Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤOΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (3)


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ 'ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤOΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (2)'

—Συνεχίζομε με το ακόλουθο εξαι­ρετικό παράρτημα.—

*ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1*

REFUTING MISSIONARIES
ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΒΡΑΙΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΡΕΥΝΗΤΗ
Hayyim ben Yehoshua

Μετάφραση από την Αγγλική και σημειώσειςυπό
Δρος Ιωάννου, Νεοκλέους Φιλάδελφου, Μ. Ρούσσου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Έχω υπ’ όψη μου πολλούς ανεξέταστους και αμελέτητους ή σκόπιμους Χριστι­α­νούς απο­λο­γη­τές και θεολόγους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το Ταλμούδ και η Καινή Διαθήκη φέ­ρουν πει­στικές αναφορές και στοιχεία περί ιστορικού Ιησού Χριστού. Προς τούτο έκα­να τον κόπο να μεταφράσω από την Αγγλική και να παραθέτω εδώ την δημοσι­ευμένη ερ­γα­σία του Ιουδαίου Ραβίνου Hayyim ben Yehoshua, ειδικού με­λετητή και ερευνητή του Ταλ­μούδ και όλης της σχετικής ύλης, την οποία και έχει αν­αρτήσει εις το διαδίκτυο. Η ερ­γασία αυτή είναι πολύ πυκνογραμμένη και τεκμηρι­ω­μένη με πολλά ενδιαφέροντα στοι­χεία. Διά να μην λάβει τεράστια έκταση πολλές φο­ρές ο ερευνητής ανακοινώνει ετοί­μως πολ­λά από τα γνωστά στοιχεία ή τα νέα που αυτός χρησιμοποιεί καθώς και τα συμ­περά­σματα στα οποία κατέληξε ή είναι παραδε­κτά από την αμερόληπτη επιστημονική κοι­νό­τη­τα και μερικές φορές με μια συντομία που ημπορεί να ξαφνιάσει κά­ποιους. Δι’ όλα αυτά η ερ­γασία εφ’ ενός μεν είναι πο­λύ ουσιώδης και εφοδιασμένη με πολλά στοι­χεία, εφ’ ετέ­ρου δε ο ενδια­φε­ρόμενος ανα­γ­νώστης οφείλει να την μελετήσει και να την εξε­­τάσει πολύ προσεκτικώς. Αξί­ζει πο­λύ τον κό­πο! Εκτός του ότι φανερώνει βαθιά γνώ­ση των θεμάτων και των πραγ­μά­των, πολλά των οποίων δεν εί­ναι γνωστά στους περισ­σοτέρους, Χριστιανούς και μη Χρι­σ­τιανούς, όχι μόνο προ­ξε­νεί ανεπανόρ­θωτη βλάβη σε κά­θε τέτοιο σκόπιμο ή ανεξέ­τα­σ­το ισχυ­ρισμό, ότι δηλαδή το Ταλ­μούδ και η Καινή Διαθή­κη ανα­φέ­ρουν τον ιστορικό Ιη­σού Χριστό, αλλά και τον καταρρίπτει πατα­γωδώς.
Ως γνωστόν το Ταλμούδ άρχισε να γράφεται στην Παλαιστίνη και Βαβυλώνα τον δεύτερο αιώνα και τελείωσε τον έκτο. Κατά τους διάφορους Μεσαιωνικούς διωγμούς των Εβραίων στην Ευρώπη, οι Χριστιανοί πολλές φορές προσπάθησαν να καταστρέ­ψουν το Ταλμούδ. Όπως φαίνεται οι μανιασμένες προσπάθειές τους είχαν μόνο με­ρι­κό και προσωρινό αποτέλεσμα. Το Ταλμούδ επανεξεδόθη στην Βασιλεία της Ελβετί­ας τον 16ο αιώνα κάτω από την αυστηρή λογοκρισία των Χριστιανών. Παρ’ όλα ταύτα η Εβραϊκή κοινότητα διαφύλαξε επαρκώς το αρχικό Ταλμούδ και έτσι αυτό που έχει σή­μερα στα χέρια της είναι πιστό στο αρχικό. Η σύγκρισή του με το χριστιανικά λογοκ­ριμένο Ταλμούδ εκθέτει σαφώς όλες τις διαφορές και τις χριστιανικές επεμ­βά­σεις! Ακολούθως, παίζει πολύ ση­μαντικό ρό­λο στην έρευνα από ποιο Ταλμούδ αντ­λούμε αναφορές, το πραγματικό ή το λογοκριμένο. Αυτό το τονίζει παρακάτω ο ειδι­κός γνώ­στης του Ταλμούδ Hayyim ben Yehoshua. Αλλά και οι σχετι­κές­ αναφορές των Χριστιανών στο ύστερο λογοκριμένο (κυρίως Βαβυλωνιακό) Ταλμούδ αποτελούν αν­τιδράσεις που αφορούν τον Χριστιανισμό γενικώς και όχι τον Ιησού Χριστό ειδικώς.
Ο καθηγητής Frank R. Zindler, στο βιβλίο του The Jesus The Jews Never Knew, με το παράρτημα του: Sepher Toldoth Yeshu and the Quest of the Historical Jesus In Jewish Sources, (Ο Ιησούς που οι Ιουδαίοι δεν Γνώρισαν Ποτέ, + Το Βιβλίο της Γενεαλογίας του Ιησού και η Αναζήτηση του Ιστο­ρι­κού Ιησού στις Ιουδαϊκές Πηγές), εξετάζει λεπτομερώς όχι μόνο τα έργα του Ιωσήπου και το Ταλ­μούδ αλλά και όλες τις άλλες Εβραϊκές πη­γές για τις οποίες οι Χριστιανοί λένε ότι υπ­αινίσσονται ή μαρτυ­ρούν τον Ιησού Χρι­στό. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει και τα Ταλμουδικά στοιχεία τα οποία αναπτύσσει εδώ ο ben Yehoshua. Πρό­κειται για μοναδικό, εξαιρε­τικό και πλή­ρες βιβλίο έρευνας που δί­νει σαφή και τεκμηριωμένη αρνητική απάντηση στο ερώ­τημα αν υπάρχουν Ιουδαϊ­κές πηγές που υπ­αι­νίσσονται ή φέρουν μαρτυρίες για τον Ιστορικό Ιησού Χριστό των Χριστιανών. Πρό­κειται για ένα σύγγραμμα που πρέ­πει να το με­λε­τή­σουν όλοι όσοι ενδια­φέρονται διά την δια­λεύκανση της αλήθειας που αφο­ρά την ισ­το­ρι­κό­τητα του Ιη­σού Χριστού.
Ο Zindler εξετάζει λεπτομερώς το Testi­monium Flavianum και υποστηρίζει την άποψη ότι πα­ρεμβολές και χαλκεύσεις εντός του Ιωσήπου έγιναν σε διάφορα σημεία σταδιακά και εξελικτικά από διαφόρους χριστιανικούς κύκλους, όπως τους οπαδούς του Βα­π­τι­στή, τους οπαδούς του Ια­κώβου του Αδελφοθέου, (διακρίνομε και τους δύο ήδη σε διάφορα σημεία της Καινής Δι­αθήκης), κ. ά. Αυτή την πολύ σοβαρή άποψη υποστη­ρί­ζει ο Zindler με πολλά στοιχεία και τεκμήρια και δίδει απάντηση σε όλα τα ερωτη­μα­τι­κά επί των χαλ­κεύσεων στα έργα του Ιωσήπου.
Η παραχαρακτική δραστη­ρι­ότητα στον Ελληνικό Ιώσηπο, που είναι και ο κύριος Ιώσηπος, είχε αρχίσει πριν απ’ τα χρόνια του Ωρι­γένη. Ο Ευσέβιος «ο Επιμε­λητής», ο οποίος είναι και ο πιο ύπο­π­τος της υπο­θέσεως, επιμε­λήθηκε καλλίτερα όλες τις πα­ρα­χαράξεις που είχαν λάβει χώρα μέχ­ρι τις μέρες του και τις κατέγ­ρα­ψε σε πιο στρω­τή γλώσσα. Βεβαίως, οι παραχαράξεις συνεχίσ­τηκαν και μετά τον Ευσέβιο σε πολλές Ελληνικές, Λατινικές, Αρα­βικές και Σλαβονι­κές εκδόσεις. Έτσι, με αυτές τις χαλ­κεύ­σεις, προέκυψαν δι­άφορα αντίγραφα του Ιωσή­που μέχρι την σήμερον, ενώ όλα τα άλ­λα με την πάροδο των χριστιανι­κών αιώνων εξαφανίστηκαν. Η Λα­τινική μετά­φ­ραση του 9ου αι­ώνος που ξέ­φυγε μόνο εν μέ­ρει παραχαραγμένη, οι μαρ­τυρίες του Ιω­άννου Χρυσοστόμου και αρ­γότερα του Ιερού Φωτίου, κλπ., συνηγορούν πλήρως υπέρ αυτής της εξελίξεως των πραγμάτων. Αλλ’ όχι μόνον αυτές: Ο Zindler ακόμα παρουσιάζει τα κείμενα μαζί με τις εντοπισμένες χρι­στι­ανι­κές παραχαράξεις εντός πολλών χειρογ­ρά­φων του Ιωσήπου τα οποία φυλάσσονται σε διά­φο­ρα μουσεία του κόσ­μου. Τα χει­ρόγραφα αυτά έχουν χρονολογηθεί επακριβώς και τοποθετούνται εντός πολλών και διάφορων αιώνων με­τά τον Ευσέβιο.
Ο Zindler επίσης αναγράφει όλα τα άλλα σημεία και στοι­χεία όλων των Εβραϊ­κών πη­γών που επικαλούνται οι Χριστιανοί μαζί με ολόκληρα τα κείμενα εν­τός των οποίων ευρίσ­κον­ται ώστε να καθίσταται από μόνο του σα­φές στον αναγνώ­σ­τη ότι οι ισχυρισμοί τους είναι ψευδείς. Όπως βλέπει κανείς από τον τίτλο του βιβ­λί­ου αυτού, ο Zindler υποσ­τηρίζει την θέση ότι οι Ιου­δαί­οι ουδέποτε εγνώρισαν τον Ιη­σού Χρι­σ­τό, πράγμα που το υποστηρίζουν πολλοί ερευ­νητές και λο­γικώς έπεται από την ιστο­ρική ανυ­παρ­ξία του.
Τονίζομε ότι είναι άλλο ζήτημα η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού και άλ­λο η ισ­τορικότητα της κινήσεως που αργότερα ονομάστηκε χρι­στιανική. Η ιστορι­κό­τητα της κινήσε­ως αυτής ουδέποτε αμφισβητήθηκε και άρ­χι­σε γύρω στο 200 Π. Κ. Ε. Αφού έλαβε διά­φορες μορφές και ονομασίες καθώς και δι­αφό­ρους Χριστούς (Δανιήλ, Παύ­λου, Συνοπτικών, Ιωάννου, Απόκρυφους, Γνωστι­κι­στι­κούς, και πολλούς άλλους) κατ­έληξε σ’ αυτό που σήμερα ονομά­ζο­με Χριστια­νι­σ­μό, με κυρία μορφή τον Χριστό του Κων­σταντίνου (βλέπε κε­φάλαιο 5: Robert M. Price, The Da Vinci Fraud, Why The Truth is Stranger Than Fiction, Prometheus Books, 2005.).
Μετά ταύτα ο Hayyim ben Yehoshua κάνει μια συμπυκνωμένη αλλά πολύ κατα­τοπι­στι­κή ανα­δρομή στα κυ­ρι­ότερα απόκρυφα ή εκτός του Κανόνος της Καινής Δια­θήκης γρα­πτά τα οποία πολλές φορές οι Χριστιανοί χρησιμοποιούν και επικαλούνται και επίσης στα γρα­πτά μερικών γνω­στών Ιστορικών για τους οποίους οι Χριστιανοί δια­τείνονται ότι παρέ­χουν ακριβείς ιστορικές πλη­ροφορίες για τον Ιησού. Ο ben Yehoshua όμως απο­δεικνύει ότι καμία αξιόπιστη, βάσιμη, ιστορική πλη­ροφορία δεν πα­ρέχεται και από τις δύο αυτές κα­τηγορίες γραπτών. Επίσης, σε ολόκληρη την εξέ­ταση γραπτών και στοιχείων που ανα­πτύσσει, κατα­δεικνύει τις σχέσεις των διαφόρων χριστιανικών παραδόσεων και θρύλων με διά­φο­ρα ιστο­ρικά πρό­σωπα εξ Ιου­δαίων και μη Ιουδαίων και με διαφόρους παγανιστι­κούς μύθους.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναπτύσσει στοιχεία και θέματα που φτάνουν μέ­χ­ρι τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε. Δεν προχωρά παραπέρα, αλλά και πάλι δεν εξαντλεί τα πάντα που υπάρχουν εντός αυτού του χρονικού διαστήματος. Υπάρχουν ακόμα πάρα πολλά στοιχεία μέχρι και τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε. που δεν τα αναφέρει. Για να ανα­φερθούν όλα τα στοιχεία και ό,τι αφορά την ιδι­ό­τυπη αίρε­ση του Εβραιο­χρι­στιανισ­μού, έστω μέχρι τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε, χρει­άζεται να γραφτεί ένα τε­ράστιο σύγ­γ­ραμμα, όπως του Zindler που αναφέραμε πιο πάνω, και όχι μια μικρή εργασία που σκοπό έχει να παρουσιάσει τα βα­σι­κά στοιχεία και θέματα, νύξεις, διατυπώσεις και συμ­πε­ράσ­μα­τα. Μετά ταύτα, τα υπό­λοι­πα επαφίενται στο ενδιαφέρον του αναγνώστη και του ερευ­νη­τή να βρει και να συμ­πλη­ρώσει τα στοιχεία και να εμβαθύνει τις δικαι­ολο­γή­σεις αυ­τών που πα­ρα­τί­θενται εδώ μαζί με ό,τι άλλο έχει να κάνει μ’ αυτή την ιδιάζουσα αί­ρεση του Ιουδαϊσμού.
Αν και η εργασία γράφτηκε για τους ομοεθνείς του συγγραφέα και απευθύνετε σ’ αυ­τούς για να γνωρίζουν πως να αντιμε­τω­πίζουν τους Χριστιανούς ιεραποστόλους και προ­παγανδιστές, μπορεί εξ ίσου καλά να απευθυνθεί και να χρησιμοποιη­θεί από κάθε άν­θρω­πο που δεν είχε την τύχη να υποστεί ανεπανόρ­θωτη πνευ­ματική αγ­κύ­λω­ση από τους Χριστιανούς. Ακόμα και μερικά από τα στοιχεία της εργασίας να απο­δε­χθεί κανείς, αν όχι όλα καθότι σε ολίγα δεν έχει δοθεί η απαιτουμένη δικαιολόγηση, τα συμ­περάσματα δεν αλλά­ζουν ουσιαστι­κώς. Όντως υπάρχουν πολλά αδιάσειστα στοι­χεία εντός της εργασίας τα οποία δεν είναι θέμα παραδοχής αλλά αντικειμενικής απο­δοχής που εν ανάγκη βασί­ζε­ται σε αμερό­ληπτη έρευνα, εξέταση, γνώ­ση και κρί­ση. Βάσει αυτών των στοιχείων και μόνον τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι τα εξής:

1.    Τα στοιχεία που περιέχει το Ταλμούδ είναι πολύ επιζήμια για τον επίσημο Χρι­στι­ανισμό. Εντός του Ταλμούδ δεν υπάρχει απολύτως κανένας ιστορικός Ιησούς Χρι­στός. Μερικά στοιχεία που πε­ριέχει, δεικνύουν ότι ο Χριστιανι­σ­μός είχε αρχί­σει πριν από την Χασμονική εποχή (-167 Π. Κ. Ε.) ως μία μικρή και ασήμαντη Ιου­δαϊ­κή, μεσσιανική και εσχατολογική αίρεση, η οποία κατά την Χα­σ­μονική εποχή έγι­νε γνωστότερη και ολίγον ισχυ­ρότερη και ονομα­ζό­ταν Νοτζρί. Οι οπα­δοί της ονομα­ζό­ταν Νοτζρίμ (πληθυντικός). Στις Πράξεις 9: 2, 24: 5, 22, 25: 19 αποκαλείται και οδός ή αίρεσις των Ναζω­ραίων και δει­σι­δαιμονία. Ακόμα, με­ρι­κά στοι­χεία που αναφέ­ρει το Ταλμούδ, χρη­σιμοποιή­θη­καν στην ανάπτυξη του επισή­μου χριστια­νικού μύ­θου. Μέχρι την κα­τα­σ­τ­ροφή του + 66 - 73 Κ. Ε. η αίρεση αυτή ήταν καθαρή Ιουδαϊκή και Εβιωνιτική υπό­θεση. Από την κα­τασ­τ­ροφή του + 70 Κ. Ε. μέχρι την καταστροφή του +132-134 Κ. Ε. η αίρεση αυτή με­τε­ξελί­χ­θη στον Ιου­δα­ϊκό Χριστιανισμό και μετά για να επι­βιώσει αναγκάσ­τηκε να βγει έξω από τα Ιουδαϊκά όρια.
2.    Μερικά άτομα όπως ο Γιέισου μπεν Παν­δέι­ρα, γνω­στός και ως Γιέισου χα – Νοτζρί, ο μπεν Στάδα ή μπεν Σοτήρα ή μπεν Σιτήρα, κ. ά, που αναφέρονται στο Ταλ­μούδ, δεν έχουν να κάνουν τίποτα απο­λύ­τως με τον χριστιανικό Ιησού Χριστό. Επειδή ολίγα περιστατικά των ζωών τους ομοιάζουν σε μικρό βαθμό με με­ρι­κά περί Ιησού Χριστού, οι χριστιανοί προπαγανδιστές προσεπάθησαν να δια­δώσουν ότι αυτοί είναι ο ένας και μοναδικός Ιησούς Χριστός. Αυτή η προπα­γάνδα είναι βεβαίως εσκεμμένη και ψευ­δής διότι επί τούτου αποκρύ­π­τουν το πλήθος των τεραστίων διαφορών μεταξύ αυτών των ατόμων και του Ιησού Χρισ­τού της Καινής Διαθήκης, τις οποίες ο ben Yehoshua αποκαλύπτει πα­ρα­κάτω πλήρως. Αν λοιπόν κάποιος χριστιανός ψευδοαπολογητής αναφέρει το Ταλμούδ ως ιστο­ρική πηγή περί του χριστιανικού Ιησού, κανείς δεν έχει να κάνει τίπο­τα άλ­λο παρά να του παρουσιάσει αυτήν εδώ την εργασία του ben Yehoshua και να τελειώσουν τα προπαγανδιστικά παραμύθια.
3.    Η Καινή Διαθήκη δεν έχει καμία ιστορική αξία και δεν εξάγεται κανένας ιστο­ρικός Ιησούς Χριστός απ’ αυτήν. Ενώ ο Ματθαίος 28: 15 γράφει «... οι δε λα­βόν­τες τα αργύρια εποίησαν ως εδιδάχθησαν. και διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρά Ιουδαίοις μέχρι της σήμερον.», το Ταλμούδ δεν αναφέρει απολύτως τί­ποτα διά δωροδοκία των φυλάκων του τάφου.
4.    Πολλά απόκρυφα βιβλία δεν έχουν καμία ιστορική αξία. Μερικά όμως βοη­θούν στο να καταλάβομε την βαθμιαία ανάπτυξη και εξέλιξη του χριστιανικού μύθου και την ανάπτυξη και δράση πολυαρίθμων χριστιανικών αιρέσεων.
5.    Ο Χριστιανισμός υπέκλε­ψε, προσάρμοσε και ενσωμάτωσε πλείστα όσα πράγ­ματα και στοιχεία από τις παγανιστικές φιλοσοφίες, προλήψεις, θρησκείες, εορτές, μυστή­ρια, κλπ. Αντικατέστησε τις πρώην δεισιδαιμονίες με την δική του ισχυρότερη, δογματική και καταστροφική δεισιδαιμονία.
6.    Τελικά δεν έχομε ικανές, αμερόληπτες και φερέγγυες πηγές για να εξάγομε έναν ιστορικό Ιησού Χριστό. Η παντελής έλλειψη τους αποδεικνύει ότι ο Ιη­σούς Χρισ­τός των Ευαγγελίων και της Καινής γενικότερα είναι ένα μύθευμα.

Η μετάφραση είναι κατά λέξει αλλά με τις προφανείς και αναγκαίες τρο­ποποι­ή­σεις της γλώσσας στα σημεία που καθίσταται αναγκαία ή τροποποίηση της γραμμα­τι­κής, της συν­τάξεως, και της εκλογής καταλλήλων λέξεων για να αποδοθούν τα νοή­ματα και οι γλωs­σικοί ιδιωματισμοί. Κατ’ αυτό τον τρόπον η μετάφραση επιτυγχάνει την άνετη ροή του λόγου χωρίς όμως να αλλοιώνει καθ­όλου το νόημα. Μερικούς όρους και ονόματα που δεν έχουν καθι­ε­ρωμένους τύπους στην Ελληνική ο μεταφρα­σ­τής τους απέδωσε με το τρόπο που αυτός νό­μισε καλ­λίτερον, είτε φωνη­τικώς είτε γλωσσο­λογικώς. Όσα είναι γραμμένα εντός αγκυ­λών [...] είναι συμπληρω­ματικές ση­μειώσεις του μετα­φραστή. Καλή ανεπηρέ­α­στη μελέτη λοιπόν με εξέταση, κρίση, σύ­νεση, αντικειμενικότητα και αμε­ρο­ληψία.


PART 1: THE MYTH OF THE HISTORICAL JESUS


ΜΕΡΟΣ 1Ο: Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΙΗΣΟΥ

Στα Εβραϊκά μέσα ενημερώσεως έχει εκδηλωθεί πολλή ανησυχία που αφορά τις ενέρ­γειες της ομάδας των «Εβραίων για τον Ιησού» και άλλων ιεραποστολικών οργα­νισμών, οι οποίοι βγαίνουν εκτός του σκοπού των για να μεταστρέψουν Εβραί­ους στον Χριστιανι­σμό. Δυστυχώς, πολλοί Εβραίοι είναι ασθενώς προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίζουν τους Χριστιανούς ιεραποστόλους και τα επιχειρήματά τους. Ελπί­ζο­με ότι αυτό το άρθρο θα συνεισφέρει στην διόρθωση αυτής της καταστάσεως.

 Όταν κάποιος αντιμετωπίζει Χριστιανούς ιεραποστόλους το σημαν­τικό ζήτημα εί­ναι ότι οφεί­λει να βασίζει τα επιχειρήματά του σε σωστά γεγονότα. Επιχειρήματα που βασί­ζονται σε γεγονότα λαν­θα­σμέ­να μπορούν εύκολα να αποβούν εις βάρος αυ­τών που τα χρησιμοποιούν και εν τέ­λει να ισχυροποιήσουν τα επιχειρήματα των ιερα­ποστόλων.

Είναι πολύ ατυχές το ότι πολλοί καλοπροαίρετοι διδάσκαλοι Εβραϊκών Σπουδών χω­ρίς να το έχουν πάρει χαμπάρι έχουν βοηθήσει τους ιεραποστόλους με το να διδά­σ­κουν Εβραίους μαθητές λανθασμένες πληροφορίες περί της απαρχής του Χριστιανι­σ­μού. Μπο­ρώ και ‘γω να ενθυμηθώ ότι με είχαν μάθει την παρακάτω «ιστορία» για τον Ιησού σε ένα Εβραϊκό κατηχητικό σχολείο που πα­ρακολουθούσα:

 «Ο Ιησούς ήταν ένας φημισμένος ραβίνος του πρώτου αιώνα του οποίου το Εβ­ραϊκό όνομα ήταν Ραββί Γιεχόσσουα. Ο πατέρας του ήταν μαραγκός και ονομα­ζό­ταν Ιωσήφ [Γιόσεφ] και το όνομα τής μάνα τους ήταν Μαρία [Μιργιάμ]. Η Μαρία κα­τέ­σ­τη έγκυος προτού παντρευτεί τον Ιω­σήφ. Ο Ιησούς γεν­νήθηκε σε ένα στάβλο στην Βηθλεέμ καθ’ ον χρόνο γινόταν η Ρωμαϊκή απο­γρα­φή. Ο Ιησούς με­γάλωσε στην Να­ζαρέτ και έγινε ένας μορφωμένος ραβίνος. Ταξίδεψε σε όλο το Ισ­ραήλ διδά­σκον­τας ότι ανάμεσα στους ανθρώ­πους πρέπει να αγαπά ο ένας τον άλλον. Μερικοί νό­μι­σαν ότι αυτός ήταν ο Μεσσίας [Μεσ­σίαχ] και αυτός δεν το αρνήθηκε, πράγμα που έκανε τους άλ­λους ραβίνους να θυμώσουν πολύ. Προξένησε έτσι τόσο μεγάλη λο­γο­μαχία που έκανε τον Ρωμαίο δι­οι­κητή Πόντιο Πι­λάτο να διατάξει να τον σταυ­ρώ­σουν. Ετά­φη σε κάποιον τάφο και αργότερα το σώμα του χάθηκε επειδή πιθανώς το είχαν κλέ­ψει οι μαθητές του.»

Μερικά χρόνια ύστερα από τότε που είχα διδαχθεί αυτή την φαινομενικά αθώα «ιστο­ρία», εν­δια­φέρ­θηκα μόνος μου να μάθω για τις απαρχές του Χριστιανισμού και απεφά­σι­σα να μελετήσω περισσότερο γι’ αυτόν τον «φημισμένο Ραβίνο Γιεχόσ­σουα». Προς μεγά­λη μου κατάπληξη, ανε­κά­λυψα ότι δεν υπήρχε καμία ιστορική έν­δειξη για αυτόν τον Ρα­βίνο Γιεχόσσουα. Και οι δύο ισχυ­ρι­σμοί, ότι δηλαδή ο Ιησούς ήταν Ραβίνος που ονομαζό­ταν Γιεχόσσουα και ότι το σώμα του είχε πι­θανώς κλα­πεί, απεδείχθησαν ότι ήταν καθαρές εικασίες. Η υπόλοιπη ιστορία δεν ήταν τίπο­τα πε­ρισ­σότερο από μια νερωμένη εκδοχή της εξ­ιστορήσεως την οποία οι Χρι­στι­ανοί πισ­τεύ­ουν σαν ένα μέρος της χριστιανικής θρη­σκείας αλλά η οποία δεν βρίσκει υποστήριξη σε καμία έγκυρη ιστορική πη­γή. Δεν υπήρχε απολύτως καμία ιστορική ένδειξη του ότι ο Ιησούς, ο Ιωσήφ ή η Μαρία υπήρξαν ποτέ, πολλώ μάλλον ότι ο Ιω­σήφ ήταν μα­ραγκός ή ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στην Βηθλεέμ και έζη­­σε στην Ναζα­ρέτ.

Παρά την έλλειψη ενδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού πολλοί Εβραίοι έχουν δι­α­πρά­ξει το τραγικό λάθος να υποθέτουν ότι η «ιστορία» της Καινής Διαθήκης είναι κατά μάλ­λον ή ήττον ορθή και έχουν προσπαθήσει να διαψεύσουν τον Χριστιανισμό προσπαθών­τας να εκλογικεύσουν τα διάφορα θαύματα που υποτίθεται ότι συνέβησαν κατά την διάρκεια της ζωής του Ιησού και μετά τον θάνατό του. Πολυάριθμα βιβλία έχουν γραφεί τα οποία προσεγγίζουν τον Χριστιανισμό μ’ αυτόν τον τρόπο. Η προσ­έγγιση αυτή εν τούτοις εί­ναι απελπιστικά ελαττωματική και τω όντι επικίνδυνη διότι ενθαρρύνει την πίστη στην Καινή Διαθήκη.

Όταν οι Ισραηλίτες ήλθαν σε σύγκρουση με την λατρεία του Βαάλ δεν εδέχθησαν στα τυφλά τους αρχαίους Δυτικούς Σημιτικούς μύθους ως Ιστορία. Όταν οι Μακ­κα­βαίοι ήλ­θαν σε σύγκρουση με την Ελληνική θρησκεία δεν εδέχθησαν στα τυφλά την Ελληνική Μυθολογία ως Ιστορία. Τότε γιατί τόσοι σύγχρονοι Εβραίοι δέχονται τυφ­λά την χριστια­νική μυθολογία; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση φαί­νεται να είναι το ότι πολλοί Χριστιανοί δεν έχουν επίγνωση τού ποια είναι η δια­κριση μεταξύ κατοχυ­ρωμένης Ιστορίας και χριστιανικής πίστεως και έχουν μεταβιβά­σει την σύγ­χυ­σή τους και στην Εβραϊκή κοι­νό­τη­τα. Ξεφυλλίζοντας προσφάτως τα βιβλία στο περί θρησκεί­ας τμήμα ενός τοπικού βιβλιο­πωλείου, μου έτυχε ένα βιβλίο το οποίο αξίωνε ότι ήταν μια αντικειμε­νι­κή βιο­γραφία του Ιησού. Όπως όμως απεδείχθη δεν ήταν τίποτα άλλο από μια περίληψη της αφη­γήσεως της συνηθισμένης Καινής Διαθήκης. Ακόμα ισχυρι­ζόταν ότι τα θαύματα του Ιησού εί­χαν επι­βε­βαιωθεί, αλλά λογικές εξηγήσεις γι’ αυτά ίσως να υπάρχουν κάπου αλλού. Πολλά ιστο­ρικά βι­βλία γραμ­μέ­να από Χριστιανούς υι­οθετούν παρόμοια προσέγ­γιση. Μερικοί Χριστιανοί συγγραφείς θα προτεί­νουν ότι τα θαύματα μπορεί να μην είναι τελείως ιστορικά αλλά παρ’ όλα ταύτα αυτοί εξ­ακο­λου­θούν να πιστεύουν την γενική «ιστορία» της Καινής Δια­θήκης. Έτσι η ιδέα ότι υπήρχε ένας πραγ­ματικά ιστορικός Ιησούς έχει περιχαρα­κωθεί στη χριστιανική κοι­νω­νία και οι Εβραίοι που ζούνε στον χριστιανικό κόσμο έχουν φτάσει στο σημείο να δέχονται τυφλά αυτή την πίστη επειδή δεν την έχουν δει ποτέ της να αμφισβη­τείται σο­βαρά.

Παρά την πολυδιαδεδομένη πίστη στον Ιησού το γεγονός παραμένει ότι ουδείς ιστορι­κός Ιη­σούς υπάρχει. Για να καταλάβομε τι σημαίνει «ιστορικός Ιησούς», ας θε­ω­ρήσομε τον βασιλιά Μί­δα της Ελληνικής Μυθολογίας. Η ιστοριούλα ότι ο βασι­λιάς Μίδας μετέ­τρεπε σε χρυσάφι οτιδή­πο­τε ήθε­λε αγγίξει κυριολεκτικώς είναι άνευ νο­ή­ματος, παρά ταύ­τα όμως γνωρίζομε ότι πραγματικός βα­σι­λιάς Μίδας υπήρχε. Αρχαι­ο­λό­γοι έχουν ανασκά­ψει τον τάφο του και βρήκαν τα υπολείμματα του σκε­λετού του. Οι Έλληνες που είπαν αυτό το μύθευμα περί Μίδα και του χρυσαφένιου αγγίγ­μα­τός του προφανώς το συνέδεαν με τον πραγματικό Μίδα. Έτσι λοιπόν αν και ο μύθος του χρυ­σα­φένιου αγγίγ­ματος είναι φανταστικός, ο μύθος αφορά ένα πρόσω­πο του οποίου η ύπαρ­ξη είναι γνωστό γεγονός ─ τουτέστιν «ο ιστορικός Μίδας». Στην περίπτωση του Ιησού, εν τούτοις, δεν υπάρχει κα­νέ­να, έστω και ένα, πρόσωπο του οποίου η ύπαρξη είναι γνωστή ως γε­γο­νός και το οποίο επίσης πρόκειται να είναι το υποκεί­μενο των αφηγήσεων περί Ιησού, δηλαδή ού­τως ή άλ­λως δεν υπάρχει ιστορικός Ιη­σούς.

Όταν ένας Χριστιανός ιεραπόστολος φέρει κάποιον σε αντιπαράθεση, αυτός ο κά­ποιος πρέπει να υποδείξει αμέσως ότι η ύπαρξη του Ιησούς δεν έχει αποδειχθεί. Όταν οι ιερα­πό­στολοι αντι­λέ­γουν, συνήθως προσφεύγουν στο συναίσθημα παρά στη λογι­κή[*] και προσ­πα­θούν να σε κάνουν να αι­σθάνεσαι άσχημα επειδή αρνείσαι την ιστο­ρικότητα του Ιησού. Η συνήθης απάντησή τους εί­ναι: «Το να αρνείται κανείς την ιστορικότητα του Ιησού δεν εί­ναι σαν να αρνείται την ύπαρξη του Ιου­λίου Καίσαρος και της Βασίλισσας Ελισάβετ;». Μια λαϊκή παραλλαγή αυτής της απάντησης που χρησιμοποιείται ιδιαιτέρως έναντι αντι­παρατιθεμένων Εβραίων είναι: «Το να αρνεί­ται κανείς την ιστο­ρικότητα του Ιησού δεν εί­ναι σαν να αρνείται το ολοκαύτω­μα;». Τό­τε αυτός ο κάποιος πρέπει να υπο­δεί­ξει ότι υπάρχουν άφθονες ιστορικές πη­γές που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του Ιουλίου Καίσαρος και της Βασίλισσας Ελι­σά­βετ ή οποιουδήποτε άλλου ήθελε κατονομασθεί στη συζήτη­ση, ενώ για τον Ιη­σού δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη ένδειξη.
[* Μόλις έλθουν στα δύσκολα αντιτείνουν ότι η πίστη στον Χριστό, στην Βίβλο, στον Χριστιανισμό, κλπ., είναι θέμα συναισθήματος, «της καρδίας» όπως τους αρέσει να επιμέ­νουν, και όχι νοή­σε­ως και μυαλού. Αυτό κι’ είναι απάτη! Δηλαδή πιστεύω όχι επειδή εν­στερνίσθηκα ότι έτσι έχουν τα πράγ­ματα και δέχθηκα ότι αυτή είναι αληθώς η πραγμα­τι­κότητα, αλλά επειδή έτσι μου γουστά­ρει ή έτσι επαναπαύομαι ένεκα συν­αισθηματισμού. Λες και η θρησκευτική πίστη και κοσμο­θέ­α­ση είναι θέμα γούστου όπως και το παγωτό. Πάρα πολύ ωραία!...]

Για να είσαι τελείως λεπτομερής πρέπει να διαθέσεις χρόνο και να κάνεις έρευνα επί των ιστο­ρικών προσωπικοτήτων που αναφέρθηκαν από τους ιεραποστόλους και να τους παρουσιάσεις τις αδιάρρηκτες ενδείξεις της υπάρξεώς των. Κατά τον ίδιο χρό­νο πρέπει να προκαλέσεις τους ιερα­πο­στό­λους να προσφέρουν ιδίου τύπου ενδεί­ξεις για την ύπαρξη του Ιησού. Πρέπει να τους υπο­δεί­ξεις ότι αν και η ύπαρξη του Ιουλίου Καίσαρος ή της Βασίλισσας Ελισάβετ, κλπ., είναι δεκτή παγ­κο­σμί­ως, το ίδιο πράγμα δεν αληθεύει με τον Ιησού. Στην Άπω Ανατολή, όπου οι κύριες θρη­σκεί­ες εί­ναι Βουδισμός, Σιντοϊσμός, Ταο­ϊ­σμός, και Κομφουκιανισμός, ο Ιησούς θεωρείται μό­νον σαν ένας επί πλέον χαρακτή­ρας της Δυτικής Μυθολογίας, όπως ακριβώς ήταν ο Θώρ, ο Ζευς, και ο Όσιρις. Οι Περισ­σό­τε­ροι Ινδουιστές δεν πιστεύουν στον Ιησού, εκ­τός απ’ εκείνους που τον θεω­ρούν σαν μια από τις πολλές ενσαρκώσεις (αβατάρα) του Ινδού θεού Βίσνου. Οι Μουσουλ­μά­νοι βεβαί­ως πι­στεύ­ουν στον Ιησού αλλά απορρίπτουν την «ιστορία» της Καινής Διαθήκης και θε­ω­ρούν ότι είναι ένας προ­φή­της που ανήγγειλε τον ερχομό του Μωάμεθ. Σαφέστατα και άνευ περιτροπών απορ­ρί­πτουν το ότι σταυρώθηκε ποτέ του.

Για να ανακεφαλαιώσομε, δεν υπάρχει καμιά ιστορία του Ιησού, η οποία είναι ομοι­ο­μόρφως αποδε­κτή παγκοσμίως. Αυτό είναι το γεγονός που θέτει το Ιησού σε διαφο­ρε­τικό επίπεδο έναντι των επι­κυρωμένων ιστορικών προσωπικοτήτων. Εάν οι ιεραπόστολοι χρη­σιμοποιήσουν την «απάντηση πε­ρί ολοκαυτώματος», τότε οφείλεις να τους υποδείξεις ότι το ολοκαύτωμα είναι καλά στοιχειο­θε­τημένο και ότι υπάρχουν πολυάριθμες εκθέσεις αυ­τόπτων μαρτύρων. Πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι οι πε­ρισ­σότεροι απ’ αυτούς που αρ­νούν­ται το ολοκαύτωμα έχουν τελικά αποδειχθεί να είναι αν­τι­ση­μί­τες και άνθρωποι του μίσους με απατηλά τεκμήρια. Από την άλλη μεριά, εκα­τομμύρια τί­μιοι άν­θρωποι στην Ασία, που αποτελούν την πλειονότητα του πλη­θυ­σμού του κόσμου, αδυνατούν να πει­σθούν από τη χριστιανική ιστορία του Ιησού επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν αδιάβλητες εν­δεί­ξεις για την αυ­θεντικότητά της. Οι ιε­ραπόστολοι θα επιμένουν ότι η «ιστορία» του Ιη­σού είναι ένα κα­λώς επικυρωμένο γε­γονός και θα αντιτείνουν ότι υπάρχει «πλήθος εν­δεί­ξεων που την υπο­στη­ρί­ζουν». Τό­τε όποιος επιχειρηματολογεί μαζί τους πρέπει να επιμεί­νει να ιδεί αυτές τις ενδείξεις και να αρνηθεί να τους ακούσει περισσότερο μέχρις ότου τις παρουσιάσουν.

Εάν ο Ιησούς δεν είναι ιστορικό πρόσωπο, τότε πόθεν προήλθε ολόκληρη η «ισ­τορία» της Και­νής Διαθήκης αρχικώς; Το Εβραϊκό όνομα για τους Χριστιανούς ήταν πάντοτε Νοτζρίμ. Το όνομα αυτό παράγεται από την Εβραϊκή λέξη Νέιτζερ, η οποία σημαίνει πα­ραφυάς ή βλαστός ─ ένα πρό­δηλο Μεσσιανικό σύμβολο [ήδη απαντώ­με­νο στην Πα­λαιά Διαθήκη]. Την επο­χή του Ραβίνου Γιε­χόσ­σουα μπεν Περάχυαχ (γύρω στο -100 Π. Κ. Ε.) υπήρχε ήδη μέ­ρος του Εβραϊκού λαού που ονομαζόταν Νοτζρίμ. Παρ’ όλον ότι οι Χριστιανοί των νεοτέρων χρόνων ισχυ­ρί­ζονται ότι ο Χριστιανισμός άρχισε μόνο κατά τον πρώτον αι­ώ­να Κ. Ε., είναι σαφές ότι οι Χριστιανοί του πρώτου αιώνα στο Ισραήλ θεωρούσαν τους εαυτούς των να είναι η συνέ­χεια της κι­νή­σεως Νοτζρί ή οποία υπήρχε για 150 χρόνια περίπου (δηλαδή από την αρχή της εποχής των Χασμοναίων) [*]. Ένας από τους πιο κακόφημους Νοτζρίμ ήταν ο Γιέισου μπεν Παν­δέι­ρα, γνωστός επίσης ως Γιέισου χα – Νοτζρί. Ταλμουδικοί μελετητές έχουν πάντοτε υποστηρίξει ότι η ιστορία του Ιησού άρχισε με τον Γιέισου. Το Εβραϊκό όνομα Ιη­σούς ήταν πάντοτε Γιέισου και το Εβραϊκό όνομα «Ιησούς Ναζαρηνός» ήταν πάντοτε «Γιέι­σου χα- Νοτζρί». (Το όνο­μα Γιέισου είναι συντετμημένος τύπος του ονόμα­τος Γιεϊσ­σούα, και όχι Γιεχόσ­σουα.). Είναι πολύ σημαντικό να σημειώσομε ότι ο Γιέισου χα – Νοτζρί δεν εί­ναι κά­ποιος ισ­το­ρι­κός Ιησούς διότι ο νε­ότερος Χριστιανισμός αρ­νείται οιανδήποτε σχέση με­ταξύ Ιησού και Γιέισου και επί πλέον, μέ­ρη του μύθου του Ιησού βασί­ζονται σε άλ­λα ισ­το­ρικά πρόσωπα πέραν του Γιέισου.
[* Απ’ όλα τα στοιχεία που γνωρίζομε μπορούμε να συμπεράνομε ότι έστω και αν η ίδια η χριστιανική, μεσ­σι­ανική, εσχατολογική αίρεση δεν είχε αρχίσει σαν συγκρο­τη­μένη ομά­δα, τουλάχιστον οι βάσεις γι’ αυτήν είχαν τεθεί έναν αιώνα πριν από το -167 Π. Κ. Ε., δη­λαδή την έν­αρξη της Χασμονικής εποχής. Εκτός από τα στοιχεία του Ταλμούδ που παραθέτει εδώ ο συγγραφέας τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν: Κεί­με­να του αιρετικού Ιουδαϊσμού, διδα­σκαλίες ραβίνων, απόκρυφα κείμενα, μεσ­σιανικά κεί­μενα, ψευδεπί­γρα­φα κείμενα, εσχα­τολογικά κείμενα, δαιμονολογικά κείμενα, αστρο­λογικά κείμενα, κλπ. Τα κείμενα αυτά έχουν τε­ρά­στιες ομοιότητες με αντίστοιχα κεί­μενα εντός: της Και­νής Διαθήκης, των Εβραιοχριστι­ανι­κών κειμένων, των αποκρύ­φων μη-γνωστικιστικών χρι­στι­ανικών αλλά και γνωστικιστικών κειμέ­νων, μερικών πατερικών κει­μένων. κλπ.
Για παράδειγ­μα: Ο κ. Μ. Θ. Καλόπουλος στο βιβλίο του, Βιβλική Θρη­σκεία, Το Θέατρο της Σωτη­ρί­ας, (εκδόσεις του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη, 2005), αναπτύσ­σει πολύ επιτυχώς τις ομοιό­τη­τες της δαιμο­νολογίας της Καινής Δια­θήκης και της δαιμο­νολογί­ας της Σολο­μωνικής ή Διαθήκης του Σολομώντος, ενός απαι­σί­ου και διεστραμ­μένου δαιμονολογι­κού κει­μένου που προήλ­θε από τα άρ­ρωστα μυ­α­λά των εποχών αυτών. Σας συ­νι­στού­με να μελετήσετε το βιβλίο αυτό με την Καινή Διαθήκη παραπ­λεύρως για να διαπισ­τώσετε αυτές τις ομοιότητες και να κα­ταλά­βετε τι εστί νοσηρό­της!
Στις παραβολές του αποκρύφου βιβλίου Ενώχ και στο απόκρυφο 4ο Εσδρα, αμ­φό­τερα ψευδεπίγραφα του πρώτου αιώνος Κ. Ε., έχομε περιγραφή του εξωτέρου σκό­τους, της κολάσε­ως με τους φούρνους και τα βασανιστήρια απέναντι από τον παρά­δεισο της τρυφής. Νοση­ρές, σαδιστικές και μαζοχιστικές περιγ­ραφές και σκηνές νο­σηρών φαντασιών όμοιες με αυτές της Καινής Δια­θή­κης.
Ένα άλλο νοσηρότατο δαιμονολογικό βιβλίο της Χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης εί­ναι το βιβλίο Τωβίτ, το οποίο δεν ανήκει στην Εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη. Γράφτηκε από άγνω­στο συγγραφέα κατά τις εποχές αυτές του δευτέρου Π. Κ. Ε. αιώνα. Όποιος είναι με τα καλά του απορεί πως υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σ’ ένα τέτοιο ανόητο τερατούργημα δαιμονολο­γί­ας και δεισιδαιμονίας. Διαβάστε το από περιέργεια να δείτε τι θα πει κρετινισμός, με ερωτύλους δαίμονες, θανάτους, συκώτια και χολές ψαριών, καπνούς, τον αρχάγγελο Ραφαήλ, χρυσές δραχμές, και ένα σωρό ανόητα αν­τιαισθητικά και σαχλά παραμύθια. Ενώ λοιπόν οι Εβραίοι το απέρριψαν οι Χριστι­α­νοί το περιμάζεψαν!
Οι Διδασκαλίες του Σειράχ γρά­φτηκαν από τον γιο (ή τον εγγονό) του Σειράχ, ονόματι Ιη­σού, επί­σης αυτές τις επο­χές. Ενώ η Εβραϊκή Βίβλος δεν τις έχει συμπε­ρι­λάβει στον κα­νόνα της, η Χρι­στιανική Βί­βλος τις έβαλε στον κανόνα με τίτλο Σοφία Σειράχ ή Εκκλη­σι­α­στικός. Πρόκειται για σοβαρό και διδακτικό κείμενο..
Το βιβλίο του Δανιήλ, όπως έχουν αποδείξει οι επιστήμονες, είναι ψευδεπίγραφο και γράφτηκε στο Ισραήλ κατά τα έτη 166 – 165 Π. Κ. Ε. Δεν γράφτηκε σε καμιά Βα­βυλώνα από κάποιον Δανιήλ μέσα στα έτη της βαβυλωνίου αιχμαλωσίας, -585 – 535 Π. Κ. Ε., όπως οι Χριστιανοί θεολόγοι λανθασμένα ή ψευδώς κραυγάζουν. Πρό­κειται για ένα ανάκατο, ασουλούπωτο, νοση­ρό, εσχα­τολογικό βιβλίο με πολλά κραυγαλέα ιστο­ρικά λάθη και αντιφάσεις. Ακόμα πολ­λά μέρη του ομοι­ά­ζουν πολύ με αντίστοιχα μέρη του άλλου νοσηρού βιβλίου της Απο­καλύ­ψεως του Ιωάννου. Όλοι οι Χριστιανοί το έχουν περί πολλού. Ενώ ως υστερό­γραφο «δεν προφητεύει τίποτα απολύ­τως για το παρελ­θόν», και ακόμα μερικές προβλέψεις του για τα έτη που γρά­φτη­κε έπεσαν έξω, παρ’ όλα ταύτα οι Χριστιανοί το έχουν κατα­τάξει στα μεγάλα προφητικά βιβλία. Οι Εβ­ραί­οι που πάντα το θεω­ρούσαν ύπο­πτο δεν το έχουν θέσει μεταξύ των Προφητών· απλώς το έχουν κατατά­ξει στα περιθωρι­α­κά και ύπο­πτα Γραπτά. Στην διεθνή βιβλιο­γ­ραφία υπάρχουν πάρα πολλά βιβλία και άρθρα τα οποία εκθέτουν όλα τα λάθη και τις ασυνέπειες του βι­βλίου του Δανιήλ και συνεπώς αποδεικνύουν την κιβδηλότητά του.
Εν συντομία, τα δέκα δευτεροκανονικά βιβλία της Χριστιανικής Παλαιάς Διαθή­κης τα οποία οι Εβραίοι έχουν θέσει εκτός του κανόνα της Τανάχ και το βιβλίο του Δανιήλ γρά­φτηκαν αυτές τις εποχές. Εκτός από την Σοφία Σειράχ, η οποία είναι κεί­μενο σοβαρό και διδακτικό, τα άλ­λα είναι ψευδεπίγραφα, κακέκτυπα, δημιουρ­γήματα νοσηρών φαντασι­ών. Τί να πρωτοπεί κανείς για τέ­τοιες ανοησίες και ψευτιές!... Και όμως, επεκράτησαν!
Και ο κατάλογος τέτοιων ανοησιών και ψευτιών συνε­χίζεται... Ακόμα μελετείστε:

1.    Carl Anderson, The Astrology of the Old Testament or the Lost World Regained (1892), Kessinger Publishing Company.
2.    Steven Ashe, The Qabalah, The Testament of Solomon, Glastonbury Books, 2006.
3.    Alvar Ellegard, Jesus, One Hundred Years before Christ, The Overlook Press, 1999.
4.    Gerald Friedlander, The Jewish Sources of the Sermon on the Mount, Kessinger Publishing.
5.    Francis Legge, Forerunners and Rivals of Christianity from 330BC to 330 AD, Kessinger Publishing.
6.    G. R. S. Mead, Did Jesus Live 100 B.C.?, Kessinger Publishing.
7.    Todd E. Klutz, Testament of Solomon (Σολομωνική, υπάρχει και στο TLG).
8.    Todd E. Klutz, Rewriting the Testament of Solomon, Library of Se­c­ond Temple Studies, 53, T & T Clarc, 2005.]


Για τον Γιέισου χα – Νοτζρί γνωρίζομε πολύ λίγα. Όλες οι σύγχρονες εργασίες που τον ανα­φέ­ρουν βασίζονται σε πληροφορίες παρμένες από την Τοσέφτα [= Πα­ράρτημα, Πρόσθεμα, στο Ταλ­μούδ] και τα Μπαράιτας [= Ερμηνευτικά Σχόλια, στο Ταλμούδ] – γρα­πτά που φτιά­χτηκαν κατά τον ίδιο χρόνο με την Μισνά [= μέρος του Ταλμούδ που σημαί­νει Διδασκαλία] αλλά δεν περιέχονται σ’ αυτήν. Επειδή οι ιστο­ρι­κές πλη­ροφορίες που αφορούν τον Γιέισου είναι τόσο επιζήμιες για τον Χριστια­νι­σμό, οι περισσότεροι Χριστιανοί συγγραφείς (και ακόμα μερικοί Εβραίοι) έχουν προσπα­θή­σει να απορρίψουν το κύρος των πληροφοριών και έχουν επινοήσει πολλά ευ­φυή επι­χει­ρήματα για να επεξηγήσουν την απόρ­ρι­ψή τους. Πολλά από τα επιχει­ρή­μα­τά τους βασίζονται σε λανθα­σμένες κατα­νο­ή­σεις και λανθα­σμέ­νες παραθέσεις αποσ­πασμάτων από τα Μπαράιτας και για να αποκτή­σει κανείς μια ακριβή εικόνα του Γιέ­ισου πρέπει να αγνοήσει τους Χριστιανούς συγγραφείς και να εξετάσει κατ’ ευ­θεί­αν τα Μπαράιτας.

Οι πενιχρές πληροφορίες που περιέχονται στα Μπαράιτας είναι ως εξής: Ο Ραβί­νος Γιε­χόσ­σουα μπεν Περάχυαχ μια φορά απώθησε τον Γιέισου με τα δυο του χέρια. Ο κό­σμος πίστευε πως ο Γιέι­σου ήταν μάγος και τον θεώρησε ως κάποιον που οδή­γησε τους Εβραίους σε λάθος δρόμο. Σαν αποτέλεσμα αυτών των κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον του (οι λεπτομέρειες των οποίων δεν είναι γνωστές, αλλά που πιθανώς να εμ­πλέ­κουν και μεγάλη προδοσία) ο Γιέισου λιθοβολήθηκε και το σώμα του κρεμάστηκε την πα­ραμονή του Πάσχα [Πεσάχ = Πέρασμα]. Πριν απ’ όλα αυτά δια­πομπεύτηκε γύρω-γύρω για σαράντα μέρες με έναν κήρυκα που πήγαινε εμπρός απ’ αυτόν και ανακοί­νωνε ότι θα ελιθοβολείτο και προσκαλούσε όποιους ήθελαν να προσέλθουν να τον υπερ­α­σπι­στούν. Εν τού­τοις, τίποτα δεν παρουσιάστηκε προς χά­ριν του. Ο Γιέισου είχε πέντε μαθητές: Τον Ματτάι, τον Νακάι, τον Νέι­τζερ, τον Μπουνί και τον Τοδάχ.

Στην Τοσέφτα και στα Μπαράιτας ο πατέρας του Γιέισου ονομαζόταν Πανδέιρα ή Παντέιρι. Αυτοί είναι Εβραίο-Αραμαϊκοί τύποι ενός Ελληνικού ονόματος. Στα Εβραϊ­κά το τρίτο σύμφωνο του ονόματος γράφεται ή με δάλετ ή με λετ. Η σύγκριση με άλ­λες Ελλη­νι­κές λέξεις που έχουν με­ταγλωττιστεί μέσα στα Εβραϊκά δεικνύει ότι τα αρ­χικά Ελληνικά πρέπει να είχαν το δέλτα σαν τρί­το σύμφωνο και έτσι η μόνη δυ­να­τό­τητα για το Ελληνικό όνομα του πατέρα του είναι Πανδέρος. Αφού τα Ελληνι­κά ονό­μα­τα ήταν κοινά μεταξύ των Εβραίων κατά τις εποχές των Χασμοναίων δεν εί­­ναι ανάγκη να υποθέσομε ότι αυτός ήταν Έλληνας, όπως μερικοί συγγραφείς έχουν πρά­ξει.

Η σύνδεση ανάμεσα στον Γιέισου και τον Ιησού επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι Ματτάι και Τοδάχ, τα ονόματα δύο μαθητών του Γιέισου, είναι τα πρότυπα Εβρα­ϊκά ονό­ματα του Ματθαί­ου και του Θαδδαίου, τα ονόματα δύο μαθητών του Ιησού στην χριστια­νική μυθολογία.

Οι πρώιμοι Χριστιανοί εγνώριζαν το όνομα «μπεν Πανδέιρα» για τον Ιησού. Ο πα­γα­νι­στής φι­λόσοφος Κέλσος, ο οποίος ήταν ξακουστός για τα επιχειρήματά του εναν­τίον του Χριστιανισμού, ισχυρίστηκε κατά το έτος + 178 Κ. Ε. ότι είχε ακούσει από έναν Εβραίο ότι τη μητέρα του Ιησού, Μαρία [Μιργιάμ], την είχε χωρίσει ο άν­δ­ρας της, ένας μαραγκός, αφού απεδείχθη ότι ήταν μοιχαλίς. Περι­πλανιόταν από μέρος σε μέρος γε­μάτη ντροπή και εγέννησε τον Ιησού κρυφίως. Ο πραγ­ματικός του πα­τέ­ρας ήταν ένας στρατι­ώ­της με όνομα Πάνθηρας. Σύμφωνα με τον Χριστιανό συγ­γρα­φέα Επι­φά­νειο (π. +320 - 403 Κ. Ε.), ο Χριστιανός απολογητής Ωριγένης (π. +185 - 254 Κ. Ε.) είχε ισχυριστεί ότι «Πάνθηρ» ήταν παρανόμι για τον Ιακώβ τον πατέρα του Ιωσήφ, τον πατριό του Ιη­σού. Πρέπει να ση­μει­ω­θεί ότι ο ισχυρισμός του Ωριγένη δεν βασίζεται σε ιστορικές πληροφορίες. Είναι κα­θαρά μια ει­κα­σία που σκοπό είχε να εξηγήσει την απόρριψη της ιστορίας του Κέλσου για τον Πάνθηρα. Η αφήγηση αυτή [του ανωτέρω Εβραίου προς τον Κέλσο] είναι επίσης μη ιστορική. Η αξίωση ότι το όνομα της μητέρας του Ιησού ήταν Μαρία [Μιργιάμ] και η αξίωση ότι ο άνδρας της ήταν μα­ραγ­κός είναι κατ’ ευθείαν παρμένη από τις χρι­στιανικές πεποιθήσεις. Ο ισχυ­ρι­σμός ότι το όνομα τού πραγματικού πατέρα τού Ιησού ήταν Πάνθη­ρας βασίζεται σε εσφαλ­μένη προσπάθεια για να ξαναφτιάξουν τον αρχικό τύπο του ονό­μα­τος Πανδέι­ρα. Αυ­τή η εσφαλμένη ανακατασκευή πιθα­νώς επηρεάστηκε από το γεγονός ότι το όνο­μα Πάν­θηρας απαντιόταν μεταξύ των Ρωμαίων στρατι­ωτών.

Γιατί ο κόσμος πίστευε ότι η μάνα του Ιησού ονομαζόταν Μαρία [Μιργιάμ] και ο σύζυγός της Ιωσήφ; Γι­ατί οι μη Χριστιανοί κατηγόρησαν την Μαρία πως ήταν μοι­χα­λίς ενώ οι Χριστιανοί πίστευαν πως ήταν παρθένος; Για να απαντήσει κανείς αυτές τις ερω­τή­σεις πρέπει να εξετάσει μερικούς θρύ­λους γύρω από τον Γιέισου. Δεν μπο­ρούμε να ελπί­ζο­με ότι θα πε­τύ­χομε απόλυτη αλήθεια σχετικά με τις απαρχές του μύ­θου του Ιη­σού αλλά μπορούμε να δείξομε ότι υπάρχουν εύλογες εναλλαγές στο να αποδεχθούμε τυφλά την Καινή Δια­θή­κη.

Το όνομα Γιόσεφ-Ιωσήφ για τον πατριό του Ιησού είναι εύκολο να εξηγηθεί. Η κίνη­ση Νοτζρί ήταν ιδιαιτέρως λαοφιλής μεταξύ των Σαμαρειτών Εβραίων[*]. Ενώ οι Φαρισαίοι περίμεναν τον Μεσ­σία που θα ήταν απόγονος του Δαυίδ, οι Σαμαρείτες ήθελαν έναν Μεσ­σία που θα αποκα­θι­στούσε το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ. Οι Σα­μαρείτες έδιναν έμφαση στο ότι μερικώς καταγόταν από τις φυλές των Εφραίμ και Μανασσή(χ), που ήταν απόγο­νοι του Ιωσήφ-Γιόσεφ της Πεντατεύ­χου-Τοράχ. Οι Σα­μα­ρείτες θεωρούσαν τους εαυτούς των να είναι «Μπνέι Γιόσεφ», δηλαδή «υιοί του Γιόσεφ (Ιωσήφ)». Ο Ελληνόφωνος πλη­θυσμός, ο οποίος είχε πολύ λίγη γνώση της Εβραϊκής γλώσσας και των αυ­θεντικών Εβρα­ϊκών παραδόσεων εύκολα μπορούσε να κάνει λάθος στην κα­τα­νόηση αυτού του όρου και υπέθεσε ότι Γιόσεφ – Ιωσήφ ήταν το πραγματικό όνομα τού πατέρα τού Ιησού. Αυτή η ει­κασία επι­βε­βαι­ώ­νεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ματ­θαί­ου, ο πα­τέρας του Ιωσήφ ονομά­ζε­ται Ιακώβ, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Ιωσήφ της Το­ράχ. Αργότερα, άλλοι Χριστιανοί, οι οποίοι ακο­λού­θησαν την ιδέα ότι ο Μεσσίας ήταν απόγονος του Δαυίδ προσπάθησαν να ανάγουν τον Ιωσήφ πί­σω στον Δαυίδ. Εφεύραν δύο αντιφατικές γε­νε­αλο­γί­ες γι’ αυτόν, μία καταγεγραμμένη στον Ματ­θαίον και η άλλη στον Λου­κάν. Όταν η ιδέα πως η Μα­ρία ήταν παρθένος πήρε έκταση, ο μυθικός Ιωσήφ μετατέ­θηκε στη θέση τού απλώς συζύγου της και πατριού του Ιησού.
[* Αν κρίνομε απ’ όλη την Καινή Διαθήκη, φαίνεται ότι ελάχιστοι Ιουδαίοι και ειδικά Φαρι­σαίοι προσεχώρησαν στην Εβραιοχριστιανική αίρεση ή ήταν συμπαθούντες ή επιφυ­λακ­τικοί κατά το +70 και μετά. Βλέπε π. χ. Ιωάννης 3: 1 - 21, Πράξεις 5: 34 - 42, κλπ. Οι Σαμαρείτες φαίνεται ότι προσεχώρησαν σ’ αυτήν πολύ περισσότερο. Βλέ­πε π. χ. Λου­κάς 10: 25 - 37, 17: 11-19 (ειδικά στίχος 16), Ιωάννης 4: 1 – 42, Πράξεις 1: 8, κλπ. Αυτά τα εγκώμια για τους Σα­μα­ρείτες εμφανίζονται στα δύο ύστερα κανο­νικά Ευαγγέλια, ενώ το Κατά Ματθαίον Ευ­αγγέλιο γράφει 10: 5-6 «Τούτους τους δώ­δεκα απέστειλεν ο Ιησούς πα­ραγ­γείλας αυτοίς λέγων· εις οδόν εθνών μη απέλθητε και εις πό­λιν Σαμαρειτών μη εισ­έλθητε· πο­ρεύ­εσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απο­λωλότα οίκου Ισραήλ.», 15: 24. (Άλλη μια κραυγαλέα αντίφαση! Να ‘ταν η μό­νη ! ...). Κα­θό­λου παρά­ξενο αφού υπήρ­χε έχθ­ρα μεταξύ Ιου­δαί­ων και Σαμαρειτών από την εποχή του Σολο­μώντα μέχρι τότε, η οποία ομολογείται και στον Ιωάννην 4: 9 «λέγει ουν αυ­τώ η γυνή η Σα­μαρείτις· Πως συ Ιουδαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ού­σης γυ­ναικός Σα­μαρείτιδος; ου γαρ συγχ­ρώνται Ιουδαίοι Σαμα­ρείταις.» και 4: 20 «οι πατέ­ρες ημών εν τω όρει τούτω προσ­ε­κύνησαν· και υμείς (οι Ιουδαίοι) λέ­γε­τε ότι εν Ιεροσο­λύ­μοις εσ­τίν ο τόπος όπου δεί προσκυνείν.». Μέχρι σήμερα υπάρχουν Χριστιανοί Σα­μαρείτες ή Μεσσιανι­κοί Εβραίοι οι οποίοι δεν συγχ­ρώνται πολύ καλά με τους επισή­μους Ιου­δαιο-Εβραί­ους. Ο πρωτοχρι­στιανός Ιουστί­νος, μάρτυρας και φιλόσοφος κατά τους χριστιανούς, ήταν Σαμαρείτης και δεν τα βρήκε καθόλου βολι­κά στον Διάλογό του με τον Ιουδαίο Τρύφωνα! Επί των διαμαχών και δι­απλη­κτι­σ­μών μεταξύ των Εβ­ραιοχρι­στιανών και των Φαρισαίων, όπως αυτές προέκυ­ψαν από το +70 και μετά, αναφερό­μαστε σε μερι­κά ακόμα κείμενα του παρόντος βιβλίου.]

Για να καταλάβομε από που προήλθε η «ιστορία» της Μαρίας πρέπει να γυρίσο­με σε έναν άλ­λον ιστορικό χαρακτήρα ο οποίος συνέβαλε στον μύθο του Ιησού, ονόματι μπεν Στάδα. Όλες οι πληροφορίες για τον μπεν Στάδα προέρχονται και πάλι από την Τοσέφτα και τα Μπαράιτας. Οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν είναι έτι λιγότερες από εκεί­νες για τον Γιέισου. Μερικοί επί­στευαν ότι είχε φέρει μαγικές επι­κ­λήσεις από την Αίγυπτο μέσα σε μια εγκοπή της σάρκας του, και άλλοι νόμισαν ότι ήταν τρελός. Αυτός ήταν απα­τεώνας γόης και συνελήφθη διά της μεθό­δου του συγκε­καλυμμένου μάρτυρα. Λιθοβολή­θηκε στην περιοχή της Λοδ.

Στην Τοσέφτα, ο μπεν Στάδα αποκαλείται και μπεν Σοτήρα ή μπεν Σιτήρα. Σο­τή­ρα εί­ναι ο Εβραίο – Αραμαϊκός τύπος του Ελληνικού Σωτήρος. Οι τύποι «Σιτήρα» και «Στά­δα» φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν από κακή προφορά και ορθογραφικά λάθη (το Εβρα­ϊκό γράμμα γιόδ αντικατά­στη­σε το βάβ και το δάλετ το ρέις).

Αφού οι πληροφορίες που αφορούσαν τον μπεν Στάδα ήταν τόσο λίγες, πολλές ει­κα­σίες δη­μι­ουργήθηκαν γύρω από το ποιος ήταν. Είναι γνωστό από την Γκεμαρά [= Προ­φο­ρική Ερμηνεία των Διδασκάλων της Μισνά στο Ταλμούδ] ότι τον είχαν μπερ­δέ­ψει με τον Γιέισου. Αυτό ήταν πιθανώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αμφό­τε­ροι εκτελέσθηκαν για προδοτικές διδασκαλίες και είχαν αναμειχθεί με μαγεία. Οι άνθρω­ποι που συνέχυσαν τον μπεν Στάδα με τον Γιέισου έπρεπε ακόμα να εξηγή­σουν γιατί ο Γιέισου απεκαλείτο μπεν Πανδέιρα. Αφού το όνομα «Στάδα» ομοιάζει με την Αρα­μαϊκή έκφραση «στατ δα», που σημαίνει «αυτή πήρε λάθος δρόμο» ενομίσθη ότι «Στάδα» αναφερόταν στην μάνα του Γιέισου και ότι αυτή ήταν μοι­χα­λίς. Συνεπώς, ο κόσμος άρχισε να σκέ­πτεται ότι ο Γιέ­ισου ήταν νόθος γιος του Παν­δέιρα. Αυτές οι ιδέες πράγματι αναφέρονται στην Γκεμαρά και πιθανώς να είναι πολύ παλαιότερες. Επειδή ο μπεν Στάδα ζούσε κατά την Ρωμαϊκή εποχή και το όνομα Πανδέιρα ομοιά­ζει με το όνομα Πάνθηρας που απαντάτο ανάμεσα στους Ρω­μαίους στρατιώτες, υπο­τέθηκε ότι ο Πανδέιρα ήταν Ρωμαίος στρατι­ώ­της στα­θ­μευμένος στο Ισρα­ήλ. Αυτό βεβαίως εξηγεί την ιστορία που αναφέρει ο Κέλσος.

Η Τοσέφτα αναφέρει μια φημισμένη περίπτωση μια γυναίκας με όνομα Μιργιάμ μπατ Μπιλ­γ­κάχ που είχε παντρευτεί έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Η ιδέα ότι ο Γιέισου είχε γεννηθεί από κάποια Εβραία γυναίκα που είχε μια ερωτική περιπέτεια με Ρωμαίο στρατιώτη είχε πιθανώς ως αποτέ­λε­σμα να μπερδέψουν τη μητέρα του Γιέισου με αυ­τή εδώ την Μιργιάμ. Το όνομα «Μιργιάμ» είναι φυ­σικά ο αρχικός τύπος του [εξελλη­νισμένου] ονό­ματος «Μαριάμ, Μαρία», [Μαίρα και Μαίρη στά Δωρικά και Ιωνικά αντιστοίχως. Στα Λατινικά απαντάτε το όνομα Marius = Μάριος από το mare = θά­λασσα.]. Είναι πράγματι γνωστό από την Γκεμαρά ότι μερικοί που συνέχυ­σαν τον Γιέισου με τον μπεν Στά­δα πίστευαν ότι η μάνα του Γιέισου ήταν η «Μιργιάμ η κομ­μώ­τρια γυναικών».

Η ιστορία ότι η Μαρία (Μιργιάμ) η μητέρα του Ιησού ήταν μια μοιχαλίς σί­γου­ρα δεν ήταν δε­κτή από τους πρώτους Χριστιανούς. Το μύθευμα της παρθενικής γεννή­σε­ως πιθανώς εφευ­ρέθηκε για να ξεκαθαρίσουν το όνομα της Μαρία. Οι πρώτοι Χρι­σ­τι­ανοί δεν έβγαλαν αυτό το μύ­θευμα με το να «ρουφούν τα δάχτυλά τους». Αφη­γή­σεις παρ­θενικών γεννήσεων ήταν αρκετά κοι­νές στους παγανι­στικούς μύθους. Οι παρακά­τω μυθο­λογικοί χαρακτήρες επιστεύοντο να έχουν γεν­νηθεί από παρθέ­νους οι οποίες έμειναν έγ­κυοι από θεϊκή επέμβαση: Ρωμύλος και Ρέμος, Περσεύς, Ζωρο­ά­σ­τρης, Μί­θρας, Όσιρις – Αιών, Αγδίστις, Άττις, Ταμμούζ, Κορύβας, Διόνυσος. Η πα­γα­νι­στι­κή πί­στη σε ενώσεις θε­ών και γυναικών, ανεξαρτήτως αν ήταν παρθένοι ή όχι, είναι ακό­μα πιο κοι­νή. Πολλοί χα­ρα­κτή­ρες της παγανιστικής μυθολογίας επι­στεύοντο ότι ήταν γιοι θεϊκών πατέρων και αν­θρω­πί­νων θη­λέ­ων. Η χριστιανική πίστη ότι ο Ιησούς ήταν υιός Θεού που γεννήθηκε από παρθένο είναι τυπική Ρω­μαϊκή πρό­ληψη. Ο Ιου­δαίος φιλόσοφος, Φίλων της Αλεξανδρείας (περίπου -30 Π. Κ. Ε. – +45 Κ. Ε.), προ­ει­δοποιούσε κατά των εξαπλωμένων προληπτικών πίστεων σε ενώσεις μεταξύ αρ­ρένων θεών και ανθρωπίνων γυναικών [*], οι οποίοι επανέ­φεραν τις γυναί­κες στη κα­τά­στα­ση της παρθενίας.
[* Ο Ιώσηπος στο βιβλίο του Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες XVIII 66-77, μας περιγράφει ένα τέτοιο πο­λύ σατα­νικό συμβάν με την πιστή στον σύζυγό της Παουλίνα, ευγενούς καταγω­γής, το οποίο εί­χε πολύ άσχημες συνέπειες.]

Ο θεός Ταμμούζ, που λατρευόταν από τους παγανιστές στο βόρειο Ισραήλ, λέγε­ται ότι είχε γεννηθεί από την παρθένο Μύρρα. Το όνομα «Μύρρα» επιπολαίως ομοι­ά­ζει με το «Μαρία, Μα­ρι­άμ / Μι­ργιάμ» και είναι δυνατόν αυτή η συγκεκριμένη ιστο­ρία παρθενικής γεννήσεως να επέδρασε στην ιστορία της Μαρίας περισσότερο από τις άλλες. Όπως ο Ιη­σούς, ο Ταμμούζ πάντοτε απεκα­λείτο Άδον [Αδοναΐ], που σημαί­νει «Κύριος». (Ο χαρα­κτήρας Άδωνις στην Ελληνική μυθολογία βασί­ζε­ται στον Ταμ­μούζ.). Όπως θα δούμε αρ­γότερα, η σύνδεση μεταξύ Ιησού και Ταμμούζ προ­χωρεί πολύ περισσότερο απ’ αυτό.

Η ιδέα ότι η Μαρία ήταν μοιχαλίς ποτέ δεν εξαλείφθηκε τελείως στην χριστια­νι­κή μυ­θολογία. Αντί της πλήρους εξαλείψεως, ο χαρακτήρας της Μαρία διαχωρίστηκε στα δύο: την Μαρία / Μιργι­άμ την μητέρα του Ιησού, που επιστεύετο ότι ήταν παρ­θέ­νος, και την Μαρία Μαγδαληνή, που επι­στεύετο ότι ήταν μια γυναίκα ανήθικης υπό­ληψης. Η ιδέα ότι ο χαρακτήρας της Μαρίας Μαγ­δαλη­νής προέρχεται επίσης από την Μιργιάμ την μυθική μητέρα του Γιέισου, επιβεβαιώνεται από το γε­γονός ότι το παρά­ξε­νο όνομα «Μαγδαληνή» ομοιάζει καθαρά με τον Αραμαϊκό όρο «μγάδλα νσά­για» που σημαίνει «κομμώτρια γυναι­κών». Όπως προαναφέραμε, υπήρχε η πε­ποί­θη­ση ότι η μάνα του Γιέισου ήταν η «Μιριάμ η κομμώτρια γυναικών». Επειδή όμως οι Χρι­σ­τι­ανοί δεν εγνώριζαν τι εσήμαινε το όνομα «Μαγδαληνή», αργότερα είκαζαν ότι εσή­μαινε αυτήν που καταγόταν από τα Μάγδαλα στα δυτικά της λίμνης Κιννέρετ [Γεν­νη­σα­ρέτ]. Η ιδέα των δύο Μαριών ταίριαζε καλά με τον παγανιστικό τρόπο σκέπτεσθαι. Το απείκασμα του Ιησού που συνο­δευόταν από δύο Μαρίες μας υπεν­θυ­μίζει κτυπητά τον Διόνυσο που συνοδευόταν από την Δήμη­τρα και την Περσεφόνη.

Η Γκεμαρά περιέχει έναν ενδιαφέροντα θρύλο που αφορά τον Γιέισου, ο οποίος προ­σπαθεί να διαφωτίσει τα Μπαράιτας τα οποία λέγουν ότι ο Ραβίνος Γιεχόσσουα μπεν Πε­ράχυαχ απώθησε τον Γιέι­σου με τα δυο του χέρια. Σύμφωνα με τον θρύλο όταν ο Χασμο­ναίος βασιλιάς Γιαννάι [*] εσκότωνε τους Φαρισαίους, ο Ραβίνος Γιε­χόσσουα και ο Γιέ­ι­σου διέφυγαν στην Αίγυπτο. Στον γυ­ρισμό πίσω κατέλυσαν σε ένα πανδοχείο. Η Αραμαϊ­κή λέξη «ακσανγιά» σημαίνει και «πανδοχείο» και «πανδο­χεύς [και στα δύο γένη]». Ο Ραβίνος Γιεχόσουα παρατήρησε πόσο ωραίο ήταν το «ακ­σαν­γιά» (εννοώντας το πανδο­χείο). Ο Γιέισου (εννοώντας την πανδοχέα) απάν­τησε ότι τα μά­τια της ήταν πολύ στενά. Ο Ραβίνος Γιεχόσσουα θύμωσε πολύ με τον Γιέισου και τον αναθεμάτισε. Ο Γιέισου ικέ­τευ­σε πολλές φορές για συγχώρεση αλλά ο Ραβίνος Γιεχόσσουα δεν ήθε­λε να τον συγ­χω­ρέ­σει. Μια φορά λοιπόν όταν ο Ραβίνος Γιε­χόσ­σουα απάγγελλε την Σέμα [**], ο Γιέι­σου ήλ­θε κοντά του. Του έκανε ένα νό­η­μα ότι έπρεπε να περιμένει. Ο Γιέισου δεν κατάλαβε σω­στά και νό­μι­σε ότι τον απεποιείτο και πάλι. Τότε ο Γιέισου ενέπαιξε τον Ραβίνο Γιεχόσ­σουα με το να τοπο­θε­τή­σει και να λατρεύει ένα τούβλο. Ο Ραβίνος Γιεχόσσουα τον διέτα­ξε να μετα­νοήσει αλλά αυ­τός αρ­νήθηκε, λέγοντας ότι είχε μάθει απ’ αυτόν τον ίδιο πως οποιο­σ­δήποτε αμαρ­τά­νει και προ­ξενεί πολ­λές αμαρτίες δεν του δίνεται η ευκαιρία να με­τανοήσει.
[* Αλέ­ξαν­δρος Γιανναίος (125 – 76 Π. Κ. Ε.), Χασμοναίος βασιλιάς και αρχιερέας τα έτη (106-103) – (79-76) Π. Κ. Ε.]
[** Η ημερησία προσευχή που αρχίζει με «Σέμα Γισραέλ» και αποτελείται από Δευ­τε­ρο­νόμιο 6: 4-6, 11: 13-21 και Αριθμοί 15: 37-41.]

Η παραπάνω ιστορία, μέχρι των συμβάντων στο πανδοχείο, ομοιάζει εξαιρετικά με έναν άλλο θρύλο στον οποίο πρωταγωνιστής δεν είναι ο Ραβίνος Γιεχόσσουα αλλά ο μα­θητής του Γιεχούδα μπεν Ταββαΐ. Σ’ αυτόν τον θρύλο ο Γιέισου δεν κατονο­μά­ζε­ται. Έτσι κάποιος μπορεί να ερωτήσει εάν πραγματικά ο Γιέισου πήγε στην Αίγυπτο ή όχι. Είναι δυ­νατόν ο Γιέισου να είχε μπερδευτεί για κάποιον άλλον μαθητή είτε του Ραβίνου Γιεχόσ­σουα, είτε του Ραβίνου Γιεχούδα. Το μπέρδεμα είχε μάλλον προκλη­θεί από το γεγονός ότι ο Γιέισου είχε συγχυσθεί με τον μπεν Στάδα που είχε γυρίσει από την Αίγυπτο. Από την άλλη μεριά, ο Γιέισου μπορεί πράγματι να είχε καταφύγει στην Αίγυπτο και είχε γυρίσει, και αυτό με τη σειρά του να συνέβαλε στο μπέρδεμα μεταξύ του Γιέισου και του μπεν Στάδα. Όποια και αν είναι η περίπτωση, η πίστη ότι ο Γιέισου κατέφυγε στην Αίγυπτο για να διαφύγει τον θάνατο που θα του επέβαλε ένας σκληρός βασιλιάς, εμφανίζεται να είναι η απ­αρχή της χριστιανικής πίστης ότι ο Ιησούς και η οικογένειά του κατέφυγαν στην Αί­γυπτο για να ξε­φύγουν από τον βασι­λιά Ηρώδη.

Αφού οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς είχε ζήσει κατά την Ρωμαϊκή εποχή είναι φυσικό ότι θα είχαν συγχύσει τον κακό βασιλιά που θέλησε να φονεύσει τον Ιησού με τον Ηρώδη, διότι δεν υπήρχαν άλλοι κατάλληλοι κακοί βασιλιάδες κατά τη Ρωμαϊκή εποχή. Ο Γιέισου ήταν ήδη ενήλικας τον καιρό που οι ραβίνοι διέφυγαν από τον Γιαννάι. Διατί οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς είχε καταφύγει στην Αίγυ­π­το όταν ο Ιησούς ήταν βρέφος; Διατί οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ηρώδης είχε δια­τάξει όλα τα άρρενα μω­ρά που γεννήθηκαν στην Βηθλεέμ να φονευθούν, ενώ δεν υπάρχει καμία ιστορική ένδειξη δι’ αυτό; Για να απαντήσομε αυτές τις ερωτήσεις πρέ­πει πάλι να εξετάσομε την παγανι­στική μυθολογία.

Το θέμα του θεϊκού ή ημι-θεϊκού παιδιού που έχει κατατρομάξει έναν κακό βα­σι­λιά είναι πολύ κοι­νό στην παγανιστική θεολογία. Η συνηθισμένη ιστορία είναι ότι ο κακός βασιλιάς λαμβάνει μια προφητεία ότι ένα συγκεκριμένο παιδί θα γεννηθεί που θα σφε­τε­ρι­στεί τον θρόνο. Σε μερικές ιστο­ρίες το παιδί γεννάται από παρθένο και συ­νήθως είναι υιός θεού. Η μητέρα του παιδιού προσπαθεί να το κρύψει. Ο βασιλιάς συ­νήθως διατάζει την σφαγή όλων των μωρών που πιθανώς να είναι ο προφητε­μένος βασιλιάς. Παραδείγματα τέτοιων μύθων, που ακολουθούν αυτή την πλοκή, είναι οι ιστορίες των γεννήσεων: Ρω­μύ­λου και Ρέμου, Περσέως, Κρίσνα, Διός, και Οιδίποδος. Αν και οι κα­τά γράμ­μα ερμη­νευ­τές της Τοράχ δεν θέλουν να το παραδεχθούν, και η γέννηση του Μωυσέως ομοιάζει με αυτούς τους μύθους (μερικοί των οποίων δη­λώ­νουν ότι η μάνα του τον έβαλε μωρό σε ένα καλάθι και το έριξε σ’ έναν ποταμό). Πι­θανώς υπήρχαν πολλές τέτοιες ιστοριούλες που κυ­κλο­φορού­σαν στην Μέση Ανα­το­λή, οι οποίες έχουν χαθεί. Ο χριστιανικός μύθος της σφαγής των αθώ­ων νη­πίων από τον Ηρώδη είναι απλώς η χριστιανική εκδοχή αυτού του θέματος. Η πλοκή ήταν τό­σο κα­λά γνω­στή που ένας Μιδρασικός λόγιος [*] δεν θα μπο­ρούσε να αντισταθεί στο να την χρη­σι­μο­ποιήσει σαν μια απόκρυφη περιγραφή της γεννή­σεως του Αβρα­άμ.
[* Δηλαδή ο εξηγητής και σχολιαστής των κειμένων της Εβραϊκή Παλαιάς Διαθήκης, Τα­νάχ.]

Οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Μεσσίας γεννήθηκε στην Βηθλεέμ. Αυτή η πίστη βασί­στηκε σε λανθασμένη κατανόηση του προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης Μι­χαία 5: 2, όπου απλώς ονομάζει την Βηθλεέμ ως την πόλη στην οποία άρχισε το Δαυ­ιδικό σόι. Αφού οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσ­σίας, αυτο­μά­τως πίστευαν ότι γεν­νήθηκε στην Βηθλεέμ. Αλλά τότε γιατί οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι έζησε στην Ναζαρέτ; Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Οι πρώτοι Χριστιανοί που μιλούσαν Ελ­λη­νι­κά δεν γνώ­ρι­ζαν τι εσήμαινε η λέξη «Ναζαρηνός». Ο πιο πρώιμος Ελληνικός τύπος αυτής της λέ­ξεως είναι «Ναζωραίος», ο οποίος πα­ράγεται από τον «Να­τζορίγια», τον Αραμαϊκό ισοδύναμο τύπο του Εβραϊκού «Νοτ­ζρί». (Θυμηθείτε ότι «Γιέισου χα – Νοτζρί» είναι τα αρχαϊκά Εβραϊκά για τον «Ιησού τον Ναζαρηνό».). Οι πρώτοι Χριστιανοί υπέθε­σαν ότι «Ναζα­ρη­νός» σημαίνει αυτός που κατάγεται από τη Ναζαρέτ και έτσι υποτέθηκε πως ο Ιη­σούς έζη­σε στη Ναζαρέτ. Ακόμα και σή­μερα, οι Χριστιανοί γίνονται φαιδροί όταν συγχέουν τις Εβραϊκές λέ­ξεις «Νοτζρί» (Να­ζα­ρηνός), «Νατζράτι» (Ναζαρεθίτης) και «ναζίρ» (ναζαρί­της), όλες των οποίων έχουν εντε­λώς διαφορετικές σημασίες.

Οι πληροφορίες εντός του Ταλμούδ (το οποίο περιέχει την Μισνά, την Τοσέφτα, τα Μπαράιτας και την Γκεμαρά), που αφορούν τον Γιέισου και τον μπεν Στάδα, είναι τόσο επιβλαβείς στον Χρι­στιανισμό ώστε οι Χριστιανοί έχουν λάβει δραστικά μέτρα εναντίον τους. Όταν οι Χριστιανοί ανε­κάλυψαν τις πληροφορίες αμέ­σως προσπάθη­σαν να τις εξα­λείψουν με το να λογοκρίνουν το Ταλ­μούδ. Στην έκδοση του Ταλμούδ της Ελβετικής πό­λεως της Βα­σιλεί­ας (περίπου τα έτη 1578 – 1580) οι Χριστιανοί έσ­βη­σαν όλα τα χωρία σχετικά με τον Γιέ­ι­σου και τον μπεν Στάδα. Ακόμα και σήμε­ρα, εκ­δό­σεις του Ταλμούδ που χρησιμοποιούν Χριστιανοί με­λετητές στερούνται αυτά τα χω­ρία.

Κατά την διάρκεια μερικών δεκαετιών στις αρχές του εικοστού αιώνα, σφοδρές ακα­δημαϊκές μάχες οργίαζαν μεταξύ αθέων και Χριστιανών μελετητών περί των απ­αρχών του Χριστιανισμού. Οι Χριστιανοί αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τις Ταλ­μουδικές ενδεί­ξεις. Δεν μπορούσαν άλλο πια να τις αγνοούν και έτσι αντ’ αυτού απο­φάσισαν να αντεπι­τεθούν. Ισχυρίστηκαν ότι ο Ταλμουδικός Γιέισου ήταν μια πα­ρα­ποίηση του «ιστορικού Ιη­σού». Ισχυρίστηκαν ότι το όνομα «Πανδέιρα» ήταν απλώς μια Εβραϊκή προσπάθεια για να προφέρουν την Ελληνική λέξη «παρθένος». Αν και υπάρχει μια επιπόλαια ομοιότητα μεταξύ των λέξεων αυτών, πρέπει να προσέξει κα­νείς ότι για αν παρα­χθεί το όνομα «Παν­δέιρα» από τη λέξη «παρθένος» το «ν» και το «ρ» πρέπει να αντιμετα­τε­θούν. Αλλά οι Εβραίοι δεν υπέφεραν από κανένα ελάτ­τω­μα ομιλίας, το οποίο θα προκαλούσε αυτό το συμβάν. Η επόμενη χρι­στιανική απάντηση είναι ότι πιθανώς οι Εβραίοι επίτηδες παράλ­λαξαν την λέξη «παρθένος» είτε με το όνομα «Πάνθηρας» (που ευρίσκεται στον Κέλσο) είτε με το «πάν­θηρ -ος» που σημαί­νει πάνθηρ, και το «Πανδέιρα» παράγεται απ’ αυτήν την εσκεμμένως αλλαγ­μέ­νη λέ­ξη. Αυτό το επιχείρημα επίσης αποτυγχάνει διότι το τρίτο σύμφωνο και της αλλαγ­μέ­νης και της μη αλλαγ­μέ­νης λέξεως είναι θήτα. Αυτό το γράμμα στα Εβραϊκά μετα­γρά­­φεται με το γράμμα «ταβ», που οποίου η προφορά κατά την διάρ­κεια των κλασ­σι­κών εποχών ομοίαζε πάρα πολύ με αυτήν του Ελ­ληνικού γράμματος. Εν τούτοις το όνομα «Πανδέιρα» ποτέ δεν γράφεται με «ταβ» αλλά με «δά­λετ» ή με «τετ» που δει­κ­νύ­ει ότι ο αρχικός Ελληνικός τύπος είχε δέλτα στο τρίτο σύμ­φωνο και όχι θήτα. Αυτό το χριστιανικό επιχείρημα μπορεί επίσης να γυρίσει να χτυπήσει το κε­φά­λι του: ίσως ήταν οι Χριστιανοί αυτοί που εσκεμμένως μετάλλαξαν το όνομα «Πάνθηρας» στη λέ­ξη «παρθένος» όταν εφεύ­ραν την ιστοριούλα της παρθενικής γεννήσεως. Πρέπει ακό­μα να σημειωθεί ότι η ομοιότητα ανάμεσα στο «Πάνθηρας» (ή «πάνθηρ –ος») και «παρ­θέ­νος» γίνεται πολύ ολι­γό­τε­ρη όταν οι λέξεις είναι γραμμένες στα Ελληνικά επειδή στην αρ­χική Ελληνική ορθογραφία τα δεύτερα φωνήεντα τους [«η» και «ε»] είναι τελείως διαφο­ρετικά.

Οι Χριστιανοί επίσης δεν δέχτηκαν ότι η Μαρία Μαγδαληνή είχε άμεση σχέση με τη Μιργιάμ την υποτιθεμένη μάνα το Γιέισου στο Ταλμούδ. Αντιτείνανε ότι το όνομα «Μαγ­δαληνή» οπωσδή­ποτε σημαίνει τη γυναίκα που κατάγεται από τα Μάγδαλα και ότι οι Εβραίοι εφεύραν την «Μιργιάμ την κομμώτρια γυναικών» («μγδάλα νσάγια») ή για να πε­ριπαίξουν τους Χριστιανούς ή ένεκα των δικών τους παρανοήσεων τού ονό­ματος «Μαγ­δαληνή». Αυτό το επιχείρημα είναι επίσης ψευδές. Πρώτον, αγνοεί την Ελληνική γραμμα­τική: τα σωστά Ελληνικά για τα «Μάγδαλα» είναι «Μαγ­δά­λες» και τα σωστά Ελληνικά για την γυναίκα από τα Μάγδαλα είναι «Μαγδαλαία». Η αρχική Ελ­ληνική ρίζα της «Μαγ­δαληνής» είναι «Μαγδαλήν» με ένα εξόφθαλμο «ν» που δείχνει ότι η λέξη δεν έχει να κά­νει με τα Μάγδαλα. Δεύτερον, τα Μάγδαλα έλαβαν το όνομά τους μόνο μετά τη συγ­γρα­φή των Ευαγγελίων. Πριν απ’ αυτήν ονομαζόταν Μαγαδάν ή Δαλμανούθα. (Αν και το «Μαγα­δάν» έχει ένα «ν», στερείται το «λ» και έτσι δεν μπορεί να παράγει τη «Μαγδα­λη­νή».). Στην πραγ­ματικότητα τα ερείπια αυ­τής της περιοχής επονομάσθηκαν Μάγδαλα από τη χριστιανική κοινότη­τα, εκ των υσ­τέρων, διότι οι Χριστιανοί επίστευαν ότι η Μαρία Μαγδαληνή καταγόταν από εκεί.

Οι Χριστιανοί επίσης επιμένουν ότι η λέξη «Νοτζρί» σημαίνει το άνθρωπο που κατά­γεται από την Ναζαρέτ. Αυτό φυσικά είναι ψευδές διότι η αρχική Εβραϊκή λέξη για την Ναζαρέτ είναι «Νατ­ζράτ» και για τον άνθρωπο που κατάγεται απ’ εκεί είναι «Νατζρατί». Η ονομασία «Νοτζρί» δεν έχει το Εβραϊκό γράμμα ταβ της «Νατζράτ» και συνεπώς δεν μπορεί να παράγεται απ’ αυτήν. Οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι ίσως το Αραμαϊκό όνομα για την Ναζαρέτ ήταν «Νατζαράχ» ή «Νατζι­ράχ» (όπως και το Αραβικό όνομα), το οποίο εξηγεί το ανύπαρκτο ταβ στη λέξη «Νοτζρί». Αυτό επίσης είναι ανοησία γιατί τότε η Αραμαϊκή λέξη για τον άνθρωπο από την Ναζαρέτ θα ήταν «Να­τζαράτιγια» ή «Νατζι­ρά­τι­για» (με ένα ταβ επειδή η θηλυκή κατάληξη «-αχ» θα γινόταν «-ατ» όταν το επίθημα «-ι­για» προστίθεται), και ακόμα ο Αραμαϊκός τύπος δεν θα χρησιμοποιείτο στα Εβραϊ­κά. Οι Χριστιανοί επίσης μηχανεύτηκαν και διάφο­ρα άλλα επιχειρήματα, τα οποία μπορούν να απορ­ρι­φθούν διότι συγχέουν τις Εβρα­ϊ­κές λέξεις «Νοτζρί» και «Ναζίρ» ή δεν γνωρίζουν το γεγο­νός ότι «Νοτζρί» είναι ο αρ­­χαι­ότερος προϋπάρχων τύπος της λέξεως «Ναζα­ρη­νός» [*].
[* Βλέπε Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, 1: 24, 14: 67, 16: 6 «ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμ­βείσθε· Ιησούν ζη­τείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον· ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν.». Ο Μάρκος λοιπόν συνηθίζει αυτή την λέξη αλλά την συναντάμε και μια φορά στον Λουκά 4: 34. Στα άλ­λα τρία κανονικά Ευαγγέλια συνα­ν­τάμε την νεώτερη λέξη Ναζωραίος.]

Εν κατακλείδι, όλα τα χριστιανικά επιχειρήματα βασίστηκαν σε αδύνατες φωνη­τικές αλλαγές και αδυνάτους γραμματικούς τύπους, και επομένως απερρίφθησαν. Επί πλέον, αν και οι θρύλοι στη Γκεμαρά δεν μπορούν να ληφθούν ως γεγονότα, οι ενδεί­ξεις στα Μπα­ράιτας και στην Τοσέφτα που αφορούν τον Γιέισου μπορούν να αναχ­θούν κατ’ ευθείαν πί­σω στους: Γιεχόσσουα μπεν Παράχυαχ, Σίμον μπεν Σέταχ και Γιεχούδα μπεν Ταββαΐ και στους μαθητές των που ήταν σύγχρονοι του Γιέ­ι­σου, ενώ οι ενδείξεις στα Μπαράιτας και στην Τοσέφτα που αφορούν τον μπεν Στάδα μπορούν να αναχθούν στον Ραβίνο Ελιέζερ μπεν Χυρκάνους και στους μαθητές του που ήταν σύγχρονοι του μπεν Στάδα. Επομένως οι ενδείξεις δύνανται να θεωρούνται ιστορικώς ακριβείς. Διά τούτο οι νεώ­τε­ροι Χριστιανοί δεν επιτίθενται στο Ταλμούδ έτι περισ­σό­τε­ρο αλλ’ αντ’ αυτού αρνούνται κάθε σύν­δεση μεταξύ Ιησού και Γιέισου ή μπεν Στάδα. Απορρίπτουν τις ομοιότητες ως καθαρή σύμπτω­ση. Εντούτοις όμως, ο καθέ­νας πρέπει να γνωρίζει καλώς τις ψεύτικες επιθέσεις κατά του Ταλμούδ δι­ότι πολλά χριστιανικά βιβλία ακόμα και σήμερα τις αναφέρουν και μπορεί να επανέλ­θουν στην επιφάνεια από στιγμή σε στιγμή.

Πολλά είναι τα μέρη του μύθου του Ιησού που δεν βασίζονται στον Γιέισου μπεν Στά­δα. Οι περισσότερες χριστιανικές αιρέσεις αξιώνουν ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δε­κεμβρίου. Αρ­χι­κώς οι ανατολι­κοί Χριστιανοί πίστευαν ότι είχε γεννηθεί στις 6 Ιανου­α­ρίου. Οι Αρμένιοι Χριστιανοί ακο­λουθούν ακόμα αυτή την πρώιμη πεποίθηση ενώ οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Χριστιανοί την θεωρούν ως την ημέρα της προσκυνήσεως των μάγων. Όπως γνωρί­ζο­με κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, οι θεοί Ταμμούζ, Αιών και Όσιρις είχαν ταυ­τι­στεί. Λέ­γεται ότι ο Όσιρις – Αιών είχε γεννηθεί από την παρ­θένο Ίσιδα στις 6 Ιανουαρίου και τού­το εξηγεί την αρχική ημερομηνία των Χριστουγέν­νων. Η Ίσις πολλές φο­ρές αντι­προσω­πευόταν από μια ιερή αγελάδα και ο ναός της από έναν στάβλο, πράγμα που πιθα­νώς είναι η απαρχή της χριστιανικής πίστεως ότι ο Ιησούς γεννήθηκε σε στάβλο. Αν και αυτό μπο­ρεί κάποιος να το βρει σαν τραβηγ­μέ­νο από τα μαλλιά, είναι γνωστό ως γεγονός ότι ορι­σμένες πρώτο-χριστιανικές αιρέ­σεις ταύτιζαν τον Ιησού με τον Όσιρη στα γραπτά τους. Η ημε­ρο­μη­νία της 25ης Δε­κεμβρίου για τα Χριστούγεννα ήταν αρχικώς η πα­γα­νι­στι­κή εορτή του θεού Ηλί­ου, του οποίου η ημέρα της εβδομάδος είναι ακόμα γνωστή ως *Ηλί­ου* ημέ­ρα [*Sun* day στα Αγ­γλι­κά, *Sonn* tag στα Γερμανικά, κ. ο. κ.]. Το φωτοστέ­φανο που συ­νή­θως επιδεικνύεται γύρω από το πρόσωπο του Ιησού και των Χριστιανών αγίων, είναι άλ­λη μια έννοια παρμένη από τον θεό Ήλιο.

Το θέμα πειρασμού από ένα πλάσμα που μοιάζει με τον διάβολο βρισκόταν και αυτό στην πα­γανιστική μυθολογία. Συγκεκριμένα η «ιστορία» των πειρασμών του Ιη­σού από τον Σατανά ομοι­ά­ζει με τον πειρασμό του Όσιρη από τον διαβολικό θεό Σετ (Σηθ) στην Αιγυπτιακή Μυθολογία.

Έχομε ήδη υποδείξει ότι υπήρχε στενή σχέση μεταξύ του Ιησού και του πα­γα­νισ­τικού θεού Διονύσου. Όπως ο Διόνυσος έτσι και το βρέφος Ιησούς τυλίχθηκε σε φασ­κι­ές και το­πο­θε­τή­θηκε σε φάτνη. Όπως ο Διόνυσος έτσι και ο Ιησούς υπέφερε και εν­επαίχθη. Μερι­κοί Χριστιανοί υποστη­ρί­ζουν ότι ο Ιησούς στην πραγματικότητα δεν γεννήθηκε σε στά­βλο, αλλά σε σπήλαιο, όπως ακρι­βώς και ο Διόνυσος.

Πόθεν προήλθε η ιστορία ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε; Όπως φαίνεται είναι απο­τέ­λεσμα ενός πλήθους πηγών. Πρώτον, υπάρχουν τρεις ιστορικοί χαρακτήρες κατά την Ρωμαϊκή εποχή που ο κό­σμος νόμιζε ότι ήταν Μεσσίες [*] και που σταυρώθηκαν από τους Ρωμαίους. Ονομαστικώς: Ο Γιε­χού­δα της Γαλιλαίας [Ιούδας ο Γαλιλαίος ή Γαυ­λανίτης, +6 Κ. Ε.], ο Θευδάς (+44 Κ. Ε.), και ο Βενια­μίν ο Αιγύ­πτιος (+60 Κ. Ε.). Επειδή και οι τρεις αυτοί άν­δρες ενομίσθηκαν ότι ήταν Μεσσίες, συγ­χύστηκαν όπως ήταν φυσικό με τον Γιέισου και τον μπεν Στάδα. Ο Γιεχούδα της Γαλιλαίας εκήρυ­ξε στην Γα­λιλαία και συγκέντρωσε πολ­λούς οπαδούς προτού στραυρωθή από τους Ρω­μαίους. Η ιστορία της ιερατικής απο­στολής του Ιησού στη Γαλιλαία φαίνεται ότι βα­σίζεται στην ζωή του Γιε­χούδα της Γαλι­λαίας. Αυτή η ιστορία και η πίστη ότι ο Ιη­σούς έζησε στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας ενι­σχύ­ουν η μία την άλλη. Η πεποίθηση ότι ο Αγρίππας σκότωσε μερικούς μαθητές του Ιησού κα­τά το έτος + 44 Κ. Ε. φαίνεται να βασίζεται την μοίρα των μαθητών του Θευδά. Αφού ο Μπεν Στά­δα είχε επανέλθει από την Αίγυπτο ήταν φυσικό να είχε συγχυσθεί με τον Βε­νι­αμίν τον Αιγύπτιο. Πιθα­νώς να ήταν και σύγχρονοι. Μερικοί νεότεροι συγγραφείς έφτα­σαν στο σημείο να προτείνουν ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο, παρ’ όλον ότι αυτό δεν είναι δυ­νατό διότι οι ισ­τορίες των θανάτων τους εί­ναι εντελώς δια­φορετικές. Στο βιβλίο των Πρά­ξεων στην Καινή Διαθήκη, το οποίο χρησιμοποιεί το βιβλίο του Ιω­σήπου Ιουδαϊ­κές Αρχαι­ολογίες (+93-94 Κ. Ε.) ως πηγή, γίνεται καθαρό ότι ο συγ­γραφέας θεωρούσε τον Ιη­σού, τον Γιε­χούδα της Γαλιλαίας, τον Θευδά, και τον Βενιαμίν τον Αιγύπτιο, να είναι τέσσε­ρις δια­φο­ρετικοί άνθρωποι. Παρά ταύτα, κατ’ αυτόν τον χρόνο ήταν πλέον πολύ αργά για να ανα­τρέψει κανείς τις συγχύσεις, οι οποίες είχαν λάβει χώρα προτού γραφεί η Και­νή Δια­θή­κη, και η ιδέα της σταυρώσεως του Ιησού είχε γίνει αναπόσπα­στο μέρος του μύθου.
[* Στον Ιώσηπο έχομε και άλλους ψευδομεσσίες και Ιησούδες που κάνανε τους προ­φήτες και τους Μεσσίες και οι οποίοι εδεινοπάθησαν στα χέρια των Ρωμαίων. (Μελε­τήσετε τον Ιώσηπο να δείτε τι γίνεται!) Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί ο Ιησούς υι­ός Ανανία, ένας αγροίκος αγ­ρό­της, που προφήτευε για μέρες την πτώση της Ιερουσα­λήμ, Ιουδαϊκός Πόλεμος, VI 300-309. Ο καημένος συνελήφθηκε, βασανί­σθη­κε και θα­νατώθηκε από τους Ρωμαί­ους. Ακόμα και οι Πράξεις των Αποστόλων 5: 34-39 ανα­γνωρίζουν το φαινόμενο των αυτοπροβαλλομένων Μεσσιών και φέρουν ως παρα­δείγ­ματα τον Θευδά και τον Ιούδα τον Γαλιλαίο (Γαυλανίτη). Αυτά λοιπόν που γράφον­ται στις Πράξεις και στα χωρία: Ματ­θαίος 7: 15, 24: 23-24 «τότε εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χρισ­τός ή ώδε, μη πιστεύσητε· εγερ­θήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδο­προφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκ­τούς.», Μάρκος 13: 21-23, Λουκάς 17: 21-23, 21: 8, Ιωάννης 5: 43, Πράξεις 5: 36-37, 9: 22, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 2: 3-10, Α΄ Ιωάννου 2: 18-19, Β΄ Ιω­άννου 7, Αποκάλυ­ψις, κλπ, αντανα­κλούν τα εξής: 1ο) Το γε­γονός ότι στον Ιουδαϊσμό κατ’ αυ­τές τις εποχές Μεσσίες ήταν πολύ της μόδας και εμ­φανιζό­ταν κάθε λίγο και λιγάκι, με τε­λευταίον τον Συμεών Μπαρ Κόκχμπα(χ) τα έτη +132-135. 2ο) Την ακα­τάσχετη άμεση εσχα­το­λο­γία και τον τρόμο περί του από στιγ­μή σε στιγμή τέλους του κόσμου και της ελεύ­σε­ως της βασιλείας των ου­ρανών που διακατείχε τις διάφορες χριστιανι­κές ομάδες των τριών πρώτων αιώ­νων. Αυτό το συμπέρασμα το έχουν τονίσει και υποστηρί­ξει με πολλά στοιχεία και επιχειρήματα και οι παγκοσμίως διαπρεπείς θεο­λόγοι Johannes Weiss και Etienne Trocmé στις με­λέτες τους επί του Αρχεγό­νου Χρισ­τιανισμού, διά τον οποίον γνωρίζομε λίγα πράγματα. Π. χ., στα κοινά τραπέζια, μετά τον τε­μαχισμό του άρ­του το τέλος της προ­σευχής των πρώ­των χριστιανών ήταν: «Ελθέτω χάρις καί πα­ρελ­θέ­τω ο κόσμος ού­τος·μαράν αθά!» ως αυτό διασώζεται στο εγχειρίδιο της εκκ­λησίας κατά το δεύτερο ήμισυ του πρώτου αι­ώνα, Διδαχή (των Δώδεκα Αποσ­τόλων): 10. Στην Α΄ Προς Κοριν­θίους Επισ­τολής του Παύλου 16: 22 συ­ναντάμε επίσης τις αραμαϊκές λέξεις «μαράν αθά.» = Έρχου ώ Κύριε! Τα περισσό­τε­ρα απόκρυφα είναι γεμάτα με φόβο, τρόμο και άμεση εσχατολογία.]

Δεύτερον, αναπτύχθηκε η ιδέα του ότι ο Ιησούς εκτελέστηκε την παραμονή του Πά­σχα [Πε­σάχ, Περά­σματος]. Αυτή η πίστη προφανώς βασίζεται στην εκτέλεση του Γιέισου. Το Πάσχα συμ­βαί­νει κατά τον χρόνο της Εαρινής Ισημερίας, ένα συμβάν που εθεωρείτο πολύ σημαντικό από τους αστρολό­γους κατά την διάρκεια της Ρωμαϊ­κής Αυτοκρατορίας. Οι αστρολόγοι νόμιζαν αυτόν τον χρόνο ως τον χρόνο διασταυ­ρώσεως δύο αστρολογικών ουρανίων κύκλων, και αυτό το συμβάν συμβολι­ζό­ταν με ένα σταυρό. Ούτως δημιουργή­θηκε η πίστη ότι ο Ιησούς απέθανε πάνω στον «σταυ­ρό». Η παρανό­ηση αυτού του όρου από εκείνους που δεν ήταν μυημένοι στις αστ­ρο­λογικές αποκρυ­φιστι­κές ομά­δες ήταν άλ­λος ένας παράγοντας που συνέβαλε στην πε­ποίθηση ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε. Σε ένα από τα πολύ πρώιμα χριστιανικά γραπτά, την Διδασκαλία των Δώδεκα Απο­στόλων, δεν υπάρ­χει κα­μία αναφορά περί του ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε, αλλά το σημείο του σταυ­ρού στον ου­ρανό χρησι­μοποιείται για να αντιπροσωπεύσει τον ερχομό του Ιησού. Πρέπει να σημει­ωθεί ότι το κέντρο των αστρολογικών προλήψεων στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν η Ταρσός στην Μικρά Ασία – το μέ­ρος δηλαδή απ’ όπου καταγόταν ο θρυλικός ιεραπό­στο­λος Παύλος. Η ιδέα ότι ένα ιδιαίτερο άστρο είχε αναγγείλει την γέννηση του Ιησού, και ότι έκ­λειψη Ηλίου συνέβη κατά τον θά­νατόν του, είναι τυπικές Ταρσικές αστρολογικές προλή­ψεις.

Τρίτος παράγων που συνέβαλε στην «ιστορία» της σταυρώσεως είναι και πάλι η πα­γανιστική μυ­θολογία. Το θέμα ενός θεϊκού ή ημι-θεϊκού απεσταλμένου που σταυ­ρώθη­κε πάνω σε δένδρο [επί ξύλου], πάσαλο, ή σταυρού, και μετά αναστήθηκε, είναι πολύ κοινό στην παγανιστική μυθολο­γία. Βρισκόταν στις μυθολογίες όλων των δυτι­κών πολιτισμών που επεκτείνονται προς δυσμάς μέχρι της μακρινής Ιρλανδίας και προς ανατολάς μέχρι την Ινδία. Ιδιαιτέρως ευρίσκεται στις μυθο­λογίες του Όσιρη και του Άττη, αμφότεροι των οποίων είχαν ταυτιστεί με τον Ταμμούζ. Ο Όσιρις προσ­κολ­λήθηκε πάνω σ’ ένα δένδρο με τα χέρια του εκτεταμένα όπως και ο Ιησούς πάνω στον σταυρό. Στην λατρεία του Σερά­πι­δος (συνδυασμός του Όσιρη και του Άπιδος) ο σταυρός ήταν θρησκευτικό σύμβολο. Πράγματι, ο χριστιανικός «Λατινικός σταυρός» ως σύμβολο φαίνεται να βασίζεται κατ’ ευ­θείαν στον συμβολικό σταυρό του Όσιρη και του Σέραπη. Οι Ρωμαίοι ποτέ τους δεν χρησι­μο­ποίησαν τον παρα­δο­σι­ακό χριστι­ανικό σταυρό στις σταυρώσεις. Χρησι­μο­ποι­ού­σαν τον σταυρό σχήματος είτε σαν Χ είτε σαν Τ. Το ιερογλυφικό ενός σταυρού επί λόφου ήταν σχετι­σμένο με τον Όσιρη. Αυτό το ιερογλυφικό αντιπροσώπευε τον «Καλόν Έναν», στα Ελληνικά «Χρηστόν», ένα όνομα που το χρησιμοποιούσαν για τον Όσιρη και άλλους παγα­νι­στικούς θεούς. Το μπέρδεμα του ονόματος αυτού με τον «Χριστό» [= «Μεσσίας = χρι­σμένος, κεχ­ρι­σ­μένος διά του ιερού ελαίου, με πρώτο Μεσσιαχ στον Ιουδαϊσμό τον πρώτο βασι­λέα των Εβραίων Σαούλ»] ισχυ­ροποιεί την σύγχυ­ση μεταξύ Ιησού και παγανιστών θεών.

Κατά την Εαρινή Ισημερία, οι παγανιστές του βορείου Ισραήλ συνήθιζαν να εορ­τά­ζουν τον θά­νατο και την ανάσταση του εκ παρθένου τεχθέντος Ταμμούζ – Όσιρη. Στην Μικρά Ασία (όπου ιδρύθηκαν οι πρώτες χριστιανικές εκκλησίες) διατηρούσαν μια πανο­μοιότυπη εορτή για τον εκ παρ­θένου τεχθέντος Άττη. Ο Άττις επιδεικνύετο ως απο­θνή­σκων επί δένδρου, θαπτόμενος εντός σπη­λαίου, και αναστημένος κατά την τρίτη ημέρα. Έτσι βλέπομε από που προέρχεται η χριστια­νι­κή ιστορία της αναστά­σε­ως τού Ιησού. Στην λα­τρεία του Βαάλ, επιστεύετο ότι ο Βαάλ εξαπάτησε τον Μαβέτ (τον θεό του θανάτου) κατά τον χρόνο της Εαρινής Ισημερίας. Προσποιήθηκε ότι ήταν νε­κρός αλλά μετά εμφα­νίστηκε ζωντανός. Επέτυχε αυτό το τέχνασμα με το να δώσει τον γιο του ως θυσία.

Το ότι το Πάσχα [Πέρασμα] συνέβαινε κατά την ίδια χρονική εποχή του έτους με τους παγανι­στικούς εορτασμούς της «Εόστρας, ή Ισταρ» [= «Easter» στα αγγλικά] δεν είναι απλή σύμ­πτωση. Πολλά έθιμα του Πεσάχ [Πάσχα] σχεδιαστηκαν σαν Εβρα­ϊκές εναλ­λαγές των παγανιστικών εθίμων. Οι παγανιστές πίστευαν ότι όταν ο θεός τους, θεός της φύσεως, (όπως ο Ταμμούζ, ο Όσιρις ή ο Άττις) απέθνησκε και ανασ­ταίνετο, η ζωή του πήγαινε μέ­σα στα φυτά που χρησιμοποιούσαν οι άνθρω­ποι για τροφή. Τα μά­τζα (τα άζυμα ψωμιά) που γινόταν από την ανοιξιάτικη συγκομιδή ήταν το νέο σώ­μα του και το κρασί από τα σταφύλια ήταν το νέο αίμα του. Στον Ιουδαϊσ­μό, τα μάτ­ζα δεν χρη­σιμοποιούντο για να αντιπροσωπεύουν το σώμα κάποιου θεού αλλά το ψω­μί του φτωχού που έφα­γαν οι Εβραίοι πριν φύγουν από την Αίγυπτο. Οι παγανι­στές χρησιμοποιούσαν την πασχαλινή θυ­σία για να αντιπροσωπεύσουν τη θυ­σία ενός θεού ή του μονογενούς υιού του, αλλά ο Ιου­δα­ϊ­σμός τη χρησιμοποίησε για να αντι­προσω­πεύει το δείπνο που έφαγαν οι Εβραίοι προτού φύγουν από την Αίγυ­π­το. Αντί να λέ­γουν «ιστορίες» για το Βαάλ που θυσίαζε τον υιόν του τον πρωτότοκο στον Μα­βέτ, οι Εβραίοι έλεγαν πως ο «μαλ’αχ χα – μαβέτ» (ο άγγε­λος του θανάτου) εφό­νευσε τους πρωτοτόκους υιούς των Αιγυπτίων. Οι παγανιστές έτρω­γαν αυγά για να αντι­προ­σω­πεύσουν την ανάσταση και την αναγέννηση του θεού τους, της φύσεως, αλ­λά τα αυγά στο πιάτο του σέδερ [= δείπνου των Εβραίων προς εορτασμό της Εξό­δου] αντιπροσω­πεύουν την γέννηση του Εβραϊκού λαού που δι­έ­φυ­γε από την δουλεία της Αιγύπτου. Όταν οι Χριστιανοί παρατήρησαν τις ομοιότητες μεταξύ των εθί­μων του Πεσάχ [Πά­σ­χα] και των παγανιστικών εθίμων, έκαναν ολόκληρο κύκλο και με­τέ­στρε­ψαν τα έθι­μα του Πεσάχ πίσω στις παλαιές παγανιστικές διατυπώσεις τους. Το δεί­πνο για το εορ­τασμό της Εξόδου σέδερ έγινε το τελευταίο [ή μυστικό] δείπνο του Ιησού, όμοιο με το τελευταίο δείπνο του Όσιρη που η ανάμνησή του εορταζόταν κα­τά την Εαρι­νή Ισημερία. Τα μά­τζα και το κρασί για άλ­λη μια φορά γινόταν το σώμα και αίμα ενός ψεύτικου θεού, αυτή τη φορά του Ιησού. Τα αυ­γά της Εόστρας τρώγο­ν­ταν πάλι εις ανά­μνη­ση της αναστάσεως ενός «θεού» και ακόμα εις ανά­μνη­ση της «αναγεννή­σε­ώς» του που επετυγχάνετο με το να δεχθεί την θυσία του επί του σταυ­ρού.

Ο μύθος του Τελευταίου [Μυστικού] Δείπνου είναι ιδιαζόντως ενδιαφέρων. Όπως προαναφέ­ραμε, η βασική ιδέα το τελευταίο δείπνο να συμβαίνει κατά την Εαρι­νή Ιση­με­ρία προέρχεται από την «ιστορία» του τελευταίου δείπνου του Όσιρη. Στην χριστιανική αφήγηση, ο Ιησούς είναι μαζί με τους δώδεκα αποστόλους. Από που δη­μιουργήθηκε η ιστορία των δώδεκα αποστόλων; Όπως φαίνεται στην πρώιμη εκδοχή της, η αφήγηση αυ­τή εννοείτο ως αλληγορία. Η πρώτη φορά που οι δώδεκα απόσ­το­λοι αναφέρονται είναι στο γραπτό γνωστό ως η Διδασκαλία των Δώδεκα Αποστό­λων. Αυτό το κείμενο προφανώς δημιουργήθηκε ως ένα σχισματικό Ιουδαϊκό έγγραφο που γρά­φτηκε κα­τά τον πρώτον αι­ώνα Κ. Ε., αλλά υιοθετήθηκε από τους Χριστιανούς οι οποίοι του έκαναν ουσιαστικές με­τατροπές και του προσέθεσαν χριστιανικές ιδέες[*]. Στις αρχικές του εκδοχές είναι κα­θα­ρό ότι οι «δώδεκα από­στολοι» είναι οι δώδε­κα υι­οί του Ιακώβ που αντιπροσωπεύουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Οι Χριστια­νοί αρ­γό­τερα θεώρησαν τους «δώδεκα αποστόλους» να είναι αλ­λη­γο­ρικοί μαθητές του Ιη­σού.
[* Πολλοί είναι οι ερευνητές, εκ των οποίων μερικοί είναι Εβραίοι, που υποστηρίζουν ότι τα ίδια πράγματα ισχύουν και διά την Αποκάλυψιν του Ιωάννου στην Καινή Διαθή­κη.]

Στην Αιγυπτιακή Μυθολογία, ο Όσιρις προδόθηκε κατά το τελευταίο του δείπνο από τον κακό θεό Σετ [Σηθ], τον οποίον οι Έλληνες εταύτισαν με τον Τυφώνα. Αυτό φαί­νεται να είναι η προέ­λευση της ιδέας ότι ο προδότης του Ιησού ήταν παρών κατά το τελευταίο δείπνο του. Η ιδέα ότι ο προδότης αυτός ονομαζόταν «Ιούδας» φτάνει πί­σω στα χρόνια όπου οι δώδεκα απόστολοι ακόμα εννοούνταν ως οι δώδεκα υιοί του Ιακώβ. Η ιδέα του Ιούδα [στα Εβραϊκά Γιούδαχ, Γιεχούδα, που σημαίνει αίνος, εγ­κώ­μιο] που προδί­δει τον Ιησού (τον «υιόν» του Ιωσήφ - Γιόσεφ) υπ­ενθυμίζει ισχυρά την εξιστό­ρηση του Γιό­σεφ της Τοράχ που προδόθηκε από τους αδελ­φούς του με τον Γιε­χούδα ως αρχηγό της συμμορίας. Αυτή η αλληγορία θα ήταν ιδιαιτέ­ρως προσφιλής στους Σαμαρείτες Νοτζρίμ οι οποίοι θεω­ρού­σαν εαυτούς ότι είναι υιοί του Γιόσεφ που προ­δόθηκαν από τους κυρίως Ιου­δαί­ους (που αντιπροσωπεύονταν από τον Ιούδα / Γιεχούδα).

  Παρ’ όλα ταύτα, η υπόθεση των δώδεκα απόστόλων έχασε την αρχική της αλλη­γορική ερμη­νεία και οι Χριστιανοί άρχισαν να νομίζουν ότι οι «δώδεκα απόστολοι» ήταν δώδεκα πραγματικοί άν­θρωποι που ακολουθούσαν τον Ιησού. Οι Χριστιανοί προσπάθησαν να βρούνε ονόματα γι’ αυ­τούς τους δώδεκα αποστόλους. Ματθαίος και Θαδδαίος βασίστη­καν στους Ματτάι και Τοδάχ τους δύο μαθητές του Γιέισου. Ο ένας ή και οι δύο από­στο­λοι με όνομα Ιάκωβος είναι δυνατόν να βα­σί­στη­κε (-καν) στον Ιάκωβο τον Κφάρ Σε­κάν­για, έναν πρώτο Χριστιανό γνωστόν στον Ραβίνο Ελι­έ­ζερ μπεν Χυρκάνους, αλλά αυτό εί­ναι καθαρή εικασία. Όπως έχομε δει, ο χαρακτή­ρας του Ιούδα είναι σχεδόν όλος βασι­σμέ­νος στον Γιούδαχ της Τοράχ αλλά ίσως και αν υπάρχει και κάποια σχέ­ση με έναν σύγ­χρο­νο του Γιέισου, τον Γιεχούδα μπεν Ταββαΐ τον μαθητή του Ραβίνου Γιεχόσσουα μπεν Πε­ράχυαχ. Καθώς ήδη προανα­φέρθηκε, η ιδέα του προδότη κατά το τελευταίο δείπνο πα­ρά­χ­θηκε από την μυθολο­γία του Όσιρη ο οποίος προδόθηκε από τον Σετ – Τυφώνα. Ο Σετ – Τυφών εί­χε κόκ­κινα μαλλιά και πιθανόν αυτό να είναι η προέλευση του ισχυρισμού ότι ο Ιούδας είχε κόκ­κινα μαλλιά. Αυτή η ιδέα έχει οδηγήσει στο χριστιανικό στερεότυπο πορ­τραίτο των Ιουδαίων που τους θέλει να έχουν κόκκινα μαλλιά, παρά το γεγονός ότι στην πραγ­ματικότητα, τα κόκκινα μαλλιά είναι πολύ συχνότερα μεταξύ των Αρίων παρά με­τα­ξύ των Ιουδαίων.
Στον Ιούδας εδόθη το συχνά απαντώμενο παρανόμι «Ισκαριώτ – ης ». Σε μερικά ση­­μεία που οι Αγγλικές Καινές Διαθήκες έχουν “Iscariot – Ισκαριότ” το Ελληνικό κεί­μενο γράφει «Ισκαριώτης, – -ου, κλπ.» που σημαίνει ότι καταγόταν από την Κα­ρι­ώτ. Καριώτ ήταν το όνομα μιας πολίχνης στο Ισραήλ, πιθανώς η σημερινή τοπο­θεσία γνωστή στα Αραβικά ως «Καριατεΐν». Βλέπομε δηλαδή ότι το όνομα Ισκα­ρι­ώτης πα­ρά­γεται από το Εβραϊκό «Ις Καριώτ» που σημαίνει «άνθρωπος από την Καριώτ». Αυ­τή πραγματικά είναι η παραδεγμένη χριστιανική σημασία του ονόματος αυτού. Εν τούτοις, στο παρελθόν, οι Χριστιανοί λάθος κατάλαβαν το όνομα αυτό και εμφανί­σ­τηκαν θρύλοι περί του ότι ο Ιού­δας καταγόταν από την πόλη Συχάρ, ότι ήταν μέλος του κόμματος των εξτρεμι­στών γνω­στό ως Σικάριοι [και εκ τούτου νόμισαν ότι Ισκα­ριώτης σημαίνει άνθρωπος του φόνου] και ότι καταγόταν από τη φυλή του Ισσάχερ. Η πιο ενδιαφέρουσα πα­ρα­νόηση του ονόματος είναι η αρχική σύγχυση με τη λέξη «σκορτέα» που σημαίνει «δερ­μά­τινη τσάν­τα χρημά­των». Αυτό οδήγησε στον μύ­θο της Καινής Διαθήκης ότι ο Ιούδας κρα­τούσε μια τέτοια τσάντα, το οποίο με τη σει­ρά του οδήγησε στην πίστη ότι ήταν ο ταμίας των αποστόλων.

Ο απόστολος Πέτρος εμφανίζεται ως επί το πλείστον ως φανταστικός χαρακτή­ρας. Σύμφωνα με την χριστιανική μυθολογία, ο Ιησούς τον εξέλεξε να είναι ο «κλει­δο­­κρά­το­ρας της βασιλείας των ουρανών». Αυτό καθαρά βασίζεται στην Αιγυπτιακή πα­γανιστική θεότητα, Πέτρα, η οποία ήταν η θυρωρός των ουρανών και της μετέ­πει­τα ζωής, που την κυβερνούσε ο Όσιρις. Πρέπει επίσης να αμφιβάλομε για την ιστο­ρι­κότητα του Λουκά «του καλού θεραπευτή» που υποτίθεται πως ήταν φίλος του Παύ­λου. Το αρχικό όνομα για το «Λουκάς» είναι «Λύκιος, [= φωτεινός]», το οποίο ήταν άλ­λο ένα όνομα για τον Απόλ­λωνα, τον θεό του «θεραπεύειν, θεραπεύεσθαι».

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κατά μέγα μέρος βασίζεται σε ένα ιστορικό πρόσωπο που έκανε ιε­ρο­τελεστική εμβάπτιση εντός υδάτων σαν φυσικό συμβολισμό για μετάνοια [βλέπε π. χ. το εδά­φιο του Ιωσή­που Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες, βιβλίο XVIII (18), στίχοι 116 - 119.]. Δεν εκτελούσε χριστια­νικού τύπου βαπτίσματα για να καθαρίσει τις ψυ­χές των αν­θρώπων [*]. Τέ­τοια ιδέα ήταν τελείως ξένη με τον Ιουδαϊσμό. Θανατώθηκε από τον Ηρώδη Αντίπα επει­δή φοβότανε ότι αυτός (ο Ιωάννης) επρόκειτο να αρ­χί­σει ανταρσία. Στα Ελ­ληνικά το όνο­μά του ήταν «Ιωάννης» και στα Λατινικά “Johannes”. Αν και ως συνήθως αυτά τα ονό­μα­τα χρησιμοποιούνταν για να αποδώσουν το Εβρα­ϊ­κό όνομα «Γιο­χανάν», είναι πολύ αμφί­βολο ότι αυτό ήταν το πραγματικό Εβραϊκό όνομα του Ιωάν­νου. «Ιωάν­νης» ομοιάζει πολύ με «Ωάννης» το Ελληνικό όνομα για τον παγανιστικό θεό Έα. Ο Ωάννης ήταν ο «Θεός του Οίκου του Ύδατος». Μυσ­τη­ρι­α­κό βάπτισμα για μαγικό κα­θά­ρισμα των ψυχών ήταν μια πρακτική που προφα­νώς προήλθε από την λατρεία του Ωάν­νου. Η πιο πιθανή εξή­γηση τού ονόματος τού Ιωάν­νου και της συνδέσεώς του με το όνο­μα Ωάννης είναι ότι πιθανώς ο Ιωάννης έφερε το πα­ρανόμι «Ωάννης» επειδή έκανε βά­πτισμα, που το είχε προσ­αρμό­σει, από τη λατ­ρεία του Ωάννου. Το όνομα «Ωάννης» συγ­χύσθηκε αργότερα με το «Ιωάν­νης». (Πράγματι, ο θρύλος της Καινής Διαθήκης που αφο­ρά τον Ιωάννη παρέχει την ένδει­ξη ότι το πραγματικό όνομά του ίσως να ήταν Ζαχα­ρί­ας.). Από τα γραπτά του Ιωσή­που γνωρίζομε ότι ο ιστορικός Ιωάννης απέρ­ρι­πτε την πα­γανιστική ερμηνεία του «κα­θαρ­­μού της ψυχής». Οι Χριστιανοί, όμως, επανήλθαν στην αρχική παγανιστική ερμη­νεία.
[* Εδώ πρέπει να σημειώσομε μια μεγάλη αντίφαση και αρλουμπολογία όλων των Ευαγγελίων.
Στα κείμενα ομολογίας του Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, όπως τον αποκαλούν οι χριστιανοί, περί του Ιη­σού Χρισ­τού και στα κείμενα της Βαπ­τίσεως του Ιησού από τον Ιωάννη Βαπτι­στή, Ματθαίος κεφάλαιο 3, Μάρκος 1: 1-11, Λου­κάς 3: 1-22, Ιωάν­νης 1: 6-37, 3: 22-36 βλέπομε τα εξής:
Ο δερματοντυμένος, γλίτσης, αγριάνθρωπος της ερήμου της Υπεριορδανίας, ακριδο­τραφείς και κατά πάσαν πιθανότητα Εσσαίος Ιωάννης αποκαλεί τον Ιησού: Αμνό του Θεού, Χριστό, Μεσσία, οπίσω του ερχόμενον, πρώτον του, κλπ. Ομολογεί ότι ού­τε τα κορδό­νια των παπουτ­σιών του δεν μπορεί να λύσει, κλπ. Λέγει στον Ιη­σού ότι αυτός πρέπει να βαπτι­σ­τεί από αυτόν και όχι ο Ιησούς από ‘κείνον. Μιλάει για νέο βάπτισ­μα όχι με ύδωρ αλλά με πνεύμα άγιο και πυρ, και πολλά άλλα τέτοια βομ­βώδη, που μπο­ρείτε να τα διαβάσετε μέσα στις παρα­πομπές που αναγράψαμε.
Με τα πολλά, ο Ιωάννης τελικά επείσθη από τον Ιησού να τον βαπτίσει. Κατά την βά­πτιση έγιναν τέρατα και σημεία. Άνοιξαν οι ουρανοί. Η φωνή του Θεού Πατ­ρός Γιαχ­βέχ ακούστηκε να λέγει «ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδό­κη­σα.». Το Πνεύμα κατέβηκε σαν περισ­τέρι και εκάθισε πάνω στην κεφαλή του Ιησού και έτσι εβεβαίωσε του λόγου το ασφαλές. Παραδόσεις, Απόκ­ρυφα Ευαγγέλια και ορ­θόδοξα τροπάρια λέ­νε ότι ο ποταμός «Ιορδάνης εστράφη εις τα οπί­σω» από την τρο­μάρα του, και πολλά άλ­λα τοιαύτα.
Ολίγον χρόνο μετά, στα ίδια τα Ευαγγέλια διαβάζομε:

Ματθαίος 11: 2-6 «Ο δε Ιωάννης ακούσας εν τω δεσμωτηρίω τα έργα του Χρι­στού, πέμψας δύο των μαθητών αυτού είπεν αυτώ· συ ει ο ερχόμενος ή έτε­ρον προσδο­κώμεν; και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς· πορευθέντες απ­αγγείλατε Ιωάννη α ακού­ετε και βλέπετε· τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί πε­ρι­πατούσι, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται και πτω­χοί ευαγγελίζονται· και μακάριός εστιν ος εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί.»

Λουκάς 7: 18-23 «Και απήγγειλαν Ιωάννη οι μαθηταί αυτού περί πάντων τού­των. και προσκαλεσάμενος δύο τινάς των μαθητών αυτού ο Ιωάννης έπεμ­ψε προς τον Ιη­σούν λέ­γων· συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν; παρα­γε­νόμενοι δε προς αυτόν οι άνδρες είπον· Ιωάννης ο βαπτιστής απέσταλκεν ημάς προς σε λέγων· συ ει ο ερ­χόμενος ή έτερον προσδοκώμεν; εν αυτή δε τη ωρα εθεράπευσε πολλούς από νόσων και μαστίγων και πνευμάτων πονηρών και τυφλοίς πολλοίς εχαρίσατο το βλέπειν. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυ­τοίς· πορευθέντες απαγγείλατε Ιωάννη α είδετε και ηκούσατε· τυφλοί ανα­βλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται· και μακάριός εστιν ος εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί.»

Δηλαδή τώρα τι γίνεται; Ο Ιωάννης δεν ξέρει ποιος είναι ο Ιησούς και προσκαλεσάμενος δύο τινάς των μαθητών αυτού ο Ιωάννης έπεμ­ψε προς τον Ιη­σούν λέ­γων· συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;
Αν και ο Ιησούς προειδοποιεί, λες και το είχε μυριστεί, «και μακάριός εσ­τιν ος εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί.», αυτή η αγεφύρωτη σκανδαλώδης αν­τίφαση που γράφτηκε από τα χέρια των ιδίων θε­οπνεύστων Ευαγγελιστών, τα οποία έγ­ραψαν και όλα τα άλλα, σκανδαλίζει τους θεολόγους από τον δεύτερο αιώνα και μετά. Τί να πούνε;
Ο κακοήθης και ψυχοπαθής Τερτυλλιανός περί το +200 έδω­σε την εξής απάν­τηση: «Ο Ιωάννης όταν εβλήθη στην φυλακή έχασε την θεία χά­ρη και ξέχα­σε όσα εί­χε ομολογήσει και ότι είχε βαπτίσει τον Ιησού.». Εύγε μέγα τέρας Τερ­τυλλι­ανέ με την εφευρετικότητά σου! Δεν σχολιάζομε άλλο αυτή την απάντηση!
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος πιο πονηρός και δόλιος είπε με «απόλυτη σιγου­ριά» ότι η αμφιβολία ήταν των μαθητών του Ιωάννη και όχι του ιδίου και γι’ αυτό τους έστειλε για να διαπιστώσουν μό­νοι τους ποιος ήταν αυτός ο Ιησούς. Κάτι τέ­τοιο όμως στα δυο κείμενα δεν υπάρχει. Ο Ματθαίος είναι σαφής: «Ο δε Ιωάννης ακού­σας εν τω δεσμωτηρίω τα έργα του Χρι­στού, πέμψας δύο των μαθητών αυτού είπεν αυ­τώ· συ ει ο ερχόμενος ή έτε­ρον προσδο­κώμεν;». Το «είπεν αυ­τώ·» είναι στον ενι­κό και μιλά ο Ιωάννης όχι άλλοι! Στον Λουκά η λέξη τινάς, στη φράση «δύο τινάς των μαθητών αυτού ο Ιωάννης έπεμ­ψε», ση­μαίνει ότι οι δύο μαθητές που έστειλε ήταν αυτοί που έτυχε να βρει εκείνη την ώρα μπροστά του και δεν τους επέλεξε λόγω του ότι αυτοί οι ίδιοι αμφέβαλαν. Επίσης η μετοχή «λέγων», στον Λουκά, είναι στον ενικό αριθμό και ο «λέγων» είναι ο ίδιος ο Ιωάννης! Πέραν τούτων όμως, η ίδια η απάντη­ση του Ιησού «και αποκριθείς ο Ιησούς εί­πεν αυ­τοίς· πο­ρευθέντες απαγ­γεί­λατε Ιω­άννη α εί­δετε και ηκούσατε·» καθιστά σαφές ότι η εφ­εύρεση του Χρυ­σόστο­μου απορρίπτε­ται παταγωδώς, διότι η απάντηση του Ιησού απευθύνεται κατ’ ευθείαν στον ίδιο τον Ιωάννη, έστω και μέσω αγγελιαφόρων. Η απορία του Ιωάννη παρα­μένει ακράδαντη ακό­μα και αν υπο­θέ­σομε ότι οι δύο ή όλοι οι μαθητές του διατηρούσαν και αυτοί την ίδια απορία. Έτ­σι ο Χρυσόστο­μος απέ­δειξε για μια ακόμη φορά ότι: ή δεν καταλαβαί­νει τί διαβά­ζει ή δεν ξέρει τι γράφει ή ότι είναι βλαξ ή συνω­μότης.
Αλλά είναι δυνατόν ο Ιωάννης, από την ημέρα της βαπτίσεως μέχρις ότου εβ­λήθη στην φυλακή, να μην είχε εξηγήσει στους μαθητές του ποιος ήταν ο Ιησούς τον οποίον συνεχώς ομολογούσε και όλα όσα συνέβησαν κατά την βά­πτισή του; Η όλη ιστορία για τον Βαπτιστή Ιωάννη ήταν ο κηρυττόμενος του οποίου ήταν Πρόδρομος και Προφήτης. Άρα πως ήταν δυνατόν να μην είχε πει τίποτα στους μαθητές του; Ακόμη, κάποιοι μαθητές του Βαπτιστού θα ήταν παρόντες κατά την Βάπτιση! Στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο όμως, βλέπομε καθαρά ότι τέτοια εξήγηση είχε γίνει και ο Ιησούς είχε γνωρίσει μερικούς μαθητές του Ιωάννου, 1: 29-39, 3: 22-36, προτού ο Ιωάννης μπει φυλακή. Επίσης όπως λένε τα Ευαγγέλια, αυτά τα λόγια και πολλά άλ­λα, τα έλεγε σε όλο τον κόσμο, πόσον μάλλον στους μαθητές του! Άρα ο Χρυσόστο­μος αποδεικ­νύεται για μια ακόμη φορά ψεύ­της και συνωμότης.
Σαν να μην έφτάνε αυτό το μπουρδούκλωμα με τον Ιωάννη Βαπτιστή και τα βαπτίσματά του, έχομε επί πλέον και το εξής ανα­κάτεμά του σε ανύπαρκτες (μυ­θικές) γεωγραφικές τοποθεσίες του Πα­λαι­στινιακού χώρου. Η σημερινή κανονική Καινή Δι­αθήκη γρά­φει:

Λουκάς 3: 18 «πολλά μεν ουν και έτερα παρακαλών ευηγγελίζετο τον λαόν
Ιωάννης 3: 23 «ην δε και Ιωάννης βαπτίζων εν Αινών εγγύς του Σαλείμ, ότι ύδατα πολλά ην εκεί, και παρεγίνοντο και εβαπτίζοντο·»

Όμως, ο γνωστός και πολύ σημαντικός Ελληνολατινικός κώδικας Bezae, της Καινής Δια­θήκης (φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Cambridge της Αγγλί­ας), ακόμα κατά το τέλος του 5ου ή αρχές του 6ου αιώνα γρά­φει:

Λουκάς 3: 18 «πολλά μεν ουν και έτερα παραινών ευηγγελίζετο τον λαόν.»,

φράση που αποδίδει σαφές νόημα. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής δηλαδή έδινε παραινέ­σεις και με τις παραινέσεις του ευαγγελιζόταν τον λαό. Όμως οι μετέπειτα διορθωτές που τα Ελληνικά τους ήταν χείριστα, δεν εγνώριζαν την λέξη παραινών και την «δι­όρ­θω­σαν» στην λέξη παρακαλών, πράγμα που τώρα δεν βγάζει νόημα.
Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής όμως, όποιος και ήταν αυτός, με τα λίγα πτωχά Ελληνικά που ήξερε αν και θεόπνευστος, υπέθεσε ότι το σωστό πρέπει να είναι παρ’ Αινών, και έτσι έγ­ραψε «βαπτίζων εν Αινών». Είναι ιστορικώς αποδεδειγμένο ότι, αμφότερες οι τοπο­θεσίες Αινών και Σαλείμ δεν υπήρχαν. Ένεκα όμως αυτού του μύ­θου, του Ιωάννου του Ευαγγελιστού, σήμερα και οι δύο τοποθετούνται στους γεωγ­ραφικούς χάρτες της Παλαιστίνης του καιρού εκείνου. (Μερικές φορές ολίγοι πιο ει­λικρινείς θεολόγοι τις βάζουν με ερωτηματικά!)
Αυτό επίσης αποδεικνύει ότι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής αν και Εβραίος εντο­πίτης ψαράς δεν ήξερε την γεωγραφία του μικρού Παλαιστινιακού χώρου του και τα μέρη στα οποία τα ύδατα ήσαν πολλά. Το γεγονός αυτό είναι άλλο ένα πρόσθετο στοιχείο της ψευδεπιγραφίας του Ευαγγελίου αυτού, όπως και των τριών άλλων. Τα τέσσερα κα­νο­νι­κά Ευαγγέλια είναι ψευδεπίγραφα και εγράφησαν κατά διαστήματα και με πολλές επαναληπτικές διορθώσεις και προσθήκες από τον δεύτερο αιώνα και μετά. Είναι μυ­θολογικά κείμενα πίστεως που προσαρμόζονταν με το πέρασμα των αι­ώνων στις προ­κύπτουσες ανάγκες της πίστεως που προσπαθούσαν να προωθήσουν. Δεν έχουν κα­μία ιστορική αξία.
Από θεολογικής απόψεως η Βάπτιση ήταν αχρείασ­τη διότι ο Ιησούς ως Θεός δεν χρεια­ζόταν βάπτισμα. Όπως τα έγραψαν οι: Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς, μπο­ρεί κα­νείς να ισχυριστεί ότι ο Ιησούς πήγε να βαπτισθεί από τον Ιωάννη Βαπτιστή ως απλός αμαρ­τωλός άνθρωπος, προτού πλεχθεί το παραμύθι ότι ήταν θεός. Ο εκ των δώδεκα όμως, Ευαγγελιστής Ιωάννης που πα­ρισ­τάνει και τον θεολόγο, δεν έχει ανα­φέρει την Βάπτιση στο Ευαγγέλιο του παρά μόνο τους ασαφείς στί­χους: 1: 32-33 «και εμαρτύ­ρησεν Ιωάννης [ο Βαπτιστής] λέγων ότι τεθέα­μαι το Πνεύ­μα κατα­βαίνον ως περισ­τε­ράν εξ ουρανού, και έμεινεν επ’ αυτόν. καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ’ ο πέμ­ψας με βαπ­τί­ζειν εν ύδατι, εκείνός μοι είπεν· εφ’ ον αν ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μέ­νον επ’ αυ­τόν, ούτός εστιν ο βαπτίζων εν Πνεύματι Αγίω.».
Ολίγον καιρό μετά ταύτα όμως, ο Ιωάννης Βαπτιστής επερωτά τον Ιησού Χριστό: «...συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;».
Αν εσείς, όποιοι είστε, βρείτε ποτέ άλλη καλλίτερη εξήγηση αυτής της αντι­φάσεως, από αυτήν του Τερυλλιανού ή του Χρυσοστόμου, να την δημοσιεύσετε διεθ­νώς μήπως και ξελασπώσετε κατά τι την αρλουμ­πολογία και βλα­κεία της Εβραιογνω­στικοχριστιανικής μάστιγας.
Απ’ αυτό εδώ το βαρύ μπουρδούκλωμα των Ευαγγελίων οι αμερόληπτοι επισ­τημονικοί ερευνητές συμπεραίνουν ότι η Βάπτιση του Ιησού δεν έγινε ποτέ και είναι ένα παρα­μύθι που προστέθηκε αργότερα για να υποκλαπεί η Παγανιστική και η Εσ­σαϊκή τελετή του Βα­πτίσματος από τον Χριστιανισμό. Όπως μόλις αναφέραμε ο Ευ­αγγελιστής Ιω­άννης δεν την έχει βάλλει στο Ευαγγέλιό του, ο δε Παύλος στην Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 14-17 λέγει: «ευχαριστώ τω Θε­ώ ότι ουδέ­να υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάϊον, ίνα μη τις εί­πη ότι εις το εμόν όνομα εβάπ­τι­σα. εβάπτισα δε και τον Στεφανά οί­κον· λοι­πόν ουκ οί­δα ει τινα άλ­λον εβάπτισα. ου γαρ απέστειλέ με Χρι­στός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγ­γελίζεσθαι, ουκ εν σο­φία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χρισ­τού.». Επίσης έχομε αναπτύξει ότι, ο Ιώσηπος, στην Ιου­δαϊ­κή Αρχαιολογία, βιβλίο XVIII (18), στίχοι 116 - 119 και βιβλίο XX (20), στίχος 200, αναφέρει το βάπ­τισμα που έκανε ο Ιωάννης και την έννοιά με την οποία το έκανε και είδαμε ότι ήταν πολύ δι­αφορετικό και με άλλη έννοια από το επίπλασ­το χριστιανικό, «δι’ άφεσιν αμαρτι­ών και απόταξιν του Σατανά»!
 — Και συνεχιζομε με τον Yehoshua:]

Ο θεός Ωάννης σχετιζόταν με τον αστερισμό του Αιγόκερω. Και οι δύο, Ωάννης και αστε­ρι­σμός του Αιγόκερω, εν συνεχεία σχετίσθηκαν με το νερό. (Ο αστερισμός υπο­­τί­θε­ται να απεικονίζει ένα μυθικό θαλάσσιο τέρας με σώμα ιχθύος και πρόσθιο μέρος αίγας.). Έχομε ήδη ιδεί ότι στον Ιη­σού εδόθη ή ίδια ημερομηνία γεννήσεως με τον θεό Ήλιο [25 Δεκεμβρίου], όταν ο ήλιος βρίσκεται στον αστερισμό του Αιγό­κε­ρω. Οι παγα­νι­στές νό­μι­ζαν ότι αυτή είναι μια περίοδος που ο θεός Ήλι­ος βυθίζεται μέ­σα στα νερά του Ωάννη και εμφανίζεται αναγεννημένος. (Το Χειμερινό Ηλιοστά­σιο, όταν οι ημέρες αρ­χί­ζουν να γί­νονται μεγαλύτερες, γίνεται κοντά στις 25 Δεκεμ­βρίου.). Αυτός ο αστρολογικός μύ­θος εί­ναι προφανώς η απαρχή της ιστορίας ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάν­νη. Πιθανώς να άρχισε σαν αλληγορική αστρολογική αφήγηση, αλλά όπως φαίνεται ο θεός Ωάννης αρ­γότερα συγχύσθηκε με το ιστορικό πρόσωπο που πήρε ως παρανόμι το Ωάννης το οποίο μεταλλάχτηκε σε Ιωάννης.

Η πίστη ότι ο Ιησούς είχε συναντήσει τον Ιωάννη συνέβαλε στην πίστη ότι η ιε­ρα­τική αποστο­λή και η σταύρωση του Ιησού συνέβηκαν όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν επίτροπος της Ιουδαίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες ημερομηνίες για τον Ιησού που αναφέρονται από τους Χριστιανούς είναι τελείως ανόητες. Ο Ιη­σούς εν μέρει βασιζόταν στον Γιέισου και τον μπεν Στάδα οι οποίοι έζησαν περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώνα χωριστά. Βασίστηκε επίσης στους τρεις ψευδομεσ­σίες, Γιεχού­δα, Θευδά και Βενιαμίν, οι οποίοι εσταυρώθηκαν από τους Ρωμαίους σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρόνους. Ένα άλλο γεγονός που συ­νέβαλε στην ανακατωσούρα των ημερομη­νι­ών που αφορούν τον Ιησού ήταν ότι ο Ιακώβ του Κφαρ Σεκανγιά και πιθανώς επίσης και άλλοι Νοτζρίμ, χρησιμο­ποιούσε εκφράσεις όπως: «έτσι εδιδάχ­θη­κα από τον Γιέι­σου χα – Νοτζρί», παρ’ όλον ότι δεν είχε διδαχθεί από τον Γιέισου προσωπικώς. Γνω­ρίζομε από την Γκεμαρά ότι η δήλωση του Ια­κώβ οδή­γη­σε τον Ραβίνο Ελιέζερ μπεν Χυρκάνους να συμπεράνει εσφαλμένως ότι ο Ιακώβ ήταν μαθητής του Γιέισου. Αυτό υποδηλώνει ότι υπήρχαν ραβίνοι που δεν γνώριζαν το γεγονός ότι ο Γιέισου είχε ζή­σει κατά τους χρόνους των Χασμοναίων. Ακόμα και ύστερα όταν οι Χριστιανοί τοπο­θέτησαν τον Ιησού στον πρώτο αιώνα Κ. Ε., η σύγ­χυ­ση συνεχίστηκε ανά­μεσα στους μη Χριστιανούς. Υπήρχε ένας σύγχρονος του Ραβίνου Ακίβα ονομαζόμενος Πάππος μπεν Γιεχούδα που συ­νή­θιζε να κλειδ­αμπαρώνει την άπιστη γυναίκα του. Γνωρί­ζομε από την Γκεμαρά ότι μερικοί άνθρωποι, που μπέρ­δευαν τον Γιέισου και τον μπεν Στά­δα, μπέρδεψαν και τη γυναίκα του Πάππου με την Μιργιάμ την άπιστη μάνα τού Γιέι­σου. Αυτό θα τοποθετούσε τον Γιέισου περισσότερο από δύο αιώ­νες μετά τα χρόνια που πραγματικά έζησε.

Οι αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης συγχέουν τόσο πολλές ιστορικές περιόδους ώστε να μη υπάρχει κανένας τρόπος να συμφιλιωθούν με την ιστορία. Το παραδο­σι­α­κό έτος της γεννήσεως τού Ιησού είναι το +1 Κ. Ε. Ο Ιησούς όπως υποτίθεται δεν πρέπει να ήταν με­γαλύτερος από δύο έτη όταν ο Ηρώδης διέταξε την σφαγή των αθώ­ων νηπίων. Αλλά, ο Ηρώδης πέθανε πριν από τις 12 Απριλίου του - 4 Π. Κ. Ε. Αυτό το γεγονός οδήγησε μερι­κούς Χριστιανούς να επαναπροσδιορίσουν την ημερο­μηνία της γεννήσεως του Ιησού εντός του χρονικού διαστήματος -6 με - 4 Π. Κ. Ε. Αλλά και πάλι ο Ιησούς υποτίθεται ότι γεν­νήθηκε κατά την διάρκεια της απογραφής του Κυρηνίου. Αυτή η απογραφή έλαβε χώρα μετά την καθαίρεση του Αρχελάου το +6 Κ. Ε. δέκα χρόνια μετά τον θά­νατο του Ηρώδη. Ο Ιησούς όπως υποτίθεται βαπτίσ­τη­κε από τον Ιωάννη ολίγον χρόνο μετά από τότε που ο Ιωάννης άρχισε να βαπτίζει και να κηρύττει κατά το 15ο έτος της βασιλείας του Τιβε­ρί­ου, δηλαδή το +28 – 29 Κ. Ε., όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν κυβερνήτης της Ιουδαίας, δη­λα­δή +26 – 36 Κ. Ε. Σύμ­φωνα με την Καινή Διαθήκη, αυτό επίσης συνέβη όταν ο Λυσανίας ήταν ο τετράρ­χης της Αβιληνής και ο Άννας και ο Καϊάφας ήταν οι αρχιερείς. Αλλά ο Λυ­σανίας [*] κυ­βερνούσε την Αβιληνή από περίπου το - 40 Π. Κ. Ε. μέχρι το -36 Π. Κ. Ε. δη­λαδή το έτος που εκτελέστηκε από τον Μάρκο Αντώνιο, 60 χρόνια περίπου πριν τον Τιβέ­ριο και 30 χρόνια περίπου πριν από την υπο­τιθεμένη γέννηση του Ιησού. Προσέτι, ποτέ δεν υπήρχαν δύο ταυτόχρονοι αρχιερείς. Ιδιαι­τέ­ρως δε ο Άννας δεν ήταν συναρ­χι­ε­ρεύς με τον Καϊάφα. Ο Άννας εκδιώχθηκε από το αξίωμα του αρχιε­ρέ­ως το +15 Κ. Ε. μετά από υπηρεσία 9 ετών σ’ αυτή τη θέση. Ο Καϊάφας όμως έγινε αρ­χι­ε­ρεύς κατά το έτος +18 Κ. Ε., τρία χρόνια περίπου μετά τον Άννα. Κράτησε το αξίωμα αυτό για 18 περίπου χρό­νια, και έτσι οι ημερομηνίες περί αυτόν είναι σύμφω­νες με τον Τιβέριο και τον Πόντιο Πιλάτο, αλ­λά όχι με τον Άννα και τον Λυσανία. Αν και το βιβλίο των Πράξεων παρου­σιά­ζει τον Γιεχούδα της Γαλιλαίας, τον Θευδά και τον Ιησού ως τρεις διαφορετικούς ανθρώπους, εσ­φαλμένως βάζει τον Θευδά [*](που σταυρώθηκε το +44 Κ. Ε.) πριν από τον Γιε­χού­δα για τον οποί­ον σωστά αναφέρει ότι σταυρώθηκε κατά την απογραφή (το +6 Κ. Ε.). Πολλές απ’ αυτές τις χρο­νολογικές ατοπίες φαί­νονται να βασίζονται σε λανθασμένη ανάγνωση ή λανθασμένη κατανόηση του βιβλίου του Ιω­σή­­που Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες το οποίο χρη­σι­μοποιήθηκε ως πηγή από τον συγ­γρα­φέα των Πράξεων, Λουκά ή όποιον άλλον ήταν.
[* Είναι εμφανές ότι το βιβλίο των Πράξεων σε μερικά σημεία αν­τιγράφει από τον Ιώσηπο. (Διαβάσετε τα χωρία που συγκρίνει και χρησιμοποιεί και απ’ τα δύο έργα ο Robert Ambelain στο βιβλίο του Παύλος.). Περιέχει όμως και πολλά ιστο­ρικά λάθη αν αντιπαραβληθεί με αυτόν. Στα δύο ενταύθα κραυγαλέα ιστορικά λάθη οι Χριστια­νοί έδωσαν την εξής απάντηση: «Άλλοι είναι ο Λυσανίας και ο Θευδάς του Ιωσήπου και άλ­λοι του Λουκά και των Πρά­ξε­ων». Μια απάντηση που καθένας θα μπορούσε πολύ εύκολα να προφέ­ρει αφού δεν είναι δυνα­τόν ούτε να πιστοποιηθεί ούτε να απορριφθεί διότι δεν υπάρ­χει απολύτως κανένα στοι­χείο προς καμιά κατεύθυνση. Αν όμως είναι έτσι το ζήτημα, τότε αυτοί δεν αναφέρονται πουθενά αλλού εκτός από το βιβλίο των Πράξε­ων. Αυτό όμως είναι εντελώς απίθανο λόγω της θέ­σεως και της δράσεώς των. Οπότε άντε τώ­ρα να απο­δείξει κανείς διά του κενού εάν οι Χριστιανοί έχουν δί­κιο ή άδικο! Βλέπετε δεν μπορούμε να ταξιδέψομε στο παρελθόν και να ρω­τήσομε πως είχαν τα πράγματα! Άλλο ένα λάθος των Πράξεων 12: 20-25 είναι η περι­γραφή του θανάτου του Ηρώδη Αγρίππα του 1ου το +44. Ο Ιώσηπος παραθέτει τα συμβάντα αλλιώς, Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες ΧΙΧ, 346-361. (Υπάρχουν και άλλα ιστο­ρι­κά λάθη στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και στις Πράξεις που δεν θα παραθέσομε εδώ. Όσα είδαμε αρκούν ως δείγμα.)
Υπάρ­χει και άλλη μια δυνατότητα πέραν της απροσε­ξίας, αγραμματοσύνης ή σκοπι­μότητας του συγγ­ρα­φέα ή συρραφέα των Πράξεων ή των υστερο­χρόνων επι­διορ­θω­τών. Αυτή είναι ότι αυτά τα λά­θη τα έκαναν επί­τηδες πι­σ­τεύοντας ότι αυτή η πρωτο­τυπία θα τους προσέ­διδε ανεξάρ­τητο ισ­το­ρι­κό κύρος εφ’ όσο κα­μία άλλη ιστο­ρική πηγή δεν θα πε­ριείχε τα ονόματα αυτά μέσα στις εποχές που αυτοί τα με­τέθεσαν και τα ανεκάτεψαν. Ακόμα είναι πιθανόν να επί­στευαν ότι οι πραγ­μα­τικές ισ­το­ρι­κές πη­γές θα εξα­φα­νι­ζό­ταν εγκαίρως. (Ίδια δικαιολογία προ­βά­λουν πολλοί απολογητές του Χριστιανισμού και για τον Κυρήνιο του Λουκά 2: 1-2 και την τρομα­κτική αντίφασή του με τον Ματθαίο επί του μυθεύματος της γεννήσεως του Ιησού. Μας λένε ότι άλ­λος είναι ο Κυρήνιος του Λουκά και άλλος ο Κυρήνιος του Ιωσήπου και της επίση­μης Ρωμαϊκής Ιστορίας. Άλλοι πάλι λένε ότι ήταν ο ίδιος Κυρήνιος αλ­λά έκανε δύο απογραφές, και άλλοι λένε άλλα! Είδατε πόσο εύκολα ξεμ­περδεύουν αντιφάσεις και λάθη! Θαυ­μάσια!).]

Η αφήγηση της δίκης του Ιησού είναι επίσης πάρα πολύ ύποπτη. Καθαρά προ­σ­παθεί να εξευ­με­νίσει τους Ρωμαίους και να συκοφαντήσει τους Εβραίους. Ο Πόν­τιος Πιλάτος της Ιστορίας ήταν αλα­ζονικός και δεσποτικός. Μισούσε τους Εβραίους και ποτέ του δεν παραχώρησε καμία εξουσία σ’ αυτούς. Παρ’ όλα ταύτα, στην χριστιανι­κή μυθολογία, πε­ριγράφεται σαν ηγεμών που τον ένοι­α­ζε η καλή και σωστή διακυ­βέρνηση, που διαχώριζε τη θέση του από τις κατηγορίες εναντίον των Εβραίων, και που α­ναγ­καζόταν να υπακούει στις απαιτήσεις των Εβραίων. Σύμφωνα με την χριστι­ανική μυθολογία, κάθε Πάσχα, οι Εβραίοι παρακαλούσαν το Πιλάτο να ελευθερώσει οποιονδήποτε εγκληματία που αυτοί θα διάλεγαν. Αυτό φυσικά είναι κραυγαλέο ψέ­μα. Οι Εβραίοι ποτέ δεν είχαν τέτοιο έθιμο για να ελευθερώνουν ενό­χους εγκληματίες το Πεσάχ ή οποιανδήποτε άλλη μέρα του έτους. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Πιλάτος έδωσε στους Εβραίους την επιλογή να ελευθερώ­σει ή τον Ιησού Χριστό ή τον ληστή-φονιά ονόματι Βαραββά. Οι Εβραίοι κατά τις αξιώ­σεις του μύ­θου με ενθουσιασμό επι­λέξανε τον Ιησού Βαραββά. Αυτό το μύθευμα είναι ένα κακόηθες αντισημιτικό ψέ­μα, ένα από τα πολλά τέτοια ψέματα που βρίσκονται μέσα στην Καινή Διαθήκη (που κατά κύριο μέρος γράφτηκε από αν­τιση­μί­τες). Αυτό που είναι ιδιαιτέρως σιχα­μερό μ’ αυτή την ανόητη εξιστό­ρηση είναι το ότι αυτή είναι προ­φανώς διαστροφή μιας προηγούμενης «ιστορίας» η οποία αξίωνε ότι οι Εβραίοι απαί­τη­σαν να ελευ­θε­ρώ­σουν τον Ιησού Χριστό. Το όνομα «Βαραββάς» είναι απλώς ο Ελληνικός τύπος του Αρα­μαϊκού «βαρ Αββά» που σημαίνει «υιός του Πατρός». Έτσι ο «Ιησούς Βα­ραβ­βάς» αρχι­κώς εσή­μαινε «Ιησούς ο υιός του Πατρός», με άλλα λόγια, τον συνήθη χριστια­νικό Ιησού. Όταν λοιπόν η προη­γούμενη «ιστορία» επέμενε ότι οι Εβραίοι θέ­λανε να ελευθερωθεί ο Ιησούς Βαρ­αβ­βάς, αναφερόταν στον συνηθισμένο Ιησού. Κά­ποιος δια­στρέβλωσε την ιστορία με το να αξιώσει ότι ο Ιησούς Βαραββάς ήταν πρό­σωπο διαφο­ρε­τικό από τον Ιησού Χριστό και αυτό ξε­γέλασε τους Ρω­μαίους και τους Έλληνες Χριστιανούς που δεν ήξεραν τι σημαίνει το όνομα «Βα­ραββάς».

Και για τελευταίο αναφέρομε ότι, ο ισχυρισμός πως ο αναστημένος Ιησούς εμφα­νί­στηκε στους μαθητές του βασίζεται σε παγανιστικές προλήψεις. Στη Ρωμαϊκή μυ­θο­λογία, ο εκ παρθένου τεχθείς Ρωμύλος εμφανίστηκε στον φίλο του καθ’ οδόν προ­τού αναληφθεί εις τους ουρανούς. Το θέμα της αναλήψεως εις τους ουρανούς ευρίσκεται σε δεκάδες πα­γανιστικών μύθων και θρύλων και σε Εβραϊκές αφηγήσεις. Όπως ισχυ­ρί­ζονται και ο Απολλώνιος Τυανεύς είχε επίσης εμφανισθεί στους μαθητές του μετά την ανάστασή του και πριν την ανάληψή του. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσομε ότι ο ιστο­ρικός Απολλώνιος εί­χε γεννηθεί κατά την ίδια περίπου εποχή της γεννήσεως του μυθολο­γικού Ιησού. Σε θρύ­λους διάφοροι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι διέπραξε πολλά θαύματα τα οποία ήταν τα ίδια με εκείνα που αποδόθηκαν στον Ιησού, όπως εξορ­κι­σ­μοί δαιμόνων και ότι ανέστησε νε­κρή κοπέλα, κ. ά..

Όταν λοιπόν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με Χριστιανούς ιεραπο­στόλους πρέπει να τους υπο­δεικνύει όσες πιο πολλές πληροφορίες είναι δυνατόν περί των απαρχών του Χρι­στιανισμού και του μύθου του Ιησού. Σχεδόν ποτέ σας δεν θα κατορθώσετε να τους πείσε­τε[*] ότι ο Χριστιανισμός είναι ψευδής [πλαστή, τεχνητή] θρησκεία. Ποτέ δεν θα μπορέσετε να αποδείξετε πέ­ραν πάσης αμφιβολίας ότι η εξιστόρηση που αφορά τον Ιησού έχει δη­μιουργηθεί κατά τον τρόπο που ισχυριζόμαστε ότι έχει, εφ’ όσον όλες οι ενδείξεις εί­ναι περιστασιακές. Πράγ­ματι δεν μπορούμε να είμαστε βέ­βαιοι για τις ακριβείς αρ­χές πολλών ειδικών σημείων της εξιστορήσεως που αφορά τον Ιησού. Αυτό όμως δεν πειράζει. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι το ότι εσείς μό­νοι σας καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν λογικές εναλλακτι­κές επιλογές αντί της τυφ­λής πίστεως στους χριστιανι­κούς μύθους και ότι εύλογη αμφιβολία και αμφι­σβήτηση μπο­ρεί να επι­σκι­ά­σει την αφήγηση της Καινής Διαθήκης.

[* Αυτό βεβαίως ισχύει για όσους αρνούνται να καθίσουν να σκεφτούν αλλά επα­να­παύονται μόνο στην πίστη τους και πουθενά αλλού. Δεν οφείλεται στην έλλειψη επι­χειρημάτων και αντικειμενικών στοι­χείων ικανών να αποδείξουν κάτι ή τουλάχι­σ­τον να θέσουν ση­μαντικά ερωτήματα των οποίων οι απαντήσεις αναζητούνται.
Ο Χριστιανισμός παίζει με την ψυχολογία και πατά και τοκίζει επί των αδυναμιών και των φό­βων των ανθρώπων και όχι επί της εξ αντι­κειμένου αλήθειας. Διά ταύτα, είναι πλαστή και τεχνητή θρησκεία και η θεολογία και δογ­ματική του καθίστανται άκρως επικίνδυνες και καταστρο­φικές τόσο για το άτομο ως μονά­δα όσο και για την κοινωνία ως σύ­­νολο!
Κανένα λο­γι­κό και επι­σ­τη­μονικό επιχείρημα δεν μπορεί να κλονίσει την πίστη ενός θρησκευ­τι­κά «πιστού» που εκ προοιμίου αρνείται να καθίσει και να σκε­φτεί. Ο πι­στός ως φα­να­τι­κός και τυ­φλός «τα τ’ ώτα τον τε νουν τε τ’ όμασιν» δεν βά­ζει επί τά­πητος αυτά που πιστεύει και έτσι διακόπτει κάθε συζήτηση και έρευνα περί της αλη­θείας των εν τη γε­νέ­σει. Τα επιχει­ρή­­ματα και τα στοιχεία που υπάρχουν ούτε που θέ­λει να τα εξε­τά­σει έστω και από περιέργεια. Προτιμά να μαρτυρήσει για την πίστη του παρά να αναγνω­ρί­σει τα λάθη του και να ανακαλέσει. Η δι­­α­νο­ητική αγκύ­λωση που έχει πάθει είναι τέτοια που μόνο η πλύση εγκεφάλου ίσως κα­τορθώσει να κάνει κάτι με την περίπτωσή του. Ίσως και σκληρές εμπειρίες, αδυ­σώ­πητα παθήματα και μακροχρόνια μα­θή­ματα της ζωής μπο­ρούν να τον βοηθήσουν.
Πλην όμως, τα όσα αναπτύσσονται εδώ και αλλού έχουν σοβαρή επίδραση στους αν­θρώπους που σκέπτονται με συνέπεια, που αναζητούν την αλή­θεια, που δεν απορ­ρίπ­τουν την λογική και που αναγνωρίζουν την αξία της επιστήμης. Σε όλους αυ­τούς κά­θε έκθεση και ανάπτυξη στοιχείων και επιχειρημάτων, όπως αυτή εδώ και κάθε άλλη, βο­ηθά ώστε να μην πέσουν σαν στρα­βοί μέ­σα στην παγίδα της αγκυλωτικής θρησ­κευτικής πίστης ή αν είναι μέσα να εξέλθουν απ’ αυτήν.]
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου