσεβίου (4ος αιών), πολύ μετά τον Ει­ρη­ναίο, στον Παπία ο οποίος έζησε πριν τον Ειρηναίο. Μας λέγει ότι κάποιος Μάρ­κος έγραψε τις αναμνήσεις του Πέτρου όταν ήταν στη Ρώμη. Το έργο του Παπία δεν το δι­έ­­σωσε, καθώς όφειλε και μπορούσε πολύ εύκολα, ο Ευσέβιος για να δούμε τί ακ­ριβώς περι­εί­χε. Το ότι ο Πέτρος βρέθηκε στη Ρώμη είναι αποδεδειγμένος μύθος, οπό­τε αυτή η αναφορά είναι άλ­λο ένα ψέμα του ψευ­το-Ευ­σε­βί­ου. Υπάρχει και μια παλαι­ότερη ανα­φορά για κάποιο Εβι­ωνιτικό Ευαγ­γέλιο των Εβραίων το οποίο οι Χριστιανοί το απο­δί­δουν στον Ματθαίο χω­ρίς να έχουν απολύτως κανένα στοιχείο γι’ αυτό. Ο «Ματ­θαί­ος», στο Eυαγγέλιο που έχομε σήμερα, αντέγραψε από τον Μάρκο και από το Q. Ο Ευσέβι­ος λοιπόν λέγει ότι, ο Παπίας άκουσε από κάποι­ον Ιω­άννη Πρε­σβύτερο ότι ο Μάρκος έγ­ραψε όπως μπορούσε από μνήμης όσα άκουσε από τον Πέτρο περί του Κυ­ρίου και ο Ματ­θαίος έγραψε στα Αραμαϊκά λόγια του Κυρίου. Ο Λου­κάς, όπως άλλοι λέ­νε, ήταν μα­θητής του αποστόλου Παύλου και έγραψε ό,τι άκουσε από άλ­λους. Αλ­λά αυτή μαρ­τυρία του Ευσεβίου μας λέγει καθαρά ότι ο Παπίας άκουσε μό­νο και συ­νε­πώς ούτε ο ίδιος ούτε ο Πρεσβύτερος είχαν αντίγραφα αυτών των κει­μέ­νων, πράγμα εξαιρετικά ενδει­κτικό για την μη ύπαρξη των γραπτών κειμένων των κα­νονικών Ευαγγελί­ωνκατά τα έτη του Παπία (μέσα 2ου αιώνος). Δεν υπάρχει καμία έν­δειξη ότι ο Ιωάννης Πρεσ­βύτε­ρος ήταν ο μαθητής Ιω­άννης, όπως ισχυρί­ζον­ται μερι­κοί. Ακόμα το Ευαγ­γέλιο του Ματθαίου ως έχει σήμε­ρα γράφ­τη­κε στα Ελλη­νικά και επομένως δεν μπο­ρεί να έχει σχέση με κά­ποια Αρα­μαϊκή συλ­λογή Κυριακών λογίων!

Αν ο Μάρκος έγραψε πράγματι αυτά που του είπε ο Πέτρος, τότε είναι πάρα πολύ πε­ρίεργο το ότι ξέχασε να μας αναφέρει ότι ο ίδιος ο Ιησού έδωσε την πρωτοκα­θεδ­ρία στον Πέτ­ρο, τον έκανε θεμελιωτή της εκκλησίας του και του έδωσε τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, κατά την ομολογία του Μάρκος 8: 27-30, πράγματα που ο Ματθαίος τα θυμόταν και τα αναγράφει σαφώς, Ματθαίος 16: 13-20!

Αν τώρα οι Απολογητές και οι Πατέρες πριν τον Ει­ρη­ναίο εγνώ­ρι­ζαν τα τέσσερα κα­νο­νι­κά Ευαγγέλια, τότε για πάρα πολλούς λόγους θα τα ανέφεραν μέσα στα πολλά και δι­άφορα γραπτά τους. Θα τους ήταν απα­ραί­τητα και πάρα πολύ χρή­σιμα στην επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία και την έκθεση που προσπαθούσαν να πα­ρου­σι­ά­σουν. Εντοσούτω δεν τα αναφέρουν πουθενά! Πολλοί, όπως π. χ. ο Τερτυλ­λι­α­νός, χτυπάνε, υβρί­ζουν και ανα­θε­μα­τίζουν τον Μαρκίωνα, ο οποίος το 140 Κ. Ε. πα­ρου­σί­ασε ένα Ευαγγέλιο που πε­ριέχει πολλά κοινά σημεία με τα Συνοπτικά Ευαγγέλια, κυρίως του Λουκά. Δεν βλέ­πομε όμως πουθενά καμίαν αναφορά από τα τρία πρώτα κανονικά Συνοπτικά Ευ­αγ­γέ­λια να πα­ρατίθεται εναν­τίον του Μαρκίωνος. Δη­λαδή, στα σημεία στα οποία ακρι­βώς διαφέρει ο Μαρκί­ων από τα κανονι­κά Ευαγγέλια δεν έχομε απο­λύ­τως καμιά αντιπα­ράθεση και σύγ­κρι­ση από τους Απο­λογητές και τους Πατέρες παρ­μένη απ’ αυ­τά, πράγμα που θα ήταν συντριπτικό επιχείρημα υπέρ τους στην διαμάχη τους με τον Μαρκίωνα. Ακόμα τα ιστο­ρικά, γεωγραφικά, Εβραϊκά και στατιστικά λάθη, οι αρα­μα­ϊσμοί, λατινισμοί και σο­λοι­κισμοί που περιέχουν φανερώνουν ότι αυτά δεν εγρά­φησαν από γνήσιους Εβ­ραί­ους όπως ο Χρι­στός και οι μαθητές του αλλά από άσχε­τους με τον Παλαιστινιακό χώ­ρο, κα­κούς χρή­στες της Ελληνικής γλώσσας και κα­κούς γνώ­στες του Εβραϊσμού και του Παλαιστιανικού γεωγραφικού χώρου. Ουσια­σ­τι­κά τα Ευαγγέλια είναι συμπι­λή­μα­τα διαφό­ρων περι­θω­ριακών και αποκρύφων πα­­ρα­δό­σεων, τα οποία πήραν την πρώτη διαμόρ­φωσή τους πι­θανότατα από τον ίδιο τον Ειρηναίο! Η τελική μορφή την οποίαν έχομε εμείς άρχισε με τον Ευσέβιο και τον Κωνσταντίνο και συνεχί­σθηκε για πολ­λούς αιώνες με­τά!

Αλλά ας μην πάμε μακριά. Όλες οι 21 επιστο­λές της Και­νής και η Αποκάλυψις δεν ανα­φέ­ρουν τίποτα γι’ αυτά τα Ευαγγέλια, ούτε καν τα θυμίζουν, ενώ κάλλιστα θα τα χρεια­ζό­ταν και θα ταί­ρι­αζαν σε πολλά σημεία τους αν αυτά υπήρχαν από τα μέσα του πρώτου αιώνος Κ. Ε. Ο Χρι­στός του Παύλου είναι εντελώς διαφορετικός από τον Χριστό των Ευαγ­γε­λίων! Ο Παύ­λος, αν και είναι ο πρώτος συγγραφέας στον κανόνα της Καινής Διαθήκης, δεν μας μεταφέρει καμία διδασκαλία ή θεολογία του ιδίου του Ιησού όπως και κανέ­να βι­ο­γραφικό στοιχείο περί αυτού! Έρχεται και σε πολλές και κατάφορες αντιφάσεις με τα Ευ­αγγέλια. Αυτό είναι πολύ περίεργο αλλά για μας πολύ σημαντικό. Τα τέσ­σερα ονόματα των συγ­γρα­φέ­ων τους έχουν αποδειχθεί πλασμα­τι­κά. Δεν γνω­ρίζομε τους πρα­γματικούς συγ­γραφείς των. Είναι δηλαδή ψευδεπί­γρα­φα κείμενα! Ο Ευαγ­γελι­σμός της παρθένου Εβραιοπούλας Μι­­ργι­άμ, η Βά­πτιση του Ιη­σού, κά. είναι προ­σ­θή­κες του 3ου και 4ου αιώ­να. Γι’ αυτό και μέσα στα Ευ­αγ­γέλια υπ­άρχουν ένα σω­ρό εκκω­φαντικές αντιφάσεις επ’ αυ­τών των υποτι­θε­μέ­νων υπερ­φυσι­κών γεγονότων. Οι δε δι­ατάξεις που αφορούν τις εορτές, την τιμή και τη λατρεία της Εβραιοπούλας Μιργιάμ διατυπώθη­καν κατά τη σύνοδο της Εφέσου το έτος 431 Κ. Ε. Μέ­χρι τότε ακόμα και οι άγιοι Πατέρες την είχαν πετάξει στην άκρη. Εκτός του Ευ­αγ­γε­λι­σμού (που αναφέ­ρεται μόνο στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον) οι άλλες εορτές (των γονέων της Ιωακείμ και Άννης, εισοδίων, ταφής, αναστά­σεως, και αναλήψεώς της, κ. ά.) βασί­στη­καν σε απόκρυφες πηγές (κυρίως σε μερικά Απόκρυφα Ευαγγέ­λια) τις οποίες οι καθολικοί ορ­θόδοξοι κατά βολικό τρόπο απεκάλεσαν Ιερά Παράδοση (μέρος της), μετά από τέσ­σερις αιώνες.

Είναι επί­σης γνωστή η επα­νέκδοση των τεσσάρων «κανο­νι­κών» Ευαγγελίων, εντός ολο­κλή­ρου της Βίβλου, η οποία έγινε κα­τόπιν εντο­λής του Μεγάλου Κωνσταντί­νου και κάτω από την επί­βλεψη του Ευ­σεβίου, για να απο­σταλούν στις διάφορες εκ­κλη­σί­ες το έτος 330 Κ. Ε. Αλλά και οι μέχρι νυν επι­ζή­σαν­τες κώδικες έχουν ση­μαν­τι­κό­τα­τες δια­φο­ρές, παρα­λείψεις, σοβαρά λάθη και κραυγαλέες αντιφάσεις μετα­ξύ των. Οι τελευταίοι 12 στίχοι Μάρκου, το τε­λευταίο κεφά­λαιο του Ιωάν­νου και η κα­τάληξη του Ματθαίου είτε πα­ρα­λεί­­πονται τελείως, εί­τε ανα­φέρον­ται με­ρικώς, εί­τε απαν­τών­ται δια­φορε­τι­κά από κώδικα σε κώδικα. Έχουν εν­το­πι­στεί πά­ρα πολ­λές κα­τοπινές πα­ρεμβολές σε ολό­κληρη την Κα­ι­νή που φτάνουν μέχρι και την επο­χή του Ολ­λανδού Ερά­σμου (1466- 1536) και ίσως και αργότερα. Π. χ. Α΄ Ιωάννου 5: 7 ‘ότι τρείς εισιν οι μαρ­τυρούντες εν τώ ουρανώ,’ «ο Πα­τήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, καί ού­τοι οι τρείς έν εισι·», Αποκάλυψις Ιωάννου 22: 18-19, κλπ. Εκτός των πολυαρίθμων παρ­εμβολών που έχουν εντοπιστεί σε όλο το μήκος της Καινής, άλλο ένα πολύ ση­μαν­τι­κό στοι­χείο είναι και ο τε­ρά­στιος αριθμός αντιφά­σε­ων και λα­θών που πε­ρι­έ­χει η Και­νή όχι μό­νο σε όλο της το μή­κος, αλ­λά και εν­τός των βι­βλίων της κατ’ ιδίαν, παρ’ όλον ότι έγι­ναν πολ­λές εν­αρμονι­στι­κές προσπάθειες και προ­τάσεις. Επομένως εκτός του ότι τα αρ­χαιότερα διασωθέντα χει­ρό­γραφα είναι του 350 Κ. Ε., τα κανο­νικά Ευ­αγγέλια που έχομε σή­με­ρα στα χέρια μας υπέ­στησαν πάρα πολλές αλλοι­ώ­σεις και πα­ρεμβολές επί πολλούς αιώνες ώστε να μην είναι δυ­νατόν να ξέρομε πλήρως και σα­φώς από ποιον γράφτηκε τί και πότε! Όλες αυτές οι αλλοιώσεις, παρεμβολές χαλ­κεύ­σεις κλπ. δεν εί­χαν άλλο σκοπό παρά να εξυπηρετούν το συμ­φέρον, τις ανάγκες και την θεολογία της κατά τόπους και εποχές συνεχώς ανα­θεωρημένης και αναμορφω­μέ­νης Χριστιανι­κής πίσ­τε­ως, δογ­μα­τικής και θρησκείας, που «ως η μόνη εκ Θεού δο­θεί­σα απόλυτη αλή­θεια χρειαζόταν συ­νεχή ανα­θε­ώρηση και κατά εποχές και τόπους ανα­προσαρμογή»!

Με όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν κατά νουν τα τρία θρύμματα παπύρων που επιδεικ­νύ­ον­ται σή­με­ρα δεν αποδεικνύουν απο­λύ­τως τί­ποτα για την γνησιότητα των τεσσά­ρων κανο­νικών Ευαγγελίων. Χρονολογούνται κατά την εποχή του Ειρηναίου και επο­μένως δεν αποδεικνύουν τίποτα για την ύπαρξή των κανο­νικών Ευαγγελίων κα­τά το πρώτο ήμισυ του 1ου αιώνα Κ. Ε. μέχρι τον Ειρηναίο (+185 Κ. Ε.). Το μεγαλύτερο πε­ριέχει λέξεις στην προσθία και οπισθία όψη από τις οποίες συμπαιρένεται ότι πρό­κει­ται για τους στίχους του Ιωάννη 18: 31-34, 37-38 αντιστοίχως. Χρονολο­γεί­ται στην παλαιότερη περίπτωση μεταξύ +125-160 Κ. Ε. Αν πά­λι τα Ευαγγέ­λια υπήρχαν υπό κάποιαν μορφή, τα τρία θρύμματα δεν ημπορούν να μας πληροφο­ρήσουν τίποτα γι’ αυ­τή τη μορφή. Εί­ναι μόνο τρία κομμάτια πολύ μικρού με­γέ­θους, με­γέθους γραμ­μα­το­σή­μων. Οι λέ­ξεις που περιέχουν και φρά­σεις που συμ­περαίνονται μπο­ρεί κάλλι­στα να προέρχονται από διά­φορα άλλα κείμενα ή άλλα ευ­αγγέ­λια, απόκρυφα, ψευδε­πί­γ­ρα­φα, αιρετικά, κλπ., που ως γνωστόν τό­τε κυκλο­φο­ρούσαν σωρηδόν μεταξύ των Εβ­ραιογνωστικο­χριστι­ανι­κών κοινο­τή­των και αργότερα κατα­δι­κά­στηκαν ως μη ορθόδο­ξα και μη κα­νονικά. Όλα αυτά τα ευαγ­γέλια είχαν πολ­λά κοι­νά και μη κοινά σημεία με­ταξύ τους. Αν π. χ. εξετάσομε τα Απόκρυφα Ευαγγέλια και τα Χει­ρό­γραφα της Νεκ­ράς Θα­λάσ­σης που έχομε σήμερα στα χέρια μας θα βρούμε πολλές κοι­νές όχι μόνο λέξεις και φρά­σεις αλλά και παραγ­ρά­φους με τα κανονικά Ευ­αγγέλια και όλη την Καινή Δια­θή­κη. Κά­νε­τε μόνοι σας μια τέ­τοια σύγκριση και πολύ σύντομα θα το δια­πι­στώσετε. Άλλο παρά­δειγμα είναι το Ευ­αγ­γέλιο του αρχιαι­ρε­σι­άρ­χη Μαρκί­ω­νος κατά το 140 Κ. Ε., το οποίο περιέ­χει πολλές κοινές φρά­σεις και παρα­γράφους με τα Συνοπ­τικά Ευαγ­γέλια, ιδίως του Λουκά. Ίσως τότε το ευαγγέλιο του Μαρκίωνος να είναι το αυθεντικό αφού αυ­τό εμ­φανίζεται 45 χρόνια πριν τον Ει­ρη­ναίο. Αλλά δεν εί­ναι ανάγ­κη να πάμε τόσο μακριά! Τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια μοι­ρά­ζον­ται μεταξύ τους έναν μεγάλο αρι­θ­μό κοινών φράσεων. Εάν δε περι­ο­ρι­στού­με στα τρία πρώτα τα Συν­οπτι­κά, τότε ο αρι­θμός των κοινών φρά­σεων αλλά και πα­ρα­γρά­φων είναι τερά­στιος.

Λαμβά­νοντες λοιπόν όλα αυτά υπ’ όψη, ακόμα και αν αυτά τα κομμα­τά­κια παπύ­ρων όν­τως χρο­νο­λο­γηθούν εντός των τριών ή δύο πρώτων αιώνων Κ. Ε., με τις τόσο λίγες ευ­­αγ­γελικές λέξεις και φράσεις που περιέχουν δεν είναι ικανά να απο­δείξουν τί­πο­τα περισσότερο εκ­τός του ότι αυ­τές οι λέξεις και φράσεις ήταν στερεότυπες και επανα­λαμβανόταν σω­ρηδόν σε μια «σχετι­κώς τεράστια» εσωτερική, αποκρυφιστική, ψευ­δε­πί­γραφη ή ανώνυμη και τεχ­νητή βι­βλι­ο­γ­ρα­φία η οποία κυ­κλοφορούσε κατά τους δύο ή τρεις πρώ­τους αιώνες Κ. Ε., και από ό,τι γνω­ρί­ζο­με και κατά τους δύο αιώνες Π. Κ. Ε. Έχομε δηλαδή να κάνο­με με φρά­σεις κλισέ τις οποίες αναμασούσαν όλοι αυ­τοί οι γραφείς και παπαγάλοι που ανήκαν στις διά­φο­ρες από­κ­ρυφες Εβραι­ο­χριστιανι­κές, και Γνωστικοχριστιανικές αποκαλυ­π­τικές και εσχα­τολογικές ομά­δες και κοινότη­τες. Το αναμάσημα αυτό καθίσταται φανερό με μια μελέτη των αποκρύφων βιβλίων που διαθέτομε σήμερα. Όμως, αυτή η βι­βλιο­γραφία, ως σύ­νολο και περι­ε­χόμενο, πα­ρέμεινε άγ­νωστη στην εκτός των προσηλύτων και των ομάδων αυτών κοινω­νία κα­θώς και στο σύνολο των μορφω­μέ­νων ανθρώπων. Ήταν γνω­στή μόνον εν­τός των εσωτε­ρι­κών κλει­στών ομάδων και των προσηλύτων τους όπως προαναφέ­ρα­με. Οι μορφωμένοι, αντικει­με­νικοί και αμε­ρό­ληπτοι συγ­γ­ραφείς και επι­στήμονες όλων των κλάδων και ειδικοτήτων αυτών των αι­ώ­νων δεν την ανα­φέ­ρουν πουθενά, πλην ελαχί­στων άνευ ουσίας και σημασίας νύ­ξε­ων, οι περισσότερες των οποίων είναι κατακριτι­κές, σαρκαστι­κές και χλευαστικές (π. χ. του Κέλσου, του Λουκια­νού του Σαμοσατέ­ως, Πορφυρίου, κλπ.). Αυ­τό σημαίνει ότι, ως σύνολο και περιεχό­με­νο αυτή η εσωτε­ρική βιβλιογραφία ήταν ασή­μαντη και ανάξια προσοχής ή χρή­σεως στην κοι­νω­νική ή οποιαδήποτε αρέ­να κατά τους τρεις πρώ­τους αιώνες Κ. Ε. Ήταν κείμενα μυστι­κο­πα­θείας, ψευδολογί­ας, παρα­μυθολογίας, ανοησίας, βλακείας, φόβου, τρόμου, πε­ριθωρι­ακά και κατά το πλείστον ψευ­δεπί­γραφα ή ανώνυμα ορισμένων πε­ριθωριακών, άμεσα εσχα­τολογικών και κατα­στροφικών ομάδων του Εβραιοχριστιανισμού και του Γνωσ­τικοχριστιανισ­μού που έπνεαν τα μένεα κατά του πολιτισμού, του ανθρώπου της κοι­νωνίας και του κρά­τους.

Μερικά γραπτά και αποσπάσματα αποδίδονται σε επωνύμους (Ιουστίνος, Ειρηναίος, Τατιανός, Παπί­ας, Τερτυλλια­νός, Κλήμης Αλεξανδρείας, Ωριγένης, κ. ά.), αλλά και αυτά έγιναν γνω­στά μετά τον Κωνσταντίνο διά των εσωτερικών πηγών και πάλι, κυ­ρίως διά του Εβραιοχριστιανού ψευδοιστορικού Ευσε­βί­ου. Εκτός του ότι πολλά εξ αυτών κατατάγη­σαν στα αιρετικά γραπτά από τους μετακωνσ­ταντινίους ορθοδόξους και άλλα δεν έχουν κριθεί ακόμα, όλα όσα έχουν διασωθεί πόρρω απέ­χουν από το να παρέξουν ακριβή ή πλήρη εικόνα του προκωνσ­ταντινίου Εβραιογ­νωστικοχριστιανισ­μού! Αυτά τα ολίγα έργα ή αποσπάσματα αυτών των επωνύμων και οι αναφορές σ’ αυτούς από υστεροχ­ρόνους χριστιανούς συγγρα­φείς και θεο­λό­γους, πιστο­ποιούν πλή­ρως όλα όσα συμπε­ραίνομε και καταμαρτυρούμε εδώ! Εξετάσ­τέ τα!

Τί μπορεί να σημαίνει το ότι ο Ειρηναίος πρώτος κατά το 185 Κ. Ε. αναφέρει τα τέσ­σε­ρα κα­νονικά Ευαγγέλια ενώ οι προηγούμενοί του δεν τα γνωρίζουν και εμείς πάλι δεν έχο­με τα ιδικά του πρωτότυπα στα χέρια μας για να δούμε τί έγραψε;

·      Ένα πράγμα που μπορεί να σημαίνει είναι ότι ο ίδιος Ειρηναίος μάλλον τα συ­νέταξε και τα έγραψε μόνος του συγκαταλέγοντας διάφορα κεί­μενα και παρα­δό­σεις που κυκλο­φο­ρού­σαν εδώ και κει και που αυτός θεώρησε κατάλλη­λα και κατάλληλες. Βέβαια το τι έγραψε ο Ειρηναίος πόρρω απέχει απ’ ότι εμείς έχομε σή­μερα, λόγω των συ­νεχών παρεμ­βολών, αλλοιώσεων και χαλκεύσεων! Εκείνη την επο­χή ο Ει­ρη­ναίος αποφάσισε να δράσει διότι ο Χριστιανισμός εί­χε κομματιαστεί σε εκα­το­ν­τά­δες αιρέσεις, η κά­θε μία των οποίων είχε το Ευ­αγγέλιό της, γεγονός που θα είχε απο­τέλε­σμα την διάλυση και την εξαφάνισή του. Ιδιαιτέρως ο Γνω­σ­τι­κισμός και οι νεοπλα­τω­νι­κές ιδέες τον απειλούσαν με πλήρη εξαφά­νι­ση. Έτσι έθεσε ως κανονικά και ορθό­δο­ξα μό­νο τέσσερα Ευ­αγ­γέλια διότι όπως εξηγεί και σύμφωνα με την θεόπνευ­στη Πα­λαιά Διαθήκη «τέσσερις ήταν οι γωνίες της γης και τα κύρια σημεία του ορίζον­τος!». (Πολύ ευ­φυής ο λόγος της γης τρα­πέζι!). Αυτός έβαλε για πρώτη φορά τους τίτλους των με την πρόθεση «Κατά» και τα ονόματα των συγγραφέων των. Με τον μι­κρό αυτόν αρι­θμό (4), σε σχέ­ση προς τον τεράστιο αριθμό όλων των Ευαγγε­λίων που τότε ήσαν εν χρήσει, προ­σπά­θησε να διατηρήσει κάποια πολυπλευ­ρία και κάποια ενότητα. Δεν έθεσε όμως ένα και μοναδικό Ευαγγέλιο όπως λο­γικώς έπρεπε να πράξει και έτσι με ένα και μοναδικό Ευ­αγγέλιο να περιορίσει τις αντιφάσεις και τις διαφορετικές τάσεις σε πολύ με­γάλο βαθμό. Θέ­λησε να διατηρήσει κάποια ποικιλία και πλου­ρα­λι­σμό ώστε να συγκρα­τή­σει περισ­σό­τερους οπαδούς στις χριστιανικές τάξεις. Αλ­λιώς θα είχε μεί­νει αυτός και κα­μιά εβδο­μηναπενταριά εργάτες που είχε πάρει μαζί του.
·      Ένα άλλο θέμα που μπο­ρεί να σημαίνει είναι το ότι πιθανόν να υπήρχε κά­ποι­ος πα­λαιότερος πυ­ρή­νας αυτών των Ευ­αγ­γε­λί­ων ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλ­λα που σω­­ρη­δόν υπήρ­χαν κατά τον πρώτον και δεύτερον αιώνα Κ. Ε. και τα οποία ήταν είτε ψευδεπίγραφα είτε αγνώστων ή ασημάντων συγ­γρα­φέων. Αυ­τά όπως όλα είχαν μι­κρή και τοπική μόνο κυκλοφορία εντός των ομάδων και των κοινοτήτων τους και αυτά έτυχε να τα γνωρίζει ο Ειρηναίος και η ομάδα του, ή αυτά του άρεσαν περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα. Έτσι κατά την δράση του εναντίον των αιρέσεων εθέσπισε αυτά ως μό­να κανονικά αφού βεβαίως προ­η­γουμένως τους έκανε μια κατάλληλη επιμέλεια. Γι’ αυτό τα γνωρίζει μόνο αυ­τός και κανένας από τους προη­γου­μένους του και γι’ αυτό στους τίτ­λους των αρχίζει με την πρό­θεση «κα­τά»! Αλλά επαναλαμβάνομε ό,τι είχε ο Ειρηναίος στα χέρια του ή ό,τι έγρα­ψε ο ίδιος εμείς δεν το έχομε σήμερα για να το δούμε και να το εξετάσομε...

Το μόνο διασωθέν έργο του Ειρηναίου είναι το τρίτομο βιβλίο του Κατά Αιρέσεων (Ad­versus Haere­sies), το οποίο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα χριστιανικά τεκ­μήρια πριν από την σύνοδο της Νικαίας, 325 Κ. Ε. Σ’ αυτό το έργο (τόμος ΙΙ, κεφά­λαιο 12, πα­ρά­­γρα­φοι 3, 4, 5 ή Ante-Nicaea Vol. 5, 2. 22, σελίδα 196) ο Ει­ρηναίος γράφει το εξής πολύ σημαντικό: Ο Ειρηναίος αποκη­ρύττει ως αί­ρεση το ότι ο Ιησούς έδρασε μόνο έναν χρόνο κατά μίαν παράδοση και τρία κατ’ άλ­λην, όπως ακριβώς δη­λώ­νουν τα τρία νυν Συνοπτικά Ευαγγέλια και το Κατά Ιωάννην αν­τιστοί­χως. Ο Ειρη­ναί­ος ισχυρίζεται ότι ο Ιη­σούς έδρασε και εκήρυξε περί τα είκοσι έτη και εσταυρώθη­κε όταν ήταν 50 και όχι 30-33 ετών όπως ισ­χυ­ρί­ζονται οι ορθόδοξοι Χριστιανοί. Εξη­γεί και τους λόγους διά τους οποίους δεν ημπορεί να πα­ρα­δεχθεί αυτές τις παραδό­σεις. Ένας λόγος είναι ότι τόσο λίγος καιρός δεν έφτανε για να περιθάλψει ο Ιησούς όλους αυτούς για τους οποίους ήλθε στη γη. Άλλος λόγος εί­ναι οι ίδιες οι μαρτυρίες των ιδίων των μαθητών του Χριστού, ιδίως του Ιωάννου, πολλών πρεσβυτέρων και άλλων οι οποίοι επιστοποίησαν αυ­τά που αυτός ισχυρί­ζε­ται. Και τέλος ερωτά: «Ποι­ους θα πρέπει λοιπόν να πιστέ­ψο­μεν;»! (Αυτούς τους μάρ­τυ­­ρες, ή αυτές τις παραδό­σεις;). Βλέ­πο­με λοι­πόν εδώ μια τρο­με­ρή διαφωνία μεταξύ των Ευαγγελίων και των όσων ισχυρίζεται ο Ειρη­ναίος στο έρ­γο του.

(Οι χριστιανοί συνήθως ισχυρίζονται ότι ο Ιησούς έζησε 33 χρόνια. Αυτό είναι υποκ­λοπή της ηλικίας του Μεγάλου Αλεξάνδ­ρου, η οποία έγινε επειδή ακόμα και κατά τους πρώτους αιώνες Κ. Ε. ο πρόωρος θά­νατος του Αλεξάνδρου και οι μύθοι περί αυ­τού γενικώς ήταν πολυσυζητημένα και λαοφι­λή θέματα.).

Περί τα έτη +200 - 210 ο Τερτυλλιανός κτυπά τον Μαρκίωνα με ύβρεις και ψευτιές. Τον κατηγορεί ότι είχε διαφθείρει το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον. Τα αποσ­πάσματα που αναφέρει από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον των ημερών του και τα συγκ­ρίνει με τα αν­τίστοιχα του Ευαγγελίου του Μαρκίωνος για να απο­δείξει την κατηγορία του είναι δι­αφορετικά απ’ αυτά που το σημερινό Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον περιέχει.
Απ’ αυτά τα στοιχεία κ. ά. συμπεραίνομε ότι τα σημερι­νά Ευαγγέλια σίγουρα δια­φέ­ρουν σημαντικά από αυτά που εί­χε κατά νουν και εξέδωσε ο Ειρηναίος. Ο Ειρηναί­ος είχε στα χέρια του διάφορες πα­ραδόσεις από τις οποίες διάλεγε αυτές που του φαι­νό­ταν εύλογες ενώ απέρριπτε όσες ο ίδιος θε­ω­ρούσε παράλογες. Επίσης βλέπομε ότι ακόμα και τότε (180 - 185 Κ. Ε.) υπήρχαν διαφο­ρε­τι­κές παραδόσεις για τη δράση του Ιησού και δεν είχαν εξα­κρι­βώσει ούτε καν την διάρκειά της. Ο Ευσέβιος και οι άλλοι μετά τον Κωνσταντίνο δεν διέσωσαν τα χριστιανικά έργα των τριών πρώτων αιώνων να βλέπαμε πόσες διαφορετικές και αποκλίνουσες παραδόσεις υπήρχαν, κλπ! Έρχον­ται λοιπόν με­τά οι χριστιανοί απολογητές και προπαγανδιστές να μας επιβάλλουν να πισ­τέψομε ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων και της Καινής Διαθήκης είναι ιστο­ρικό πρόσωπο!

Εν κατακλείδι τα Ευαγγέλια και ουσιαστικά ολόκληρη η Καινή είναι κείμενα πίστεως και τίποτα παραπάνω. Επανεκδόσεις με πάρα πολλές αναπροσαρμογές, παρεμβολές και χαλκεύεις, οι οποίες έχουν εντοπιστεί από τους ειδικούς, έλα­βαν χώρα κατά την δι­άρκεια πολλών αιώνων. Αυτό αποδεικνύει την συνεχή αναπρο­σαρ­μογή τους για να καλύψει τις κατά τό­πους και χρόνους συνεχείς και αυξανόμενες ανάγκες και αντι­φά­σεις αυτής της πα­ράλογης πί­στεως παρ’ όλον ότι αυτή απεκα­λύ­φθη εξαρχής από τον ίδιο τον Θεό! Από τον Κωνσταντίνο «τον Μέγα Άγιο» και μετά όλα αυ­τά τα στοιχεία εξυπηρετού­σαν επί πλέον πολιτικές και συμ­φε­ροντολογικές σκοπιμότητες. Επί πλέον τα Ευ­αγ­γέ­λια όπως και άλλα βι­βλία της Καινής είναι ψευδεπίγραφα (π. χ., η Πρός Εβ­ραίους Επι­στολή του Παύλου, κ. ά) ενώ άλλα έχουν κρι­θεί ως κατά πά­σαν πιθανό­τητα ψευ­δε­πί­γ­ραφα (π. χ., Β΄ Επιστολή Πέτρου, Αποκάλυψις του Ιωάννου, κ. ά.). Ως εκ τού­του τα Ευ­αγ­γέλια όπως και ολόκληρη η Καινή Διαθήκη δεν έχουν απολύτως κα­μία ισ­τορική αξία! (Βλέπε και το πα­ρα­κάτω μέρος περί ψευ­δε­πι­γρά­φων.).

Οι απολογητές δεν ομιλούν καθόλου για τον Πάπυρο 75 (Ρ75) ο οποίος χρονολογείται πε­ρί το 200 Κ. Ε. (15 χρόνια μετά τον Ειρηναίο) και περιέχει ένα μικρό κομματάκι από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, κεφάλαιο 23. Όπως φαίνεται αυτό γίνεται διότι το πρώτο ήμισυ του στίχου 34: «ο δε Ιησούς έλεγε· πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.» δεν υπάρχει μέσα στον πάπυρο. (Το δεύτερον ήμισυ του στίχου είναι: «δια­μεριζόμενοι δε τα ιμάτια αυτού έβαλον κλήρον.», το οποίον είναι ανακόλουθο ως προς το πρώτο.). Οπότε θα έχουν κακά ξεμπερδέματα αν τον αναφέρουν. Πώς θα μας εξηγήσουν το ότι ένας τόσο παλαιός πάπυρος δεν περιέχει αυτό το σημαντικότατο και νευραλγικό κομματάκι, στο οποίο ο Ιησούς συγχωρεί από τον σταυρό αυτούς που τον εστραύρωσαν, όταν μάλιστα αυτή η πράξη του, διά την οποίαν καμώνονται και υπε­ρηφανεύονται, ανα­φέ­ρε­ται μόνο στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και πουθενά αλλού; (Βλέπε: Bart D. Ehrman, Misquoting Jesus, σελίδες 190 - 195.). Έχομε λοιπόν και εδώ άλλη μια απόδειξη ότι στα Ευ­αγ­γέ­λια έχουν γίνει πολλές προσθαφαιρέσεις σύμ­φωνα με τις ανάγκες των καιρών και της πίστε­ως και συνεπώς ότι δεν είναι τα ίδια με αυτά που έγραψε ο Ειρηναίος!

Αναφέρομε εν παρόδω ότι και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά επιδεικνύουν 12 θρύμματα παπύ­ρων από αντίγραφα της χαμένης, αρχικής και πρωτότυπης μετάφρασης των Εβ­δομή­κον­τα(δύο) της Παλαιάς Διαθήκης στα οποία υπάρ­χει το τετραγράμματον ΓΧΒΧ (Γιαχβέχ), του ονόματος της Εβραϊκής θεότητας, αμετά­φραστο και γραμμένο με τους τέσσερις Εβρα­ϊκούς χαρακτήρες σε όλα τα σημεία όπου στη ση­μερινή, επίσημη και καθιερωμένη μετάφραση βλέ­πο­με τη Χριστιανική φράση «Κύριος ο Θεός». Στην ορ­θόδοξη μετά­φ­ραση της Μασό­ρας βλέπομε τη λέξη «Χασέμ = το όνομα του Θεού», διότι το «Γι­αχ­βέχ» απαγορεύεται να διαβαστεί και να προφερθεί. Το «Χασέμ» εμ­φα­νίζεται 7500 φορές περίπου εντός της Μασόρας.

Τελικά ερωτούμε τους χριστιανούς απολογητές και μη να μας απαντήσουν στα εξής: Αν όπως λένε τα τέσσερα κα­νονικά Ευαγγέλια εγράφησαν από τους αγίους, θεόπνευ­στους και εμπνευσμένους συγγραφείς των μέ­σα στο δεύτερο ήμισυ του πρώτου αιώ­νος, τότε:

α) Γιατί οι χριστιανοί δεν διατήρησαν τα πρωτότυπα αυτά πάση θυσία, αλλά αντ’ αυ­τών έχομε κείμενα από το + 350 Κ. Ε.;
β) Γιατί και πώς εμφανίστηκαν δεκάδες άλλων αντικανονικών Ευαγγελίων σε αντίθε­ση προς τα τέσσερα μόνα θεόπνευστα;
γ) Γιατί δεν διέσωσαν όλα τα κείμενα των: Ηγησίππου, Ειρηναίου, Παπία και πολλά άλλα.
δ) Γιατί ο μόνος αληθινός και παντοδύναμος Θεός τους επέτρεψε να χαθούν τα κείμε­να των εμπνευ­σ­μέ­νων ευαγγελιστών του και έτσι να επικρατήσει μετά μια ακατά­σχετη ακαταστασία;

11. Ψευδεπίγραφα
Σήμερα λοιπόν πολλοί απολογητές καλυπτόμενοι πίσω από την ανωνυμία γράφουν ό,τι θέ­λουν και όπως το θέλουν και σε ότι θέλουν, χωρίς να παραθέτουν τις επιστη­μο­νι­κές έρευνες και κριτικές πά­νω στο θέμα, τις οποίες το κοινό δεν γνωρίζει. Όταν δε κάποιος τους καταμαρτυρήσει, τό­­τε χρησι­μοποιούν κάθε λασπολογία και κακοήθεια εναντίον του, αφού η ανωνυμία τους προστα­τεύει ικανοποιητικά. Στην δε επιχει­ρη­ματολογία τους η ψευδεπιγραφία διαφόρων κειμένων τους έρχεται πάρα πολύ βολική.
Βεβαίως από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού, έχομε το συ­χνό­τατο φαινόμενο ανω­νύμων, ψευδεπιγράφωνψευ­δωνύμων), απο­κρύ­φων, κλπ., έργων. Μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι λέξεις αποτελούν ίδιον γνώρισμα του Εβραιο-Χριστιανισμού, αν δεν είναι συνώ­νυ­μες με τον Χριστιανισμό.
 Όπως έχομε προα­ναφέ­ρει, και τα τέσσερα κα­νονι­κά Ευαγγέλια, εί­ναι ψευδεπίγραφα. Αυτό ση­μαίνει ότι δεν τα έγραψαν οι συγγρα­φείς των οποίων τα ονόματα φέρουν, αλ­λά άλλοι οι οποίοι έμειναν άγνωστοι, αφού τα τέσσε­ρα ονό­ματα που έχουν καθιε­ρω­θεί είναι ψευδή. Αυτό είναι το συμπέρασμα πολ­λών αμε­ρολήπτων επιστη­μονι­κών ερευνών. Οι προτε­στάντες παραδέχονται το συμ­πέ­ρασμα αυτό, χωρίς να ορ­ρω­δούν διά την πίστην των μόνο και μόνο επειδή τους αρέ­σει. Οι κα­θολικοί και οι ορ­θό­δο­ξοι, κολ­λημένοι στον στείρο δογ­μα­τισμό τους και στην κυρι­ολεξία τους απορρί­πτουν το συμ­πέ­ρασμα αυτό, χωρίς όμως να προ­σκο­μί­ζουν κανένα πει­στικό επι­χεί­ρημα εναντί­ον του.
 Ένα άλλο απλό παράδειγμα ψευ­δεπι­γρά­φων έργων είναι του Διονυ­σίου του Αρεοπα­γί­του. Αυτά έχουν αποδειχθεί ότι εγρά­φησαν τον πέμπτον αιώνα από κά­ποι­ον που ήθελε για δικούς του λό­γους να απο­κρύ­ψει την ταυ­τό­τητά του. Μερικές μέ­θοδοι αποδείξεων έγιναν διά της συγ­κριτικής φιλο­λο­γίας και από τα νεοπλατωνικά στοιχεία που τα γραπτά αυτά περιέχουν. Δεν ήταν δυνατόν τον πρώτον αι­ώνα, που υπο­τί­θεται ότι έζη­σε ο Διο­νύ­σιος, να αναφέρει νεοπλατωνικά στοι­χεία του Πρόκλου, ο οποίος έζησε τον πέμπτον αι­ώ­να, κλπ. Μάλλον ο συγγραφέας ήταν κάποιος ασή­μαν­τος και έτσι χρη­σι­μοποιώντας το όνομα κάποιου «με­γάλου» αγίου, έστω και μυ­θολο­γι­κού, ήλπιζε ότι τα έρ­γα του θα είχαν μεγάλο αν­τίκτυπο όπως τελικά είχαν. Έτσι πολλές φορές ο συγγρα­φέας αυτών των κει­μέ­νων αναφέρεται με το παρανόμι «Ψευ­δό-Δι­ο­νύ­σιος». Ως γνωστόν ο Διονύ­σιος «Αρεο­πα­γίτης» αναφέρεται στην Και­νή Δια­θή­κη μό­νο σε ένα στίχο, Πράξεις 17: 34. Τον τέταρτον αιώνα ο τερα­το­λό­γος Ευσέ­βι­ος τον ανα­φέρει σαν δεύτερο επίσκοπο Αθηνών (πρώτον έχει τον Παύλο) στο έργο του Εκκλη­σι­αστική Ιστορία (ή καλλίτερα «Εκκλησιαστική Μυ­θιστορία»). Πέραν τού­των εκλεί­πουν τα πάντα περί αυ­τόν από όλες τις ιστο­ρικές πηγές.
Όπως είναι γνωστόν οι Πράξεις των Αποστόλων[14] καθώς και ολό­κλη­ρη η Και­νή Δι­α­θή­­κη δεν είναι ιστο­­ρι­κό βι­βλίο, ο δε Ευσέ­βιος ψεύδεται ασυστόλως. Δεν τον ενδια­φέ­ρει η αλή­θεια όπως ομολογεί. Έτσι περί Διο­νυσίου Αρεοπαγίτου υπάρχουν μόνο κάτι Χριστια­νι­κές παραδόσεις οι οποί­ες επλά­σθη­σαν από αγνώστους εκ των υστέρων. Π. χ., λέ­νε ότι, όταν σταύρωναν τον Ιη­σού, ο τότε παγανιστής Διο­νύ­σιος έτυχε να βρίσ­κε­ται στην Αλε­ξάν­δ­ρεια της Αιγύπτου και από ‘κει «ήταν ο μόνος που εί­­δε» την τρί­ωρη μεσημεριάτικη «έκλειψη ηλίου» (που δεν έγινε!) και ανεφώνησε (;) το γνωστό πα­ραμυθένιο ρητό που απέδωσε σ’ αυτόν η χριστιανική παράδοση του τετάρτου αιώ­νος: «Σήμερον ή Θεός πάσχει ή το πάν απώλετο»! Ακό­μα λένε ότι αρ­γό­τερα, μετά την προσχώρησή του στον Χριστια­νισμό, πήγε στο Παρίσι (άραγε για ψώνια;) όπου και απέ­θανε. Προς τιμήν του έχουν οικοδομήσει το στάδιο του Saint Dennis που μπορεί να επισκεφτεί κανείς στο Παρίσι σήμερα.. Μόνο σε πα­ραμύθια μπο­ρεί να βρει κανείς τέτοιες φαντα­σι­ώ­σεις.

{[14] Πρέπει ο αναγνώστης να λάβει υπ’ όψη του ότι η σύγχρονη ιστορική και θε­ο­λο­γι­κή επιστήμη απορρίπτει ολοσχερώς τις Πράξεις των Αποστόλων ως φορέα - ακόμη και ψηγ­μά­των – ιστορικών στοιχείων. Παρά την αντίθετη γνώμη των φανατικών, που θεωρούν κάποιον Λουκά, ο οποίος υποτίθεται ότι τις έγραψε, ως ιστο­ρικό πρώτης τά­ξεως, είναι γε­μάτες με μυθεύματα, σφάλματα και παρεμβολές, δεν παρέχουν χρονο­λογίες και τε­λει­ώ­νουν αφύσικα και απότομα, κλπ. Από την σύγκρισή τους με τα έργα του Ιωσήπου συμπε­ραίνομε χωρίς αμφιβολία ότι ο συγγραφέας τους ή οι χαλκευτές τους έριχναν πολλές μα­τιές σ’ αυτά, αλλά τα παράλλαζαν και δημιουργούσαν λάθη.}

12. Οι απολογητές και η χρήση του Ευσεβίου, με παράδειγμα:
Η υποτιθεμένη Έκλειψη Ηλίου κατά την Σταύρωση του Ιησού

Όπως αναφέραμε στο μέρος (9.), τα συγ­γράμματα των εθνικών ιστορικών και συγ­γ­ρα­­φέ­ων Φλέ­γοντος, Θαλ­λού, και Πορφυ­ρί­ου, 2ος αιών – αρχές 4ου αιώνος, το σύγγ­ραμμα του χριστιανού Ιουλίου Αφρικανού, 3ος αιών, και το σύγ­­γραμ­μα του Γαλιλαί­ου ιστορικού Ιούστου της Τιβε­ριάδος 1ος αιών, κ. ά., έχουν απολε­σθεί. Τί έχει απομείνει για να διασωθούν αυτά;! Σήμερα όμως διάφοροι αυ­τοβα­πτι­­σθέν­τες απολογητές, που συνήθως τελούν εν ανωνυμία, μας πα­ραθέτουν «αποσπά­σμα­τα» του Φλέγοντος και του Θαλλού, τα οποία ισχυρίζονται ότι φέ­ρουν μαρτυρί­ες για τον σει­σμό και την έκ­λειψη ηλίου που δήθεν έγιναν κατά τη σταύρωση του υποτι­θε­μέ­νου Ιη­σού. Κατ’ αυ­τόν τον τρόπον οι απολογητές νομί­ζουν ότι μας παρέχουν «ιστο­ρι­κές» πλέον «απο­δεί­ξεις» περί της ιστορικής υπάρξεως του θρυ­λου­μέ­­νου Ιησού που έγινε μετά ο μυθο­λο­γικός Χρι­στός.

Ση­μει­ώστε ότι την έκλειψη ηλίου (ή το σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη) την ανα­φέ­ρουν ο Ματ­θαίος 27: 45, ο Μάρκος 15: 33 και ο Λου­κάς 23: 44. Ο Ιωάννης την αγνοεί. Το σχί­σι­μο του καταπετάσματος του ναού στα δύο, από πάνω ως κάτω, το ανα­φέρουν ο Ματ­θαί­ος 27: 51, ο Μάρκος 15: 38 και ο Λουκάς 23: 45. Ο Ιωάννης το αγνοεί. Αλλά τα υπό­λοιπα μυθο­λο­γι­κά συμβάντα, περί σεισμού, ανεώξεως πολλών μνημείων, ανα­στάσεως πολλών νεκρών στην Ιερου­σα­λήμ, κλπ., τα αναφέρει μόνο ο Ματθαίος 27: 51-53, ενώ οι άλλοι τρεις κα­νο­νικοί ευ­αγγε­λι­στές τα αγνοούν.

Όλα αυτά τα δήθεν ανεξάρτητα ιστορικά «αποσπάσματα» είναι μια πλά­νη που διε­νερ­γείται είτε από σκοπιμότητα, είτε από άγνοια, εί­τε από τυφλή ή σκόπιμη πί­στη στα γρα­πτά του Ευσεβίου Καισα­ρεί­ας. Αυτά τα αποσ­πά­σμα­τα, όπως τα χρησιμο­ποι­ούν οι διάφοροι νεοχριστιανοί απολογητές, μας τα παρου­σι­ά­ζει ο Ευ­σέβιος μέ­σα στην «Εκκ­λησια­στι­κή Ισ­το­ρία» του και σε άλλα έργα του. Τα αποσπούν από εκεί και δεν γε­μί­ζουν ούτε δυο σελίδες. Είναι ελάχιστα και ξεκομμένα. Έτσι δεν απο­τε­λούν κριτήρια της επιστήμης της Ιστορίας γι’ αυτό και για τους εξής λόγους. Ο Ευσέβιος έχει πλέ­ον απο­δειχθεί, επι­στη­μο­νι­κώς και πολ­λα­πλώς, ότι ήταν μέγας πλαστο­γράφος και ψευ­δο­λό­γος και ου­δέ­ποτε φρόντισε να δια­σώσει την αλή­θεια και τις πηγές που ο ίδιος χρη­σι­μο­ποίησε. Τις πη­γές τις κατάστρεψε. Π. χ., το σύγγραμμα του Εβραιο­χρισ­τι­α­νού ισ­το­ρι­κού του 2ου αιώνος Κ. Ε. Ηγησίππου και το σύγ­γραμμα του Χριστιανού ισ­το­ρι­κού του 3ου αιώ­νος Κ. Ε. Ιου­λί­ου Αφρικανού, από τα οποία ο Ευσέβιος αντιγ­ρά­φει κα­τά το πρώτο ήμισυ του 4ου αιώ­νος, έχουν ολοκληρωτικά χα­θεί. Απορεί κανείς για ποι­ους λόγους ο Ευ­σέβιος δεν φρόντι­σε να διασώσει τέτοια ντο­κου­μέντα. Λόγω της θέσεως και της δυ­νά­με­ώς του μια ρητή διαταγή του για να επα­νεκ­δο­θούν και να δια­φυλαχ­θούν τα συγ­γράμματα αυτά αρκούσε. Ούτε τα γρα­πτά του Υποα­πο­στολικού Πατέρα Παπία, (60−140 ή κατ’ άλλους 70−155 Κ. Ε.), επισκό­που Ιε­ρα­πόλεως Φρυ­γί­ας, διέσωσε. Λέγεται ότι ο Πα­πίας έγραψε πέντε βιβλία, σχετικά με τις προ­φητείες για τον Κύριο, τα λόγια του Κυρίου, κλπ., τα οποία έχουν απο­λεσθεί. Μόνο λίγα κομ­ματάκια αναφέ­ρονται από τον Ευσέβιο και άλλους Πα­τέρες. Ο Ευσέβιος, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέ­γει ότι ο Παπί­ας έγρα­ψε βλα­κείες. Συγ­κε­κρι­μένα στην Εκκλησιαστική Ιστο­ρία του (3: 39), ο Ευσέ­βι­ος γράφει: «Ο Πα­πίας ήταν άν­­θρω­πος πολύ μικρού νου (σφόδρα γάρ τοι σμικρός ών τόν νούν), αν τον κρί­νο­με από τα ίδια τα λόγια του.». Αυ­τό και αν εί­ναι ύπο­πτο!... Ήλθε ο Ευσέβιος τον 4ο αι­ώνα για να δι­ορ­θώσει και να κρί­νει τους πατέρες και τις πηγές του 2ου αι­ώ­να...

Κα­τά το πρό­τυ­πο του Απο­στόλου Παύλου, (Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 7, «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­τω­λός;», αυτό είναι το μόνο αληθές που μας είπε ο Παύλος), ο Ευσέ­βιος χρησιμοποίησε κά­θε δόλιο μέσο για να υπο­στη­ρί­ξει και να προ­παγαν­δί­σει το δήθεν αληθές της νέας Χριστιανι­κής θρη­σκείας, όπως αυτή διε­μορ­φώ­θη κατά το πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνα. Ουσια­στι­κά η νέα μορ­φή της Χριστιανικής θρη­­σκείας ήταν δη­μι­ούργημα του Ευσεβίου με τη συ­νερ­γα­σία μιας ομάδας συγ­χρόνων του Χρι­στιανών μελε­τητών, αλ­λά και εθνικών όπως ο Σώπα­τρος, κατόπιν αυστη­ρής απαί­τησης και εντολής του αυτο­κράτορα Με­γά­λου Κων­σταν­τίνου, ο οποίος πριν ολίγο καιρό εί­χε γίνει μονοκράτορας. Ο Ευσέβιος όμως απεδείχθη πολύ βια­στικός και απ­ρόσεκτος πλαστο­γράφος. Έτσι οι πλα­στογρα­φί­ες του ανα­κα­λύφτηκαν σχε­τικά εύ­κολα από πολ­λούς αμε­ρό­ληπτους ερευνητές επιστή­μο­νες, αρκετοί των οποίων προέρ­χον­ταν από διάφορες Χριστιανικές διομολογή­σεις. Ένας τέτοιος ήταν και ο Charles B. Waite, ο οποίος έγραψε το βιβλίο History of the Christian Re­ligion to the Year 200 (μελετήστε τις σε­λί­δες 332-337.).

Έτσι λοιπόν βλέπομε ότι τα απο­σπάσματα που παραθέ­τει ο Ευσέβιος περί σεισμού, εκ­λείψεως ηλίου, κλπ. αναφέ­ρον­ταν σε άλλο σεισμό (που έγινε στη Βιθυ­νία της Μι­κ­ράς Ασίας, πολύ μακριά από την Ιερουσαλήμ) και σε άλλη έκλειψη ηλίου. Απλώς ο Ευσέ­βιος τα προ­σάρμοσε όσο αυ­τός νόμισε αρκετά για να ται­ριάσουν με τους μύθους του Ματθαίου. Πλην όμως προ­δό­θηκε από τα εξής:

1)   Το ίδιο το πρόχειρο και βιαστικό γράψιμό του, διότι δεν προσάρμοσε φιλο­λο­γι­κώς την δική του γλώσσα με την γλώσσα των αρχικών συγγραφέων.
2)   Από τις αναφορές των ιδίων αποσπασμάτων από Χριστιανούς συγγραφείς πριν τον Ευσέβιο, π. χ. τον Ωριγένη κά., που είναι εντελώς διαφορετικές.
3)   Από το γεγονός ότι οι αρχικοί ιστορικοί, που μόλις αναφέραμε, ήταν και πα­ρέμειναν «παγαν­ι­στές εθνικοί». Οπότε αν ανάφεραν μέσα στα ιστορικά τους συγγράμματα αυ­τά τα συμ­βάντα ως αληθινά και πραγματικά, όπως θέλουν να μας τα παρου­σι­άσουν ο Ματ­θαίος και ο Ευσέ­βιος, τότε είναι πέραν πάσης φαντασίας το γεγο­νός ότι αυ­τοί πα­ρέμειναν παγα­νι­στές αντί να ασπαστούν την νέα «αληθινή» θρησκεία του Χριστιανισμού. Έχει γού­στο, ο Φλέγων και ο Θαλλός να έγρα­φαν ιδιοχείρως ως αληθή γεγονότα την έκ­λει­ψη ηλίου, τον σεισμό και την ανάσταση των νεκρών της Μεγάλης Παρα­σκευ­ής όπως μας τα παρουσιάζει ο Ματθαίος και να μη γίνουν Χριστιανοί απορ­ρί­πτον­τες αμέ­σως τον παγανισμό! [15]

{[15] Αυτά είναι ανάλογα με εκείνη την πλαστογραφημένη μαρ­τυρία του Ιωσή­που (Ιουδαϊκή Αρχαιότητα 18: 3: 3 ή 18: 63-64), όπου ο μεν Ιησούς Χριστός ομο­λο­γείται (από τον Ιώ­σηπο υποτίθεται) ως σοφός Ιουδαίος Μεσ­σί­ας και τριήμε­ρος αναστηθείς εκ νεκρών, ο δε Ιώσηπος όχι μόνον δεν προσχώ­ρη­σε στον Χριστιανισμό απορρίπτον­τας τον Ιουδαϊσμό, αλλά παρέμεινε ορθό­δο­ξος Φα­ρισαί­ος μέχρι τον θά­νατό του! (Αν αμφιβάλλετε, διαβάστε το βιβλίο της αυτο­βιο­γραφίας του). Αυ­τή η μαρ­τυρία, το Testimonium Flavianum, αποτελεί άλ­λη μία πλαστο­γραφία του Ευσεβίου, όπως έχο­με αναπτύξει στο μέρος (9.)..
Όσο για τους αναστηθέντας νεκρούς και τα άλλα φαινόμενα της Μεγάλης Πα­ρα­σ­κευής αναφέρονται μό­νο από τον Ματθαίον. Ο Ιωάννης που συνεχώς καυχιέται ότι λέγει την αλήθεια και ήταν αυτόπτης μάρτυς στα γεγονότα του Πάθους δεν αναφέρει τίποτα απ’ αυτά. Δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Τί λέτε: περίεργο! Ο Μέγας Αυ­το­κ­ράτωρ Ιουλιανός στο Κατά Γαλιλαίων έργο του δικαίως απορεί πως κανένας άλλος εκτός του Ματ­θαίου δεν αναφέρει ούτε πληροφορήθηκε τίποτα. Ού­τε Ρωμαίος συγκ­λη­τικός, στρατιωτικός, κυβερνήτης, ούτε κανένας Ιουδαίος άρχων, ραβίνος, κλπ, ούτε κα­νένας άλλης εθνικότητος. Όλη η υφήλιος αγνόησε αυτά τα τρομακτικά «γεγο­νότα»! Οπότε τί λέτε; Ψεύδεται ο Ματθαίος; Ναί ή ού;}

4)   Ο Θαλλός και ο Φλέγων έζησαν κατά τον 2ο και 3ο αιώνα. Οπότε τίθεται το εξής ερώτημα: Οι περιγραφές των φυσικών φαινομένων που υπήρχαν στα συγγράμμα­τά τους αφο­ρούσαν φυσικά φαινόμενα τα οποία είτε συνέβησαν κατά την διάρκεια της ζω­ής των και που οι ίδιοι παρατήρησαν ή άκουσαν περί αυτών, είτε αφο­ρού­σαν φυσικά φαινόμενα που υποτί­θε­ται ότι συνέβηκαν πριν 150 χρό­νια τουλά­χι­στον; Αν υποθέσομε ότι ισχύει η δεύτερη εκδοχή, τότε ως επι­στή­μο­νες και ιστο­ρικοί θα έπρεπε να παραθέσουν τις πηγές τους και κά­ποιες ημερομηνίες. Όμως ο αντιγραφέας Ευσέ­βιος δεν μας ανακοινώνει κα­μιά τέτοια πληροφορία, όπως και θα όφει­λε να πράξει αν ήταν σωστός ιστορικός, και η οποία θα ισχυροποιούσε έτι περισ­σότερο τους ισχυρισμούς του. Όπως όμως αποδείχθηκε από τα συγγράμμα­τα του Ωριγένη και άλλων προηγου­μέ­νων Χριστιανών συγγραφέων, οι οποίοι αναφέρονται στον Θαλλό και τον Φλέγοντα ισχύει η πρώ­τη εκδοχή και ο Ευσέ­βι­ος[16] αποδεικνύεται άλλη μια φορά δόλιος πλαστογρά­φος.

{[16] Οι ατιμίες του Ευσεβίου έχουν καταδειχθεί πολλαπλώς στην παγκόσμια έρευνα και βιβλιογραφία. Ήδη εδώ με τα στοιχεία μας δεικνύομε μερικές. Δεν δικαιούται ο Ευσέβιος την εμπιστοσύνη που αποδίδεται σ’ έναν ιστορικό. Ο ίδιος ομολογεί ότι δεν τον ενδιέφερε η αλήθεια αλλά το συμφέρον της Νέας Χριστιανικής πίστεως! Στην σύ­νοδο της Νικαίας το +325 έπαιξε το ρόλο του πολιτικάντη και περίμενε να δει προς τα που θα έγερνε τελικά η πλειοψηφία με την οποία στο τέλος συνυπέγραψε. Επίσης όλα τα στοιχεία συγ­κλί­νουν στο ότι αυτός επλαστογράφησε το γνωστό και πολύ συ­ζητηθέν Testimonium Flavianum στον Ιώσηπο (βλέπε μέρος 9.). Ο Δρ Χριστιανός θε­ολόγος Κωνσταντίνος Σια­μάκης, δεν κατεδέχθει να συμπεριλάβει αυτές τις ψευ­το-μαρτυρίες του Φλέγοντος και Θαλλού στο λεπτομερές σύγγραμμά του: Εξωχρισ­τι­ανι­κές Μαρ­τυ­ρί­ες γιά τό Χριστό καί τούς Χριστιανούς, Εκδόσεις «Άθως», Αθήναι, 2000. Ευρίσκονται όμως, μαζί με διάφορες άλλες, στο σύγγραμμα του Charles B. Waite, History of the Christian Religion to the Year Two Hundred (200), Fifth Revised Edition, C. V. Waite & Co., Chicago 1900 – 1992, ο οποίος τις τιτλοφορεί Παραχα­ράξεις του Ευσεβίου και μας μεταφέ­ρει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.}

5)   Από την επιστημονική απόδειξη ότι είναι αδύνατο να γίνει έκλειψη ηλίου κατά εποχή πανσελήνου και ως γνωστόν το Εβραϊκό Πάσχα (Πεσάχ) εορτά­ζε­ται πάντα τέτοια εποχή. Έπειτα, μια ολική έκλειψη ηλίου διαρκεί μερικά μόνο λεπτά (10 - 30) και σε μικρό τόπο και όχι τρεις ώρες σε όλη τη γη όπως επιθυ­μούν οι τρεις πρώτοι ευαγγελι­στές.

Ένας ακόμα λόγος που αποδεικνύει ότι η έκλειψη ηλίου[17] (το σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη) των τριών συνοπτικών δεν έγινε ποτέ μας τον παρέχει το Κατά Ιωάννην Ευ­αγ­γέ­λιο. Για να δούμε γιατί:
1.    Στον μεν Ματθαίον 27: 45 δια­βάζομε: «Από δέ έκτης ώρας σκό­τος εγένετο επί πάσαν την γήν έως ώρας ενάτης.». Δη­λαδή σύμφωνα με τις σημερινές ώρες το σκο­τά­δι άπλωσε πάνω σε όλη τη γη από τις δώ­­δεκα το μεσημέρι, ώρα έκτη, κατά την μέ­τ­ρηση των ωρών της ημέ­ρας την εποχή του υποτιθεμένου Ιησού, η οποία άρχιζε στις έξη το πρωί. Κράτησε μέχρι τις τρεις το από­γευμα (ώρα ενάτη), δηλαδή τρεις ολόκ­ληρες ώρες.
2.    Στον Μάρ­­κον 15: 33 δια­βάζομε: «Γενομένης δέ ώρας έκτης σκότος εγέ­νετο εφ’ όλην τήν γήν έως ώρας ενάτης·».
3.    Στον δε Λουκάν 23: 44 διαβάζομε: «Ήν δέ ωσεί ώρα έκτη καί σκότος εγέ­νετο εφ’ όλην τήν γήν έως ώρας ενάτης, τού ηλίου εκλεί­πον­τος,».
4.    Τώρα πάρετε την Καινή Διαθήκη και διαβάστε: Ιωάννης 19: 13-16. Ιδιαι­τέ­ρως στον στίχο 14 διαβά­ζομε: «ήν δέ παρασκευή τού πάσχα, ώρα δέ ωσεί έκτη· και (ο Πιλάτος) λέγει τοίς Ιουδαίοις· ίδε ο βασι­λεύς υμών.». Στον δε στί­χο 16 πα­ρα­κά­τω δια­βάζομε «τότε ούν (ο Πιλάτος) πα­ρέ­δω­κεν αυτόν αυτοίς (στους Ιου­δαίους) ίνα σταυ­ρω­θή.».


{[17] Ας λάβομε επίσης υπ’ όψη μας ότι το θέμα του σεισμού ή των μεταθανατίων εμ­φα­νί­σεων λύεται ως εξής: Όλος ο Ελληνικός Κόσμος εγνώριζε ότι ο Ρωμύλος απεθε­ώ­θη ανα­ληφθείς εις τους ουρανούς εν μέσω σφοδρής καταιγίδας, σάλου, σεισμού, και σκότους τόσου ώστε να μην ηδύνατο κανείς να δει τα γύρω του, και ότι κατόπιν επα­νεμφανίσθη καθ’ οδόν σε φίλο του Συγκλητικόν εις τον οποίον ανακοίνωσε τα συμ­βάν­τα της απο­θε­ώσεώς του και όρισε την ίδρυση ναού και τα σχετικά της λα­τρείας του. Όλη αυτή την ιστορία αντέ­γρα­ψαν προχείρως οι Χριστιανοί διά να την απο­δώ­σουν στον ιδικόν τους θεό. Κατόπιν βλέπομε τον εκατό­ν­ταρχον να λέγει: «Αληθώς υιός Θεού είναι αυτός» (Ματθαίος 27: 54). Τί σημαίνει αυτή η φράση; Απλούστατα, οι Χριστιανοί έβλεπαν στα νομίσματα της εποχής την προτομή του Αυγούστου με την φράση DIVI F(ILIUS) (= Υιός Θε­ού = Υιός του αποθεωθέντος Ιουλίου Καίσαρος) και έλεγαν: «Ο ιδικός μας Θεός είναι DIVI FILIUS!».}

Για να εξετάσομε λοιπόν προ­σε­κτι­κά τί καινούργια μας ξεφουρνίζει ο Ιωάννης:

1)   Πρώτον: Δεν ήταν ακόμα ημέρα του Πάσχα αλλά παρασκευή του Πάσχα. Οι τρεις συνοπτικοί μας βεβαιούν ότι το τελευταίο δείπνο, η δίκη, η σταύρωση και η ταφή έγιναν την ημέ­ρα του Πά­σχα που εκείνο το έτος έπεφτε να είναι ημέ­ρα Παρασκευή (δηλαδή η προπαρασκευαστική ημέρα για το Σάββατο που επόταν). Ο Ιωάννης όμως μας λέγει ότι η δίκη, η σταύρωση και η ταφή συνέ­βησαν μεν ημέρα Παρασκευή, αλλά αυτή ήταν η προπαρασκευασ­τι­κή ημέ­ρα του Πάσχα του έτους εκείνου που κατά τον Ιωάννη έπεφτε Σάββα­το. (Άλλη μια κραυγαλέα αντίφαση των θεοπνεύστων γραφών και ευαγγελισ­τών.).
2)    Δεύτερον: Στις δώδεκα το με­σημέρι της Παρασκευής ο Πιλάτος ακόμα ασ­κούσε δικαστι­κά κα­θή­κοντα και λογομαχούσε με τους Ιου­δαίους. Τώρα πως να δίκαζε άραγε ο Πιλάτος και πως να λογομαχούσε με τον Ιου­δα­ϊ­κό όχλο μέ­σα στο σκοτάδι, αφού στους τρεις συν­οπτι­κούς το σκοτάδι είχε αρχίσει ήδη στις δώδεκα το με­σημέρι, ας μας το απαντήσουν οι απολογητές...
3)    Τρίτον: Στον Μάρκον 15: 25 ο Ιησούς ήταν ήδη σταυρωμέ­νος τουλάχιστον για τρεις ώρες, από τις εννέα το πρωί έως και μετά το μεσημέρι δηλαδή. Στον Ιωάννη όμως βλέπομε τον Πιλάτο, (μέ­σα στα σκοτεινά;), να παραδίδει τον Ιη­σού στους Ιουδαίους για να σταυ­ρωθεί (χωρίς να μας λέ­γει εδώ ποιοι θα εκτε­λούσαν την σταύρωση). Η σταύ­ρωση δηλαδή πρέ­πει να έγινε το νω­ρί­τε­ρο γύ­ρω στις μία η ώρα το απόγευμα και μέ­σα στο σκοτάδι, αν ήταν δυνατόν! Πώς; Ας μας απαντήσουν οι φωστήρες της Χριστιανικής μά­στι­γας. Μετά, και ο Μάρκος ήταν θεόπνευστος ως ευαγ­γε­λι­σ­τής. Μάλιστα δε, αυτά που έγραψε τα έμαθε από τον μέ­γα μα­θητή Πέτρο που ήταν στον όμιλο των δώ­δεκα. Πώς λοιπόν γεφυρώνονται οι θεό­πνευστες τρο­μα­κτι­κές αντιφάσεις μεταξύ Μάρκου καθώς και των άλλων δύο συνοπτικών και Ιωάννου; Κύρι­οι απολογητές τί πει­στικά επιχειρήματα έχετε για να μας απαντήσετε;
4)   Τέταρτον: Ο Ιωάννης ανήκε στην ομάδα των δώδεκα πρωτοστατούντων μα­θη­τών, ακολου­θού­σε τον Ιησού παντού και πάντοτε, ήταν ο φίλτατος μαθητής του Ιη­σού. Εκτός από αυ­τόπτης μάρτυς όπως ομολογεί ο ίδιος, ως ευαγγε­λι­σ­τής ήταν απαραι­τήτως «θεόπνευστος» και ο ίδιος μας τονίζει ότι (21: 24) «η μαρτυρία του είναι αληθής», πράγμα που οι άλλοι δεν το αναφέρουν. Παρα­κολούθησε την δί­κη και την σταύ­ρωση. Ακόμα ο εσταυ­ρω­μένος διδάσκαλός του μίλησε και στη μάνα του και στον Ιωάννη που ήταν δίπλα της (19: 26 -27). Πάντως το σκοτάδι που πλά­κω­σε από τις δώδεκα το μεσημέρι πάνω σ’ όλη τη γη και σίγουρα θα ήταν σο­βα­ρό εμ­πό­διο για να διε­κ­περαιωθούν σωστά και ωραία όλα όσα συνέβησαν δεν το αναφέρει πουθενά. Άρα δεν έγινε!

Η πρώτη των ανωτέρω παρατηρήσεων χρήζει περισσοτέρας επεξηγήσεως και αναφο­ρών από τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια. Το ότι το Πάσχα των τριών συνο­πτικών έπεφτε ημέρα Παρασκευή ομολογείται στον Ματθαίο 27: 62, Μάρκο 15: 42 και Λου­κά 23: 54. Τα επεισόδια του πασχαλινού τελευταίου ή μυστικού δείπνου, της συλλή­ψεως του Ιησού, της βιαστικής δίκης, της σταύρωσης και της τα­φής, κλπ., αναφέρον­ται στα κεφάλαια Ματθαίος 26, 27, Μάρκος 14, 15 και Λουκά 22, 23. Στον Ιωάννη όμως, όπως αναφέραμε, η Παρασκευή αυτή ήταν η παραμονή του Πάσχα το οποίο έπεφτε ημέρα Σάβ­βατο, πράγμα που επαναβεβαιώνει ο Ιωάννης και παρακάτω στους στίχους 19: 31 και 42. Ακό­μα στον Ιω­άννη ο Ιησούς δεν είχε πασχαλινό δείπνο (Σε­δέρ). Συγκεκριμέ­να μας λέγει: Ιωάννης 13: 1-2 «Προ δε της εορτής του πάσχα ειδώς ο Ιησούς ότι ελή­λυθεν αυτού η ώρα ίνα μεταβή εκ του κόσμου τούτου προς τον πατέρα, αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέ­λος ηγάπησεν αυτούς. και δείπνου γενομένου, του δια­βόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παρα­δώ,». Εδώ λοιπόν ο Ιωάννης μας ομιλεί αόριστα για κάποιο δείπνο που έγι­νε προ της εορ­τής του Πάσ­χα και όχι για το πασχαλινό δείπνο το βράδυ της ημέ­ρας του Πάσχα όπως μας λένε οι άλλοι τρεις. (Μέσα στις Άγιες Γραφές οι θεόπ­νευστες αντιφά­σεις είναι πιο πανταχού παρούσες από το Άγιο Πνεύμα!). Ο αγαπητός και επιστήθιος μαθητής Ιω­άννης καίτοι πα­ρών δεν αναφέρει το μέγα, τρομερό, φρικ­τό και θεμελιώδες Μυστή­ριο της Θείας Ευχαρι­στίας, όπως το αναφέρουν οι άλλοι τρεις­, αλλά το νίψιμο των ποδών των μα­θητών από τον Ιησού κατά το δείπνο (13: 4-14) που δεν το αναφέρουν οι άλλοι. (Άλ­λη μια κραυγαλέα αντίφαση. Τί συμβαί­νει τε­λικά με τους θεοπνεύστους ευαγγελισ­τές; Ποιός γράφει αληθώς και όπως έγιναν τα «γεγονότα»;).

Ο «τελευταίος» ευαγγελιστής που έγραψε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον κατα­πιάνεται από την αρχή του Ευαγγελίου του με ψευτοθεολογίες και αμνούς. (1: 29 «... ίδε ο αμ­νός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.» και 1: 36). Έτσι φτιάχνοντας και άλ­λες θεολογίες έφτιαξε έναν μυθο­λογικό Ιησού ο οποίος δεν έφαγε τον πασχαλινόν αμ­νόν (κατά τον μυστικόν δείπνον, όπως μας λένε οι άλλοι τρεις), αλλά με το να σταυ­ρωθεί κατά την παραμονή του Πάσχα έγινε ο ίδιος πασχαλινός αμνός για τους άλλους το βράδυ της ημέρας του Πάσχα. Αυτή είναι μια θεολογική ψευτοδικαιολόγηση για τις μεγάλες αντιφάσεις που δημιουργεί ο Ιωάννης, αλλά αυτό αποδεικνύει ότι οι ευαγ­γελιστές δεν μας παρέδω­σαν γεγονότα και ιστορία αλλά δικές του επινοήσεις με ψευ­τοθεολογίες και μυθεύματα για να δημιουργήσουν μια ψευτο­θ­ρησκεία. (Όσο για θεο­π­νευ­στία, έχομε βαρεθεί να την αναφέρομε!).

Όπως και να έχουν τα πράγματα, όλα τα συμβάντα που μας αφηγούνται και οι τέσ­σε­ρις ευαγγελιστές από την ετοιμασία του τελευταίου δείπνου μέχρι τον ενταφιασμό που έκαναν ο Ιωσήφ με τον Νικόδημο έγιναν μέσα 24 ώρες περίπου. Επειδή αυτά εί­ναι πολλά και δεν είχαν ολιγόλεπτη διάρκεια πρέπει να γινότανε με κινηματογραφική ταχύτητα. Ανα­φέρομε επιγραμ­ματικά μόνο και εσεις διαβάσετε τις λεπτομέρειες και εκτιμήσετε την χρονική διάρκεια του καθενός: Προετοιμασία, δείπνο και ευχαριστία ή νίψιμο ποδών, προδοσία Ιούδα, πορεία προς Γεσθη­μανή και στάθμευση εκεί, σύλ­λη­ψη και μεταφο­ρά στο συνέδριο, ανακρίσεις από Άν­να, Καϊάφα, Πιλάτο, Ηρώδη και ξανά Πιλάτο, παράδοση στον όχλο και στρατιώτες, βάδην προς Γολγοθά ή Κρανίου Τόπον, σταύ­ρω­ση μέχρι εκπνοής, δια­πίστωση θανάτου και αίτηση του σώμα­τος, απο­καθήλωση, επά­λειψη με σμύρνα και αλόη, η σινδόνη και τα οθόνια, ενταφι­ασμός, κλπ., έγιναν μέσα σε 24 ώρες. Διαβάσετε όλα αυ­τά και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες μέσα στα τέσ­σε­ρα Ευαγγέλια και εκτιμήσετε μια λογική χρονική διάρκεια που χρειάσ­τηκε το καθέ­να να δείτε τι γί­νε­ται. (Μερικές χρο­νικές διάρκειες δίνονται μέσα στα Ευαγγέ­λια ή υπολογίζονται απ’ αυτά που γράφουν. Π. χ., ο Ιησούς μέχρι που εξέπνευ­σε έμει­νε πά­νω στον σταυρό 6 ώρες, κλπ.). Ώστε λοιπόν, οι ιθύνοντες Ιουδαίοι κατα­σπατάλησαν με απόλυτη βιασύνη κάθε λεπτό της εορτής του Πάσ­χα (ή της παραμο­νής του) με αυ­τά τα συμβάντα και τίποτα άλλο, αντί να βάλουν τον Ιησού στη φυλα­κή και μετά από μια-δυο μέρες με την ησυχία τους και όσο χρόνο ήθελαν, να κανόνι­ζαν τι θα τον έκα­ναν. Περίεργα πράγματα.

Εσείς που δια­βάζετε ετούτες δω τις λέξεις τί λέτε; Τί αμερόληπτα συμπεράσματα βγάζετε μόνοι σας; Αν όλα τα παραπάνω «γεγο­νότα» συν­έβησαν όπως γράφουν οι τέσσερις θεόπνευστοι ευαγγελιστές τότε ποιος έχει δίκιο; Αν πράγματι έγιναν μέ­σα στο σκο­τά­δι «του καταμεσήμερου της ημέρας της Ιουδαίας κατά τον λαμ­πρό μήνα Νισάν (Μάρτιος-Απρίλιος)», τότε γιατί άραγε αυτός ο θε­όπνευστος ευ­αγγελιστής και φιλαλήθης Ιωάννης[18] δεν το ανέφερε τουλά­χι­στο μέσα σε δυο στί­χους; Ή μή­πως αυτό το φαινόμενο του φάνηκε τόσο φυ­σιολογικό και τόσο σύνηθες ώστε να το αγνο­ήσει; Πολύ αταίριαστες οι τέσσερις ευαγγελικές αφηγήσεις, αλλά ταιριά­ζουν μόνο μέσα στα μυαλά των απολογητών και αυτών που δεν τις γνωρίζουν!

{[18] Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον έχει τόσο πολλές και τεράστιες διαφορές με τα άλ­λα τρία Ευαγγέλια ώστε να αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο για την μη ύπαρξη του Ιη­σού Χριστού των Ευαγγελίων. Αυτός είναι καθαρά ένας μύθος, δηλαδή ψέμα, και τί­ποτα παραπάνω. Ότι αναφέρομε εδώ είναι ένα πολύ μικρό μέρος των όλων διαφορών. Ση­μειώνομε ακόμα μία. Τα τρία πρώτα Ευαγγέλια αφηγούνται μια δράση του Ιησού που κράτησε το πολύ ένα έτος, ενώ ο Ιωάννης παρουσιάζει μια δράση που κράτησε του­λάχιστον τρία έτη. Κλπ.}

Κύριοι ψευτοαπολογητές και θεολόγοι καλείστε και προκαλείστε να απαντήσετε σα­φώς και άνευ πε­ρι­τροπών σε αυτά τα ερωτήματα και όχι να κρατάτε το αδαές πλήθος των πι­στών μέσα στο σκοτάδι και στην έκλειψη παντός φωτός ακόμα και λαμπερού φωτός του καυτού ήλιου του μεσημεριού! Αν πάλι θέλετε να μιλήσετε για σεισμούς και εκλείψεις, τότε γιατί ποιείτε την νύσσα επί του γεγονότος ότι ο διάσημος Ρωμαίος φυ­σι­οδίφης επιστήμων Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (+23 - 79 Κ. Ε.) ο οποίος κατέγραψε τα δι­ά­φορα ανα­πάν­τεχα και ασυνήθη φυσικά φαινόμενα των εποχών του (σεισ­μούς, εκλεί­ψεις ηλίου και σελήνης, κλπ.). Χρονικώς έζησε πολύ κοντά σ’ αυτά τα πα­ρα­μύ­θια, και είχε ταξιδέψει επί τούτων ανά την αυτοκρατορία και όμως δεν αναφέρει απο­λύτως τίποτα για τα δι­ά­φορα θαύματα και φαινόμενα που αναφέρονται στα Ευαγγέλια γύρω από τον Ιησού Χριστό. Εσείς όμως τα σερβίρετε στους ανυποψίαστους αδαείς; Συγχαρητήρια!
Καλείστε επίσης να απαντήσετε για τις χιλιάδες αν­τιφά­σεις, λάθη, πα­ραλογισμούς, θηριωδίες και ανοησίες που περιέχει η θεόπνευστη Εβραιοχρι­στι­α­νική Βίβλος και η αντιφατική παράλογη και καταστροφική θεολογίας σας. (Όλα μαζί είναι τουλάχιστον 7000 καταγεγραμμένα σε καταλόγους.). Απορρίπτετε όλα τα επιστημονικά συμπερά­σματα και όλες τις επιστημονικές μεθόδους μόνο και μόνο για να δικαιολογήσετε την Βίβλο και όχι την αλήθεια. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Πάνσοφος Θεός της Βί­βλου και της Παρα­δόσεώς σας υπέφερε από ακατάσχετη σύγχυση και τώρα έβαλες εσάς να δείτε πως θα τα μπαλώσετε! Καλή επιτυχία!

13. Καταγωγή του Χριστιανισμού
και παραχάραξη της Ιουδαϊκής παραδόσεως

Μία άλλη μεγάλη αντίφαση της Χριστιανικής απολογητικής είναι και η εξής. Ενώ κα­τά το θαύμα της Πεντηκοστής, όπως περιγράφεται στις «θεόπνευστες» Πράξεις των Απο­στό­­λων, κεφάλαιο 2, όλοι οι Απόστολοι την πρωίαν της Πεντηκοστής ως εκ του θαύματος της επιφοι­τή­σεως του αγίου πνεύματος, υπό μορφή πυρίνων γλωσσών, ομί­λησαν απταί­στως όλες τις γλώσσες του κόσμου, από την άλλη μεριά πολλοί θεο­λο­γούντες δηλώνουν κα­τηγορη­μα­­τικώς ότι ο Θεός Πατήρ Γιαχβέχ είχε προνοήσει διά του θεϊκού σχεδίου του ώστε να ομι­λή­σει ολό­κληρος ο περί τη Μεσόγειο κόσμος την Κοινήν Αλεξανδρι­νή Ελλη­νική διάλεκτο, για να διαδοθεί ο Χριστιανισμός δι’ αυτής. Ακόμη και ο Μέγας Αλέξαν­δρος, χωρίς να το γνωρίζει, είχε καταστεί όρ­γανο του Γι­αχβέχ! Ποίαν εκδοχή λοιπόν προ­τιμάτε; Απο­ρούμε όμως διατί ο Πατήρ Γιαχβέχ δεν προτίμησε τη γλώσσα του περι­ου­σίου λαού του στην οποία ήταν γραμμένος και ο ιε­ρός του λόγος της Παλαιάς Διαθήκης! Ακόμα απορούμε διατί οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες από τον τέταρτο αιώνα και μετά δεν έγραψαν στην ακραιφνή θεϊκή γλώσσα των Ευαγγελίων αλλά αττίκιζαν!
Εκτός από τις διάφορες παραπλανητικές ή γενικόλογες ή περιφερειακές απαντήσεις, οι απο­λογη­τές μαζί με τους ορθόδοξους εκκλησιαστικούς πατέρες μο­νο­πω­λούσαν και την ερμηνεία των γραφών. Μόνο αυ­τοί καταλάβαι­ναν τις γραφές σωστά και γι’ αυτό όλοι οι άλλοι έπρεπε να τους ακούν χω­ρίς ιδίαν γνώ­ση, κρίση και χωρίς αντίρρηση. Ακόμα και οι Εβραίοι οι οποίοι έγραψαν τις δι­κές τους γραφές με τα χεράκια τους έπ­ρεπε και αυτοί να ακούν τυφλά τους Χρι­σ­τι­ανούς στο πως πρέπει να τις κατανοούν! Η συν­ε­χής χρήση, παρερμηνεία και δια­σ­τ­ρέβλωση των Εβρα­ϊ­κών γραφών από τους Χριστιανούς θεολό­γους και απολογητές εί­ναι ένα τεράστιο ζήτημα που πολλάκις έχει προκαλέσει σφο­δ­ρές διαμάχες, μίση, φα­νατισμούς, διώξεις, σφαγές, καταστροφές, κλπ., μεταξύ Χρισ­τιανών και Εβραίων. Βεβαίως και οι Εβραϊκές γραφές δεν είναι τί­ποτα σπουδαία πράγματα. Πέραν των θηριωδιών, ανοησιών, βαρβαροτήτων, κλπ. που περιέχουν πρόκειται για ένα μείγμα αντιγραφής και συρραφής γραπτών τεσσάρων ομάδων: Ελο­χιμιστών, Γιαχβισ­τών, Δευτε­ρονομιστών και Ιερέων. Ήλθαν μετά οι Χριστιανοί και με την αντιφατική θεολογία τους και τις έκαναν έτι χειρότερες.

Πολλές πιθανές θεωρίες και απόψεις έχουν προ­ταθεί για την απαρχή και την άνοδο του Χριστιανισμού. Υπάρχουν λόγου χάρη, συνωμοτικές, μυθολογικές, παγανιστικές, ενοποι­η­τικές, συγκριτικές, ηλιοαστρολογικές, αστρολογικές, αστροθεολογικές, κλπ., θεωρίες. Η κάθε μια έχει τα δικά της επιχειρήματα, τα οποία δεν είναι ευκα­ταφρό­νη­τα. Π. χ. η ίδια η Παλαιά Διαθήκη περιέχει πολλά ηλιοαστρολογικά και αστρολογικά στοιχεία. Όμως από τις έρευνες πολλών αμερολή­π­των επι­στημόνων, με­ταξύ των οποί­ων υπήρχαν πολ­λοί Χριστιανοί θεο­λό­γοι, Εβραίοι ερευ­νη­τές, αρχαιολόγοι και πολλοί άλ­λοι επι­σ­τήμονες, βγαίνει το συμπέ­ρα­σμα ότι: «Ο Χρι­στι­α­νισμός άρχισε ως μεσσιανική, αποκα­λυπτική και άμεσα εσχα­το­λογική αίρεση του Ιουδαϊσμού.». Τα παλαι­ό­τερα Ιουδαϊκά και Χριστιανι­κά γραπτά που έχουν σω­θεί επ’ αυτού του θέμα­τος, η με­λέ­τη της ζωής των πρώτων Χριστιανών, τα Χειρό­γρα­φα της Νεκράς Θα­λάσσης, όλα τα απόκρυφα και ψευδεπίγραφα βιβλία των δύο πρώτων αιώνων προ και μετά Κοινής Εποχής, οι εμμο­νές όλων των πρωτοχριστιανικών αιρέσεων, ολόκληρη η Και­νή Διαθήκη, κλπ., περιέ­χουν πάρα πολλά και ισ­χυρά στοιχεία για να εξαχθεί το συμ­πέ­ρασμα αυτό. «Η εσχατολογική εποχή έφθασε και ευρίσκεται προ των θυρών. Ετοιμαστείτε καταλλήλως διότι νέα τάξη πραγμάτων θα επέλθει τόσο εις τον ουρανό όσο και εις την γη, από τον ήλιο της δικαιοσύνης, διδάσκαλο, δικαστή, κλπ., που πρό­κειται να αποκαλυφθεί, κλπ.».

(Ειδικά σε όλο το μήκος και το πλάτος της αλλοιωμένης και επεξεργασμένης Καινής Διαθήκης που έχομε σήμερα στα χέρια μας ισχυρά υποφώσκει η άμεση εσχατολογία. Διαβάσετε όλη την Καινή Διαθήκη με προσοχή και θα την δείτε! Οι παραχαράκτες, παρεμβολείς και οι επεξεργαστές του τετάρτου αιώνος δεν κατάφε­ραν να αποβάλουν αυτά τα στοιχεία. Είναι τόσο πολλά που δεν θα ξέρανε μετά πως να επανασυνδέσουν τα υπόλοιπα. Από την άλλη μεριά πάλι είναι πάρα πολύ βολικά για την τρομοκράτη­ση του αδαούς και αγράμματου ποιμνίου των πιστών!).

Είναι πλέον αποδε­δει­γ­μένο πολ­λαπλώς ότι κατά την εποχή της Βα­βυλω­νι­α­κής αιχ­μαλω­σί­ας (6ος αιών Π. Κ. Ε) και με­τέπειτα, μαζί με τις διάφορες προφητείες περί της αναγνωρίσεως του Γι­αχβέχ ως του μόνου αληθινού θεού από τα όλα έθνη, πέραν του Ισραήλ, και τα όνειρα των Εβ­ραίων πε­ρί του Γιαχβικού απεσ­ταλμένου Μεσσίαχ που θα αποκαθισ­τούσε το χαμένο κράτος του Δαυίδ, εμ­φανί­στηκαν και πολλές θρησ­κευτικές αιρέ­σεις και διαφορές με­ταξύ των Εβραίων. Η Εβρα­ϊ­κή θρησκεία μετεβλήθη τότε κατά πολύ, ενσωματώνοντας διάφορα μεσανατολίτικα στοιχεία. Διαβάστε το υποτι­θέμενο προφητικό Βιβλίο του Δανιήλ για να πάρετε μια καλή ιδέα περί αυτών των αιρέσεων, αλλά και τον Ιεζεκιήλ και τους ύστερους Ησαΐες. Αυτό το γεγονός το παρα­δέ­χονται και οι Εβραίοι, οι οποί­οι πολ­λές φορές το εκ­θέτουν σαφώς στις έρευ­νές τους. Από την Βαβυλώνα και μετά βλέπομε π. χ., τις δοξασίες και πίστεις περί Σατα­νά Εωσφόρου και περί αναστά­σε­ως των νεκ­ρών σω­μά­των, τον όρο «υιός του ανθ­ρώ­που», τον Ζωροαστρικό δυϊσμό, κλπ.

Η Χριστιανική αί­ρεση λοιπόν, σύμ­φω­να με τις Εβραϊκές πηγές και παραδόσεις, γίνε­ται αντιληπτή κατά τις αρχές του 2ου αιώνα Π. Κ. Ε. και πρέπει να είχε αρχίσει ήδη από τον 3ον αιώνα Π. Κ. Ε. Οι Εβραίοι την ονό­μα­ζαν αίρεση των «Νοτζρί-μ». (Το τε­λι­κό «μ» είναι η κατάληξη πλη­θυν­τικού.). Πα­ραβάλετε αυτόν το όρο με τον: «Να­ζαρίτης, Ναζαρηνός και στο τέ­λος Να­ζω­ραί­ος». Αυτή η αίρεση είχε κοινά και μη κοι­νά ση­μεία με τους Φαρισαίους (π. χ. ανάσταση νεκρών), τους Εσ­σαίους (π. χ. ο ήλι­ος της δικαιοσύνης και οι υιοί του φωτός, φράση αρκετά συχνή στην Καινή Διαθήκη), τους Ζηλω­τές ή Κανανίτες (π. χ. αγώ­νας κατά της επικρατούσης εξουσίας, ανατροπή της τάξεως πραγμάτων και υποσ­τή­ρι­ξη της φτωχο­λογιάς), κ.ο.κ. Πολλοί την ταυτί­ζουν με τους Θερα­πευ­τές της Αι­γύ­π­του και άλ­λων τόπων γύρω από την Παλαιστίνη ή τουλάχιστον πρέπει να είχε στενή σχέ­ση μ’ αυτούς (π. χ. διά­φορες θε­ρα­πείες και θαύ­ματα). Στις αρχές, αυτή η αίρεση των Νοτζ­ρίμ πρέπει να ήταν ολιγά­ρι­θμη και περιθω­ρι­α­κή και συνε­πώς όχι ανησυχητική για την επικρατούσα τάξη πραγμά­των αυτών των εποχών και ήταν μόνο ενδο-Ιου­δα­ϊ­κό ζή­τη­μα. Γι’ αυτό δεν γί­νεται καμία ιδιαίτερη μνεία δι’ αυτήν από ισ­τορικούς ή με­γά­λους συγ­γρα­φείς αυτών των εποχών. Την απαν­τά­με μό­νο σε μερικά Εβραϊκά βι­βλία και στο Ταλ­μούδ, αλλά και εκεί εκ παραδ­ρομής και χω­ρίς να της αποδίδε­ται μεγάλη ση­μασία.

Κάθε λί­γο και λιγάκι όλο και κά­ποιος Μεσσίας, δαυιδικής κατα­γω­γής όπως υποτί­θε­ται, εμφα­νιζό­ταν από κάποια αίρεση για να απο­κα­ταστήσει το χαμένο κράτος του προπάτορά του Δαυίδ και πλήρωνε την παραφρο­σύνη του με τη ζωή του. Κάθε αίρε­ση αυτών των εποχών ήθε­λε τον ιδικόν της Μεσσία και μόνο αυτόν να αναλάβει την κοσμική και τη θρη­σκευτική εξουσία του Ισ­ραήλ. Έτσι εδημιουργούντο συχνές και μεγάλες διαμάχες με­ταξύ των. Πέραν των βιαίων συγκρούσεων και της επιβολής των νομικών διαδικασιών επί ποινικών, πολιτικών και αστικών αδικημάτων οι διαμάχες αυτές διεξάγοντο και στα εξής πεδία: Στην ερμηνεία των γραφών και προφητειών, στην οργάνωση και διαχείριση του Ναού της Ιερουσαλήμ, στα θρησκευτικά ερωτή­ματα και τρόπους λατρείας, στα πολιτειακά ζητήματα, στα κοινωνικά προβλήμα­τα, στις διαφορές επί μεταφυσικών απόψεων και δοξα­σιών (π. χ. ανάσταση νεκρών, μετά θάνατον ζωή, Σατανάς, δαιμόνια, κλπ.), στην εγκυρότητα και νομιμότητα του αρχιε­ρέως ή του βασιλέως, κ. ά.

Το Μεσσιανικό πάθος με μια τεράστια σχετική προπαγάνδα άναψε κυριολεκτικά με τα θρη­σκευτικοπολιτικά κινή­μα­τα των άκρως φανατικών ορθοδόξων Χασιδαίων (Ευ­λαβών) και των στενών συνοδοιπόρων τους Φαρι­σαίων. Οι Χασιδαίοι και Φαρισαίοι δεν εδέχοντο καμία παρέκκλιση από τον Εβραϊκό ορθόδοξο τρόπο ζωής, απόλυτα σύμ­φωνο με όλες τις διατάξεις του αρ­χαίου Μωσαϊκού Νόμου. Οι Φαρισαίοι συμφω­νούσαν με αυτές τις θέσεις αλλά ανέμειξαν την παλαιά Εβραϊκή θρησκεία με μερικές Περσικές, Ζωροαστρικές και Αιγυπτιακές δοξασίες. Αυτές οι δύο ομάδες εστράφη­σαν μετά μανίας εναντίον όλων των ομοεθ­νών τους που ελλήνιζαν έστω και στο πα­ραμικρό.

Τότε εμφανίζονται πολλά μεσσιανικά, εσχατολογικά, οραματιστικά και αποκαλυπτι­κά βιβλία, άλλα κανονικά και άλλα απόκρυφα που έχομε αναφέρει και σε άλλα ση­μεία στα οποία μπορείτε να ανατρέξετε. Αυτά είναι όμοια με τα ανάλογα βιβλία της βαβυλωνια­κής και μεταβαβυλωνιακής εποχής. Μετα­ξύ των κανονικών βιβλίων αυτής της εποχής συγκα­ταλέγονται το Βιβ­λίο του Δανιήλ, το Βιβλίο του Ιωήλ και τα κεφά­λαια 9-14 του Βιβλί­ου του Ζαχαρία, τα οποία έχομε συ­ζητήσει και αλλού εντός του παρόν­τος άρθρου και εντός άλλων άρθρων μας. Σκοπόν είχαν να εμποδίσουν τον Εβ­ραϊκό λαό να ελλη­νίζει και να τον εμψυχώσουν να πολε­μήσει κατά των Ελλήνων και των Ελληνιζόν­των. Όχι μόνο τα βιβλία αυτά δεν είναι προφητικά (ως γραμμένα μετά τα γεγονότα) αλλά πρόκειται για συρραφές ηλιθιοτήτων, λαθών, σκοπι­μοτήτων, φαν­τασιώσεων, παραλογισμών και ανακριβειών που μόνο παμπόνη­ροι ή τρελοί ή τρελα­μένοι ή παρα­νοϊκοί άνθρωποι μπορούν να γράψουν. Έτσι οι πραγματικοί συγγραφείς των περισσο­τέρων απ’ αυτά βιβλίων κρύβονται πίσω από την ανωνυμία ή την ψευδε­πιγραφία. Δηλαδή, δεν αναφέρουν καθόλου ποιος τα έγραψε ή έχουν αναγράψει ψευ­δή ονόματα συγγραφέων που είναι είτε τελείως φανταστικά είτε ονόματα παλαιοτέ­ρων διασήμων ανθρώπων. Το βιβλίο του Δανιήλ όπως και του Ιωήλ και πολλά άλλα είναι ψευδεπίγ­ραφα. Πολλά τέ­τοια ανόητα και βλακώδη στοιχεία αναμεμειγμένα με Ιστο­ρία υπάρ­χουν και στα τέσ­σερα ανώνυμα βιβλία των Μακκαβαίων.

Παρά ταύτα όλη αυτή η ψευδής, βαρετή, κακογραμμένη και ανόητη προπαγάνδα είχε ένα μερι­κό αποτέλεσμα, αφού οι δημιουργοί της είχαν πονηρούς σκοπούς και απευ­θυνόταν σε αγράμματους, αφελείς, άξεστους, άπ­λυτους, ασθενείς και εξαθλιωμένους. Αυτοί πί­στεψαν στο μεσσιανικό μήνυμα, αφού αυτό θα τους έβ­γαζε από τα μαύρα χά­λια τους ή στην αποκατάσταση του ονει­ρεμένου κρά­τους του ημιμυθικού βασιλέα Δαυίδ από τον ειδικά χρισμένο Μεσσίαχ του Γιαχ­βέχ! Το κράτος αυτό μετά επρόκει­το να ζήσει μέσα σε μια αιώ­νια ειρήνη και ευδαι­μονία, καθ’ ότι ο Εβραϊκός βάρβαρος θεός της ερήμου Γιαχβέχ ως ο μό­νος πραγματι­κός θε­ός θα απο­καλυπτόταν σε όλους τους λαούς του κόσμου και θα τους επέβαλε την λατ­ρεία του, καταργώντας ταυτοχ­ρόνως κάθε άλλον ψεύτικο θεό, και επι­βάλλον­τας τους μόνο αυτό που συνέφερε τον εκλεκτό λαό του!

Μέσα σ’ αυτό το τρομερό μεσσσιανικό πάθος και μήνυμα ήλθε σαν δώρο ουρανοκα­τέβατο η αντάρτικη επανάσταση των Ασμοναίων – Μακ­κα­βαίων κατά των επιγόνων του Με­γάλου Αλεξάν­δρου. Πρώτος αρχηγός της επανάστασης ήταν ο Ασ­μοναίος Ματταθίας που άρχισε την επανάσταση κατά του Αντιόχου Δ΄ του Επιφα­νούς το έτος 167 Π. Κ. Ε. Η επανάσταση συνεχίσθηκε για 70 περίπου χρόνια με τους γιους και εγ­γονούς του Ματταθία. Οι ικανοί και έξυπνοι αντάρτες Μακκα­βαίοι (Σφύρες ή Σφυ­ριά) εκμεταλλευ­ό­με­νοι την διαφθο­ρά, τις δι­χόνοιες και τις βλακείες των επιγόνων, καθώς και τις επ­εμβάσεις της Ρώμης στα θέ­ματα της Ασί­ας, επα­νί­δρυσαν 80 χρόνια περίπου μετά το 167 Κ. Ε., το κράτος των ορίων του δαυ­ι­δι­κού κράτους για να το χά­σουν μέσα από τα χέρια τους κατά το έτος 62 Π. Κ. Ε., όταν δηλαδή το κατέ­λαβαν οι Ρωμαϊ­κές λεγεώ­νες του Πομ­πη­ίου. Οι Ασ­μο­ναίοι – Μακκα­βαί­οι δεν ήσαν δαυιδικής καταγωγής και ελλήνιζαν πο­λύ. Ο τρόπος ζωής των και αυτός που ήθελαν να επιβάλ­λουν στο νέο κράτος τους ήταν ένα μίγμα παραδοσιακού Εβρα­ϊ­κού και Ελληνιστικού τρόπου ζωής. Γι’ αυτό με­τά τον θά­νατο του ήρωά τους και δευτέρου αρχηγού της επαναστάσεως Ιού­δα – Μακ­κα­βαίου, σε μάχη κατά των Σελευκιδών του Δημητρίου του Α΄ το έτος 160 Π. Κ. Ε., αν­τι­με­τώπι­σαν πολλές επικίν­δυ­νες εσωτε­ρι­κές και εμφύ­λιες διαμά­χες. Οι διαμάχες αυ­τές υποκι­νούν­ταν από τους ορθοδόξους Εβραί­ους και όλες τις μεσ­σι­α­νι­κές αιρέ­σεις οι οποίες πολλές φορές εξήγειραν δίπλα τους και τον αγ­ράμ­μα­το και εξαθλιωμένο λαό. Όλα αυτά τα έκαναν επει­δή επί­σ­τευαν ότι ο Μεσσί­ας μόνο απόγονος του Δαυίδ μπορούσε να είναι και επει­δή δεν εδέχον­το οιανδή­πο­τε παράβαση του ορθοδό­ξου Εβ­ραϊσμού και οιαδή­πο­τε στοιχεία Ελληνι­στι­κού τρό­που ζωής.

Εδώ ανα­φέ­ρο­με το χτυπητό παράδειγμα του Αλε­­ξάνδρου Γιαν­ναί­ου, ο οποίος εκυ­βέρ­νη­σε ως βασιλιάς και Αρχιερέας από (106-103) μέ­χρι (79-76 Π.Κ. Ε.). Πα­ρά τους πολ­λούς πο­λέ­μους που ο ίδιος διεξήγαγε και με τους οποί­ους επέ­τυχε ασμένως τα όρια του κράτους Δαυίδ (πάνω-κάτω), η βασι­λεία του ήταν γε­μά­τη από πολλές εμ­φύ­λιες διαμά­χες και αγω­νία. Στον Ιου­δαϊκό Πόλεμο Ι: 88-89 και 94-98, και στις Ιουδαϊ­κές Αρχαιότητες ΧΙΙΙ: 372-376 ο Ιώσηπος μας περι­γρά­φει τα κύρια σημεία εμφυ­λί­ων συγ­κρούσεων του Αλεξάνδρου με τον Ιου­δαϊκό λαό που υποκινείτο από τους λαϊ­κι­σ­τές Φα­ρισαί­ους των πό­λεων. Από τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης συμπεραί­νο­με ότι με τους μονα­στι­κούς Εσ­σαίους ο Αλέξανδρος τα πήγαινε καλά, ειδικά οσάκις αυτοί διέκειντο εχθρικά προς τους Φαρι­σαίους. Τον Οκτώ­βριο του 94 Π.Κ.Ε, κατά την δι­άρκεια της εορτής Σουκκότ (Σκηνοπηγίας) στην Ιερου­σαλήμ, ο Αλέξαν­δρος ως αρχιερέας προ­σε­χώ­ρησε επιδεικτικά στο κόμ­μα των Ελληνι­ζόν­των Σαδ­δου­καίων και αρ­νήθηκε να κάνει σπονδές με αγια­σμό. Αυτά τα έκανε επίτηδες για να εξωθή­σει τον λαό σε επα­νά­σ­τα­ση. Ο λαός τσίμ­πησε το δόλωμα του Αλεξάνδρου και οι στρατιώτες του για να κατα­στεί­λουν την επα­νά­σταση εξόν­τω­σαν πάνω από 6 000 ομοε­θνείς στον πέριξ του Ναού χώρο. Άρχισε εξα­ε­τής εμ­φύ­λι­ος πόλεμο κυρίως κατά των Φα­ρισαίων, κατά την διάρ­κεια του οποίου πάνω από 50 χι­λι­άδες άτομα έχασαν τις ζωές τους. Τα έτη 90-87 Π. Κ. Ε. οι Φαρισαίοι εζήτησαν την στρατιωτική βοήθεια του Δημητρίου Γ΄ της Αντιοχείας τον οποίον στο τέλος επρόδωσαν. Έτσι το έτος 86 Π. Κ. Ε., μετά από βρα­χεία εξορία στην οποία υπέπεσε ο Γιανναίος ένεκα παγίδας που του έστη­σαν οι Φα­ρισαί­οι, επ­αν­ήλθε στην Ιερουσαλήμ και εσταύρωσε 800 προύχον­τες Φαρι­σαί­ους αφού πρώ­τα κα­­τέσφα­ξε τις οικο­γένειές τους μπροστά στα μάτια τους. Την ίδια νύχτα διέ­φυγαν 8000 Φαρισαίοι από την Ιερου­σαλήμ για να σω­θούν. Οι πε­ρισ­σότε­ρες λε­πτο­μέρειες δεν είναι για το πα­ρόν θέμα μας. Γι’ αυτές και άλλα γεγονό­τα με­λε­τήσε­τε την ιστορία της περιοχής κατ’ την εποχή αυ­τή.

Εκτός από το Ταλ­μούδ ακόμα και σήμερα οι Ιουδαίοι ρα­βίνοι εκφρά­ζουν το μίσος τους και τις κατηγορίες τους κα­τά των Ασμοναίων που δια­δέχ­θηκαν τον Ιούδα τον Μακκα­βαίο. Το ζήτημα, εν προκειμένω, είναι η από τότε ιστορική ύπαρξη των μεσ­σι­α­νι­κών αι­ρέ­σεων και κινημάτων και οι τρομακτικές διαμάχες τους με το ιερατείο των Ελληνιζόντων Σαδ­δουκαίων και την εκά­στοτε ηγε­σία του Ιουδα­ϊ­σμού, οσάκις αυτή εκρίνετο ανορθό­δο­ξη και μη δαυι­δική. Τα γε­γονότα με τον Γιανναίο και όλα τα παρό­μοια κατά την δι­άρκεια της δυνα­στεί­ας των Μακκαβαίων πριν και μετά απ’ αυ­τόν, έπαιξαν ουσια­σ­τι­κό και καθορι­στικό ρό­λο για την επακολουθήσασα εξέλιξη του Ιου­δαϊ­σμού και την ανα­βίωση του Εβραϊκού Μεσσιανισμού. Σ’ αυτά τα γεγονότα αντλεί τις ρίζες του και ο Χριστια­νισμός με το θρησ­κευτικοπολιτικό κίνημα των Ναζι­ραίων Ναζίρ ή Νοτζρίμ, οι οποίοι προϋπήρχαν από την εποχή των Κριτών. Αυτοί οι Να­ζι­ραίοι παραφράστηκαν λανθασμένα στην Ελληνική γλώσσα σε Ναζωραίους κατά την Κ. Ε. και απετέλεσαν την έναρξη της χριστιανικής κινήσεως. Ένεκα όλων αυτών των γεγο­νότων και των αναγκών της θεολογίας τους οι Χριστια­νοί εφρόντισαν να θέσουν τα τρία Βιβλία των Μακκα­βαί­ων εντός του κανόνα της Βί­β­λου και να δια­φυ­λάξουν ένα ψευ­δεπίγραφο τέ­ταρτο ως από­κρυφο, ενώ ο Ιου­δα­ϊσμός και ο Προτεσταν­τ­ισμός τα έχουν θέσει εκτός του κανό­νος.

Αυτή η πάλη των διαφόρων αιρέσεων, σεκτών και μεσ­σι­α­νικών κι­νη­μάτων συ­νε­χί­σ­τηκε ακό­μα πιο έντονα αν ήταν δυνατόν, την εποχή της Ηρωδιανής Δυναστείας. Αυτή άρχισε υπό την αυστηρά επίβλεψη των Ρωμαϊκών στρατευμάτων με τον συμβολικό βασιλέα Ιωάννη Υρκανό Β΄ τον Μακκαβαίο και τον πρίγκιπα του, τον θετό γιο του Αντιπάτρο τον Ιδου­μαίο  (48 – 39 Π. Κ. Ε.). Συνεχίστηκε με τον γιο του Αντιπάτρου, Ηρώδη τον Μέγα (39 – 4 Π. Κ. Ε.), τον Αρχέλαο (4 Π. Κ. Ε – 6 Κ. Ε.), γιο του Ηρώ­δη του Μεγά­λου, και της Ρωμαι­ο­κρατίας – Τετραρχίας μετά το 6 Κ. Ε. Αυτή η πάλη των Νοτ­ζρίμ, Φα­ρι­σαίων, Εσ­σαί­ων, Ζηλωτών, Σικαρίων, η πρώτη επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαί­ων (66 – 73 Κ. Ε.), κλπ., εδημιούρ­γη­σε τον Χριστιανισ­μό του πρώτου αιώ­να Κ. Ε. Αυ­τός άλλαξε μορφή και τροποποίησε την θεολογία και τις θεω­ρί­ες του μετά το +135 Κ. Ε., το έτος της τελειωτικής καταστροφής της Ιουδαίας με την αποτυχία της δεύτε­ρης επανάστασης των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων. Η μόνη Χρι­στιανική αί­ρεση που παρέμεινε αφο­σιωμένη στην αρχι­κή αίρεση των Νοτζρίμ ήταν οι Εβραίοι Εβιωνί­τες. Αυτοί διατηρήθηκαν για μι­κρό χρονικό διάστημα μετά το 135 Κ. Ε., έμει­ναν ολι­γά­ρι­θμοι και σύντομα οι άλλοι χριστιανοί τους έβαλαν στην άκ­ρη. Τον 5ο αιώ­να έπα­ψαν να υπάρχουν. Ολίγα γραπτά τους έχουν δια­σωθεί μέχρι σή­μερα. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα έχουν χαθεί όπως και τόσα άλλα γραπτά των τριών πρώτων αι­ώνων Κ. Ε. Μι­σούσαν θανάσιμα τον Παύ­λο και τον είχαν αποκηρύξει ως απο­στάτη.

Ακό­μα, βλέ­πομε καθαρό­τα­τα ότι η βά­ση του Χριστιανι­σμού εί­ναι ολόκληρη η Πα­λαιά Διαθήκη. Άνευ της Παλαιάς Διαθήκης η Καινή καταρ­ρέει σαν χάρτινος πύργος, πράγμα προ­φα­νέ­στατο από τις συνεχείς αναφορές της στην Παλαιά και τις διάφορες δηλώσεις του Ιησού και του Παύλου. Εξέχουσα θέση κατέ­χει η Πεν­τά­τευ­χος, ο Μω­σαϊκός Νόμος, οι Ψαλμοί και οι Προφήτες, χωρίς όμως αυτό να ση­μαί­νει ότι τα υπό­λοιπα βι­βλία είναι ήσσονος ση­μα­σίας. Η μεγάλη διαφορά με τις τότε ισχυ­ρές ομάδες του Ιουδαϊσμού, έγκειται στο ότι η ερμηνεία που οι Νοτ­ζ­ρίμ απο­δί­δουν στην Παλαιά Διαθήκη είναι άμεσα επηρεα­σμένη από την Βαβυλωνι­α­κή και μετα­βαβυλωνιακή από­κρυ­φη και δευτεροκανονική βι­βλιο­γρα­φία, την ανάστα­ση νεκρών, τον Ζωροαστρι­σμό και τον δυϊσμό του, τον Βεελζεβούλ Σατανά, τα δαιμόνια, τις δοξασίες των Χαλδαίων και των πέριξ αυτών λαών, κλπ. Ενώ όλα αυτά τα στοιχεία σιγά-σιγά μπήκαν στον Ιουδα­ϊσμό, από ομάδα σε ομάδα είχαν άλλη βαρύτητα και άλλη ερμηνεία. Π. χ., οι Σαδδου­καίοι δεν πίστευαν σε ανάστα­ση νεκρών, κλπ! Επί πλέον πρέπει να ξανατο­νί­σομε ότι εκτός όλων τούτων των στοιχείων, ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη που έχομε στα χέρια μας είναι γεμάτη με ηλιοαστρολογικά, αστρολογικά και αστροθεολογικά στοιχεία και με κακοαντιγραμμένους μύθους των διαφόρων λαών της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.

 Παρά τις μεγάλες διαφορές της με τον ορ­θό­δοξο κορμό του Ιουδαϊσμού η Χριστιανι­κή αί­ρεση Νοτζρίμ πα­ρέμεινε προσκολ­λη­μέ­νη στον Ιου­δα­ϊσμό και καιροφυλακτούσε να αρ­πάξει τα ηνία της θρη­σκευ­τικής και κοσμικής αρ­χη­γί­ας. Ο Μεσσίας έπρεπε να είναι δι­κός της και έπρεπε αυτός να αρπάξει την θρησκευ­τι­κή και την κοσμική εξου­σία τού κράτους Δαυίδ που θα  αποκα­θίστατο εκ νέου. Ως γνωστόν, στον Ιουδαϊσμό η θρη­σ­κευ­τική και η κοσμική εξου­σία πή­γαιναν χέρι – χέρι. Την εποχή του υποτιθεμέ­νου Ιη­σού (29 – 36 Κ. Ε.) η αντι­παλό­τη­τα της αιρέ­σεως των Νοτζρίμ, όπως και πολ­λών άλ­λων αιρέσεων, ήταν εναν­τίον των Σαδ­δου­καί­ων. Αυτοί κατείχαν την θρη­σκευ­τική εξου­σία με τις ευ­λογίες της Ρώ­μης και όση πολιτική και οικονομική εξουσία τους επέτρεπε η Ρώμη. Οι Φαρι­σαίοι κατ’ αυτήν την επο­χή δεν είχαν καμία εξουσία παρά μόνον καιροσκο­πούσαν. Αριθμούσαν γύρω στις (6000) έξη χιλιάδες και έχαιραν κά­ποιας υπολογίσι­μης συμπάθειας από τον εξαθλιωμένο λαό. Όλες οι αιρέσεις ήθε­λαν να βγάλουν τους Σαδ­δου­καίους από την μέ­ση για δύο κυ­ρί­ως λόγους. Ό ένας λό­γος ήταν πολιτικός ως φίλοι και συνεργάτες της Ρώμης και ο άλλος ήταν οι βίαιες θρησ­κευτικές διαφωνίες τους με τους Σαδδουκαίους όσον αφορά πολλές θρη­σ­κευτι­κές πε­ποι­θήσεις, τρό­πους λατρείας, την διαχείριση του Ναού υπ’ αυ­τών, κ. ά.

Μέχρι το έτος 70, ή μάλλον 73 το έτος Μασσάδας, Κ. Ε., η Χριστιανική αίρεση ήταν ουσιαστικά καθαρή Ιουδαϊκή υπό­θε­ση και η θεολογία της πέραν των μεσσιανικών, αποκαλυπτικών και εσχατολογικών προρ­ρή­σεων συνίστα­το στην ερμηνεία που αυτή απέδιδε στην Παλαιά Διαθήκη και στην εφαρ­μο­γή του Μωσα­ϊ­κού Νόμου. Όπως δεί­χ­νουν όλα, σ’ αυτήν συμμετείχαν αποκλειστικά μερι­κοί Ιουδαίοι της Πα­λαιστί­νης και του γύρω χώρου, της διασποράς και της Αιγύπτου. Ο αρι­θμός των μελών της πρέ­πει να ήταν εξαιρετικά μικρός. Κατά την επανάσταση του 66-73 Κ. Ε. φαίνεται ότι ήταν ου­ρά των Ζηλωτών.

Αν κατά την εποχή αυτή υπήρχαν χριστιανοί όπως περίπου τους εννοούμε σήμερα, πρέπει να ήταν όχι μόνον πολύ ολίγοι αλλά και εξαι­ρε­τι­κά ασήμαντοι και απαρατή­ρητοι. Πρέπει να αποτελούσαν μια εντελώς αποκρυφιστική οργάνωση ή οποία δεν εί­χε ακόμα βγει από τον κουκούλι της! Επει­δή δεν τους σημειώ­νει κα­νένας σύγ­χ­ρονος Ιουδαί­ος ιστορικός ή ρα­βί­νος της πε­ριοχής πουθενά, όπως λ. χ., ο Φίλων, ο Ιούστος, ο Ιώ­σηπος, ο Χιλλέλ, ο Μπεν Ζακ­χάι, κ.ά., όπως και δεν τους αναφέ­ρει και κα­νένας Έλληνας, Ελ­λη­νι­στής ή Ρωμαίος, πολλοί αμ­φιβάλλουν ότι πραγματικά υπήρχαν. Αυ­τοί οι συγγραφείς όμως ανα­φέ­ρουν πολλές άλλες κι­νήσεις, μεταξύ των οποίων υπήρ­χαν πολλές ασήμαντες, κα­θώς και κα­τα­γρά­φουν τα διάφορα προβλήματα των περιο­χών τους και τις προστριβές τους με τους Ρωμαίους, κλπ. Οι χριστιανοί όμως επιμέ­νουν ότι η οργάνωσή τους ήλθε σε βίαιες προστριβές με Ιουδαίους και Ρωμαίους ήδη από το +30 Κ. Ε. και εφεξής! Τότε πώς εξηγείται αυτή η ηχηρή σιωπή όλων των μη-χριστιανών συγγραφέων; Δεν τους είδε ή άκουσε κανένας;

Όπως και να έχει το πράγμα οι Νοτζρίμ-Εβιωνίτες της εποχής αυτής δεν έχουν τον τύπο, την μορ­φή και την έννοια των Χρι­στι­α­νών που προήλθαν απ’ αυ­τούς μετά το τέλος και την τραγική αποτυχία της επανα­στά­σεως, το έτος +73 Κ. Ε. Αλλά και οι Χρι­σ­τιανοί αυτοί είναι δι­αφορετικοί από ‘κείνους που προέκυψαν μετά το τέλος της δευ­τέρας επαναστάσεως, το έτος +135 Κ. Ε., όπως θα αναλύσομε παρα­κάτω. Και αυ­τοί πάλι με την σειράς τους είναι εντελώς διαφορετικοί από τους Χρισ­τι­ανούς που ήθελε ο Ειρηναίος κατά το τέλος του δευτέρου αιώνος, και απ’ αυτούς που κα­θόρισαν ο Κωνσταν­τί­νος και ο Ευσέβιος με τα επιτελεία τους, και οι οι­κουμενικές σύνοδοι από τον τέ­ταρ­το αιώνα και μετά. Τότε ανεκάτεψαν πολλά θρησκευτικά και αστροθεο­λογικά στοιχεία και πολλές θρησκευτικές δοξασίες, παρμένες από κάπου 60 θρησκεί­ες και αιρέσεις, και έτσι παρήγαγαν τον πρώτο πυρήνα του σημερινού Χριστιανισ­μού. Π. χ. η εορτή των Χριστουγέννων ήταν η αστροθεολογική εορτή του Αηττήτου Ηλίου (Solis Invictis), κατά τον εορτασμό του χειμερινού ηλιοστασίου (21-25), την οποίαν υπέκλεψαν οι χριστιανοί και την επέβαλαν ως Χριστούγεννα τότε (+325-337). Ακόμα τα χριστουγεννιάτικα δένδρα είναι παγανιστικά στοιχεία και σύμβολα αυτής της εορ­τής. Τα ίδια ισχύουν και για πολλές άλλες χριστιανικές εορτές (π. χ., του Άη Γιάννη του Κλείδωνα, εν μέρει του Πάσχα, του Ευαγγε­λισμού, κλπ.). Η βρεφοκρα­τούσα ή θη­λάζουσα τον Χριστό Παναγία είναι υποκλοπή της βρεφοκρατούσας ή θη­λάζουσας Αιγυπτιακής Ίσιδος που κρατεί τον Ώρο, και άλλων θηλαίων θεοτήτων της Μέσης Ανατολής και Ινδιών. Μετά ταύτα οι Νεο-Χριστιανοί απε­φά­σισαν και νομο­θέτη­σαν ότι, όποιος παρέκκλινε απ’ αυτό το μείγμα που το ονόμασαν Χριστι­ανι­κή Ορθοδοξία της μίας αγίας κα­θολικής και αποστολικής εκκλησίας θα θα­νατώνε­ται! (Διαβάσετε τους τότε νόμους και και ισ­τορικά συμβάντα και θα τα δείτε!).

Μερικοί σύγ­χρονοι ερευ­νητές υποστηρίζουν ότι υπήρχαν πολλοί Εβραιοχρι­στι­ανοί εντός της Ιε­ρουσαλήμ στο πλευρό των Ζηλωτών κατά την πολιορκία. Μεταξύ αυτών είναι τουλάχι­στον 25 καθηγητές των σπουδαιο­τέ­ρων πανεπιστημίων των Η.Π.Α. που έφτιαξαν την σειρά των οπτικοακουστικών ταινιών “From Jesus to Christ, Apoca­ly­pse, Peter and Paul ”. Πολλοί ερευνητές ειδικά υπο­στη­ρί­ζουν ότι γι’ αυ­τούς τους Εβ­ραιοχριστιανούς γρά­φτηκε η Επι­στολή Πρός Εβραίους, χωρίς όμως και αυτό να είναι βέβαιο, διότι άλλοι ερευνητές έχουν διαφορετική γνώμη. Οι πρώτοι ισχυρίζον­ται ότι κά­ποιος μαθητής του Αποστόλου Παύ­λου έγραψε από μνή­μης την επιστολή με­τα­φέ­ρον­τας πιστά τις απόψεις του Παύλου στους πολιορ­κου­μέ­νους για να τους δώ­σει ηθι­κή και ψυ­χική τόνωση μπρο­στά στις σκλη­ρές δοκι­μασίες που αντιμετώπιζαν. Μεταξύ αυτών ανήκει και ο καθη­γητής θεολόγος Π. Ν. Τρεμ­πέ­λας, (βλέπε την εισα­γωγή του σ’ αυτήν την επιστολή εντός της εκδόσεώς του της Καινής Διαθήκης). Ο πλησι­έ­σ­τε­ρος προς τα γεγονότα Ωριγένης, για την Πρός Εβραίους Επιστολήν λέγει ότι μόνο ο «Θεός οίδε» ποιος και γιατί την έγραψε!

Μερικοί μελετητές και ερευνητές αυτών των γεγονότων (μεταξύ αυτών ο θεολόγος Johannes Weiss, και ο Will Durant) υποστηρίζουν ότι κατά την πολι­ορκία της Ιε­ρου­σα­λήμ οι Χριστι­α­νοί-Νοτ­ζ­ρίμ έφυγαν και πήγαν στην Πέλλα της Δεκα­πό­λεως για να πε­ριμένουν την έκ­βα­σή της. (Εντός αυτών των πλαισίων ερμηνεύουν τα χωρία Ματ­θαίος 24: 15-22, Μάρ­κος 13: 14-20, Λουκάς 18: 7-8, κλπ.). Όμως νέες έρευνες όπως και έρευνες Εβραίων ερευνητών, ιστορικών και μελετητών αυτών των θεμάτων δει­κ­νύ­ουν ότι επρόκειτο για μια περιορισμένη αποχώρηση εβιω­νι­τών της υπαίθρου (αμ χαάρτες) ή της πόλεως, όσων επρόφτα­σαν να δι­αφύ­γουν, και όχι για ολοκληρω­τική χριστιανική αποχώρηση όπως μερικοί φανατικοί επιμένουν. Η αρχική υπό­θε­ση για χριστιανική αποχώρηση βασίζεται σε μια ανα­φορά από τον Ευσέβιο (Εκκλη­σιαστική Ιστορία ΙΙΙ, 5, 3), ο οποίος μας λέγει ότι βασίζεται σε προγενέστερούς του (π. χ. στον Παπία, κ. ά.). Δεν μας πα­ραδίδει όμως ικανές και διασταυρωνέμες πλη­ρο­φο­ρίες, τις δε πηγές αυ­­τών των ολίγων πλη­ρο­φο­ρι­ών δεν τις διέσωσε όπως θα όφειλε αλλά τις κατέστρεψε. Έτσι και εδώ τίθε­ται και πάλι το ερώ­τημα κατά πό­σον ο Ευ­σέβιος λέγει αλήθεια ή ψέματα. Φαί­νε­ται ότι επ’ αυτών των πλη­ρο­φοριών πρέπει να υπήρχαν κά­ποιες παλαιές πηγές και παρα­δό­σεις Εβραιο­χρι­σ­τιανι­κής προε­λεύσεως. Όμως δεν τις έχομε διότι ο δολοπλόκος Ευσέβιος εφ­ρόντισε να τις εξαφα­νίσει. Κανείς δεν μπορεί να εμπιστεύεται τον Ευσέβιο.

Από το +60 έως το +74, ο Ιώσηπος Φλάβιος ήταν ιθύνων παράγων στις Εβραϊκές υποθέσεις. Κατά τον μεγάλο πόλεμο των Εβραίων εναντίον των Ρωμαίων, ήταν στρα­τηγός στη Γαλιλαίας για τρία χρόνια και μετά έγινε ευνοούμενος του αυτοκράτορα Βεσπασιανού και του γιου του αρχιστρατήγου Τίτου. Αυτός καθώς και τα Εβραϊκά Χρονικά που περιγρά­φουν λεπτομερώς αυτά τα γεγονότα δεν αναφέρουν πουθε­νά την λέξη «χριστιανός...»! Θα μας πει λοιπόν ο Ευσέβιος 250 χρόνια μετά και χωρίς τεκ­μηρίω­ση τι έγινε; Αν είναι δυνατόν; Τα χρόνια αυτά, από επιστημονικής απόψεως, παραμέ­νουν σκοτεινά διά τον Χριστιανι­σμό!

Αυτά τα έτη στην Πέλ­λα υπήρ­χε ήδη μια μικρή ομάδα Εβιωνιτών-Νοτζρίμ. Αυ­τοί ήσαν εκεί ανε­ξάρ­τη­τα από την ομάδα των Νοτζρίμ της Ιερουσαλήμ και όλης της Ιου­δαί­ας που συμ­με­τεί­χαν στην επα­νά­σταση και όσων τυχόν κατέφυγαν εκεί. Σύμφωνα λοιπόν με τις σύγχρονες έρευ­νες στην πρώτη επα­νάσταση κα­τά των Ρω­μαί­ων πολλοί από τους Νοτζρίμ συμ­με­τεί­χαν εν­ερ­γώς και εν­θέρ­μως παρά το πλευρό των Ζηλωτών. Η κατα­σ­τροφική έκ­βασή της όμως, ερνημεύθη υπ’ αυτών ως τι­μω­ρία του Θεού εναν­τίον των διε­φθαρ­μέ­νων Ιου­δα­ϊκών θρησκευτικών και πολιτικών αρχών οι οποίες εί­χαν ήδη δι­απράξει πολλά εγκλήματα, φό­νους και βιαιοπραγίες εναντίον τους. Ακόμα όλα αυ­τά τα τρομερά συμ­βάντα ερμηνεύ­θη­καν και ως ση­μεία εκπληρώσεως όλων των μεσ­σι­α­νικών, εσχα­τολο­γι­κών και αποκα­λυ­πτικών προρρή­σεών τους. Η έλευση του Μεσ­σία των ήταν ήδη προ των θυ­ρών. Μέσα στις εσχατολογικές αναφορές των Ευαγγελίων που έχομε ήδη δώσει, διαβά­ζομε και τις άμεσα εσχατολογικές προρ­ρή­σεις και φρά­σεις «... αλλ’ ού­πω εστί το τέλος», «... και τότε ήξει το τέ­λος», κλπ.

Είναι όντως αξιοπαρατήρητο το ότι ενώ ο Ιώσηπος ζει στενά και συμμετέχει σε όλα αυτά τα μοιραία και θλιβερά γεγο­νότα της πατρίδας του και του λαού του, ουδέν ανα­φέρει περί χριστι­α­νών. Ούτε η λέξη «Εβιωνίτης» και τα παράγωγά της υπάρχουν. Αναφέρει μερικές ασήμαντες κινήσεις και περιστατικά αλλά όχι την χριστιανική «οδόν». Τί να σημαίνει λοιπόν αυτό το γεγονός, πράγμα που ισχύει και με τον Φίλω­να και τον Ιούστο της Τιβεριάδος; Να αφαιρέθηκαν αυτά τα στοιχεία εκ των υστέρων αποκλείεται διότι αυτά θα ήταν ό,τι καλλίτερο δώρο για τους χριστια­νούς ιστορικούς.

Το έτος 70 Κ. Ε. λοιπόν, με την κατα­στροφή της Ιε­ρου­σα­λήμ και την πυρ­πόληση τού Να­­ού του Γιαχβέχ από τα Ρωμαϊκά στρατεύματα του Τίτου, εδη­μι­ουρ­γή­θηκαν νέες συν­­θή­κες για την εθνι­κή και θρησκευτική επιβίωση του Ιουδαϊσμού. Οι Σαδ­δουκαίοι με την κα­ταστροφή του 70 Κ. Ε., οι Εσσαί­οι με την καταστροφή του Κουμράν το 71 Κ. Ε. και το μεγα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των Ζη­λωτών με την καταστροφή της Μασάντα το 73 Κ. Ε. χά­νονται ολοσχερώς από το προσκήνιο μια για πάν­τα. Η ερείπωση της Ιερου­σα­λήμ, η πυρπόληση του Να­ού και η καταστροφή της Ιουδαίας γενικότερα απετέλεσαν ανε­πανόρθωτα πλήγματα από πάσης από­ψε­ως σε όλα τα Μεσσιανικά, εσχατολογικά και αποκαλυπτικά κινή­μα­τα. Έτσι τα ηνία της αρχηγίας περιήλθαν στους Φαρισαίους Ρα­βίνους τους οποίους ο εξα­θλιω­μέ­νος λαός συμ­παθούσε περισσότερο. Αυτοί δεν ήθε­λαν την κατά μέτωπο σύγκρουση με τη Ρώμη και εξήλθαν δικαιωμένοι. Κατ’ αυ­τή την εποχή και πέραν αποτε­λούν την συντριπτική πλειοψηφία μεταξύ των ιθυνόντων.

Ας μην λη­σ­μο­νού­με τους Φαρισαίους Μασ­σο­ρίτες και την δρά­ση τους μετά την κα­τα­στροφή μα­ζί με τον μεγάλο Φαρισαίο Γι­ο­κ­χαννάν Βεν Ζακχάι οι οποί­οι κυριο­λεκ­τικά έσω­σαν τον Ιουδαϊ­σμό από βεβαία εξαφά­νιση, όπως εξιστορεί το Ταλ­μούδ. Μά­λιστα δε, ο Γι­ο­κχαννάν Βεν Ζακχάι με άμε­σο κίνδυνο της ζωής του δραπέτευ­σε διά τεχνά­σμα­τος από την πολι­ορκούμενη Ιερου­σαλήμ μόνο και μόνο για να διασώσει την Ιουδαϊκή παράδοση και το έθνος. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, καταστροφές και αν­τιπαλότητες χάθη­κε η πολυπό­θητη ευκαι­ρία των Εβραιοχριστια­νών για την αρχη­γία και την εκ­προ­σώ­πηση του Ιουδαϊ­σμού κα­τά τις απόψεις των. Ήσαν άλλωστε ελά­χισ­τοι και ουρά των Ζη­λωτών ού­τως ώστε να αγνοηθούν από τους πάν­τες και πολύ πε­ρισ­σότερο από τους Φαρι­σαί­ους. Όπως εί­παμε ού­τε οι ιστορικοί της εποχής τούς ανα­φέ­ρουν πουθενά. Ο Μεσσίας τους δεν επανεμ­φα­νίσθη, όλες δε οι μεσσιανικές, απο­κα­λυπτι­κές και εσχα­­τολογικές προρ­ρή­σεις τους απέτυχαν πα­ταγωδώς. Το αναμενόμε­νο τέλος του κό­σμου και η πολυ­πό­θητη ανα­καί­νισή του δεν συν­έβησαν. Τότε λοιπόν και κά­τω απ’ αυ­­τές τις συνθήκες και αποτυχίες συνετελέσθη η πρώ­τη απο­στα­σία και η Εβραιοχριστι­α­νική αί­ρεση των Νοτ­ζρίμ απε­σ­χί­σθη σε αρκε­τά μεγάλο βα­θμό από τον ραβινικό Φαρισαϊκό Ιου­δαϊσμό και άρχισε να κάνει επιθέσεις εναντίον του. Δια­τήρη­σε όμως και επαφές μαζί του και παρα­σιτούσε επ’ αυτού. Δεν μπορούσε να ορ­θο­πο­δήσει μόνη της ακόμα. Γι’ αυτό ενώ η αί­ρε­ση αρ­χίζει να αλλάζει μορφή και τύ­πο, από ‘δώ και πέρα βλέ­πο­με τις πρώ­τες Χριστιανι­κές «κα­χάλ = εκ­κλη­σίες» να ανα­π­τύσσον­­ται εντός των Εβραϊκών συνα­γω­γών «κα­χάλ», γε­γο­νός που καταμαρτυρείται απαν­ταχού στην Και­νή Διαθήκη.

Το αρχικό μήνυμα των Νοτζρίμ ήταν Μεσσιανικό, Ιουδαϊκό, αποκαλυπτικό και άμε­σα εσχατολογικό με τελική έκβαση την ανακαίνιση του κόσμου από τον Γιαχ­βέχ ή τον «Ήλιον της Δικαιοσύνης» και τους «Υιούς του Φωτός», φράσεις που απαντώνται και στα Χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης, στην Καινήν Διαθήκην και σε άλλη Χρισ­τιανική φιλολογία. Με την τρομακτική απο­τυχία της επαναστάσεως των ετών +66-73 Κ. Ε., την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, την πυρπόληση του Ναού του Γιαχ­βέχ, την καταστροφή του Κουμράν το +71 Κ. Ε. και της Μασάντα το +73 Κ. Ε., και την μη επανεμφάνιση του Γιαχβέχ, ή του Μεσσία, ή του «Ηλίου της Δικαιοσύνης» στους «υιούς του φωτός», το μήνυμά τους γίνεται αναγ­κα­στι­κά μελλοντολογικό και σωτηρι­ολογικό. Γι’ αυτό τον σκοπό χρειάζον­ται επί πλέον ηθικές και πρακτικές δι­δασκαλίες. Έτσι υπο­κ­λέπτουν και σφετερίζονται τις ηθικές διδασκαλίες διαφό­ρων ρα­βίνων, όπως του Χιλ­λέλ του Πρε­σβύτερου, του Γιοκχαννάν Μπεν Ζακχάι, και πολ­λών άλ­λων.

Τα πασίγνωστα επει­σόδια, ύβρεις, κατάρες, διδασκαλίες, παραινέσεις, κλπ., κα­­­τά των Φα­ρισαίων που περιέχουν όλα τα κα­νο­νικά Ευ­αγγέλια δεν αντανακλούν τίποτα άλλο πα­ρά τις τε­ρά­στι­ες δια­μά­χες και αψιμαχίες των Νεο-Νοτζρίμ Χριστιανών εναν­τίον των Φαρισαί­ων. Αυτά δεν είχαν καμία θέση στα έτη 29-35 κατά τα οποία τα εκ­σ­τομίζει ο Ιησούς κατά των Φαρισαίων όπως μας αναφέρουν τα κανονικά Ευαγγέλια, διότι τότε στο προσκήνιο ήταν οι Σαδδουκαίοι και όχι οι Φαρισαίοι του περιθωρίου. Με την σύγχυση που προέκυψε, τις νέες καταστάσεις και συνθή­κες οι οποίες δια­μορ­φώ­θηκαν κατ’ αυτά τα έτη της καταστρο­φής, η αρχηγία περιήλθε φυσιολογικά στους Φαρι­σαίους. Είτε η συγ­γρα­φή των κανο­νικών Ευαγ­γελίων κατά κά­ποια μορ­φή άρ­χισε το νω­ρί­τερο τότε, είτε κάποιοι άγνω­σ­τοι ή γνωστοί (σαν τον Ειρηναίο) τα συνέ­ταξαν αργό­τερα και έβαλαν μέσα και αρκε­τά στοιχεία των δια­μα­χών αυτών, το ζήτημα πα­ραμένει το ίδιο: Ότι δηλαδή, από το +70 Κ. Ε. και μετά επέρ­χε­ται αδυσώπητη δια­μάχη μεταξύ των Εβραιο­χρι­στι­α­νών και των Φαρισαίων για θρησ­κευ­τική και πολι­τική εξουσία, καθώς και για ορ­θή Ιουδαϊκή θεολογία και την ορθή αντι­προ­σώπευση του Ιουδαϊσμού. Όσον αφορά τους Εβραίους, σ’ αυτή την εσωτερική δι­α­μάχη σαρωτικοί νικητές εξέλθαν οι Φαρισαίοι.

Απ’ αυ­τή την εποχή και μετά διάφορες Χριστιανι­κές ομάδες και κοι­νότητες άρχι­σαν να εμφα­νί­ζονται εδώ και ‘κει σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας (αλλά και εκτός αυτής όπως: Αραβία, Μεσοποταμία, Αιθιοπία). Μερικές πρέπει να υπήρχαν και νωρί­τερα αλλ’ από ‘δώ και ‘μπρος γίνονται γνωστές. Αυτές, όπως στην αρχή έτσι και τώ­ρα, κατά συντριπτική πλειο­ψηφία ήταν επηνδρωμένες από Εβραίους. Οι υπόλοιποι ήταν ολίγοι Εθνικοί παρείσακτοι! Η κά­θε μία έγρα­φε ό,τι ήθε­λε και ό,τι της ταί­ρι­α­ζε κα­τά περί­στα­ση. Έτσι δημι­ουρ­γή­θη­καν πολλές Χριστιανι­κές τά­σεις, αν­τιλήψεις, δο­ξα­σί­ες, θε­ο­λογίες, αιρέ­σεις, αφηγή­σεις, μυθοπλασίες, κλπ. Τα γρα­πτά τους δη­μι­ούρ­γη­σαν έναν κυ­κε­ώ­να μυθο­λο­γιών, εσχατολογιών, απο­καλύψεων, αντιφάσεων και μια αρ­λουμ­πο­λογία δογ­μάτων πί­σ­τεως και ακ­ραί­ων, πολλές φορές κα­ταστρο­φικών, ηθι­κών αρχών. Τα άλλα στοιχεία περί απαρχής του Χριστιανισμού που παρουσιάζουν οι υπόλοιπες θεω­ρίες που προαναφέραμε, φαίνονται υστερότερα των Νοτζρίμ του 3ου και 2ου αι­ώνα και των Εβιωνιτών του 1ου αιώνα Π. Κ. Ε.. Αυτά πρέπει να μπήκαν στην πο­ρεία από το τέλος του 1ου αιώ­νος Π. Κ. Ε. και μετά.

Ο «Χριστιανισμός» των Νο­τζρίμ και Εβιωνιτών εντός της Παλαιστί­νης και στα περί­χωρά της ήταν ακατάστατος και δεν είχε αποκτήσει μία πλήρως απο­κρυσταλ­λωμένη θεωρητική βάση. Ήταν Ιουδαϊκή αίρεση των εξαθλιωμένων και αγραμμάτων αμ-χα­άρτες. Έτσι, από ‘δω και ‘μπρος, όπου βρέθηκε εκτός Παλαιστίνης και μετά την φρι­κτή καταστροφή των ετών +66-73 και εντός Πα­λαιστί­νης, αλώθηκε και με­ταλλάχτη­κε. Με την καταστροφή της Ιουδαίας κατά τα έτη +66-73, η βάση του διαλύθη­κε και δια­σκορπίστηκε, οι ελπίδες του ψυχορράγησαν, η δε Ιουδαϊκή αρχηγία περιήλ­θε στους Φαρισαίους. Στα εκτός Πα­λαιστίνης μέρη όπου πάτησε πόδι (Αίγυπτο, Συ­ρία, Μεσο­ποτα­μία, Πετ­ραία Αραβία, Μικρά Ασία, Ιταλία, κλπ.), αναμείχθηκε, κατά τό­πους και κατά επο­χές, με τις δι­άφορες τοπικές αντιλή­ψεις και δο­ξα­σίες, οικειο­ποι­ήθη­κε πολ­λούς μύθους εθνικών και παγανισ­τών, πολ­λούς τρόπους λατρείας, τελε­τουργί­ας και μυστήρια, μηχανισμούς δι­οικήσε­ως, κλπ. Συνεπώς έχασε την καθα­ρή, αρχική Εβραϊ­κή ομοιογένεια, βάση και αντίληψη και μεταλλάχτηκε σε ένα αλλόκοτο και ανάκατο υβρίδιο. Π. χ. στην Αί­γυπ­το βλέ­πο­με να υπερ­τερούν γνωστικιστικά, θε­ρα­πευτικά στοιχεία και μερι­κά στοι­χεία από την αρ­χαία Αιγυ­πτι­ακή θρησκεία και μυ­θολογία. Τα περί ευαγ­γε­λισμού, παρθε­νογεννή­σεως, τρι­ημέρου αναστάσεως, ηλιο­ασ­τρικών ή αστρολο­γι­κών ή αστρο­θεολογικών στοιχείων, νεκρών, κ. ά., είναι κυρίως Αιγυπτια­κής προελεύσεως. Στην Μέ­ση Ανα­το­λή εμφα­νίζονται τα Μιθ­ρα­ϊκά στοι­χεία όπως η θεία ευχαριστία, ο Μα­νι­χα­ϊσ­μός, και διάφορα αστρολογι­κά και μυθο­λογικά στοιχεία των Χαλδαιο-Βαβυλωνίων, κλπ. Στα κέντρα Ελληνι­κού πολιτισ­μού σύντο­μα κάνουν την εμφά­νι­σή τους τα νεοπλατωνικά, νεοπυθαγό­ρεια, στωικά στοι­χεία, κ.ο.κ. Τοι­ουτοτρό­πως η χριστια­νική «οδός» κατάντησε ένα πε­ρίεργο, ανά­κα­το και αντιφατι­κό μείγμα. Ακραιφνής πα­ρέ­μει­νε μόνο ο Παλαιστινιακός Εβιωνιτι­κός Χρι­στιανισμός ο οποί­ος όμως εξέ­λει­φθηκε σύντομα από το +73 μέχρι το τέλος του 2ου αιώνος.

Όπως έχομε προαναφέρει οι τρεις με­ταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης στα Ελληνικά των Εβ­ραίων Ελληνιστών του 2ου αιώνος: του εκ Πόντου προσηλύτου Ακύ­λα, του Εβιω­νί­του Συμμάχου και του Εβιωνίτου Θεοδοτίωνος, έγιναν προς αν­τίδραση κατά της τότε χρι­στιανικής Παλαιάς Διαθήκης, η οποία ήταν η λογοκριμένη χρι­στιανική έκδοση των Εβδομήκοντα(δύο). Αν και τότε αυτές οι μεταφράσεις ανταγωνίστηκαν σθεναρά αυτή την μετάφρα­ση των Εβδο­μήκοντα(δύο), μόνο αναφορές άλλων και λί­γα αποσπάσμα­τα σώζονται σή­μερα και έτσι κατά μέγα μέρος δεν μας εί­ναι γνω­στές. Αυτό το γεγο­νός όπως και άλλα στοιχεία φανερώνουν ότι οι Εβραίοι και οι Εβιωνίτες Χριστιανοί αντετάχθηκαν στον εξελισσόμενο Χριστιανισμό του 2ου αιώνος με επιχει­ρήματα και θεολογικές θέσεις. Ο Εβιωνιτικός Χριστιανισμός όμως εξαλείφθηκε σύν­τομα ενώ ο επικρατήσας Χριστια­νισμός από τον δεύτερο αιώνα και μετά αναμείχθηκε με γνωστι­κισμό (Λόγος, κλπ.), με παγανισμό (Θεία Ευχαριστία, Αγία Τριάς, κλπ.), με δι­άφορες τελετουργίες, κλπ. Από τον 4ο αιώνα και μετά έχομε την σημερινή διαμόρ­φω­ση του Χρισ­τιανισμού που είναι ένα τεράστιο, αλλοπρόσαλλο και καταστροφικό μείγ­μα αιρέσεων, αντιφάσεων, ανοήτων πα­ραδόσεων και καταστροφικότητας.

Άτο­μα τύπου Σαούλ-Παύλου με αρ­χηγικές τάσεις και νεωτεριστικές θέσεις κυρι­ολεκ­τικά μετάλλαξαν τον καθαρό Εβραϊκό, Παλαιστι­νι­α­κό Χριστιανισμό. Τα άτομα αυτά και οι προ­κύψασες νεο-χρισ­τιανικές κοινό­τητες έχον­τας βλέψεις πολιτι­κής, κοι­νωνι­κής και θρησκευτικής επικρατήσεως ή ένστικτα και αισθή­ματα εκδικήσεως κατά της Ρώμης, φαί­νεται ότι συνέλαβαν συνωμοτικές ιδέες και έπραξαν συν­ω­μο­τικές και πα­ράνο­μες ενέρ­γειες, οι οποίες ετι­μωρήθηκαν από τις Ρω­μαϊκές αρ­χές. Πολλές ενέργει­ες, κατασ­τροφικές εντολές και θεολογίες, για τις οποίες κατηγορούνται εν­τός της διε­θ­νούς βιβλιογραφίας και ιστορίας όπως και σε διά­φορα σημεία του ανά χείρας έργου, συνηγο­ρούν υπέρ αυτής της συνωμοσίας! Ο ίδιος ο Παύ­λος, ο οποίος πολλές φορές συμπερι­φέρεται και ομιλεί σαν συν­ωμότης, με όλη την Επιστολή Πρός Ρωμαίους που έγραψε από την Κόρινθο, καθι­στά σαφές ότι στη Ρώμη υπήρχε Εβ­ραιοχρι­στιανική κοινότητα για πολύ και­ρό προτού μεταβεί αυτός στην πρωτεύουσα (βλέπε και στίχο 15: 20). Αυτό το γεγονός αποδεικνύει τον ισχυρισμό περί υπάρξεως πρωτο­γε­νών Εβ­ραιοχ­ρισ­τιανικών και μετ’ ολίγον Γνωστικοχριστιανικών κοι­νοτήτων ανά την αυτοκ­ρατορία Πέραν όμως εικα­σιών και παρα­δόσε­ων κανείς δεν γνωρίζει επ­ακριβώς πως βρέθηκαν Εβραιοχριστιανοί από τόσο ενω­ρίς στην Ρώμη. Αυτή η άγνοια και η σύν­δεση με την μετέπειτα κοινή δράση του Παύλου με άτομα άγνωστα και ύποπτα όπως ο Ακύλας, η Πρίσκιλλα, ο Απολλώς, κ. ά. συνηγο­ρούν υπέρ της συνω­μοσίας (Πράξεις 18: 2-3, 24, 19: 1, Πρός Ρωμαίους 16: 4, Α΄ Πρός Κορινθίους 1: 12, 3: 4-6, 16: 12, 19, Πρός Τίτον 3: 13. Για περισσότε­ρες λε­πτομέ­ρειες σ’ αυτό το σημείο βλέπε και: Η Ύπο­πτη Παραμονή του Αποστόλου Παύ­λου στην Κό­ρινθο, του Μάριου Βερέττα, Εκδό­σεις Μάριος Βερέτ­τας, Αθήνα 2001.). Παρατηρούμε μια έμμονη τάση αυτών των χρι­στιανών, η οποία εκφράζεται και στις Πράξεις 25: 10-12, 26: 32, στην Πρός Ρωμαί­ους 15: 19-24, κλπ., να επιδιώκουν συνεχώς την επέκταση προς Δυσμάς και ειδικά την εγκατάσ­τασή τους στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Ρώμη!

Από στοιχεία που προέκυψαν από τις έρευνες μέχρι σή­μερα φαίνεται ότι κατ’ αυ­τήν την επο­χή, πριν και μετά το +70 Κ. Ε. δη­λα­δή, υπήρ­χαν ήδη στην κυκλοφο­ρία και διάφορα άλ­λα Ευαγγέλια, τα οποία ήταν πολύ διαφορετικά από αυ­τά τα τέσσερα τα οποία πολύ αρ­γότερα εθεσπίστηκαν ως τα μόνα κανονικά. Π. χ., Η Quelle (= πηγή, στα γερ­μα­νι­κά) με τα λόγια και ρητά του Ιησού, το Ευαγ­γέ­λιο των Εβιωνιτών, το Ευ­αγ­γέλιο το οποίο επικαλείται συ­νε­χώς ο Παύ­λος, το Ευαγγέλιο από το οποίο αντέγρα­ψε ο αρ­χιαι­ρε­σιάρχης Μαρκίων εκ Σινώπης του Πόντου, κ.ο.κ. Πέ­ραν των πιθανών και περι­ο­ρι­σμένων πυρήνων των τεσσά­ρων κανονικών Ευ­αγ­γε­λί­ων (αν αυτοί οι πυρή­νες γρά­φ­τηκαν τότε), γρά­φτη­καν πολ­λά και διάφορα άλ­λα Ευ­αγ­γέ­λια, τα οποία αργό­τερα χα­ρα­κτηρί­στηκαν εί­τε απόκ­ρυφα, εί­τε αιρετικά, είτε αν­τι­κανο­νι­κά, κλπ. Σήμερα γνω­ρί­ζομε την ύπαρξη πε­ρί των εξήντα τέτοιων Ευ­αγγελίων. Τε­λευ­ταία εξεδόθη και το Ευ­αγγέλιο του Ιούδα το οποίο έκα­νε γε­ρό πάταγο ένεκα των τρο­με­ρών και αγεφυ­ρώ­των αντιθέσεών του με τα κανο­νικά Ευαγ­γέλια. Ανεξάρτητα από το τί λέει αυτό το και­νο­φανές αρχαίο Ευαγγέλιο, εκείνο που αποδει­κνύε­ται πε­ρί­τρανα είναι το ότι οι θέ­σεις τις οποίες υποστηρίζομε εδώ έχουν άλλο ένα επιβεβαιωτικό στοιχείο. Το δε Ευ­αγγέλιο του Θωμά παρέχει μια πολύ ισχυρή ένδειξη για την πραγματική ύπαρξη της θεωρητικής Quelle!

Πλην όμως, να μην ξε­χνάμε ότι τα τέσ­σε­ρα κα­νονικά Ευ­αγ­γέ­λια που έχομε σήμερα στα χέρια μας τα ανα­φέ­ρει με τους τίτλους των και διά πρώτη φορά ο Ειρηναίος ως επί­σκο­πος Λυώνος το έτος +185 Κ. Ε. Συνεπώς, ως έχουν αυτά σήμερα γράφτηκαν πο­λύ μετά το +70 Κ. Ε. και όπως φαίνεται όλες αυτές οι παραδόσεις και δια­δό­σεις πε­ρί των γε­γονό­των γύρω από το έτος +70 Κ. Ε. μεταφέρθηκαν είτε προφορικώς είτε γρα­π­τώς και συμπεριε­λή­φθη­σαν εκ των υστέ­ρων και εκ του ασφα­λούς εντός των κα­νο­νι­κών Ευαγγελίων. Η σύγκ­ρου­ση των Χριστιανών με τους Ιουδαίους - Φαρισαίους ραβί­νους είχε αρχίσει πολύ πριν το +185 Κ. Ε. και συνεχίσθηκε για πολλά έτη μετά. Έτσι οι προ­φητείες περί της κατα­στρο­φής της Ιερου­σαλήμ και του Ναού και όλες οι δήθεν φι­λο­νι­κί­ες του Ιη­σού με τους Φαρι­σαί­ους και οι ύβρεις κατά αυτών ήταν πολύ βολικά στοι­χεία για τους Χριστιανούς του +185 Κ. Ε στην μάχη τους εναν­τίον του ραβινικού Φαρι­σαϊκού Ιου­δαϊσμού. Έτσι τα έβαλαν στο στόμα του Ιησού και μέσα στα κείμενα τους εκ του ασφα­λούς και επειδή τους συνέφερε! Ακόμα όπως προανα­φέρα­με, τα κανονι­κά Ευαγγέλια ανα­θεωρήθηκαν και ξα­να­γρά­φτηκαν μπόλικες φορές κατά τους επό­με­νους τρεις αιώ­νες και πολύ αργότερα. Παρ’ όλα ταύ­τα και αυ­τά δεν συμ­φω­νούν με­τα­ξύ τους σε πά­ρα πολλά σημεία και πε­ρι­έ­χουν τρομα­κτι­κές αντι­φά­σεις και δια­φωνίες. Το έτος +330 Κ. Ε. δεν υπάρχει πλέον τίποτα από τα πρωτότυπα. Όλα τα προη­γού­με­να αντί­γραφα και εκδόσεις των Ευαγγελίων μαζί με το μεγαλύτερο και κυ­ρι­ό­τερο μέ­ρος της Πρωτο-Χρισ­τι­ανικής βιβλιογραφίας, των τριών πρώ­των αιώ­νων, χάνονται μυστηρι­ωδώς (;) και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί τίποτα απ’ αυτά.

Εδώ πρέπει να τονίσομε εν συντομία την τεραστία και αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ των Ευ­αγγελίων και του κηρύγματος του Παύλου. Ενώ ο Παύλος υποτίθεται ότι δρα και γρά­φει πριν από τους ευαγγε­λι­στές, δεν μας μεταφέρει κανένα ουσιαστικό και συγκεκριμένο βιογραφικό και ιστορικό στοιχείο περί Μεσ­σία Ιησού όπως δεν μας με­ταφέρει και καμία διδασκαλία του. Το μήνυμά του είναι βεβαίως αποκαλυπτικό, άμε­σα εσχατολογικό και σωτηριολο­γι­κό επικαλυμμένο με μια παράξενη δική του αντι­φα­τική θεο­λο­γία. Το γεγο­νός ότι πέραν της Καινής Δια­θήκης και αποκρύφων κειμένων κανείς μα κανείς δεν έχει σημειώσει τον Παύλο έχει θέσει πολλά πράγματα υπό αμφι­σβήτηση. Το όλο ζή­τη­μα εί­ναι τεράστιο και όχι επί του παρόντος. Τα ερωτήματα που προκύπτουν από την ανα­δίφηση των Επιστολών όχι μόνο του Παύλου αλλά και όλων των υπολοίπων της Και­νής Διαθήκης είναι αμέτρητα, απρο­σπέλαστα και καθοριστικά. Εδώ αναφέρο­με ότι άλλοι αμφισβητούν την ύπαρξή του Παύλου εξ’ ολοκλήρου, άλ­λοι ισχυρίζον­ται ότι έδρασε και μετά το +70 Κ. Ε., άλλοι αμφισβη­τούν όλες ή μερικές από τις επι­στολές του, κ. ό. κ. Καλούμε τους απολογητές και φωστήρες του Χριστια­νισμού να βρουν την πειστική λύση και γεφύρωση σ’ αυτά τα τεράστια χάσματα της ιστορίας και της συνέπειας τής μόνης αληθινής και απόλυτης θρησκείας. Για τις στε­ρεό­τυπες αλλά αστή­ρικτες απαν­τήσεις που έχουν μα­γειρέψει εδώ και πολλούς αιώνες δεν έχουν προσκομίσει κα­νένα αποδεικτικό στοιχείο πέραν της πί­στεώς των και όλων όσων οι δικοί τους ανά τους αι­ώνες μετά από πολλές και σκληρές διαμάχες αποφάσι­σαν τελικά να δεχθούν ως απαντήσεις.
Επανερχόμαστε στα πασίγνωστα επει­σόδια, ύβρεις, κατάρες, διδασκαλίες, παραινέ­σεις, κλπ., κατά των Φα­ρισαίων που πε­ρι­έ­χουν τα κα­νονικά Ευαγγέλια. Αυτά όλα δεν στέκουν θεο­λογικώς, διότι αυτά δεν είναι γνωρίσματα μιας καλοπροαίρετης και φι­λεύσπλαχνης θεότητας η οποία είναι τέλεια και όλο αγάπη, δεν αντιτείνεται καθό­λου στο κακό και συγχωρεί και σώζει το απολωλός. (Βεβαίως οι θεολο­γικές και ιστο­ρικές αντιφάσεις εντός της Καινής, ολό­κλη­ρης της Βί­βλου και της ιστορίας του Χριστιανισ­μού είναι κάτι το απε­ρίγραπτο σε ποσό­τητα και ποι­ότητα!). Εν­ταύθα όμως υπά­ρχει η εξής μεγάλη ιστορική αντίφαση. Οι γνω­στοί πικρόχολοι διαξι­φι­σμοί του Ιησού με τους Φαρισαίους μέσα στα έτη από το 29 έως ίσως το 36 Κ. Ε. δεν έχουν καμιά θέση, διότι την θρησκευτική και πο­λι­τική εξουσία κατ’ αυτή την εποχή την κατείχαν αποκ­λει­στικά οι Σαδ­δουκαίοι, οι οποίοι εξυ­πηρετούσαν τα Ρωμαϊκά συμφέ­ρον­τα. Ο Καϊά­φας και ο Άννας ήταν Σαδδουκαίοι. Οι Φα­ρι­σαίοι αυτή την εποχή δεν είχαν σπουδαία δύναμη για να δι­καιολογούνται τέτοιες ισχυ­ρές επιθέσεις εναντίον τους εκ μέρους του Ιησού, πράγ­μα που δεν βλέπομε να συμβαίνει κατά των Σαδδου­καίων. Εκτός και ήταν ζηλωτής και ως επανα­στά­της κα­τά της Ρώμης εστράφη κατά της μετ­ριοπάθειας και της αυτοσυγκρά­τησης των Φα­ρισαί­ων, οι οποίοι διέβλεπαν ως μάταια μια επανά­στα­ση κατά της Ρώμης. Αλ­λά τότε κατά μεί­ζο­να λόγο θα έπρεπε να στρα­φεί πολύ πε­ρισσό­τερο κατά των Σαδδου­καίων που από ολί­γον έως πολύ ήσαν εγ­κά­θε­τοι της Ρώ­μης. Τέ­τοιο όμως θέμα με τους Σαδδουκαίους δεν ετέθη πουθενά στα Ευ­αγ­­γέλια. Πέ­ραν τούτου στα Ευαγγέλια βλέπομε ότι οι επιθέσεις κα­τά των Φαρι­σαί­ων είναι επί προσωπικής, θρη­σκευτικής και κοινωνι­κής βάσεως και όχι επα­να­στατι­κής και κατά της Ρώμης. Ως εκ τού­του, η μόνη εύλογη ιστορική και επισ­τη­μονική εξή­γη­ση είναι ότι οι διάφοροι ευ­αγ­γελιστές έβαλαν αυ­τά τα στοι­χεία μέσα στα Ευαγ­γέλια όταν τα έγραψαν, σε κάκοια μορφή, από μετά το 70 Κ. Ε., όπου ως γνω­στόν από τότε και με­τά οι Σαδδουκαίοι και οι Εσσαίοι έπαψαν να υπάρ­χουν. Ο λόγος για τον οποίο προέ­κυψαν αυ­τοί οι ασύστολοι διαξιφισμοί και η τερά­στια φαγωμάρα με­ταξύ της Χρι­στι­ανικής «οδού» και των Φαρι­σαί­ων ραβίνων ήταν το ότι τότε επήλθε εμ­φύλια δια­μάχη για το ποιος απ’ τους δύο θα ανα­λάμβανε την πολιτική αρ­χηγία και τη νέα θρησκευτι­κή αντιπροσώπευση, κα­τεύθυνση, και λατρεία του Ιου­δα­ϊ­σμού. Έτσι οι διά­φοροι «ευ­αγγελι­στές» για να δώ­σουν κύρος σ’ αυ­τά τα στοιχεία, τα έβα­λαν στο στό­μα του Μεσσίαχ και Θεού των Ιη­σού ώστε να μπορέσουν να εξυ­πη­ρε­τήσουν κατά το δυ­νατό καλλίτερα τις ανάγκες και τις επιδιώξεις της αίρεσης των.
Αναφέρομε το εξής στοιχείο το οποίο θεωρούμε πολύ σημαντικό χωρίς να αναπτύξο­με το γιατί. Η Καινή Διαθήκη αναφέρεται στους Φαρισαίους (-ος) 100 φο­ρές, στους Σαδδου­καίους 14, στον Ιούδα Κανανίτη ή Ζηλωτή 2, στον επαναστάτη Ιούδα τον Γα­λιλαίο 1 φο­ρά, στους Σι­καρίους 1 και στους Εσσαίους 0 (μηδέν)! Αυτό δε συμβαίνει για μια επο­χή (+29-36 Κ. Ε.) κατά την οποίαν οι Σαδδουκαίοι ήταν αυτοί που είχαν αποκλειστικά τις πρωτοκαθεδρίες και την εξουσία, ως εγ­κάθετοι της Ρώμης, και οι Ζηλωτές (Κανα­νίτες), Σικάριοι και Εσ­σαίοι δημιουργούσαν θρη­σκευ­τικά και πολιτι­κά επεισόδια κα­θημερινώς στις πόλεις και στην ύπαιθρο, ενώ οι Φα­ρι­σαίοι κοι­τού­σαν τα διαβάσ­ματά τους, τη διδασκαλία τους και τηρούσαν μετριοπαθή και επιφυλακτική πολιτική με καιροφυλακτική επαναστατική στάση. Σκε­φτείτε το λιγά­κι... Όλα τα Φα­ρισαϊκά στοι­χεία που απαντώνται στην Καινή Διαθήκη, τα οποία είναι δυσαναλόγως πολ­λά, καθα­ρώς αντα­να­κλούν τις Φαρισαϊκές δι­δα­σκα­λίες και τις συν­θήκες και κατα­στάσεις που δη­μι­ουργή­θη­καν μετά το έτος +70 Κ.Ε και τίποτα παραπάνω...
Ένας άλλος σοβαρός λόγος της θεολογικής επικάλυψης όλων των αντι-Εβραϊκών και αντι­φαρισαϊ­κών στοιχείων, οργής, μένους, μίσους, πικρίας, κλπ., των Ευαγγελίων με το να τα βαλουν στο στόμα του Υιού του Θεού Ιησού, ήταν και για να εμποδίζουν τις διαρ­ροές από τις ολιγομελείς Εβραιοχριστιανικές ομάδες προς τους πλειοψηφούντες Φα­ρι­σαίους μετά την τρομακτική σύγχυση που επήλθε ύστερα από την καταστροφή και την απραγματοποίητη εσχατολογία. Στα Ευαγ­γέλια αυτές οι διαρροές προδίδονται και από τις συχνές - πυκνές εντολές του Ιησού κατά των Φαρισαί­ων, τις προφυλάξεις από τις διδασκαλίες τους, κλπ., καθώς και από τις προειδοποιήσεις του Ιησού προς τους μαθητές του για δι­ώξεις και προ­σα­γωγές τους σε δικαστήρια, προτρο­πές για ακ­λό­νη­τη πίστη μέχρι θανάτου και ασταμά­τητες υποσχέ­σεις προς όλους τους μέ­χρι τέ­λους πι­στούς με μεγάλες εσχατολογικές αν­τα­μοιβές και ένδοξη νίκη. Προς τους χλι­αρούς και μη σταθερούς δίνει υποσχέσεις οργής, μί­σους, πικρίας, εσχατολογικής απο­λογίας, εμετού, και ατελεύτητης τιμωρίας. Σε μερικά σημεία διαβλέ­πο­με κάποια προ­σέγ­γι­ση με πολύ ολίγους διαλλακτικούς Φαρισαίους. Εκτός ανω­νύμων στην Και­νή Δια­θή­κη έχομε τους τρεις γνωστούς και ονομαστούς: Νικόδημος, Ευ­σχή­μων Ιω­σήφ και Γαμα­λιήλ. Παρ’ όλο που γι’ αυτούς ο λόγος γίνεται για χρόνους πριν το 70 Κ. Ε., επειδή τα γραπτά αυτά εγράφησαν μετά το +70 Κ. Ε. τολμάμε να υποδείξομε ότι και οι αναφορές σ’ αυτούς αντανακλούν τις καταστάσεις μετά το +70 Κ. Ε. που περι­γρά­φομε εδώ εν συντομία. Το επεισόδιο της συνομιλίας του Ιη­σού με τον Νικό­δημο (Ιω­άν­νης 3: 1-21) αντανακ­λά όχι μόνο κάποια προσέγγιση αλλά πιθανή μυστική διαρ­ροή μι­κρής εκ­τά­σεως προς την αντίθετη κατεύ­θυνση. Το ίδιο ισχύει και με τα δι­άφορα ση­μεία στα οποία αναφέ­ρεται ο ευσχήμων βουλευτής Ιωσήφ. Η αφήγηση περί Γαμα­λιήλ, Πρά­ξεις 5: 34-42, αντανακλά διαλλακτικότητα και κάποια προσέγγιση με τους μετριοπαθείς.
Από το +73 Κ. Ε. μέχρι το +135 Κ. Ε. η χριστιανική αίρεση παραμένει ακόμα μέσες-άκ­ρες Ιουδαϊκή υπόθεση. Οι χριστιανοί της εποχής αυτής καιροφυλακτούν και περι­μέ­νουν την έκβαση κάποιων πραγμάτων και την Δευτέρα Παρουσία! Ο πλή­ρης δια­χω­ρι­σμός Ιου­δα­ϊσμού και Πρωτοχρι­στιανισμού, η δεύτερη και τελική απο­στα­σία δη­λα­δή, συνετελέσθη το έτος +135 Κ. Ε. Τότε συνετρίβει κυριολεκτικά η Ιου­δα­ϊκή επι­κ­ρά­τεια μετά την πατα­γώδη αποτυχία της δεύ­τε­ρης μεσσιανικής επα­νά­σταση των Εβ­ραίων κατά των Ρωμαίων, επί αυτοκράτορος Αδριανού. Αυτή τη φορά η επανάσταση οργα­νώθηκε από τους Φα­ρι­σαίους και τα υπολείμματα των Ζηλωτών με αρχηγό τον ψευ­τομεσσία και απατεώνα Συμεών Μπαρ Κοσίμπαχ τον οποίον ευλόγησε και έχρι­σε ως Μεσσίαχ του Ισρα­ήλ ο Φαρισαίος αρ­χι­ε­ρέ­ας Ακίμπαχ. Η Χριστιανική αίρεση αυ­τή τη φορά ήταν πολύ επι­φυ­λακτική προς την επα­νάσταση αυτή. Κρά­τησε απόστα­ση από τον Μπαρ Κοσίμπαχ διότι δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει ως Μεσσία. Είχε ήδη δικό της Μεσ­σία, τον Ιησού, στον ουρανό. Ακόμα και αυτή την φο­ρά οι Χριστια­νοί ανέμεναν την Δευτέρα Πα­ρου­σία. και «δεν πήγαν στην Πέλλα»· απλώς περίμεναν την τελική έκβαση της επα­νάστασης χωρίς να συμμετέχουν σ’ αυτήν. Ο Μπαρ Κο­σί­μπαχ έκοψε πολ­λά κε­φάλια από δαύτους επειδή αρνήθηκαν να συμπολεμή­σουν. (Εδώ ο Ευ­σέ­βιος δεν παρέχει κα­μία πληροφορία!). Με τα νέα ση­μεία των καιρών οι Μεσ­σιανικές, εσ­χα­το­λογικές και αποκαλυπτικές φαντασίες τους ανα­θερμάνθηκαν και και­ροφυλα­κτού­σαν. Πλην όμως απέτυχαν οικτρά. Η απο­τυχία που επα­κολούθησε ήταν πολύ πιο τρομακτή από την πρώτη. Η Ιου­δαία δι­α­λύθηκε ολοσχερώς και τα λείψανα του Ιουδαϊκού έθνους δια­σ­κορπίστηκαν ή επω­λή­θησαν ως δούλοι. Τότε η Χριστιανι­κή αίρεση «οδός» αν­­τιμετώ­πι­σε επει­γόντως την άμε­ση ανάγκη να δη­μι­ουρ­γή­σει μια νέα θεο­λο­γία αφού η πα­λαιά απέτυχε παταγω­δώς. Μετά το τέλος και την τρομα­κτική αποτυχία και της δεύτε­ρης επανάστασης το135 Κ. Ε. η μεταλλαγή και δια­μόρφω­ση των Χρι­σ­τιανών γίνεται έτι περισσότερο έντονη, δι­αφορετική και αποξενω­μένη από τους γο­­νείς τους Νοτζρίμ και τε­λικά καθοριστική.
Όπως και το έτος 70 Κ. Ε. έτσι και τώρα το ίδιο και χειρότερα, όλες οι απο­καλυπτι­κές και εσχα­τολογικές προρρήσεις και αναμονές τους απέ­τυ­χαν οικτρά και ο ουρά­νι­ος Μεσσίας τους, Ιη­σούς, δεν επανήλθε στη γη. Μόνο σε ένα πράγμα είχαν δίκιο, ότι δη­λαδή, ο Μπαρ Κοσίμπαχ δεν ήταν ο αναμενόμενος Μεσ­σίας. Έτσι τώ­ρα η δη­μι­ουρ­γία μιας νέας θε­ο­λο­γίας κατέστη πια ζήτημα επι­βιώσεως, ζωής και θα­νά­του. Νέες αλλα­γές, μορφές, τύ­ποι, τροπο­ποι­ή­σεις, μέθοδοι, εσχα­τολογίες, στό­χοι, κλπ, εισ­ή­χ­θηκαν. Τότε ξαναπρο­πα­γάν­δισαν το τέλος και την ανακαίνιση του κόσμου κατά την Δευτέ­ρα Παρου­σία του Μεσσία και Σω­τή­ρος Ιησού, με την διαφορά ότι αυτή την φορά θα λά­βει χώρα εις άγνω­στον μελλοντικό χρόνο τον οποίον κανείς δεν γνωρίζει ει μη μόνον ο Θεός Πα­τήρ. «Περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγ­γε­λοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος.», Ματθαίος 24: 36. Περιέργως ούτε ο ίδιος ο Ιησούς την γνωρί­ζει, παρ’ όλον ότι αυτός θα παρουσιαστεί εκ δευτέρου και είναι Θεός ομοούσιος τω Πατρί!
Παρ’ όλα ταύτα οι μεσσιανι­κές αναμονές με το άμεσο τέλος του υπάρχοντος κό­σμου και την εμφάνιση ενός καινούργιου ήσαν τόσο έν­τονες που συνε­χί­σθηκαν για πολλά χρόνια μετά. Έχο­­με πάρα πολλά παραδείγ­μα­τα εσχα­τολογικών ομά­δων κα­τά τον δεύ­τερον αιώ­να, λ.χ. των Μοντα­νι­τών και πολλών άλ­λων, οι οποίοι στο τέλος ευρέ­θη­σαν επαί­τες στους δρόμους. Αυτό το εσχατο­λογικό βι­ολί συνε­χί­σθη­κε και με­τά το έτος 1000 Κ. Ε. Τον δεύτερο αιώνα εκτός του αιρετικού Μαρτίνου Μον­τανού και οι μεγά­λοι πατέρες της χριστια­νι­κής εκκλησίας Ιουστίνος, Παπίας, Ειρηναίος και Τερτυλλια­νός βασισμέ­νοι σε δήθεν προ­φητείες των Παλαιο-Διαθηκικών προφητών Ησαΐα, Ιεζε­κιήλ, Δανι­ήλ, κ. ά, πίστευαν στην άμεση εσχατολογία με την επανεμφά­νιση του Μεσ­σία τους, την ανοικοδόμηση της Νέας Ιε­ρουσαλήμ και την εγκαθίδρυση της χιλιετούς βασιλεί­ας του επί της γης[19]. Ακόμα μέχρι και σή­μερα έχομε πολλά τέτοια πα­ρα­δείγματα. Οι Μάρτυρες του Ιαχωβά ή Χιλιαστές[20] και διάφορες ευαγγελιστικές αι­ρέσεις είναι κα­θημερινώς σε αναμονή και επιφυλακή!
{[19] Βλέπε Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 20, σελίδα 828, λήμμα «Χιλι­α­σμός». Τελικώς αυ­τοί οι άγιοι και θεοφόροι πατέρες απατήθηκαν οικτρώς! Τί λέτε, περί­εργον;}

{[20] Όπως οι άγγελοι και Γιαζάτας και τα τάγματά τους, ο Σατανάς = Εωσφόρος αστήρ ή Αριμάν, οι διάβολοι = εκ­πεσ­σόντες αστέρες και τα τάγματά τους, ο δυϊσμός ‘κα­λού και κακού’ και η μεταξύ των αδια­κοπη πάλη (που είναι η πάλη των αγγέλων και των Για­ζά­τας κατά του Αριμάν και των υπηρετών του) με την τε­λική νίκη του κα­λού (βλέπε και Αποκάλυψις κεφάλαιο 12), έτσι και ο Χιλιασμός που απαν­τάμε σε πολλές Εβραιο­χρι­στι­α­νι­κές αι­ρέσεις και σε όλον τον Εβραιογνωστικοχριστιανισμό γενικότερα, (βλέπε Ιώβ, Αποκάλυψις 20: 1-6, και τα κε­φάλαια 20, 21, 22, κλπ.) προ­έρχεται από τον Ζωροαστρισμό του οποίου εί­ναι δόγμα (βλέπε: Zand-i Vohuman Yasht 3: 62). Εκεί έχομε διαδο­χι­κές εποχές χιλίων ετών εκάστη των οποίων θα τελει­ώσει με κατα­κλυσμό αιρέ­σε­ως (ασυμφωνίας) και κα­τα­στροφής, μέχρι την τελική κα­ταστροφή του κακού και του πνεύ­ματός του υπό ενός θρι­αμ­βευ­τού βασιλέως της ει­ρήνης κατά το τέλος της τελευταίας χιλιετούς πε­ριόδου. «Τότε ο Σαοσγιάντ απο­καθι­στά ξανά όλα τα δημιουργήματα αγνά και η ανάσταση και η ύπαρξη του μέλ­λοντος λαμβάνουν χώ­ρα.». (Οποία ομοιότης!). Όλα τα ζωροαστρικά και βα­βυ­λω­νιακά στοι­χεία μπήκανε στο Εβραϊσμό κατά την Βαβυλώνια αιχμαλωσία και μετά. Η Χριστιανι­κή αίρεση του Εβραϊσμού υιοθέ­τησε σχεδόν όλα αυτά τα στοιχεία και μετά τα επε­ξεργάστηκε και παρουσίασε με δικό της τρόπο που δεν απέχει πολύ από τους Ζωρο­ά­στρες και τους Εβραίους.}
Επίσης τότε εδό­θη η γραμμή να στραφούν «προς πάντα τα έθνη» για να αποκτή­σουν πε­ρισ­σότε­ρους οπα­δούς, εισ­φορές χρη­μάτων, εγκαταστάσεις και στέ­γες εκ­κλη­σιών, κλπ. Δεν υπή­ρχαν πια οι παλαιστινιακές εγκαταστάσεις των συναγωγών «κα­χάλ» ού­τε ο κορ­μός του Ιουδαϊσμού επί του οποίου παρασιτούσαν. Έψαξαν και βρή­καν μερι­κά χωρία πε­ρί αποκα­λύ­ψεως και ανα­γνω­ρί­σεως του Ιουδαϊκού Μεσσία και του Θεού Γιαχ­βέχ όχι μό­νο από τους Εβραίους αλλά και από τα υπόλοιπα έθνη εντός των γρα­π­τών του δευ­τέ­ρου και τρί­του Ησαΐα (προσοχή όχι του κα­νονικού Ησαΐα Μπεν Αμώς αλλά των παρα­χαρακτών της βαβυ­λω­νιακής και μεταβαβυλωνι­ακής εποχής) και με­ρι­κών άλλων προ­φη­τών των ιδίων περιόδων. Έτσι και πάλι δι’ αυτών των δή­θεν προ­φητειών νόμισαν ότι πέ­τυχαν την θεολογική κά­λυψη που εχρειά­ζοντο. Αντί της Εβ­ρα­ϊκής Φαρισαϊκής Μα­σό­ρας κάνουν χρήση της με­τα­φράσεως των Εβδομή­κοντα­(δύο) και έτσι δημιουργούν μεγά­λες θεολο­γι­κές διαμάχες και ιστορικές ρή­ξεις με τους Ιουδαίους. Σε αντίδραση, τρεις Ιουδαίοι Ελληνιστές, ο Εβι­ω­νίτης Σύμμα­χος, ο Ακύλας και ο Εβιωνίτης Θεοδοτίων, μεταφράζουν στα Ελληνικά την Μασόρα. Δυσ­τυχώς οι με­ταφράσεις των δεν έχουν διασωθεί εκτός ολίγων απο­σπα­σμάτων. Γιατί λέ­τε άραγε; Ποιος τις εξαφάνισε; ...
Εδώ πρέ­πει να διευκρινίσομε ότι η δράση των Αποστόλων και του Παύ­λου όπως αυτή περιγρά­φε­ται στις Πράξεις των Αποστόλων και σ’ όλες τις Επιστολές της Καινής Δια­­θή­κης κατά το μέγιστο μέρος αφορά Εβραίους εντός της Παλαιστίνης και της πλη­σίον πε­ρι­οχής καθώς και Εβραίους της διασποράς στα διάφορα μέρη και αστικά κέντ­ρα της Ρω­μα­ϊκής Αυτοκρα­το­ρί­ας και της Μεσοποταμίας. Το όλο εγχείρημα δηλαδή ήταν καθα­ρή Εβραϊκή υπόθεση και όχι πάντων των εθνών. Κάπου – κάπου εμφανί­ζονται μερικοί εξ εθνι­κών όπως, ο Τίτος, ο Κορ­νήλιος, ο Τιμόθεος, ο Τρόφι­μος, ο Νι­κόλαος, ίσως η Λυδία και ολιγάριθμοι άλ­λοι. Αν βασιστούμε στην Καινή Διαθήκη αυ­τοί αποτελού­σαν πε­ρι­π­τώ­σεις εξαι­ρε­τικά με­μονω­μέ­νες και σχέ­σεις προσωπικής γνω­ριμίας και γι’ αυτό υπερ­το­νίζονται. Δεν αποτελούσαν καμία δύ­ναμη ή ομά­δα με σχε­τικά μεγάλο αριθμό με­λών η οποία προσεχώρησε στον Εβραιοχρι­στια­νι­σμό. Μάλιστα δε, η πλειο­ψηφία των Εβ­ραίων της δια­σπο­ράς εί­χε υιο­θε­τήσει Ελληνικά και Ρωμαϊκά ονό­ματα όπως Στέ­φα­νος, Ακύλας, Πρίσκιλλα, Σω­σθένης, κλπ. Βλέπομε ακόμα και Αποστό­λους να αλ­λά­ζουν τα ονόματά τους από Εβραϊκά σε Ελ­ληνικά ή Ρωμα­ϊκά (Σαύλος έγινε Παύλος, ένας Ιωάννης των Πράξεων έγινε Μάρκος, κλπ.). Οι Εβραίοι της διασ­ποράς οι οποίοι ομιλούσαν την Ελληνική ή την Λατινική γλώσσα και εί­χαν κά­ποια Ελ­ληνορωμαϊκή παιδεία πολλάκις απεκα­λούντο Ελληνιστές. Προς αυτούς τους Εβραίους λοιπόν κατ­ευθυνόταν η δράση και οι Επιστολές των Αποστόλων και του Παύλου.
Εδώ προσθέτομε και τα εξής. Ο αυτοκράτωρ Μέγας Ιου­λι­ανός μας δηλώ­νει καθαρά, στο έργο Κατά Γαλιλαίων, ότι ο Ιησούς, ο Παύλος, ο Κορνήλιος (Πράξεις κεφάλαιο 10) και ο Σέργιος (Πράξεις 13: 7) δεν είναι ιστορικά πρόσωπα. Δεν αναφέρον­ται από κανέναν και πουθενά. Αυτή είναι και η θέση πολλών ερευνητών και όλα τα περί Παύλου είναι Χριστιανικά παραμυθάκια. Ο Παύλος δεν αναφέρεται από καμιά ιστο­ρι­κή πηγή παρά μόνο στην Καινή Διαθήκη και σε απόκρυφες Χριστιανικές ιστοριού­λες. Πάει και τελείωσε. Αυ­τό είναι εξαιρετικά ύποπτο και απίθανο αν δεχθούμε όλη τη δράση που η Καινή Διαθήκη αναγράφει πως είχε. Όταν λοιπόν μιλάμε περί Παύλου βρισκόμαστε σε εν­τε­λώς αν­επιβε­βαί­ωτη περιοχή. Πολλοί ερευνητές ισχυρίζονται πως αν υπήρχε κάποιος Παύλος αυτός πρέπει να έδρασε μετά την καταστροφή του 70 Κ. Ε. σύμφωνα με τις νέες συν­­θή­κες και τη νέα θεολογία. Διά τούτο οι Εβιωνίτες οι οποίοι παρέμειναν προσκολ­λη­μένοι στον Ιου­δαϊσμό τον μισούσαν θανάσιμα. Αυτά δε που μας μεταφέρουν οι Πράξεις είναι παρα­ποι­ήσεις και πλαστές διηγήσεις παρορμού­μενες από άλλους συγγραφείς, όπως τον Ιώσηπο και τον Φίλωνα, κ.ά.. Μακάρι να ξέ­ραμε τι ακριβώς συνέβη. Πάντως το τε­λι­κό συμ­πέ­ρα­σμα που βγαίνει μετά βεβαι­ό­τη­τας είναι ότι τα πάντα περί πρωτοχρι­στια­νι­σμού είναι θο­λά, ανεπιβεβαίωτα και αμ­φι­σβητήσιμα, εκτός και πιστέψομε στα τυφλά αυ­τά που μας λέ­νε οι Χριστιανοί από τον 4ο αιώνα και μετά. Αλλά και αυτά είναι γεμάτα με λάθη και πά­ρα πολλές κραυ­γαλέες αντιφάσεις που δεν δικαιολογούνται για ιστορικά πρόσωπα. Επο­μένως και η πίστη σ’ αυτά καταντά παράλογη και σχιζοειδής και ουσια­στι­κά βίτσιο.

Όσα λοιπόν μας περιγράφει η Καινή Δια­θήκη αφορούσαν Εβραίους μέσα στους οποί­ους κάπου-κάπου εμ­φανιζόταν για δικούς του λόγους και κανένας μη Εβραίος. Ση­μει­ώνομε ακόμα ότι σύμ­φωνα με τις σύγχρονες έρευνες και τα συμπε­ρά­σμα­τα πολ­λών Εβραίων ερευνητών αλλά και πολλών Χριστιανών θεο­λόγων το λεγόμενο βιβλίο της Αποκα­λύ­ψε­ως του Ιωάννου ήταν αρχικώς Εβραϊκό βιβλίο που εγράφη από φανα­τι­­κό Γιαχβιστή Εβραίο ο οποίος μοιρολογούσε την ερείπωση της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 Κ. Ε. (Η ολοκληρωτική καταστροφή της Ιουδαίας συνέβη το 135 Κ. Ε.). Μετά το βιβλίο αυτό υπε­κλάπη από τους Εβραι­ο­χρι­στι­α­νούς, τουλάχιστον κατά μέγα μέρος, οι οποίοι αφού για μερικούς αιώνες του έκα­ναν μερικές απαραί­τητες με­τατροπές, προσαρμογές και προ­σθήκες το παρουσίασαν ως ιδικόν τους προφη­τι­κό βι­βλίο[21] Στον κανόνα της Καινής Διαθήκης το έβαλαν κα­τά το τέ­λος του τέταρτου αι­ώ­να, μετά τη λήξη της δια­μά­χης του Ιερού Αυ­γου­στίνου και του Αθα­να­σίου επι­σκό­που Αλε­­ξανδρείας. Ο μεν πρώτος ζητούσε να συμπε­ρι­ληφθεί στον κα­νόνα η Απο­κά­λυψις, ο δε δεύτερος το γνωστικίζον Κατά Ιωάννην Ευαγγέ­λιον. Οι δύο αν­τίπαλοι τε­λι­κά συν­εφώ­νη­σαν να συμ­πε­ρι­ληφθούν και τα δύο βιβλία στον κα­νόνα της Καινής Δι­α­θή­κης και έτσι έληξε η δια­μάχη μεταξύ τους.

{[21] Όπως αναφέραμε παραπάνω πολλοί μεγάλοι πατέρες της χριστιανικής εκκλη­σί­ας του δευτέρου αιώνα βάσισαν την χιλιαστική εσχατολογία τους στους Παλαιο-Δι­α­θη­κι­κούς προφήτες. Αυτός ο ίδιος χιλιασμός επαναλαμβάνεται και στην Αποκά­λυ­ψιν 20: 1-6, (και η συνέχειά του περιγράφεται στα κεφάλαια 20, 21 και 22).
Όπως έχομε προαναφέρει, πολλοί είναι οι επιστήμονες και ερευνη­τές, εκ των οποίων μερικοί είναι Εβραίοι, που υποστηρίζουν ότι η Αποκάλυψις του Ιωάν­νου ήταν Εβραϊ­κό κείμενο αρχικώς το οποίο στη συνέχεια υπεκλάπη από τους Χριστιανούς οι οποίοι του έκαναν τις αναγκαίες χριστιανικές μετατροπές. Ο κορμός τού κειμένου όμως, εί­ναι οι θρηνωδίες και οι κατάρες κάποιου Εβραίου συγγραφέως λόγω της συμ­φο­­ράς του + 70 Κ. Ε., της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και της πυρπολήσεως του Να­ού του Γιαχ­βέχ. Γι’ αυτό και παρηγορείται με την σκέψη της αν­τικαταστάσεως της πα­­λαιάς και κα­τεστραμμένης Ιερουσαλήμ από μια νέα ουρανοκατέβατη Ιερου­σαλήμ διά μιάς θεϊκής επ­εμβάσεως του Γιαχ­βέχ, κλπ. Αυτή η επιστημονική εκδοχή, η οποία βασίζε­ται σε υπέρ­ογ­κο πλήθος στοιχείων, καταδεικνύει ότι η νυν Αποκάλυψις του Ιω­άν­νου είναι ένα δια­στρε­βλωμένο και ψευδεπίγραφο βιβλίο. Πρόκειτια για Αποκάλυ­ψιν βρω­μερού Ιεζεκιη­λικού τύπου και είναι μια από τις πάρα πολλές αποκαλύψεις που έχουν γραφεί και αλλοιωθεί.
Ο ερευνητής Μιχάλης Κοκκινόφτας στο βι­βλίο του Σχέδιο Αρμαγεδδών, Εκδόσεις Δί­ον, 2000, έχει κάνει μια πολύ ενδια­φέρουσα και σπουδαία ποσοστιαία ανάλυση επί των λέξεων, της γλώσσας και των χωρίων που χρη­σιμο­ποιεί ο συγγρα­φεύς της Απο­καλύ­ψεως. Ανεξαρ­τή­τως ολίγων απόψεων, υποθέσεων και εκτιμήσεων που ο συγγ­ρα­φέας έχει δια­τυπώσει, μερικά σημαντικά και ελέγξιμα συμπεράσματα της έρευ­νάς του είναι τα εξής: Η γλώσσα της Αποκαλύψεως είναι μια κακί­σ­τη χρήση της Κοινής Ελ­ληνιστικής δια­λέ­κτου. Εν κα­τα­κλείδι (σε­λί­δες 356-358), αν­τικειμενικώς υπελόγισε (αντικειμε­νι­κώς, διότι οι αριθμοί και οι συγκρίσεις είναι αν­τικειμενικά δεδο­μέ­να που μπορούν να ελεγ­χθούν από τον καθένα και δεν είναι προ­σωπικές απόψεις) ότι: 97.56% των χω­ρίων είναι παρμένα από την Πα­λαιά Δι­αθήκη εί­τε αυτολεξεί, είτε σχε­δόν αυτολεξεί, είτε σε κάποιο βα­θμό πα­ρα­φρα­σμένα αλλά με το ίδιο πε­ρι­ε­χό­μενο και νόημα προς αντίστοιχα χωρία της Πα­λαιάς. Επομένως μόνον 2.44% των χω­ρίων της Απο­κα­λύψεως δύνανται να απο­δο­θούν στον συγγραφέα της! Ως προς τις κύριες λέξεις και έννοιες το 88.21% εξ αυτών είναι δανεισμένες από την Παλαιά Διαθήκη και μόνο 11.79% είναι επινοήσεις του συγ­γραφέως.
Αυ­τή η ανάλυση αποδεικνύει το συμ­πέρασμα της υπο­κλοπής που αναφέραμε πα­ραπάνω, αν και η Αποκάλυψις περιέχει μερικές κοινές φράσεις και εικόνες με τα Ευ­αγγέλια, μερικές Επιστολές και τα Απόκρυφα. Κοινές πηγές αυτών των φράσεων και εικόνων σ’ όλη αυτή την βιβλιογραφία είναι η Παλαιά Διαθήκη και ή άμεση εσχατο­λογία του καιρού αυτού εν­τός των Εβραιοχριστιανικών και Γνωστικιστικών κοινοτή­των. Η ανάλυση αποδεικνύει επίσης το συμπέρα­σμα του κ. Μι­χάλη Κοκ­κι­νόφτα ότι η Αποκάλυψις δεν είναι κανένα αληθές, ανεξιχνίαστο, δυσχερές, προφητικό, θεόπνευσ­το, αποκαλυπτικό, κλπ., χριστι­α­νι­κό, βιβλίο. Αυτή η ψευδής θέση, εδώ και πολλούς αιώ­νες μέχρι και σή­μερα, προπα­γανδίζεται από τους Χρι­σ­τι­α­νούς προς εκφοβισμό των μαζών αλλά και με πολλούς αξιόλογους μορ­φωμένους στα θύ­ματά των. Απλού­σ­τα­τα πρόκειται για ένα Εβραιογε­νές, αυθαίρετο, ποταπό, πα­ρα­μυ­θο­λό­γη­μα και αισχρό ρυπαρογράφημα γκρίνιας και εκδικήσεως το οποίο περι­έχει υστερότερες (εντοπισμέ­νες) χρι­σ­τια­νι­κές και εσχατολογικές πα­ρεμ­βο­λές. Ο αρχι­κός Εβραίος συγγραφέας σκοπόν είχε να εκφράσει το πέν­θος και την θλίψη που του επ­έφερε η κατα­στροφή των ετών +66 – 73 Κ. Ε., προς τον Εβραϊκόν θεόν του Γιαχβέχ και να ευχηθεί για σκληρή εκδίκηση εναντίον όλων των ανθρώπων εκ­τός ολίγων εκ των «εκλεκτών», την οποία αηδιαστικά τον εκλιπαρεί να αποδώ­σει! Ακόμα οραματίζεται την εμφάνιση μιας Νέας Ιερουσαλήμ τεραστίου μεγέθους και ακατάσχετης φαντασίας. Οι υσ­τερό­τε­ροι χρι­στιανικοί υποκλοπείς, ανα­συντάκτες και διορθωτές του αισχροτά­του αυτού βι­β­λίου δεν είχαν κα­νέ­ναν άλλον σκο­πό παρά την χρήση του διά τον συνε­χή και δια­χρο­νικό εκφοβισμό και την στυγνή καταπίε­ση των χρι­στια­νι­κών μαζών, από τις ημέ­ρες τους μέχρι τον μυθικό Αρμαγεδδώνα.
 Πρόκει­ται για ένα βλα­κο­δέ­στα­το, αχρειότατο, μιαρό συμ­πί­λημα μωρίας με απο­λύτως κα­μί­αν αξίαν εκτός του βρα­βεί­ου βλακεί­ας, ατιμίας και πονηρίας που πανηγυρικότα­τα εισπράττει. Δεν υπάρ­χει τίποτα το αποκα­λυ­πτι­κό, το προ­φητικό ή το ακατα­νό­η­το μέσα σ’ αυτό το ηλίθιο και αηδιαστικό τε­ρα­τούρ­γημα, που χρησιμεύει μόνο για την βάρβαρη καταπίεση ανο­ήτων, αφελών, απλοϊκών και θυμάτων!
Περί διαφόρων χρι­στιανικών υποκλοπών με­λετείστε τουλάχιστον τα εξής μνη­μειώδη ερευνητικά έρ­γα:

1.        Gerald Friedlander, The Jewish Sources Of The Sermon On The Mount, Kessinger Publishing.
2.        Hyman E. Goldin, The Case of the Nazarene Reopened, The Lawbook Exchange Ltd., 1948-2003.
3.                 Randel Helms, Gospel Fictions, Prometheus Books, 1989.
4.                 Harold Leidner, The Fabrication of the Christ Myth, Survey Books, 1999.
5.        Albert Schweitzer, The Quest of the Historical Jesus, Introduction by James M. Robinson, Collier Books, 1968.
6.                 Joseph Wheless, Forgery in Christianity, Kessinger Publishing.
7.                 Joseph Wheless, Is it God’s Word?, Kessinger Publishing.
8.                 Hayyim Ben Yehoshuah, Refuting the Missionaries.                           }

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου