Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΔΥΟ ΕΠΩΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ


ΔΥΟ ΕΠΩΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

1Ο Pascal – 2O Chesterton

Στο παρόν άρθρο επιθυμούμε να αναπτύξομε δύο αρκετά παλαιά χριστιανικά και επώνυμα επιχειρήματα, τα οποία ακούμε πολύ συχνά και από τους εγγράμμα­τους και από τους αγράμ­ματους πιστούς όλων των χριστιανικών διομολογή­σεων. Το μεν πρώ­το σκοπό έχει να μας πεί­σει ότι είναι προς όφε­λος και συμφέρον μας το να πι­σ­τεύ­ομε, ούτως ή άλλως, στον χρι­στι­ανι­κό Θεό. Το δε δεύτερο έχει σκοπό να απο­δεί­ξει ότι η χρι­στι­α­νική θρη­σκεία εί­ναι οπωσ­δήποτε η μόνη αλη­θινή, διότι ο Ιησούς Χρι­στός είναι ο αληθινός Θεός. Θέλομε λοιπόν μαζί με τη διατύπωσή τους να εκ­φράσομε ορι­σμένες κρί­σεις, από­ψεις και αντιρ­ρήσεις προς ενη­μέ­ρωση του κοινού. Μετά καλόν είναι, ο καθένας να τα σκε­φτεί λιγάκι και να τα κρίνει.

Επιχείρημα πρώτο, του Γάλλου Blaise Pascal (1623-1662): Το επι­χεί­ρημα αυ­τό συνήθως καλείται «στοίχημα του Pascal» και συνοψίζεται ως εξής:

«Δεν μπορούμε να αποδείξομε ότι υπάρχει Θεός. Αλλά αν υπάρχει Θεός, τότε ο πιστός θα κερδίσει τα πάντα (βασιλεία των ουρανών) και ο άπιστος θα χάσει τα πάντα (κόλα­ση). Εάν πάλι Θεός δεν υπάρχει, τότε ο πι­στός δεν χάνει τίποτα και ο άπι­στος δεν κερ­δίζει τίποτα. Έτσι λοιπόν, με το να πιστεύομε στον Θεό έχομε τα πάντα να κερ­δί­σομε και τίποτα να χά­σο­με

«Έτσι λοιπόν, με το να πιστεύομε στον Θεό έχομε τα πάντα να κερ­δί­σομε και τί­ποτα να χά­σο­με.», αν βεβαίως όλα συμβούν όπως ακριβώς τα προδιαγράφει και τα προβλέπει ο Pascal. Ειδάλλως, ισχύει άραγε το «έχομε τα πάντα να κερ­δί­σομε και τί­ποτα να χά­σο­­με»; Για να εξετάσομε λοιπόν το ερώτημα αυτό στα επόμενα.
Πρέπει να έχομε κατά νουν ότι ο Pascal από πολύ νεαρά ηλικία επέδειξε υψη­λή μεγα­λο­φυ­ΐα στα μαθηματικά και τη φυσική. Από της ηλικίας των ένδεκα ετών άρ­χισε να κά­νει, χωρίς αμφιβολία, αξιοθαύμαστα επιτεύγματα και στους δύο κλάδους. Έτσι όταν εδώ ομι­λεί περί του ότι «δεν μπο­ρούμε να αποδείξομε ότι υπάρχει Θεός», εννοεί μα­θη­μα­τική απόδειξη. Πράγματι εδώ έχει δίκιο, διότι είναι πλέον γνωστό από την αναλυτική φι­λοσοφία, ότι απόδειξη υπάρξεως Θεού κατά μαθηματι­κόν τρόπο εί­ναι αδύνατον να υπάρ­ξει. Όλες οι μακροχρόνιες προσπάθειες αποδείξεως υπάρξεως ενός εξωκοσμικού δημι­ουργού θεού έχουν αποτύχει. Όλα τα επιχειρήματα διαφόρων θρησκολήπτων θεολόγων και μεταφυ­σι­κών φιλοσόφων, τα οποία πολλές φορές απαν­τάμε και σε διδακτικά βιβλία και για τα οποία κομπάζουν οι θρησκό­λη­πτοι, έχουν δι­άφορα τρωτά και αγεφύρωτα ση­μεία και ακολούθως αποτυγχάνουν να αποδείξουν την εκ των προτέρων τεθείσα επιθυμητή ύπαρξη ενός εξωκοσμικού θεού δημιουργού.
Το επιχείρημα αυτό του Pascal, το χρησιμοποίησε και ο προτεσταντίζων Έλ­λην, Ευγέ­νιος Βούλ­γαρις (1716-1806), εναντίον του Βολτέρου (François Marie Arouet, 1694-1778) μια φορά που συναν­τήθηκαν σε μια συνεδρίαση. Πολύ θα θέλαμε να βλέπαμε από κοντά πως αντέδρασε ο Μέγας Σκεπτικιστής Βολτέρος σ’ αυτό το σαθρότατο, εκφοβιστικό και δικολα­βί­στικο επιχεί­ρημα το οποίο θα αντικρού­σο­με σ’ αυτή την ερ­γασία! Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούμε εναντίον του είναι βασισμέ­να σε αντι­κειμενικά δεδομένα και στη λογι­κή, ποτέ στον παρα­λο­γι­σμό.
Ως γνωστόν, ο Pascal ανετράφει ως Kαθολικός και ύστερα προσεχώρησε στη σκλη­ρή αίρεση των Γιανσενιστών. Έτσι «Θεός» για τον Pascal εσήμαινε τον Χριστι­α­νικό Θεό. Το ότι «ο πι­στός θα κερδίσει τα πάντα» σημαίνει τον πιστό Χριστιανό και τη μετά θάνατο αιώνια ζωή στη βα­σι­λεία των ουρανών. Το ότι «ο άπιστος θα χάσει τα πάντα» εννοεί την κα­τα­δίκη του στην αιώνια κό­λαση. Όπως βλέπομε, ο Pascal προσ­παθεί να διατυπώσει το επιχείρημά του κα­τά γενικό τρόπο, νομίζοντας έτσι ότι εξάγει ένα γενικό θεολο­γι­κό ή φιλοσοφικό συμπέ­ρα­σμα. Π.χ., μιλάει για Θεό γενικά χωρίς να κατονομάζει τον χριστιανικό Θεό. Πλην όμως οι χριστιανικές του πεποιθήσεις προδίδονται αμέσως. Εξαρτημένος πλήρως από τη χρι­στιανική θρησκεία και θεο­λο­γία του εκφοβισμού και του τρόμου, εκτός του ότι έβαλε σε παρένθεση τις φράσεις «βασιλεία των ουρανών» και «κόλαση», προεξοφλεί το γεγονός ότι κάθε άλ­λος Θεός θα ενεργήσει σύμφωνα με τη συνταγή του χριστιανικού Θε­ού με πιστούς και απίσ­τους.
Στην Καινή Διαθήκη και τη χριστιανική θεολο­γία η σκληρή και αμετάτρεπτη τι­μωρία των απίστων αναφέρεται συνεχώς. Έτσι ο Pascal, έχοντας κολ­λήσει μόνον στα χριστιανικά δόγματα, εννοεί την τιμωρία που προβλέπει ο χρι­στι­α­νι­κός Θεός χω­ρίς να λαμβάνει υπ’ όψη τί θα γί­νει, λ.χ., με έναν πιστό βου­διστή ή ινδουιστή, κλπ. Τί θα κά­νει με αυτόν ο Θεός του Pascal, εφ’ όσον και αυτός σε Θεό πι­στεύει και μά­λισ­τα ακ­ράδαντα; Άραγε, επειδή πι­στεύει σε διαφορετικό Θεό θα τιμωρηθεί και αυτός από τον χριστιανικό Θεό στην αιώνια κόλαση, όπως και κάθε άπιστος, ή αυ­τός θα αφ­εθεί στη δικαιοδοσία του Θεού που πιστεύει; Ο Pascal, τυφλωμένος από την χριστια­νική κα­τή­χηση από την οποία διαπαιδαγωγήθηκε, πα­ρα­βλέπει εντελώς τα ερωτήματα αυ­τά. Το ζο­φερό ερώτημα, τί θα κάνει ο χρι­στιανικός Θεός κατά την τελική κρίση αυ­τούς που δεν τον γνώρισαν ή αυτούς που πραγ­μα­τικά πιστεύουν σε άλλους Θεούς ή αυτούς που είναι ειλικρινείς σκεπτικιστές δεν μπορεί να το έχει απαντήσει η χρισ­τια­νική θεο­λογία. Ακούει κανείς ένα σωρό από αν­τιφατικές και αντι­κρουόμενες απαντή­σεις κατά το δοκούν των θιασω­τών των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων.

(Για τη σκλη­ρή τι­μω­ρία των απί­στων στην Καινή Διαθήκη βλέπε, π.χ.: Ματ­θαίoς 10: 33, 11: 20-24, 24: 38-39, Μάρ­κoς 6: 11, 8: 38, 16: 16, Λoυ­κάς 10: 10-15, 12: 9, 13: 3, 5, 17: 26-29, 19: 27, Iω­άν­νης 3: 18, 36, 5: 29, 8: 24, 12: 48, Πρός Ρω­μαίoυς 14: 23, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 6: 1-11, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 6: 14-16, Πρός Εφε­σί­oυς 2: 12, 5: 4-8, Πρός Κoλασ­σα­είς 3: 6, Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνικείς 2: 11-12, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­1: 19-20, 6: 20-21, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ 2: 12, 23, Πρός Τί­τoν 3: 9-10, Πρός Εβραίoυς 10: 28-31, Επιστολή Α΄ Ιωάννου 5: 10, κλπ.).

Μπορεί ο Pascal να ήταν μεγάλος μαθηματικός και φυσικός, όσον όμως αφο­ρά τη φιλοσοφία απέτυχε οικτρά. Ήταν, βλέπετε, τυφλωμένος από τη χρι­στι­α­νι­κή πί­στη και θεολογία. Γι’ αυτό δεν κατάλαβε, ή μάλλον παρέβλεψε, ότι το επιχείρημά του εί­ναι ανει­λι­κρινές και ανήθικο αφού βασί­ζεται καθαρά στον εκφοβι­σμό που προ­έρχε­ται από έναν παράλο­γο, μετα­φυσικό και ωμό φόβο, στον οποίον ο Pascal πίστευε εκ προοιμίου. Μας υπενθυμίζει την «Πα­ραβολή του Πλουσίου και του Λαζά­ρου», από το Κα­τά Λουκάν Ευαγ­γέλιον 16: 19-31, και μας ωθεί να τη ξα­ναδιαβάσομε. Είναι ακρι­βώς αυτό που λένε οι ανεξέταστοι και απλοϊκοί: «Λένε πως δεν υπ­ά­ρχει κό­λαση, μα αν υπάρ­χει;...». Δεν είναι κανέ­να επιχείρημα διά την ύπαρξη του Θεού, δεν προ­άγει κα­μιά γνώ­ση, δεν παράγει αλήθεια και ούτε πείθει ότι ού­τως έχουν τα πράγ­ματα. Εί­ναι ένα στοίχη­μα τύπου κα­ζί­νου αφού ουσιαστικά στοι­χηματίζεις στη μία από τις δύο εκ­δοχές του, σε ‘κείνην που νομί­ζεις ότι σε συμ­φέρει καλλίτερα. Το να πιστεύομε στον Θεό του Pascal είναι το ελάχιστο που μπο­ρούμε να κά­νο­με για να γλιτώσομε από το κα­κό που μας περιμένει εν εναν­τία πε­ριπτώ­σει. Αυτό είναι και το τελικό χάρ­τινο επι­χείρημα που τραβάνε από το μανίκι οι ιε­ροκήρυκες και απολο­γη­τές του Χρι­στι­α­νι­σ­μού, όταν κανείς τους κλείσει όλες τις γωνίες με δεδομένα και λογι­κά επιχειρήματα. «Μην πιστεύεις εσύ και θα δεις μετά τι θα πά­θεις...!».
Αυτά όμως, δεν εί­ναι φιλο­σο­φία αλλά μια διαστροφική και καταστροφική θε­ο­­λο­γία, στην οποία έχει συ­ν­ηθίζει ο Χρι­στιανισμός από την έναρξή του μέχρι και σή­μερα. Ση­μει­ώ­σετε ενταύθα ότι η έμπνευση φόβου, τρό­μου και σκληρής ατελείωτης τι­μω­ρίας, κλπ. είναι ένα από τα πιο αποτε­λε­σμα­τικά όρ­γανα πει­θούς δια­φόρων οικ­τρών, καταστρο­φι­κών και μοι­ραίων διά την ανθρω­πό­τητα θρησκειών. Έτσι ακόμα και ο Pascal, ιδίως την εποχή που έζησε, δεν μπόρεσε να ξε­φύγει από την εξαρτο­ποί­ηση που του είχε δημιουρ­γήσει η μα­κραίωνη χρι­στιανική θεο­λογία και κατήχηση του τρόμου και της καταπίεσης. Ενώ διέθετε το ιδιοφυές ταλέντο για να γίνει ένας λαμ­πρότερος επιστήμονας και φι­λό­σο­φος και να ξεφύγει από τις καταστροφικές χριστι­α­νικές δοξασίες, η κα­ταστροφική χρι­στιανική διαπαιδαγώγησή του, κυριολεκτι­κή πλύ­ση εγκε­φάλου, τον ώθησε στο να περι­μένει τη Δευ­τέρα Παρουσία!
Όσοι επικαλούνται αυτό το επιχείρημα, και είναι δυστυχώς πάρα πολλοί, δεν εν­νοούν να καταλάβουν ότι η πίστη δεν γίνεται κατά παραγγελίαν, ούτε πι­στεύω επει­δή με συμφέρει, όπως το θέλει ο Pascal. Αν δη­λαδή, για τους λόγους μου, ειλι­κρι­νά δεν μπορώ να πιστέψω, τότε πρέπει καλά και σώ­νει να πιστέψω λόγω συμφέρον­τος ή για να σταμα­τή­σω να φοβάμαι την «επικειμένην σπάθη τού Δαμοκλέους» και τους φό­βους που άλλοι διέσπειραν; Η θρησκευτική πί­στη δεν πρέπει να μεταλλάσ­σε­ται σε θρησκοληψία, τουτέ­στιν μια τυφλή αφοσί­ω­ση και νο­μι­μοφροσύνη άνευ σκέψε­ως και έρευνας, όπως απαι­τούν όλες οι καταστροφικές θρησκείες και αυτής του Pascal συμ­περιλαμβανομένης. Η θρη­σκευτική πίστη είναι ένα μέσο διά του οποίου θα ενστερ­νι­σθώ και θα πεισθώ ότι ούτως έχουν τα πράγ­ματα και δεν είναι μέσο τυφλο­σουρ­τι­σ­μού.
(Μια μικρή παρένθεση: Εδώ τονίζομε ότι κάθε πίστη δεν μπορεί να κάνει αλ­λιώς πα­ρά να ενέ­χει δό­ση αμφιβολίας και αβεβαιότητας περί του ότι τα πράγματα έχουν ού­τως. Γι’ αυ­τό εξ’ άλλου είναι και πίστη και όχι αποδεδειγμένη γνώση. Αν πι­στεύεις κάτι δεν σημαί­νει ότι αυτό ισχύει μόνο και μόνο επειδή το πιστεύεις. Αυτό εί­ναι και άλλος ένας λόγος που το επιχεί­ρημα του Pascal ονομάσθη επιτυχώς, στοίχημα του Pascal. Μπο­ρείς να πι­στεύεις κάτι επειδή δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο περί αυτού, αλλά αυτό δεν σημαί­νει ότι το γνωρίζεις. Γι’ αυτό κράτα την πίστη σου αν σου αρέσει, αλλά μην τη χρησι­μο­ποιείς σαν επιχεί­ρη­μα, ή γνώση, ή ως αιτία φανατισμού και επιθετικότητας εναντίον άλλων. Ακόμα και στην επιστη­μο­νι­κή πί­στη υπάρχει η αμφιβολία. Πολλές φορές που αυτή η αμ­φιβολία αποδεικνύεται βά­σι­μη, τότε ανα­θε­ω­ρούμε τις επι­στημονικές θεωρίες προς μίαν εξελικτική άνοδο και βελ­τί­ωση. Η θρη­σ­κευ­τι­κή πίστη όμως, μπορεί ως αυ­θαί­ρετη, να θεωρείται υπέρτατη αλή­θεια από αυ­τούς που την πι­στεύουν, αλλά ακόμα και αυτή πά­σχει συνεχώς και είναι ισχυ­ρά δαι­μονισμένη από το πρό­βλη­μα της παν­τε­λούς ελλείψεως ασφαλών κριτη­ρίων, τα οποία εξασφαλίζουν την εγ­κυρό­τητα, βάσει κάποιων κανόνων, των όσων πι­στεύει ένας θρη­σκευτικά πιστός. Ακόμα και ο θρη­σκευτικά πι­στός έχει του­λάχιστον υποσυ­νείδητα το σαράκι της αμφιβολίας. Όμως δεν εί­ναι δια­τεθειμένος να αναγνω­ρίσει φα­νερά κάτι τέτοιο ή να αναθεωρήσει την πίστη του τουλάχιστον οσάκις έλθει σε αντι­φάσεις και αδιέξοδα. Αν και όποτε κάνει κάτι τέ­τοιο, τό­τε αλλάζει θρησκεία ή αίρε­ση. Γι’ αυτό και έχομε χιλιάδες θρησκείες και αιρέσεις. Ο Χριστιανισμός, «αν και, κατά τους Χρι­στιανούς, είναι η μία και μοναδική αληθινή θρησκεία», κατέχει το χρυ­σό μετάλλιο στον αριθμό αι­ρέσεων: 33 400. Κλείνει η πα­ρέν­θεση.).
Το στοίχημα του Pascal είναι επίσης επιχείρημα ατομικής σωτηρίας και δεν νοι­ά­ζεται καθόλου για το κοινωνικό γίγνεσθαι και τον πολιτισμό επί της γης. Αυτό το απέ­δει­ξε και ίδιος στην πράξη με το τρόπο ζω­ής που διάλεξε να ακολουθήσει μετά το έτος 1654 που ήταν ένα από τα πιο δη­μιουργικά έτη της ζωής του. Κατά λογικήν εφαρμογή της κα­ταστροφικής θεολογίας και θρησκείας που είχε ασπαστεί, απεσύρθη πλήρως από την κοι­νωνία για να βιώσει ως μοναχός πλέον τις θρησκευτικές του πε­ποιθήσεις και απο­κα­λύ­ψεις, όπως ο ίδι­ος αναφέρει σε κά­ποιες σημειώσεις, μέχρι την ώρα που θα «αποδη­μού­σε εις Κύριον». Ακόμα κατά:

1.  Το καταστροφικό ασκητικό ιδεώδες του Χριστιανισμού (Ματ­θαί­ος 3: 1, 4, 4: 2, 10: 34-39, 16: 24-25, 19: 29 «καί πάς ός αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυ­ναί­κα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν τού ονόματός μου, εκατον­τα­πλασίονα λείψεται καί ζωήν αι­ώ­νι­ον κληρονομήσει», Μάρκος 1: 4, 6, 12-13, 8: 34-35, 10: 29-30, Λουκάς 3: 2, 4: 1-2, 12: 49-53, 14: 26, «εί τίς έρχεται προς με καί ου μ­ισεί τόν πατέρα καί τήν μητέρα καί τήν γυναίκα καί τά τέκνα καί τούς αδελφούς καί τάς αδελφάς, έτι δέ καί τήν εαυτού ψυχήν, ου δύναται είναί μου μαθητής.», 18: 29-30, κλπ.),
2.  Το πρό­τυπο του Αποστόλου Παύλου (Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς θ΄: 27 «...υπο­το­πι­ά­ζω μου το σώ­μα και δουλα­γωγώ...», Πρός Κo­λασ­σα­είς γ΄: 2-5 «τά άνω φρο­νείτε, μή τά επί τής γής.... Νε­κρώσατε ούν τά μέλη υμών τά επί τής γής,...», κλπ.),
3.  Το παράδειγμα πολλών στυλιτών, ευνούχων, αναχωρητών, ερημιτών, ασκη­τών και αγί­ων των πρώ­των αιώνων και των μοναχών όλων των αιώνων του Χρι­στιανισμού,

ο Pascal προκαλούσε πόνους και ταλαιπωρίες στο σώμα του, με διαφόρους τρόπους, για να μην αι­σθάνεται ποτέ καλώς έχειν. Όταν απεβίωσε απεκαλύφθη ότι φορούσε μια φανέ­λα πάνω στην οποία είχε ράψει σιδηρά άγκιστρα για να τον παρενοχλούν και να τον πλη­γώνουν! Μιλάμε δηλαδή για τρέλα και παρα­λή­ρημα! Τον τρέ­λανε δυστυ­χώς η χριστια­νι­κή πίστη του, όπως είχε τρελάνει τόσους ερημίτες, στηλίτες, πηγαδί­τες, αναχωρητές, ευ­νούχους, μοναχούς, σκητήτες, κλπ, επί πολλούς αιώνες! Κατ’ αυ­τόν τον συλ­λο­γισμό θα έπρεπε ο κα­θένας να κάνει το ίδιο, προκει­μέ­νου να σωθεί (από τί άραγε;), και έτσι να σταμα­τή­σει η κοι­νω­νική καλυ­τέ­ρευση και ο πο­λιτι­σμός. Αυτό θα πει καταστροφική θρη­σκεία εν δράσει! Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι, τί στάση κρατά κανείς έναντι μιας τέτοιας φρικτής θρησκείας. Κάνει συνεχώς διορθω­τι­κές κινήσεις κάτω από τις συνεχείς εξωτερικές πιέ­σεις που την πολιορκούν και συνε­πώς καταφεύγει στην αί­ρεση ή την εγ­κα­ταλείπει τε­λεί­ως. Επειδή εδώ πρόκειται για θρησκεία, η απάντηση κάθε ειλι­κρι­νούς αν­θρώπου είναι η τελειωτική εγκατάλειψη.
Κατά τον συλλογισμό αυτόν του Pascal, για να είμαστε σίγουροι, θα έπρεπε να πι­στεύ­ομε σε όλες τις θρη­σκείες που βασί­ζον­ται στον φόβο και την τιμωρία μην τυχόν και κά­ποια άλλη θρησκεία είναι σω­στή. Αν όμως επρό­κειτο να πιστεύο­με σε μία μόνο θρη­­σκεία, τότε θα έπρεπε να εκλέξο­με εκείνη που υπό­­σχεται τη χειρότε­ρη κόλαση. Αυ­τή, κατά τα φαινό­μενα, είναι η Μου­σουλ­μα­νική ή η Ζω­ρο­α­στρική θρη­σκεία, αλλά ποιος να ξέρει στα σί­γουρα. Ποιος ξέρει αν, π.χ., ο Ισ­λα­μι­κός Αλ­λάχ, ή ο Ζω­ρο­α­στρικός Αρι­μάν είναι πράγ­μα­τι ο αληθινός Θεός, και τότε το στοί­χημα αυ­τό του Pascal καθίσταται πο­λύ πιο ρι­ψο­κίν­δυνο από όσο ενομί­ζε­το! Σ’ αυτή την περί­πτω­ση αλί­μονο στους Χριστιανούς! Έχα­σαν το στοίχημα!
Όλες οι θρησκείες που βασίζονται στον φόβο και στην υπόσχεση μιας συνε­χής φρικτής τιμωρίας που σε περιμένει αν δεν τις πιστέψεις είναι ανήθικες. Μία απ’ αυτές τις θρησκείες είναι και ο Χριστια­νισμός. Η πίστη σε μια τέτοια θρησκεία δεν είναι προϊόν νη­φα­λί­ων, εχεφρόνων, λογικών και κανονικών διαδικασιών και κατα­στάσεων. Ούτε κά­ποιος ενστερνίσθη αυτή τη θρησκεία επειδή επείσθη χωρίς κατα­ναγκασμό ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Η πίστη αυτή είναι προϊόν συνεχούς φόβου, τα­λανιστικού εκφοβι­σμού, κα­ταναγ­κα­σμού και παραληρήματος, δηλαδή ανωμάλων καταστάσεων και διαδι­κασιών. Ως εκ τούτου αυτές οι θρη­σκείες και πίστεις είναι ανήθικες, καταστροφικές και δεν αξίζουν κανενός σεβασμού.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο σκέψεως υπάρχουν πολλοί πιστοί στον κόσμο σήμερα που ασπάζονται πολλές θρησκείες ταυτοχρόνως, παρ’ όλο που η μια αντιτίθενται στην άλλη. Το κάνουν γιατί, όπως εξηγούν, είναι καλλίτερα να αγοράσουν όσο πιο πολ­λές ασφάλει­ες ζω­ής μπορούν αντί να αγοράσουν μόνο μία! Ιδού πόσο σχιζοφρε­νι­κή έχει καταντήσει μια ανθρωπότητα που από τη μια κατέχει επιστήμες και τεχνολο­γία ενώ από την άλλη μα­στί­ζεται από δεισιδαιμονίες και ανοησίες.
Ακροβατεί όποι­ος πι­στεύει στον Θεό για τους λόγους τους οποίους υπαινίσ­σε­ται το στοίχη­μα του Pascal. Διότι αν υπο­θέσομε ότι αυτός ο Θεός του Pascal υπάρχει, τό­τε ως παντογνώστης και «ετάζων νεφρούς καί καρ­δίας» γνωρίζει ήδη τους πονη­ρούς και υστερόβουλους λόγους για τους οποίους ο πιστός αυτός πιστεύει. Δηλαδή, γνωρίζει ήδη ο Θεός ότι η πίστη του πιστού αυτού δεν είναι γνήσια και ειλικρινής, αλ­λά είναι υπολο­γι­στική, ωφελιμιστική, συμφερον­τολο­γι­κή και επομένως κί­βδηλη. Τότε λοιπόν ο Θεός, ως ηθικός τιμω­ρός, κα­τά πάσαν πιθανότητα θα τιμωρήσει δε­όντως έναν, τέτοιου τύπου, υπο­κριτή πιστό. Βλέπομε λοιπόν και πάλι ότι το στοί­χημα αυτό καθίσταται εξαιρετικά επι­κίνδυνο!
Δεν αληθεύει το ότι «ο πιστός δεν χάνει τίποτα». Με τις μεταφυσικές και θρη­σκευτικές πίστεις που βασίζονται στον φόβο, καταρρακώνομε ετούτη τη ζωή έναντι της προτιμήσεώς μας για μια που δεν ξέρομε μετά θάνατον και διατηρούμε ένα ψέμα αντί τι­μιότητας. Οι θρησκείες απαιτούν χρόνο, ενέργεια και πολυάριθμο ανθρώπινο δυναμικό, σπαταλούν πολύτιμο υλικό και τερά­στια ποσά χρημάτων, χρησιμοποιούν τεράστια έκταση­ καλλιεργήσιμης και οικοπεδησίμου γης, κλπ. Όλα αυτά θα μπορού­σαν να διατε­θούν για τις ανάγ­κες και την καλυτέρευση του κόσμου αυ­τού, αντί να πηγαίνουν χαράμι για αέρα κοπανιστό και εμπόριο της ελπίδας. Επίσης, η συμ­μόρ­φω­ση κατά τις θρη­σκευ­τικές επι­ταγές κατα­στροφικών θρη­σκειών είναι ένα πολύ ισχυ­ρό εργαλείο των τυ­ράννων κατά του λαού και ζοφερή απειλή κατά της ελευθε­ρίας και του πολιτισμού.
Όπως αναφέραμε, ο ίδιος ο Pascal από ηλικία 31 ετών εγκατέλειψε την κοινω­νία, τις επιστήμες και τα μα­θηματικά. Έτσι η ανθρωπό­τητα, τα μαθηματικά και οι φυ­σικές επι­στήμες στερήθηκαν, πο­λύ δυστυχώς, τις υπηρε­σί­ες ενός μεγαλοφυούς ταλέν­του. Τί κρίμα! Ποιος ξέρει πόσο θα ωφελείτο όλος ο κόσμος με επι­πρόσθετες ανακα­λύψεις του ιδι­οφυούς Pascal. Δηλαδή ζημιώθηκαν οι επιστήμες, τα μαθημα­τι­κά, η πρόοδος και ο πο­λι­τισμός για να ωφεληθεί μια ανόητη και καταστροφική θρησκεία και θεολογία. Το ερώ­τημα και πάλι είναι, τί στάση κρατάμε έναντι εννοιών που δεν μπορούν να απο­δει­χ­θούν (ψευδοεννοιών, όπως τις αποκαλεί η αναλυτική φιλοσοφία). Εγκαταλείπομε την εδώ ζωή και υποφέρομε βάσανα, που πολλές φορές εμείς επίτη­δες προκαλούμε, για να κερδίσομε μιαν άλλην υποθετική, ή προσπαθούμε να δούμε τί μπορούμε να κάνομε με τούτην εδώ; Οι καταστροφικές θρησκείες κατα­στρέφουν την εδώ ζωή. Οι υπεύθυνοι ανθρωπιστές προ­σπαθούν να τη βελτιώσουν και να την κά­νουν πιο ευτυχισμένη.
Μετά το 31ο έτος της ηλικίας του λοιπόν, αφοσιώθηκε στη χριστιανική θρη­σκεία και θεολο­γία Πολλοί προ­σθέτουν και τη φιλοσοφία, αλλά εμείς διαφωνούμε ριζικά με αυτό. Ουσι­αστι­κά έκανε μια πολύ αυστηρή χριστι­ανική θεολογία η οποία κατέκρινε την υπο­κρι­σία των Ιησουϊ­τών και ορθοδόξων Καθολικών, αλλά δεν είχε καμία σχέση με τη φιλοσοφία. Ως γνωστόν ο Pascal είχε προσχωρήσει στην αυστηρή και σκληρή ομάδα των Γιανσενιστών του επισκόπου Jansen [1], οι οποίοι είχαν απο­κηρυχθεί ως αιρετικοί από τους ορθοδόξους Καθολικούς. Από κει και πέρα, οι ενέρ­γειές του ήταν καθαρά λογικές εφαρ­μο­­γές της καταστροφικής θρησκείας που εδέχθη ως απόλυτη αλήθεια. Σ’ αυτό το σημείο οφείλομε να ομολογήσομε ότι ήταν ειλι­κρι­νής. Μακάρι να ήσαν όλοι ειλικρινείς σαν τον Pascal για να ξεκαθαρίσει η κατάστα­ση. Ακόμα και το επιχείρημα - στοίχημα που αντι­κρούομε εδώ είναι μια τέτοια λογι­κή εφαρμογή. Εκείνο που του διέφυγε όμως, πώς να το δια­κρίνει άλλωστε, είναι ότι στη­ριζόταν σε λάθος βάσεις. Από κει και πέρα με λαν­θα­σμένη αρχή, είναι γνω­στόν ότι, διά της λο­γικής μπορούσε να βγάλει ό,τι συμπεράσματα ήθελε.

[Υποσημείωση 1: Cornelius Jansen, 1585-1638, Ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος της πό­λε­ως Ypres της Φλάνδρας, ο οποίος απ­έρριπτε την ελευθέρα βούληση και πίστευε στην ανένδοτη χάρη και στην περιορισμένη εξιλέωση.]

Πολλοί εξαίρουν το βιβλίο του Pensées (Σκέψεις), αλλά εμείς το απορρίπτο­με. Είναι οι ιδιωτικές θρησκευτικές σκέψεις ενός φανατικά πιστού που ανήκει σε μία σκληρή χρι­στι­ανική αίρεση, ο οποίος φαντάζεται απο­καλύψεις και αναμένει το τέλος της εδώ ζω­ής για να μεταβεί στην επόμενη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει καμία φιλοσο­φι­κή αξία. Με λί­γα λόγια για τον Pascal η υπέρτατη αλήθεια βρίσκεται αποκλει­στικά στην Εβραι­ο­χρι­στι­ανική Βί­βλο και η πίστη είναι πολύ ανωτέρα της λογικής. Εδώ βε­βαίως εννοεί τη «θρη­σκευτική πί­στη», η οποία είναι εντελώς διαφορετική έννοια από την «επιστημονική πί­­στη» και δεν πρέπει να μπερδεύεται με αυτήν. Διαφωνούμε κα­τάφορα και με τα δύο αυτά καταστρο­φι­κά στοιχεία της χριστιανικής θρησκείας. Η Βί­βλος είναι πλή­ρης με παν­τός εί­δους αντι­φά­σεις, σχιζοφρένιες, λάθη, ανοησίες, πα­ρα­λογισμούς, θηριωδίες, ανηθι­κό­τη­τες, ασχημίες, κλπ. Όλα αυτά μπορείτε να τα εντο­πί­σετε με μια καλή μελέτη της Βίβλου.
Όσον αφορά τη λο­γι­κή, ποιος προτιμά αντ’ αυ­τής τον πα­ρα­λο­γι­σμό, την ανο­η­σί­α, τη σχιζο­φρέ­νεια και την τυ­φλό­τητα; Να όμως που μερικοί ή μάλλον πολλοί την προτιμούνε! Π. χ., μια φορά ένας καθηγητής της χημείας, πραγματικά αποκρουστικός χα­ρακτήρας, για να δικαιο­λογήσει την χαμέρπεια και αντιφατικότητά του μαζί και την κοινωνική του αδράνεια και υποκρισία μού επετέθη λέγοντας ότι είναι εντάξει το να γίνεται κανείς παράλογος εφ’ όσον αυτό τον κάνει να αισθάνεται καλά και τον βο­η­θά! Τότε τον ρώτησα αν διδάσκει την χημεία διά της λογικής ή του παραλογισμού και αυτός απάντησε ότι δεν θέλει να συζητά μαζί μου! Χαρακτηριστική αυτή η αγε­νής συμπεριφορά και απάντηση όλων αυτών των χαμαιλεόντων! Εί­ναι λοιπόν σο­βα­ρά πράγ­μα­τα αυ­τά;
Καθόλου παράξενο όμως, δι­ό­τι πώς αλλιώς θα μπο­ρού­σε ο Pascal να αντι­πα­ρέλθει όλες τις αντιφάσεις όχι μόνο της Βίβλου αλλά και ολοκ­λήρου του Χριστιανισ­μού; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις αυ­θαί­ρε­τες, σα­θ­ρές και διαστρο­φικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρί­ζε­ται αυτή η καταστρο­φι­κή θρη­σ­κεία; Μόνο διά του παραλογισμού, δηλαδή της θρησκευ­τικής τυφλής πίστε­ως! Δεν είναι βεβαίως μό­νον ο Pascal που ενέργησε έτσι. Πάρα πολ­λοί πιστοί έχουν διαπράξει και ακόμα διαπ­ράττουν τα ίδια. Μάλιστα δε, για να προσδώ­σουν αληθοφά­νεια στη θρησκευτική τους πίστη επικα­λούνται την επιστημο­νι­κήν τοιαύ­τη. Όταν λοι­πόν φτά­σουν στα ζό­ρια χρη­σιμοποιούν όλα αυ­τά τα δι­κο­λα­βί­στι­κα και σο­φιστικοειδή άλματα και τε­χνάσματα; Καλλίτερα, δεν σο­βα­ρεύονται λι­γά­κι;
Ο Pascal προφανώς δεν μπορούσε να απελευθερωθεί από την περίφημη πρω­ταρ­χική αρ­χή του Χριστιανισμού: «Πίστευε και μη ερεύνα». Αυτήν την αρχή χρη­σι­μοποιεί και κάθε άλλη καταστροφική θρησκεία διότι είναι η πιο βολική για να δικαιο­λογήσει οτι­δή­ποτε ανόητο επιβάλλει στους οπαδούς της. Προέρχεται και αυτή από την Καινή Διαθήκη και την Ιεράν Παράδοσιν. Στη B΄ Πρός Κορινθίους 5: 7, ο Παύλος δικαιο­λο­γεί τις μετα­φυ­σι­κές του δο­ξασίες διά της τυφλής πίστεως, ως εξής: «... διότι (στην εδώ ζωή) περιπατούμε με την πίστη και όχι με την όραση». Επί­σης στην Α΄ Πρός Τιμόθεον, 1: 3-4, ο Παύ­λος πα­ραγ­γέλ­λει στον Τιμόθεον να μηνύσει στους οπα­δούς τού κηρύγματός του στην Μα­κε­δο­νία: «...να μην διδάσκουν ξένες διδασκα­λίες, ούτε να δί­νουν προσοχή σε απέ­ραν­τους μύ­θους και γενεα­λο­γίες, που προκαλούν μάλ­λον συ­ζη­τή­σεις παρά εξυπηρετούν το σχέδιο του Θεού το οποίο βασίζεται στην πίστη». Μό­νο πί­στη λοιπόν και όχι διερευνητικές συζητή­σεις... (Βλέπε και Α΄ Πρός Κορινθίους 1: 17-30, κλπ.). Στο Κατά Ιωάννην Ευ­αγγέλιον 20: 29 διαβάζομε: «λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόν­τες και πιστεύσαντες.». Αργό­τε­ρα, μία από τις αποφάσεις της συ­νό­δου της Εφέ­σου το 431 Κ. Ε. ήταν και το: «Πίσ­τευε τω θαύματι και μη ερεύνα λο­γι­σμοίς το γινόμενον.». Το ίδιο προπα­γαν­δί­στη­κε και στη Δύση από τον Ιερό Αυγου­στί­νο και τη χριστιανική σχολή της Καρχι­δό­νας. Ο Pascal ως φανατικός Χριστιανός θε­ο­λό­γος σίγουρα εγνώριζε αυ­τές τις αρχές.
Παρ’ όλο που η γνω­στικιστική ει­σαγωγή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου αρ­χί­ζει με το «Εν αρ­χή ήν ο Λό­γος...» ο Χρι­στι­α­νισμός κατάφερε να μην έχει καμία εγγε­νή λογι­κή. Εδώ, η λέ­ξη «Λό­γος» έχει πολ­λές ση­μα­σί­ες. Ανά­με­σα όμως, σε όλες αυ­τές τις ση­μα­σί­­ες την προ­έ­χου­σα θέ­ση κα­τέ­χει η λο­γι­κή. Γι’ αυ­τό εξάλ­λου «Λό­γος» και «Λο­γική» έχουν την ίδια ετυ­μο­λο­γι­κή ρί­ζα. Χω­ρίς λο­γι­κή τα πά­ντα επι­τρέ­πο­νται και τα πάντα ταυ­το­χρό­νως απα­γο­ρεύ­ο­νται και τα πά­ντα αλ­λη­λο­α­ναιρούν­ται. Δεν υπάρ­χει επι­χεί­ρη­μα και δεν υπάρχει συ­μπέ­ρα­σμα για τί­πο­τα. Ούτε ο ίδιος ο Pascal θα μπο­ρού­σε να διατυ­πώ­σει το ενταύθα επιχεί­ρημά του χωρίς τη λογική, όπως είδαμε πριν λίγο! Κα­μιά πο­λι­τι­σμική πρό­ο­δος δεν εί­ναι δυ­να­τή άνευ λο­γικής. Ή δε­χό­μα­στε τους γρα­π­τούς και άγρα­φους κα­νό­νες της κοι­νής λο­γι­κής ή αλ­λιώς ας πα­ραι­τη­θού­με από τα πάν­τα και να μην συ­ζη­τά­με για τί­­πο­τα, προ­τού παρανοήσομε τε­λεί­ως και αμε­τα­κλή­τως και ακολουθήσομε το παράδει­γ­μα του Pascal, του Αποστόλου Παύλου και τόσων άλλων. Οι παρανοϊκοί, προ­φα­νώς, ανήκουν στα φρενοκο­μεία. Ας μην ξε­χνάμε λοιπόν τη σο­φή ρήση του μεγάλου Πλάτω­νος: «Ει τί καλό μαν­θάνη τις μάθημα διά λό­γου μαν­θάνει· καί οι τά σπουδαιό­τατα επι­στά­μενοι κάλ­λιστα διαλέ­γονται.».
Δεν είναι επίσης σωστό ότι «ο άπιστος δεν κερδίζει τίποτα». Πρώτα απ’ όλα διά ποίων κριτηρίων προεξοφλεί ο κάθε Pascal ποια είναι τα πράγματα εκείνα που εί­ναι ση­μαντικά και έχουν αξία για κάποιον; Η άρνηση της θρη­σκεί­ας είναι συνήθως μια εξαι­ρε­τικά θετική εμπειρία απε­λευ­θέ­ρω­σης, που δημιουργεί νέες απόψεις και κο­σμοθεάσεις, ελευθερία αναζήτησης και έρευνας, και απαγκίστρωση από τον φόβο. Οι ελεύ­θεροι στο­χα­­στές είναι πάν­τοτε εκείνοι που συμμετέ­χουν στην πρώτη γραμμή του μετώ­που της κοι­νω­­νικής και ηθικής προό­δου και συμ­βά­λουν τα μέγιστα σ’ αυτές. Ο άπιστος ζει συνήθως μια πολύ καλλίτερη και χα­ρού­μενη ζωή, βασισμένη στην κοι­νω­νική ηθική του περιβάλ­λοντός του, από έναν πιστό που ζει σύμφωνα με την κα­τα­σ­τρο­φική ηθική μιας θρησκεί­ας η οποία βασίζεται στον φόβο και τον τρόμο. Ο άπι­σ­τος αντιμετωπίζει τον θάνατο με απά­θεια και στωικότητα χωρίς να σκέπτεται τα επέ­κει­να. Ο πιστός όμως που νο­μί­ζει ότι δεν έζησε ορθώς και σύμφωνα με τις επι­τα­γές της θρησκείας του, υποφέρει πολύ όταν αισθά­νεται το τέλος να πλησιάζει. Αμφι­βάλλει συνεχώς περί του ποίου στρατοπέδου θα τον κατατάξει ο Θεός του. Η βασα­νι­στική αυτή αμφιβολία είναι πάντοτε δεμένη με τον φόβο της πιθανής επιλογής του φρικτού στρα­τοπέδου της τιμωρίας και έτσι ο πιστός διάγει μια αχρηστευμένη ζωή αφού είναι συνε­χώς καθηλωμένη στον φόβο και τον θάνατο.
Ποια Ηθική Ύπαρξη, όπως π. χ. αυτή του Χριστιανικού Θεού ή του Αλλάχ, κλπ., θα βασανίζει επ’ άπει­ρον έναν ειλικρινή αμφισβητία; Εάν ο Θεός είναι τόσο χαιρέκακος και άδικος, ώστε να βασανίζει κάποιον αιωνίως επειδή δεν μπόρεσε να πιστέψει αυτόν τον Θεό συγκεκριμένα, τότε οι θεϊστές (οι οποίοι δεν πίστεψαν στον Θεό του Pascal αλλά σε έναν ακαθόριστο Θεό) βρί­σκονται σε χειρότερο κίν­δυνο από τους αθεϊστές (οι οποίοι δεν πί­στεψαν σε κανέναν Θεό). Ίσως πάλι ο Θεός να έχει ένα τόσο διε­­στραμμένο κρυφό βίτσιο που να καταδικάσει όλους, πιστούς και απίστους το ίδιο. (Π. χ., στον Μασσοριτι­κόν Ιεζεκιήλ 21: 8-9 ο ίδιος ο Θεός Γιαχβέχ λέγει στον προφήτη να ειπεί: «Ειπέ στη γη Ισ­ρα­ήλ, ‘Ούτως ομίλησε ο Θεός Γιαχβέχ: Ιδού είμαι εναντίον σας! Θα τραβήξω το ξίφος μου από την θήκη του και θα εξολοθρεύσω δι­καίους και αδίκους από ανάμεσα σας. Ε­πει­δή λοιπόν έχω εξολοθρεύσει δικαίους και αδίκους από ανάμεσα σας, διά τούτο το ξίφος μου θα εξέλθει από την θήκη του εναν­τίον κάθε σάρκας από νότο μέχρι βορρά.». Έχον­τας διαβάσει αυτά εδώ ρωτάμε: Τί άκρη βρίσκει κανείς με τούτα τα λόγια; Μα εί­μα­στε με τα καλά μας;... Αλλά οι Χρι­σ­τιανοί δι­καιολογούνται συνεχώς με το ρητό: «Τίς οίδε τάς βουλάς τού Θε­ού;»...). Αλ­λέ­ως πως, στρέφοντας το στοίχη­μα από την ανάπο­δη, ίσως ο Θεός σώ­σει μόνο εκεί­νους που δεν τον πιστεύουν, επειδή εκτίμησε και εθαύ­μασε το θάρρος και την ειλι­κρί­νειά τους.
Το τελικό συμπέρασμα του στοιχήματος: «Έτσι λοιπόν, με το να πιστεύομε στον Θεό έχομε τα πάντα να κερ­δί­σομε και τίποτα να χά­σο­με.» δεν ισχύει καθόλου στα σίγου­ρα, όπως υπαινίσσεται ο Pascal. Διότι αν ο Θεός του Pascal δεν υπάρχει και εμείς τον πι­στεύ­ο­με με τον τρόπο που απαιτεί, τότε όχι μόνο δεν θα κερδίσομε τίποτα μελλοντικά αλ­λά και θα χά­σομε και πάν­τα τα επίγεια. Δηλαδή κυνηγώντας τη με­τά θάνατον ζωή και αν­τα­πό­δο­ση, θα χάσο­με όχι μόνο εκείνη τη ζωή αλλά και ‘τούτην εδώ. Μετά υπάρχει η πε­ρί­πτω­ση, ο Pas­cal να έχει κάνει λάθος και να υπάρχει Θεός μεν, αλλά να είναι κάποιος άλλος θεός και όχι ο δι­κός του. Οπότε, αν μι­λήσομε με πι­θα­νότητες, τις οποίες ο ίδιος ο Pascal θεμελίωσε με τον μεγα­λοφυή Fermat, συμπε­ραίνομε τα εξής. Αφού δεν μπορούμε να απο­δείξομε ότι υπάρχει Θε­ός, όπως το πα­ρα­δέχεται και ο ίδιος ο Pascal, είναι φυσικό να πούμε ότι Θεός υπάρχει με πι­θα­νό­τη­τα 50% και δεν υπάρχει με πι­θανότητα 50%. Ας υποθέσομε λοι­πόν ότι Θεός υπάρχει και ότι αυτός είναι ο Θεός του Pascal με πιθανό­τη­τα 50%. Εδώ με­ρολη­πτού­με κατά πολύ υπέρ του Pascal διότι υπάρ­χουν δύο εκα­τομμύρια θεότητες οι οποίες δι­εκ­δι­κούν τη θέση του Θεού που υποθέσαμε ότι υπάρ­χει με κάποια πιθα­νότητα μεγα­λύ­τερη από το μηδέν. Δί­νο­με δηλαδή 50% πιθανότητα στη χριστι­ανι­κή θεότητα και 50% σε όλες τις άλλες μαζί. Τότε το στοί­χη­μα του Pascal κερ­δί­ζει με πιθα­νότητα όχι πε­ρισ­­σό­τε­ρη (μάλλον λι­γό­τερη) από 50% Χ 50% = 25% και επομένως χάνει με πιθα­νότητα του­λά­χι­στον 75%. Γνωρίζοντας αυτές τις πιθανότητες σας ερω­τάμε, πώς θα στοιχημα­τί­ζα­τε;
Εν πάση περιπτώσει, η πίστη σε έναν Θεό η οποία βασίζεται σε φόβο, τρόμο και συμφέρον είναι ανήθικη, ανειλικρινής, δεν παράγει την παραμικρή γνώση περί αληθείας, δεν απο­τελεί κανένα επιχείρημα για την ύπαρξη Θεού, είναι καταστροφική και δεν αξίζει καθόλου να τη θαυ­­μά­ζει ή να την ακολουθεί κανείς. Συ­ν­επώς δεν έπε­ται καθόλου ότι ένας τέτοιος υποθετικός Θεός αξίζει να λα­τρεύ­ε­ται. Ή μήπως κάνο­με λάθος και αξίζει λατρείας και θαυμασμού; Τί λέτε;
Επιχείρημα δεύτερο, του Άγγλου Gilbert Keith Chesterton (1874-1936): Το επι­χεί­ρημα αυτό συνοψίζεται ως εξής:

«Σε μερικούς στίχους των Ευαγγελίων ο Ιησούς ισχυρίζεται ότι είναι Θεός αλη­θινός και το ίδιο συνάγεται από πολύ περισσοτέρους. Ως είναι φυσικό υπάρχουν δύο περιπτώσεις: Είτε ήταν Θεός, είτε δεν ήταν. Στη δεύτερη περίπτωση αν εγνώριζε ότι δεν ήταν Θεός, τό­τε ήταν ψεύτης. Αν πάλι δεν το εγνώριζε, ένας τέτοιος ισχυρισμός αποδεικνύει ότι ήταν τρε­λός. Αλ­λά δεν μπορεί να ήταν ψεύτης διότι υπέφερε φρικτά πάθη και θάνατο για τους ισχυρι­σμούς του. Επίσης, κατά τα γραπτά των Ευαγγελίων απο­κλείεται να ήταν τρελός. Συνε­πώς μόνο η πρώτη εναλλακτική περίπτωση ισχύει, ότι δηλαδή ο Ιησούς ήταν πραγματικός Θε­ός

«Είτε ήταν Θεός, είτε δεν ήταν.». Αυτή η αρχή «της του τρίτου ή μέσου αποκ­λίσεως» όπως τέθηκε και διατυπώθηκε από τον Αριστοτέλη ισχύει μόνο αν η έννοια στην οποία αναφερόμαστε, εδώ η έννοια Θεός, είναι θεμιτή. Αν αυτή είναι ψευδοέν­νοια, τότε μιλάμε στο κενό χωρίς σημείο αναφοράς! Ακόμα πέραν των δυνατών εκ­δο­χών «ψεύτης ή τρε­λός» μπο­ρεί να ισχύουν και άλλες εκδοχές. Ας εξετάσομε λοιπόν στα επόμενα όλες τις δυνατές εν προκειμένω εκ­δοχές, πέραν της εκδοχής του «Θε­ού».
Ο Chesterton ήταν συγγραφέας και ποιητής. Από αγγλικανός που ήταν προσε­χώ­ρησε στο Ρωμαιοκαθολικό δόγμα το 1922, και αυτή η μεταλλαγή του φέρει τη σφραγίδα της σε όλη την υπόλοιπη ζωή του και στα εφεξής έργα του. Ο θρησκευ­τι­κός φανατισμός του τον ώθησε στο να δια­τυ­πώσει το ανωτέρω επιχείρημα ως από­δει­ξη του ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος πραγμα­τι­κός Θεός. Όπως το επιχείρημα του Pascal έτσι και το επιχείρημα του Chesterton διατυπώνεται και κρί­νεται βάσει λο­γικής και όχι πίστης. Είναι ίδιο χαρακτηριστικό όλων των φανατικών πι­στών να χρη­σιμοποιούν την λογική οσάκις τους βολεύει και να την πα­ραγ­κωνίζουν οσά­κις δεν τους βολεύει. Αυτό κι’ αν εί­­ναι τρέλα. Αυτό το επιχείρημα λοι­πόν εξετάζομε και αντι­κρούομε εδώ, βάσει δεδο­μέ­­νων και λογικής.
Στην Καινή Διαθήκη, 89 φορές ο ίδιος ο Ιησούς αναφέρει τον εαυτόν του αμέ­σως ή εμμέσως είτε άλλοι τον αναφέρουν ως «υι­όν του αν­θρώπου». Αναφέρονται 46 φο­ρές όπου άλλοι τον αποκα­λούν «υιόν του Θεού». Μεταξύ αυτών ήταν: Ο Πέτρος κατά την περίφημη και πολυ­σχο­λι­ασμένη ομολογία του στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέ­λιον 16: 13-20, ο Παύλος στην Πρός Ρωμαίους 1: 3-4, κ. α., και διάφορα δαιμόνια σε πολ­λές πε­ριπτώ­σεις. Ο ίδιος κάνει τέτοια δή­λω­ση για τον εαυτόν του μό­νο δύο φορές στον Ιωάν­νην 9: 35-37 και 10: 36. Επί­σης, στον Ιω­άν­νην 4: 25-26, βε­βαιώνει την Σα­μα­ρείτιδα ότι αυ­τός ήταν ο Μεσσίας ο λεγό­μενος Χρι­στός, πράγμα που το είχε επίσης παραδεχθεί και πρωτύτε­ρα κατά την ομολογία του Πέτρου, Ματ­θαίος 16: 13-20, Μάρκος 8: 27-30, Λουκάς 9: 18-21. Στα τρία πρώτα Συνο­πτικά Ευαγγέλια αποκα­λείται ή αναφέρεται και ως «υιός Δαυίδ» 14 φορές, πράγμα που το επιβεβαιώνει και ο Παύ­λος στην Πρός Ρω­μαίους 1: 3, Β΄ Πρός Τιμόθεον 2: 8 και σε άλλα σημεία των επιστο­λών του. Άλ­λοι ομο­λογούν ότι ήταν Θεός· ως Θεό τον ομο­λογούν οι:

1)   Ο Ιωάννης, Ιωάννης 1: 1 «ήταν με τον Θεό... και... ήταν Θεός», 1: 14.
2)   Ο ίδιος, Ιωάννης 10: 30 «εγώ και ο πατήρ έν εσμεν.»
3)   Ο Θωμάς, Ιωάννης 20: 28 «ο Κύριός μου καί ο Θεός μου.». [2]
4)   Ο Παύλος, Πρός Φιλιππησίους 2: 6 «ός εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο τό είναι ίσα Θεώ,», Πρός Κολασσαείς 2: 9 «ότι εν αυτώ κατοικεί πάν τό πλήρωμα τής θεότητος σωμα­τι­­­κώς». (Γνωστικιστικά σημεία εντός του Παύ­λου τα οποία πρέπει να εισήλθαν εντός των κειμένων από το τέλος του πρώ­του αιώνα και μετά.).

[Υποσημείωση 2: Όσον αφορά τα Ευαγγέλια, βλέπομεν ότι μόνο στο Κατά Ιωάννην απαντάμε τέτοια ομολογία. Όπως μας εξηγεί ο Μέγας Ιουλιανός στα γραπτά του, ο ίδιος ο Ιησούς ουδέποτε ομολόγησε ότι ήταν Θεός και διά τούτο δεν υπάρχει καμία τέτοια ομολογία στα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια. Επει­δή όμως το Κατά Ιωάννην Ευαγ­γέλιον εί­ναι αρκετά μεταγενέστερο όλων των άλλων και την εποχή που γράφτηκε είχε αρχί­σει εντός μερικών χριστιανικών ομάδων να επικρατεί η πεποίθηση ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν Θεός όπως και ο Πατήρ Θεός, διά τούτο ο συγγραφέας του έλαβε το θάρ­ρος και έθεσε τέτοιες ομολογίες εν­τός των κειμένων του, όπως και τα διάφορα γνωστικίζοντα σημεία που υπάρχουν σπαρμένα εδώ και ‘κει λόγω των γνωστικιστι­κών πεποιθήσεων και επιρ­ροών του δευτέρου αιώνα.]

Πολλές φορές ο ίδιος ισχυριζόταν ότι είχε διάφορες θεϊκές δυνάμεις και εξου­­σίες, οι οποίες σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ανήκαν μόνο στη δικαιοδοσία του Θεού Πα­τρός Γιαχβέχ. (Από την Παλαιά Διαθήκη κατ’ ουδένα τρόπον δεν εξάγεται ούτε το δόγμα­ πε­ρί μονογενούς Υιού του Θεού Γιαχβέχ, όπως το έχουν διατυπώσει οι Χριστιανοί, ούτε το δόγμα περί Αγί­ας Τριάδος, παρά τα φούμαρα της χριστιανικής θε­ο­λογίας. Αν θέλετε να πεισθείτε μελετήσετε την Παλαιά Διαθήκη και συζητήσετε το θέμα με Εβραίους ραβίνους.). Εκτός από αυτές τις δυνάμεις και εξου­­σίες, μερικές φο­ρές ισχυριζόταν και ότι ήταν Θεός, δηλα­δή ίσος με τον Πατέρα Θεό. Αυτά συ­νά­γον­ται και συμπε­ραί­νον­ται από τους εξής στί­χους, τους οποί­ους πα­ραθέ­το­με εδώ τα­ξινο­μη­μέ­νους:

1)   Έχει τη δύναμη να συγχωρεί αμαρτίες: Ματθαίος 9: 2-6, Μάρκος 2: 5-7, Λου­κάς 5: 20-21.
2)   Ο Θεός παρέδωσε στα χέρια του τα πάντα: Ματθαίος 11: 27, Λουκάς 10: 22, Ιω­άννης 3: 35, 16: 15 (κατέχει όλα όσα έχει ο Πατήρ).
3)   Θα κρίνει πάντα τα έθνη: Ματθαίος 25: 31-46.
4)   Έχει τον έλεγχο των αγγέλων: Ματθαίος 13: 41-42, 24: 31, Μάρκος 13: 26-27, Λουκάς 12: 8-9.
5)   Θα αποστείλει τους αγγέλους του για να συνάξουν τους εκλεκτούς του: Ματ­θαίος 24: 31, 25: 32.
6)   Δίδει στον Πέτρο τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και του απονέμει θεϊ­κή εξουσία: Ματθαίος 16: 19. Στον Ιωάννη 20: 22-23 δίδει Πνεύμα Άγιον (πριν την Πεντηκοστή) και θεϊκή εξουσία στους ένδεκα μαθητές.
7)   Ευρίσκεται πάντα ανάμεσα σε κείνους που συγκεντρώνονται εν ονόματί του: Ματ­θαίος 18: 20.
8)   Θα ανταμείψει τα καλά έργα και θα τιμωρήσει τα κακά: Ματθαίος13: 41-42, 16: 27, 19: 27-28, 25: 32-33.
9)   Ο καθένας πρέπει να είναι πρόθυμος να θυσιάσει και τη ζωή του για χάρη του: Ματθαίος 10: 39, 16: 25, Μάρκος 8: 35, Λουκάς 9: 24.
10)                  Είναι ίσος με τον Θεό: Μάρκος 9: 37 «καί ός εάν εμέ δέξηται, ουκ εμέ δέχεται, αλ­λά τόν αποστείλαντά με.», Ιωάννης 5: 17-26, 8: 19, 17: 10.
11)                  Έχει εξουσία επί της ζωής του και επί πάσης σαρκός και αυτός δίδει «ζωήν αι­ώνι­ον»: Ιωάννης 10: 17-18, 17: 2
12)                  Κατά θεϊκό τρόπο, παραδίδει στους μαθητές του υπερφυσικές δυνάμεις: Ματ­θαί­ος 10: 1, Μάρκος 3: 15, Λουκάς 9: 1, 10, 19.
13)                  Βεβαιώνει ότι ως Θεός έχει την εξουσία να διορίζει και να αποστέλλει προφή­τες: Ματθαίος 23: 34.
14)                  Θα επανεμφανισθεί καθήμενος επί των νεφελών του ουρανού: Ματθαίος 24: 30, Μάρκος 13: 26, Λουκάς 21: 27.
15)                  Ισχυρίζεται ότι είναι ο μεσάζων μεταξύ Θεού και ανθρώπων: Ματθαίος 10: 32-33, Ιωάννης 14: 6, 15: 5.
16)                  Το «συμβάν» της μεταμορφώσεως υπονοεί την θεότητα του Ιησού κατά τους χριστιανούς και ότι το πάθος του ήταν εκούσιο: Ματθαίος 17: 1-13, Μάρκος 9: 2-13, Λουκάς 9: 28-36, Β΄ Πέτρου 1: 17-18.
17)                  Είναι αιώνιος και προϋπάρχων: Ματθαίος 22: 45 (ήταν ο κύριος του Δαυίδ στον ουρανό πριν ακόμα έλθει στη γη), Ιωάννης 8: 58-59 (υπήρχε πριν τον Αβραάμ), 17: 5 (είχε δόξα μαζί με τον Θεό προτού ακόμα δημιουργηθεί ο κόσμος), 24 (ο Θεός τον αγάπησε πριν από τις καταβολές του κόσμου).
18)                  Λέγει ότι: «Οτιδήποτε ζητήσετε από τον Πατέρα εν ονόματί μου, θα σας το δώ­σει»: Ιωάννης 14: 12-14, 15: 16, 16: 23-24.
19)                  Ο Πατήρ θα πέμψει τον Παράκλητο εν ονόματί του: Ιωάννης 14: 26, 15: 26 16: 7.
20)                  Του εδόθη πάσα εξουσία στον ουρανό και στη γη: Ματθαίος 28: 18.
21)                  Ο Θεός του έδωσε εξουσία να δίδει αιώνια ζωή πάνω σε κάθε σάρκα (που ο ίδιος θελήσει): Ιωάννης 17: 2.
22)                  Είναι ο πρίγκιπας του κόσμου: Ιωάννης 16: 11.
23)                  Κάθεται επί θρόνου δόξης που περιστοιχίζεται από τους αγγέλους: Ματθαίος 15: 31, Ιωάννης 1: 51.
24)                  Όχι ο Θεός, αλλά αυτός ο ίδιος θα κρίνει τους ανθρώπους: Ιωάννης 5: 22, 27.
25)                  Ισχυρίζεται ότι: «ίνα πάντες τιμώσι τόν υιόν καθώς τιμώσι τόν πατέρα, ο μή τι­μών τόν υιόν ου τιμά τόν πατέρα τόν πέμψαντα αυτόν,»: Ιωάννης 5: 23.
26)                  Είναι ένα με τον Πατέρα: Ιωάννης 10: 30, 17: 11, 22.
27)                  Ο Πατέρας είναι μέσα του και αυτός μέσα στον Πατέρα: Ιωάννης 10: 38.
28)                  Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν πιστεύει σ’ αυτόν που τον έστειλε: Ιωάννης 12: 44.
29)                  Όποιος βλέπει αυτόν βλέπει και αυτόν που τον έστειλε: Ιωάννης 12: 45.
30)                  Όποι­ος πιστεύει ή βλέπει αυτόν, πιστεύει ή βλέπει και τον Πατέρα και ότι αυ­τός ο ίδιος είναι στον Πα­τέ­ρα και ο Πατέρας σ’ αυτόν: Ιωάννης 14: 1, 5-11, 17: 21.
31)                  Όποιος μισεί αυτόν μισεί και τον Πατέ­ρα: Ιωάννης 15: 23-24.
32)                  Προήλθε από τον Πατέρα: Ιωάννης 16: 27-28.

Εδώ αναφέρομε ότι, πολλοί πιστοί εννοούν ή δίδουν άλλες ερμηνείες σ’ αυτά τα χω­ρία ώστε να ισχυρίζονται πως ο Ιησούς Χριστός ουδέποτε απεκάλεσε τον εαυ­τόν του Θεό αλλά μόνον Υιόν του Θεού και Μεσσία Χριστό. Αυ­τές οι ερμηνείες μπο­ρεί να είναι υπο­κει­μενικές μπορεί και να μην είναι. Δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Εμείς προς χάριν των ορθοδόξων και τα δόγματά τους κρατά­με την «ορθόδοξη» και κυριολεκτική θέση που δια­τυ­πώ­σαμε στην προη­γούμενη πα­ρά­γραφο και που νοείται περισσότερο από το περιε­χό­μενο των ανωτέρω στί­χων. Αν τώρα διάφορες χριστιανι­κές ομάδες ή αιρέσεις διαφω­νούν ως προς την ερμηνεία, κλπ., αυ­τών των χωρίων ας κάνουν καλά μόνες τους με την ανόητη, βλακώδη και αντιφατική χριστιανική θεολο­γία και Αγία Γραφή που ασπάζονται. Προς αλήθειαν αυτής της σκληρής κριτικής προσφέρομε τις παρα­κάτω σχιζοφρενικές αντι­φάσεις που προκύπ­τουν από άλλους στίχους των Ευαγγε­λί­ων. Απ’ αυτούς τους στί­χους συνά­γε­ται το συμπέ­ρασμα ότι ο Ιη­σούς Χριστός ήταν κα­τώτερος του Θεού Πα­τ­ρός (αποκαλυφθέν­τος στον Μωυσή ως Γιαχβέχ). Π. χ.

1)   Ο Πέτρος στην πρώτη και δεύτερη ομιλία του, στις Πράξεις 2: 24, 32 «τούτον τον Ιησούν ανέστησεν ο Θεός, ου πάντες ημείς εσμεν μάρτυρες.», 3: 15, 4: 10, 10: 41 λέγει ότι ο Θε­ός ανέστησε και ήγειρε τον Ιησού εκ νεκρών. Δηλαδή δεν ανέστη­θηκε αφ’ εαυ­τού του ως Θεός, αλλά ανεστήθηκε κατόπιν επενερ­γείας του Θεού. Το επαναλαμβάνει και στην Α΄ Πέτρου 1: 21. Το ίδιο ακριβώς δηλώνει και ο Παύλος στις Πράξεις 13: 32-34, 17: 3, 31, Πρός Ρωμαίους 4: 24, 8: 11, 10: 9, Πρός Γαλάτας 1: 1, Πρός Εφεσίους 1: 20, Πρός Εβραίους 11: 19, 13: 20, κλπ.
2)   Ο εκλεκτός απόστολος του Ιησού Χριστού Παύλος στην Επιστολή Πρός Ρω­μαί­ους 1: 3-4 σαφώς δηλώνει ότι ο Ιησούς έγινε εκ σπέρματος Δαυΐδ και όχι από το Άγιο Πνεύμα: «περί του υιού αυτού, του γενομένου εκ σπέρματος Δαυΐδ κατά σάρ­κα, του ορισθέντος υιού Θεού εν δυνάμει κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών, Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών,» και το επαναλαμβάνει στην Β΄ Πρός Τιμόθεον 2: 8. Αυτό έρχεται σε κατάφορη αντίφαση με το επί­σημο χριστιανικό δόγμα, τον Ματθαίον 1: 18, 20, κλπ.
3)   Όπως αφηγούνται τα κανονικά Ευαγγέλια ο Ιησούς Χριστός εβαπτίσθη από τον Ιωάννη Βαπτιστή, ενέργεια εντελώς αχρείαστη εάν ήταν ίδιος με τον Θεό.
4)   Αν ήταν ίδιος με τον Θεό, τότε τί ήθελε να προσεύχεται και να παρακαλεί τον Πατέρα όλη την ώρα, όπως αφηγούνται τα κανονικά Ευαγγέλια.
5)   Αν ήταν Θεός τότε τί ήθελε να ομιλεί συνεχώς με αλληγορίες, μεταφορές και άλλα διάφορα ακατανόητα στοιχεία και έτσι να παραμείνουν τα λόγια του ως θέματα ερμηνείας και όχι κυριολεξίας.
6)    «Πάντα μοι παρεδόθη υπό του πατρός μου· και ουδείς επιγινώσκει τον υιόν ει μη ο πατήρ, ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός και ώ εάν βούληται ο υιός απο­καλύψαι.» Ματθαίος 11: 27 και Λουκάς 10: 22.
7)    «ο δε είπεν αυτώ· τι με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός ει μη είς ο ΘεόςΜατ­θαίος 19: 17 και Μάρκος 10: 18.
8)   «...το δε καθίσαι εκ δεξιών μου και εξ ευωνύμων μου ουκ έστιν εμόν δούναι, αλλ’ οίς ητοίμασται υπό του πατρός μουΜατθαίος 20: 23, Μάρκος 10: 40.
9)   Κανείς δεν γνωρίζει την ώρα και τη στιγμή της Δευτέρας Παρουσίας, ούτε ο Υιός, παρ’ όλο που ο ίδιος ο Υιός θα παρουσιαστεί για δεύτερη φορά, παρά μόνον ο Πατήρ. Ματθαίος 24: 36, Μάρκος 13: 32, Πράξεις 1: 7.
10)                  «και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον αυτού προσευχόμε­νος και λέγων· πά­τερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» Ματθαίος 26: 39, Μάρκος 14: 35, Λουκάς 22: 43. Αυ­τά όμως έρχονται σε αντίφαση με τον Ιωάννην 18: 11 «είπεν ουν ο Ιησούς τω Πέτρω· βάλε την μά­χαιραν εις την θήκην· το ποτήριον ό δέδωκέ μοι ο πατήρ, ου μη πίω αυτό;».
11)                  «... Θεέ μου Θεέ μου, ινατί με εγκα­τέ­λι­πες;» Ματθαίος 27: 46, Μάρκος 15: 34.
12)                   «... πάτερ, εις χείράς σου παρατίθεμαι το πνεύμά μου·...» Λουκάς 23: 46.
13)                  Χρειάστηκε δύο προσπάθειες για να θεραπεύσει έναν τυφλό, η πρώτη απέ­τυ­χε. Μάρκος 8: 22-26.
14)                  Μό­νον ο Πατήρ αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα, ο Υιός δεν μπορεί να το αποσ­τείλει, Ιω­άννης 14: 26. Αλλά ο Ιωάννης έρχεται σε αντίφαση με τον εαυτόν του στον στίχο 20: 22, όπου ο ίδιος ο Χριστός ενεφύσησε και έδωσε Πνεύμα Άγιον στους ένδε­κα μαθητές του.
15)                  «... ότι ο πατήρ μου μείζων μού εστι·» Ιωάννης 14: 28.
16)                  «... ο παράκλητος... το Πνεύμα της αληθείας ό παρά του πατρός εκπο­ρεύ­ε­ται,...» Ιωάννης 15: 26.
17)                  Την εξουσία, την αποστολή και τη δόξα την έλαβε από τον Πατέρα. Ιωάννης 17: 2-5, 22.
18)                  «Ιησούν τον από Ναζαρέτ, ως έχρισεν αυτόν ο Θεός Πνεύμα­τι Αγίω και δυνά­μει, ...» Πράξεις 10: 38.
19)                  «περί του υιού αυτού, του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα, του ορισθέντος υιού Θεού εν δυνάμει κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νε­κρών, Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών,» Πρός Ρωμαίους 1: 3-4
20)                  «Μνημόνευε Ιησούν Χριστόν εγηγερμένον εκ νεκρών, εκ σπέρματος Δαυίδ, κατά το ευαγγέλιόν μου,» Β΄ Πρός Τιμόθεον 2: 8.
21)                  (Πολλοί άλλοι στίχοι στις Πράξεις των Αποστόλων και στις Επιστολές. Αναγ­ράφομε μερικούς εντός των ενταύθα κειμένων μας αλλά και μόνοι σας μπο­ρείτε να βρείτε και πολλούς άλλους.).

Μόνοι σας μπορείτε να βρείτε ακόμα περισσότερες τέτοιες αναφορές. Άντε λοιπόν να βρεί­τε άκρη μ’ αυτόν τον «θεόπνευστο» κυκε­ώνα αλ­λη­λοαν­τι­κρου­ό­μενων στίχων! Κι’ από πάνω, μερικοί διατεί­νονται ότι ο Ιησούς Χρι­στός των Ευαγ­γε­λί­ων εί­ναι ιστο­­ρικό πρό­σωπο, ενώ ιστορικές μαρτυρίες δεν υπάρχουν παρά μόνον αυτές οι αντιφατι­κές και μυθολογικές της Καινής Διαθήκης.
(Οι αντιφάσεις και παντός είδους λάθη είναι φαινόμενο συ­χνό πυκνό σ’ όλη την Βίβλο. Κάπου επτά χιλιάδες, αντιφάσεις, λάθη, κλπ. έχουν εντο­πι­στεί και κατα­γ­ραφεί στη διεθνή βιβλιογραφία. Οπότε καταλαβαίνει κα­νείς πόσο μπορεί να βα­σίζε­ται στα Ευαγ­γέλια, αλλά και σε ολόκληρη την Βίβλο, είτε σαν ιστο­ρικά κείμενα εί­τε σαν κεί­μενα πίστεως και να τα θεωρεί θεό­πνευ­στα. Στην προκει­μέ­νη περίπτωση οι Χριστιανοί θεολόγοι και απολογητές νομίζουν ότι ξεμπέρδεψαν την κατάσταση με το να αποδώσουν στον Ιησού Χριστό δύο φύσεις ή δύο θελήσεις. Την ανθρώπινη και την θεϊκή. Οπό­τε όταν ο Ιησούς συμ­πε­ριφέρεται ή ομιλεί κατά τρόπον ανάρμοστο προς την θεό­τητα, τότε είναι άνθρωπος, αλ­λιώς είναι θεός. Είδατε τί ωραία που βρή­κανε τη λύση;! Τέ­τοιες λύσεις που δεν είναι ελέγξιμες μπο­ρεί ο καθένας να βρει όσες του κατέβουν στη ξερή... Αλλά δεν είναι δική μας δουλειά και ούτε μας ενδιαφέρει να «ξεμπερδέψομε» τις χριστιανικές θεόπνευστες αντιφάσεις, ανοησίες, απάτες, μηχα­νορραφίες, κλπ., τις οποίες ούτε το άγιο πνεύμα μπορεί να ξεμπερδέψει!).
Οι περισσότεροι Χριστιανοί πιστοί ισχυ­ρί­ζον­ται ότι τα τέσσερα κανονικά Ευ­αγ­γέ­λια εγράφησαν από μαθητές του Ιησού Χριστού και από μαθητές των μαθητών. Αυτή είναι η επίσημη θέση και το μό­νιμο δόγμα της εκ­κλησίας μα­ζί με το ότι οι συγ­γραφείς ήταν εμπνευσμένοι από το Άγιο Πνεύ­μα (θε­ό­πνευ­στοι). Όμως όλοι οι επι­στή­μονες και ακόμα πολλοί Χριστιανοί θεολόγοι ομο­λο­γούν ότι τα Ευ­αγ­γέλια εγράφησαν πολύ καιρό μετά τον θάνατο του υποτιθεμένου Χρι­στού και από αγνώ­στους συγγρα­φείς. Τα ονόματα των συγγραφέων που φέρουν δεν είναι τα ονό­ματα των πραγματι­κών συγγραφέων και διά τούτο είναι ψευδεπίγραφα κείμενα. Οι δια­φορε­τι­κές, απο­κ­λίνουσες, αντιφατικές, λανθασμένες και ασυμβίβαστες αφηγήσεις που πε­ριέ­χουν απο­δεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτά δεν είναι δυνατόν να είναι γραμ­μέ­να από θεόπνευστους μαθητές και αυτόπτες μάρτυρες, όπως ο Ματθαίος και ο Ιω­άννης.
 Όπως λέγει Ευσέβιος, ο Παπίας άκουσε από κάποι­ον Ιω­άννη Πρε­σβύτερο ότι ο Μάρκος έγ­ραψε όπως μπορούσε από μνήμης όσα άκουσε από τον Πέτρο περί του Κυ­ρίου και ο Ματθαίος έγραψε στα Αραμαϊκά λόγια του Κυρίου. Ο Λου­κάς, όπως άλλοι λέ­νε, ήταν μαθητής του αποστόλου Παύλου και έγραψε ό,τι άκουσε από άλ­λους. Αλ­λά αυτή μαρτυρία του Ευσεβίου μας λέγει καθαρά ότι ο Παπίας άκουσε μό­νο και συ­νε­πώς ούτε ο ίδιος ούτε ο Πρεσβύτερος είχαν αντίγραφα αυτών των κει­μέ­νων, πράγμα εξαιρετικά ενδεικτικό για την μη ύπαρξη των γραπτών κειμένων των κα­νονικών Ευαγγελί­ων κατά τα έτη του Παπία (μέσα 2ου αιώνος). Δεν υπάρχει καμία έν­δειξη ότι ο Ιωάννης Πρεσβύτερος ήταν ο μαθητής Ιω­άννης, όπως ισχυρί­ζον­ται μερι­κοί. Ακόμα το Ευαγ­γέλιο του Ματθαίου ως έχει σήμε­ρα γράφ­τη­κε στα Ελλη­νικά και επομένως δεν μπο­ρεί να έχει σχέση με κά­ποια Αρα­μαϊκή συλ­λογή Κυριακών λογίων!
Αν ο Μάρκος έγραψε πράγματι αυτά που του είπε ο Πέτρος, τότε είναι πάρα πολύ περίεργο το ότι ξέχασε να μας αναφέρει ότι ο ίδιος ο Ιησού έδωσε την πρωτοκα­θεδ­ρία στον Πέτ­ρο, τον έκανε θεμελιωτή της εκκλησίας του και του έδωσε τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, κατά την ομολογία του Μάρκος 8: 27-30, πράγματα που ο Ματθαίος τα θυμόταν και τα αναγράφει σαφώς, Ματθαίος 16: 13-20!
Τα Ευαγγέλια αυτά εμφανίζονται για πρώ­τη φο­ρά ως περιεχόμενο και με τους τί­τλους που φέρουν στα γραπτά του Ειρηναίου, επισκό­που Λυώνος, κατά το έτος 185 Κ. Ε., ο οποίος και εσύστησε στο εξής να είναι τα μόνα κα­νονικά Ευαγ­γέλια. Όμως και αυ­τός έγραψε: «Το κατά... Ευαγγέλιον» και όχι «Το Ευ­αγγέλιον του...» ή «Το Ευ­αγγέλιον γραμμένο από τον...». Σε κανένα Ευ­αγ­γέ­λιο δεν αποκαλύπτει ο συγγραφέας το όνομά του ούτε κάτι από τη βιογραφία του, όπως θα έπρεπε να κάνει εάν επρό­κει­το να γράψει Ιστορία. Πριν τον Ειρηναίο, κα­νέ­νας συγ­γρα­φέας δεν τα γνωρίζει ούτε τα αναφέρει ως έχουν, όπως π.χ. οι απολο­γητές: Αριστείδης, Κοδράτος, και Ιου­στί­νος ο Μάρτυρας. ο επί­σκοπος Ιεραπόλεως Παπίας. ο πρώτος ιστορι­κός της εκκλησίας ο Εβραίος Ηγήσιππος. ού­τε και ο αρχιαι­ρεσιάρχης Μαρκίων του Πόν­του ο οποίος και επρότει­νε τον πρώτο κα­νό­να της Και­νής Διαθήκης κατά τη δεκαετία 135-145 Κ.Ε., άσχετα αν η εκκλησία της Ρώμης τον απέρριψε. Τα πιο παλαιά χει­ρό­γρα­φα και κώ­δι­κες που υπάρ­χουν σήμερα φτά­νουν μέ­χρι το έτος 350 Κ.Ε.. Κατά τα έτη 325-330+ Κ. Ε. ο αυτοκρά­τορας Κων­σταντίνος διέταξε τα τέσσερα κα­νονικά Ευαγγέλια να ξαναγ­ραφούν και να ανα­δημο­σιευτούν υπό τη γενική επιμέ­λεια του απατεωνίσκου δήθεν ις­το­ρι­κού της εκκλη­σίας Ευσε­βίου Καισα­ρεί­ας, τα δε αρχικά κείμενά των να καταστ­ρα­φούν σε ολόκληρη τη Ρω­μαϊκή Αυτο­κρα­τορία. Ο Ευσέβιος έκανε τότε πολλές αναπροσαρμογές και προσθαφαιρέσεις. Έτσι τα τέσ­σερα κανονικά Ευαγγέλια ήταν πάν­το­τε κείμενα πίστε­ως και έχουν επαναγραφεί και προσαρμοστεί πολλές φο­ρές σύμφωνα με τις διάφορες κατά καιρούς ανάγκες... Γι’ αυτό δεν έχουν απολύτως κα­μία ιστορική αξία.
Μια προσεκτική συγκριτική μελέτη των Ευαγγελίων και των Επιστολών του Παύ­­λου αποδεικνύει ότι ο Ιησούς των Ευαγγελίων αποκλείεται να υπήρχε. Οι αντιφά­σεις, τα λά­θη και τα παράλογα στοι­χεία που περιέχουν το αποδεικνύουν πλήρως. Δεν είναι δυνα­τόν όλες αυτές οι αντιφάσεις να ισχύουν για ένα πραγματικό άτομο, ούτε τα διάφορα τε­ρατουργήματά του να μην τα έχει σημειώσει ο Παύλος. Είναι όμως πι­θανόν, κάποιος πραγ­ματικός «Ιη­σούς» να υπήρχε πίσω από τον μυθολογικό Ιησού των Ευαγγελίων και του Παύ­λου. Αυ­τός, βεβαίως, πρέπει να ήταν εντελώς ασήμαντος διότι δεν τον παρα­τή­ρη­σε κανείς ανεξάρτητος και αμερόληπτος ιστορικός, συγγρα­φέ­ας, πολιτικός, ραβίνος, κλπ. της εποχής του. Αλλά ακόμα και ένα τέτοιο ασήμαντο πρόσωπο δεν έχει αποδει­χ­θεί ιστορικά ότι υπήρξε ποτέ. Από ό,τι στοιχεία έχομε στα χέρια μας φαί­νεται εντελώς απίθανο να προ­κύ­ψουν περισ­σό­τερα στοιχεία με τα οποία να μπορούμε να αποδείξομε κάτι τέτοιο στο μέλλον. [3]

[Υποσημείωση 3: Εδώ παραθέτομε την εξής σημαντικότατη ιστορική πληρο­φο­ρία. Και να υποθέσο­με ότι πραγμα­τικά υπήρχε κάποιος Ιησούς πίσω απ’ όλα αυτά που μυ­θο­λογούν τα Ευαγ­γέλια τό­τε πρέ­πει να ήταν εντελώς ασήμαντος διότι είναι πρόσωπο της εσωτερικής χρι­στιανικής μυθολογίας και δεν το αναφέρει κανείς ιστο­ρι­κός, συγ­γραφέας, πολιτικός, ρα­βίνος, κρατικό αρχείο της εποχής του, όχι μόνον εξ όσων γνω­ρίζομε σή­μερα αλλά στο έργο του Κατά Γαλι­λαίων (Loeb Classical Library, Τόμος ΙΙΙ, σελίδες 376-377) ο αυτο­κρά­τορας Ιουλιανός κάνει την εξής μεγάλης ισ­το­ρικής σημασίας δήλωση: «... ών [εκ τών ανδρών, Ιησούς Παύλος, κά. τούς οποίους ανα­φέ­ρει αμέσως πριν] είς εάν φανή τών τη­νι­καύτα γνω­ρι­ζο­μέ­νων επιμνησθείς ―επί Τι­βε­ρίου γάρ ήτοι Κλαυδίου ταύτα εγίνε­το―, περί πάν­των ότι ψεύδομαι νομί­ζε­τε.». (Αλλά εάν μπο­ρείτε να μου δείξετε ότι εξ’ αυτών των ανδρών [Ιησούς Παύλος, κά.] έσ­τω και ένας αναφέρεται από τους γνωστούς συγγρα­φείς του καιρού εκείνου, ―διό­τι αυτά τα συμ­βάντα έγιναν κατά την βασιλεία του Τιβε­ρί­ου ή του Κλαυδίου,― τότε έχετε το δικαίωμα να νομίζετε ότι ψεύδομαι περί πάντων των πραγ­μά­των.). Αυ­τά τα γράφει ο Μέγας Ιουλιανός ο οποίος ήταν ακέ­ραιος χαρακτήρας και ως αυ­το­κρά­το­ρας είχε στη διάθε­σή του όλα τα κρατικά αρχεία και τις πηγές. Επο­μέ­νως ο Ιη­σούς ΔΕΝ είναι εξ ορι­σμού ιστορικό πρόσωπο, διότι ιστορικά πρόσωπα είναι όσα ρητώς αναφέ­ρονται στις κατάλληλες πη­γές.]

Ο Chesterton λοιπόν διατύπωσε αυτό το επιχείρημα, διότι είχε ως αξίωμα: «Ό,τι γρά­­φουν τα Ευαγγέλια, και οι Γραφές γενικότερα, είναι η υπέρτατη και απαρά­βατη αλή­θεια». Όπως και ο Pascal, δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψη του τα σοβαρά λάθη, τις αμέ­τρη­τες και αγε­φύ­ρωτες αντιφάσεις, τους παραλογισμούς, τις ανοησίες, κλπ. των γρα­φών, πράγ­μα­­τα που καταρρίπτουν τη θεοπνευστία, την αξιοπιστία και κάθε ιστορική βα­σιμό­τη­τά τους. Έτσι δεν του πέρασε από το μυαλό η δυνατό­τητα ότι αυτά που γράφουν Ευαγ­γέ­λια είναι πα­ρα­δόσεις και παραμυθολογήμα­τα και όχι ιστορικά ντο­κουμέντα. Δεν του πέ­ρα­σε από το μυ­α­λό ότι οι στί­χοι τους οποίους επι­κα­λέ­σθη ου­δέποτε ελέχ­θησαν από κά­­ποι­ον υπαρκτό ή ανύ­παρκτο Ιησού, αλ­λά είναι εφ­ευ­ρή­μα­τα εσχατολόγων μεσσια­νι­στών και Χριστιανών συγ­γρα­φέων απα­τε­ώ­νων, οι οποί­οι τους έβαλαν στο στόμα του. Ού­­τε ότι κάποιοι εδημι­ούρ­γησαν πλαστά πά­θη και μια ψευ­δή ανάσταση για να ικανοποι­ή­σουν δήθεν προφη­τεί­ες από φρικτές παρερμηνείες ή επίτηδες διαστρεβλώσεις αποκομμένων χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης και να θεο­ποι­ή­σουν εκ των υστέ­ρων κά­ποι­ον υπαρκτό ή μυ­θο­λογικό άνδρα. Ιδίως κατά τη συγκε­κρι­μέ­νη και ιδιαίτερη ιστο­ρική εποχή, οι αποκα­λυ­πτικές, μεσσι­α­νικές και εσχατολο­γι­κές αι­ρέ­σεις, τις οποίες πα­ρα­κάμ­πτομε εδώ, ήταν αμέ­τρη­τες.
 Κατά την ιστορική εποχή του υποτιθεμένου Ιησού υπήρξαν πάρα πολλοί που αυ­το­­βαπτίσθηκαν Μεσσίες. Ο Ιώσηπος μας αναφέρει κα­μιά δεκαπενταριά από δαύ­τους. Δεν έφτασαν βεβαίως στο σημείο να μας πουν ότι ήσαν θεοί, αλλά απλώς απε­σ­ταλ­μένοι και χρισμένοι του Θεού (Μεσσίες), οι οποίοι τελικά βρήκαν τραγικό θά­νατο από τους Ρω­μαί­ους. Μερικοί μπορεί να ήταν ψεύτες και απατεώνες και να εξα­πά­τη­σαν πολύ κό­σμο (π.χ. ένας Σαμαρείτης, ένας Αιγύπτιος, ο Θευδάς, κ.ά.), αλλά με­ρι­κούς τους πίστεψε πραγ­μα­τικά το Ιουδαϊκό ιερα­τείο και πολύς λαός. Οι Ρωμαίοι τ­ρό­μαζαν από και ανησυ­χού­σαν με αυτά που διακή­ρυτταν για πολλούς λόγους. Ένας τέ­τοιος τύπος, π.χ., ήταν ο Ιη­σούς υιός του Ανανία (Ιώ­σηπος, Ιουδαϊκός Πόλεμος 6: 304), ο οποίος προφήτευσε την πτώση και την κα­τα­στρο­φή της Ιερουσαλήμ, έπα­θε πολλά βα­σα­νιστήρια και θα­νατώ­θη­κε από τους Ρω­μαί­ους. Αργό­τερα κατά τα έτη της δεύτερης επανάστασης, 132-135 Κ.Ε., έχομε τον γνωστό Συμεών Μπαρ Κοσίμπαχ. Άλ­λοι πάλι λό­γω θρη­σκευ­τι­κού και εθνι­κι­στικού φα­νατισμού μπορεί να επί­στευαν πραγ­ματικά ότι ήσαν Μεσ­σί­ες του Θεού. Τώρα, αυτοί πώς πρέπει να θε­ω­ρη­θούν; ψεύτες ή τρελοί; Η θρη­σκευ­τι­κή πί­στη και ο φα­νατισμός δεν αφή­νει πε­ριθώρια να δι­ακρίνεις την αλήθεια από το ψέμα, ούτε τη νουν­έ­χεια από την τρέλα. Σημα­σία όμως έχει το γεγονός ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα όλοι αυτοί πλήρωσαν, είτε το ψέ­μα τους, είτε την τρέλα τους, είτε την πραγματική φα­νατική τους πίστη με βασανι­σ­τή­ρια και τη ζωή τους την ίδια. Είτε μετανόη­σαν είτε όχι κατά την ανάκρισή τους, τα καμώματά τους εκρίθησαν εγκληματικά και τα πλήρωσαν με τη ίδια τη ζωή τους, αν­ε­ξάρτητα αν ήταν ψεύτες, τρελοί ή τυφλωμένοι από την πίστη τους. Ο σκληρός νό­μος της εποχής εκεί­νης, η Ρωμαϊκή κυριαρχία και η Ιουδαϊκή ορθοδοξία, έκαστοι για τους λόγους των, δεν αναγνώριζαν τέτοια ελα­φρυντικά. Κατά το επιχείρημα του Che­ster­ton, αυτοί πρέ­πει να ήταν ψεύτες ή τρελοί αφού έκαστος εξ αυτών δεν ήταν ο πραγ­ματικός Ιησούς Χριστός. Ποιος μπο­ρεί λοι­πόν να μας αποκλείσει ότι ένας σαν κι’ αυ­τούς ήταν και ο Ιη­σούς που ίσως (και πάλι ίσως) υπάρχει πίσω από Ευαγγέ­λια;
Αλλά για να εξετάσομε λεπτομερέστερα, πάντα σύμ­φωνα με το επιχείρημα τού Chesterton, αν τα γραπτά των Ευαγγελίων είναι ικανά να αποδείξουν ότι ο Ιη­σούς τον οποίον προβάλλουν δεν μπορούσε να ήταν τρελός ή ψεύτης. Τουλάχιστον για τους άμεσα συγ­γενείς του, στις περιπτώσεις που τα ίδια τα Ευ­αγ­γέλια ομο­λο­γούν, ήταν και τρε­λός και ψεύτης και αγενής. Ας αναφέρομε τους στίχους αυτούς και ‘σεις εξετάσετέ τους προσεκτικά.

(1)     Τα Ευαγγέλια αναφέρουν πολλές πε­ρι­­πτώ­σεις που οι δικοί του άν­θρωποι, η μάν­α και τα αδέλ­φια του, είχαν αμ­φι­βο­λίες γι’ αυτόν, δεν επί­στευ­αν σ’ αυ­τόν ή τον θε­ώ­ρη­σαν τρελό (Ματθαίος 12: 46-50, Μάρκος 3: 21 «καί ακούσαν­τες οι παρ’ αυτού εξήλ­θον κρατήσαι αυτόν· έλεγον γάρ ότι εξέστη», 31-35, Λο­υ­κάς 2: 48-49, 8: 19-21, Ιω­άν­νης 7: 5 «ουδέ γάρ οι αδελφοί αυτού επί­στευον εις αυ­τόν.», κλπ.). Αυτό είναι ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτον διά την μάνα και τα αδέλ­φια του, καθ’ ότι η μάνα του εί­χε την συγ­κλο­νιστική εμπειρία του Ευαγ­γε­λι­σ­μού (Λουκάς 1: 26-38), κατά την οποία ο άγγελος την ενη­μέρωσε καλώς για το πως και το ποιος ήταν αυτός που επρόκειτο να γεννήσει, και την εμπειρία του πρώτου θαύμα­τος στον γάμο της Κανά (Ιωάννης 2: 1-11). Αυτή πάλι με τη σειρά της πρέπει να εν­ημέρωσε τα αδέλ­φια του Ιησού και τον γέ­ρον­τα Ιωσήφ για όλα αυτά τα συγκ­λο­νι­στι­κά «συμβάντα» (βλέπε και Ματ­θαίος 1: 20)!
(2)     Είχε μια συνεχή εμμονή με τα δαιμόνια, τον σατανά και τον Βεελζεβούλ. Μας ανα­κοινώνει ότι οι αρρώστιες είναι έργα των δαιμονίων. Οι υψηλά ιστάμενοι Ιου­δαίοι και πολύς λαός πολλές φορές τον θεώρησαν δαιμονισμένο! Ματ­θαίος 4: 11, 7: 22, 8: 28-34, 9: 34, 10: 25, 12: 26, 43-45, 17: 14-21, Μάρ­κος 1: 21-25, 2: 4, 3: 22, 4: 14, 5: 1-20, 7: 30, 9: 17-29, Λουκάς 4: 31-41, 8: 26-39, 11: 15-19, 24-26, 13: 16, 22: 3, Ιωάννης 7: 20, 8: 52, 10, 20, κλπ.
(3)     Να μερικοί ακόμα στίχοι των Ευαγγελίων. Ματθαίος 8: 21-22 «Έτερος δε των μα­θητών αυτού είπεν αυτώ· Κύριε, επίτρεψόν μοι πρώτον απελθείν και θά­ψαι τον πατέρα μου. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ· ακολούθει μοι, και άφες τους νεκ­ρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς.», βλέπε και Λουκάς 9: 59-60. Ματθαίος 10: 34-36 «Μη νομί­ση­τε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρή­νην, αλλά μάχαι­ραν. ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυ­γα­τέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής· και εχ­θροί του ανθρώ­που οι οικιακοί αυτού.», βλέπε και Λουκάς 12: 49-53. Λουκάς 14: 26 «ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι.». Τέτοιοι τρελοί στίχοι υπάρ­χουν ακόμα πολλοί, αλλά δεν τους παραθέτομε όλους. Αυτοί νομίζω φτά­νουν.
(4)     Στον Ιωάν­νη 2: 4, βλέπομε την αγενή συμ­πε­ρι­φορά του Ιησού προς τη μάνα του κατά τον γάμο στην Κανά: «λέγει αυτή ο Ιησούς· τί εμοί καί σοί, γύναι; ού­πω ήκει η ώρα μου.». (Δηλαδή: «λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· τί υπάρχει μεταξύ εμού και σού, γυ­ναίκα; η ώρα μου δεν ήλθε ακόμα.». Η φράση «τί εμοί καί σοί» οπουδήποτε αλλού αναφέρεται στην Βίβλο υπονοεί απαρχή εχθρικών διαθέσεων και διαπληκτισμών! Βλέπε π. χ. Λουκάς 8: 27 και άλλα επτά σημεία της Παλαι­άς Διαθήκης.). Ανάλογα πράγματα βλέπομε και στον Λουκά 2: 48-51, όταν δω­δεκαετής ων επισκέφτηκε τον Ναό του Σολομώντος. Πως σ’ αυτό το επεισόδιο η μάνα του είχε ξε­χάσει την επεξή­γηση του αγγέλου κατά τον Ευαγγελισμό της είναι άξιον απορίας. Βλέπε και Ματθαίος 8: 21-22, 10: 36, 12: 46-50, 19: 29, Μάρκος 3: 31-35, 10: 29-30, Λου­κάς 2: 19, 48-51, 8: 20 περί οικογενειακών σχέσεων και περί του πόσον ανεγνώριζε την μάνα και τα αδέλφιά του. (Απ’ αυ­τά τα επεισόδια, καθώς και κατά πόσον τα αδέλφια και η μάνα του επίσευαν σ’ αυτόν, Ματθαίος 12: 46-50, Μάρκος 3: 21 «καί ακούσαν­τες οι παρ’ αυτού εξ­ήλ­θον κρατήσαι αυτόν· έλεγον γάρ ότι εξέστη», 31-35, Λο­υ­κάς 2: 48-49, 8: 19-21, Ιω­άν­νης 7: 5 «ουδέ γάρ οι αδελφοί αυτού επί­στευον εις αυ­τόν.», κλπ., κα­θίσταται προφανές ότι ο Ευαγγελισμός δεν έγινε ποτέ. Αυτός είναι μια πολύ υστερόχρο­νη παραμυθολογία και προσθήκη μόνο στο Κατά Λουκάν Ευαγ­γέλιον.).
(5)     Πολλές φορές μιλά στους μαθητές του και σε πλήθη, αλλά αυτοί δεν καταλα­βαί­νουν τι θέλει να τους πει (Ματθαίος 13: 10-13, 34, 16: 11, Μάρ­κος 4: 11-12, 8: 21, 9: 32, Λουκάς 2: 50, 8: 10, 9: 45, Ιωάννης 8: 24, 10: 6, 12: 16, 14: 1-11, 16: 17-19, κλπ.). Στα πλή­θη ειδικά μιλάει με ακαταλαβίστικες παραβολές επίτη­δες για να μην τον κατα­­λα­βαί­νουν, όπως ομολογεί και ο ίδιος. Είναι άραγε αυτό χα­ρακτη­ρι­στι­κό θεϊκής ιδιότητος και ει­λι­κ­ρι­νούς σο­φίας;
(6)     Οι μαθητές αν και αυτόπτες μάρτυρες τόσων φοβερών θαυμάτων δεν καταλα­βαίνουν τίποτα, ούτε με ποιον έχουν να κάνουν, παρ’ όλον ότι ο Πέτρος τον είχε ομολογήσει ως τον Μεσσίαχ Χριστό Υιόν του Θεού του ζών­τος Ματ­θαίος 16: 13-20, Μάρκος 8: 27-30, Λουκάς 9: 18-21. Συνεχώς αμφι­βάλ­λουν και δυ­σπισ­τούν γι’ αυ­τόν (Ματθαίος 28: 17, Μάρκος 16: 14, Λου­­κάς 24: 37, 41, Ιωάννης 20: 25, Πράξεις 1: 6-7, κλπ.). Πολ­λές φορές τους εί­χε εξη­γή­σει τα πά­θη που τον περί­με­ναν και την ανά­στασή του μετά από τρεις μέ­ρες, οπό­τε ήξεραν πο­λύ καλά τί επρό­κει­το να του συμβεί (Ματθαίος 16: 21-23, 17: 9, 12, 22-23, 20: 17-19, Μάρ­κος 8: 31-33, 9: 9, 12, 10: 32-34, Λουκάς 9: 22, 44, 17: 25, 18: 31-33, 22: 15, 24: 44-47, Ιωάννης 3: 14, κλπ.). Εντοσού­τω αυτοί δυ­σπι­στούν και αμ­φι­βά­λουν ακόμα και όταν τον εί­δανε ανα­στη­μένο, όπως υπο­­τί­θε­ται. Είναι εντυπωσι­ακές οι μαρτυρίες των Ευαγ­γε­λίων για τις μη ανα­γνω­ρί­σεις του αναστηθέντος Ιησού και η δυσπιστία που κα­τατρέχει τους μα­θητές του. (Ή αυτοί πρέπει να ήταν υπερβολικά ηλίθιοι ή αυτά που γράφει η Καινή Διαθήκη είναι ψέματα και ηλιθιότητες. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει! Διαλέχτε την εκδοχή που προτιμάτε. Ίδια ζημιά ή έτσι ή αλλιώς!).
(7)     Ο Ιησούς Χριστός, ενώ υποτίθεται πως είναι θεός, πολλές φορές αποφεύγει να δώσει ευθείς και σαφείς απαν­τήσεις και καταφεύγει σε ανθρώπινα δικολαβίστι­κα τε­χ­νάσματα. Π. χ: Ματθαίος 21: 23-27 «Και ελθόντι αυτώ εις το ιερόν προ­σ­ήλθον αυ­τώ διδάσ­κοντι οι αρ­χιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού λέγοντες· εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς, και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην; αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν αυ­τοίς· ερωτήσω υμάς καγώ λόγον ένα, ον εάν είητέ μοι, καγώ υμίν ερώ εν ποία εξουσία ταύ­τα ποιώ. το βάπτισμα Ιωάν­νου πόθεν ην, εξ ουρανού ή εξ ανθρώ­πων; οι δε διελογί­ζοντο παρ' εαυτοίς λέγον­τες· εάν είπωμεν, εξ ου­ρα­νού, ερεί ημίν, δια­τί ουν ουκ επιστεύσατε αυτώ· εάν δε είπω­μεν, εξ ανθρώπων, φοβούμε­θα τον όχ­λον, πάντες γαρ έχουσι τον Ιωάννην ως προφή­την. και αποκ­ρι­θέντες τω Ιησού είπον· ουκ οίδα­μεν. έφη αυτοίς και αυτός· ουδέ εγώ λέγω υμίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ.» Δηλαδή τους λέγει: «Αφού δεν μου απαν­τά­τε ‘σείς δεν σας απαντώ και ‘γω.», ενώ αυτοί είχαν προηγηθεί με ερώτη­ση και συνεπώς αυτός όφειλε να απαντήσει πρώτος. Όμως απέ­φυγε, λες και θα πάθαινε τίποτα αν διαφώτιζε ευθέως τον πονηρό κόσμο ακόμα και αν αυτοί αρ­νιόταν να δώσουν απάντηση στην εκ δευτέ­ρου τεθείσα ερώτη­σή του! Δεν προ­σ­πα­θεί ως θεός να διαφωτίσει τον αδαή, αδύναμο έστω και πονηρό κόσμο, αλλά προσπα­θεί διά δήθεν τεχνάσματος «να τους την φέ­ρει», όπως λαϊκίστικα λέμε. Προσπα­θεί να αποφύγει την απάν­τηση της τεθείσας αρχικής ερωτήσεως βρίσκοντας βο­λικό το γεγονός ότι  οι αρχιε­ρείς και οι πρε­σβύτεροι του λαού εφο­βούντο τον όχλον! Αυτά είναι πράγ­ματα εντελώς αν­άρ­μοστα προς το θείο και έναν θεό που ήλ­θε για να μας αποκαλείψει την αλήθεια και τον σκοπό του! Για το ίδιο, εκφο­βιστικό και εσχα­τολογικό πνεύ­μα βλέπε και: Μάρκος 11: 27-33, με το ίδιο θέ­μα, και Ματθαίος 13: 24-42, η ανήθι­κη, εκφοβιστική και εσχατολογική παραβολή των ζιζανίων. Με­λετήσετέ την και απολαύσετέ την. Κλπ.

Ύστερα απ’ όλα αυτά ποιος μπο­ρεί να απο­κλείσει ότι ο Ιησούς είχε ξε­κοπεί τόσο πο­λύ από την πραγ­ματι­κό­τη­τα ώστε ο ίδιος να πί­στευε αλη­θι­νά πως από υι­ός ανθ­ρώ­που, έγινε υιός Θε­­ού και τελικά κα­τέληξε ίσος με τον Θεό; Τί να ση­μαί­νουν όλες αυτές και πολλές άλλες μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης;! Η τρέλα δεν απο­κλεί­ε­ται καθόλου είτε από τον Ιησού, αν όντως αυτός ο ίδιος είπε τέτοια πράγματα, εί­τε απ’ αυτούς που έγραψαν τέτοια λόγια και τα έβαλαν στο στόμα του αρχηγού τους και έτσι προρτάροντας έναν τρελό αρχηγό.
 Ο ίδιος ο Ιησούς πολύ συχνά φάσκει και αντιφάσκει με όλες σχεδόν τις εν­το­λές του και τα θέματα της διδασκαλίας του. Γενικώς, βλέπομε μια αντιφα­τι­κή συμπε­ριφορά συνεχώς που καταντά σχιζοφρενική. Εκτός των όσων έχομε ήδη αναφέρει θα ανα­φέ­ρομε ακόμα ολίγα παραδείγματα παρακάτω. Όλα τα παρα­δείγ­μα­τα αυτού του αντι­φα­τικού είδους είναι πάρα πολλά για να τα καταγράψομε εδώ. Θα ανα­φέρομε μόνο ολίγα. Όλα τα πε­ριστα­τικά αντιφατικής συμ­περιφοράς του Ιησού είναι πάρα πολλά και έχουν εκτεθεί σε εκα­τοντάδες βιβλία της παγ­κοσμίου βιβλι­ο­γραφίας. Έχουν καταντήσει συχνό-πυ­κ­νό θέμα των απομυθοποιητών του Χριστιανισμού. Μπο­ρείτε όμως και ‘σεις να τα βρεί­τε μόνοι σας με μια καλή μελέτη των Ευ­αγ­γελίων. Στο Ελληνικό βιβλίο: Οι Αντι­φάσεις της Και­νής Διαθήκης, Θωμάς Μάρας, Εκ­δόσεις Δί­β­ρης ή Σμυ­ρνιώτη, μετα­ξύ πολλών αντι­φάσεων, εκτίθενται πολλά τέτοια πα­ρα­δείγ­μα­τα. Σημειωτέον ότι αυτό το βιβλίο απέ­χει πολύ από το να εξαντλήσει όλες τις αντιφά­σεις όχι μόνον της ολόκληρης της Και­νής Δια­θήκης αλλά έστω των Ευαγ­γε­λίων και ιδιαιτέρως του ιδίου του Ιησού. Εδώ αναφέ­ρο­με τα εξής ολίγα παραδείγ­μα­τα:

1.    Στην «Επί του Όρους Ομιλία» Ματ­θαί­ος 5: 38-47 λέγει: «Ηκούσατε ότι ερ­ρέ­θη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος· Εγώ δε λέγω υμίν μη αν­τι­στήναι τω πονηρω· αλλ’ όστις σε ρα­πί­σει επί την δεξιάν σια­γόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κρι­θήναι και τον χιτώνά σου λα­βείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· και όστις σε αγγαρεύσει μίλιον εν, ύπ­αγε μετ’ αυτού δύο· τω αιτούντί σε δίδου και τον θέλοντα από σου δα­νεί­σα­σ­θαι μη αποστρα­φής. ’Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπή­σεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχ­θ­ρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους κα­τα­ρω­μένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προ­σεύχεσθε υπέρ των επηρεα­ζόντων υμάς και διω­κόντων υμάς. όπως γέ­νησ­θε υιοί του πα­τρός υμών του εν ουρα­νοίς, ότι τον ήλιον αυ­τού ανατέλλει επί πονηρούς και αγα­θούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. εάν γαρ αγα­πήση­τε τους αγα­πώντας υμάς, τίνα μισθόν έχε­τε; ουχί και οι τελώναι το αυτό ποι­ούσι; και εάν ασπάσησθε τους φίλους υμών μόνον, τι περισσόν ποιείτε; ουχί και οι τε­λώναι ούτω ποιούσιν;». Βλέ­πε και Λου­κάς 6: 27-29, 35. (Τα ίδια περί­που λέει και ο Παύλος στην Πρός Ρω­μαίους 12: 14, 17-21.). Πλην όμως στον Ματθαίον 10: 14-15 (και Μάρκον 6: 11, Λου­κάν 9: 5, 10: 11-12, κ. α.) λέ­γει: «και ός εάν μη δέξηται υμάς μη­δέ ακού­ση τους λό­γους υμών, εξερχό­με­νοι έξω της οικίας ή της πό­λε­ως εκείνης εκ­τινάξατε τον κονι­ορ­τόν των ποδών υμών. αμήν λέ­γω υμίν, ανε­κ­τό­τε­ρον έσται γη Σο­δόμων και Γομόρρας εν ημέ­ρα κρίσεως ή τη πόλει εκεί­νη..». Την παραβολή των δέκα μνών στον Λουκά 19: 11-27, ο ίδιος ο Ιησούς την τε­λειώνει με τον εξής στίχο: «πλήν τους εχ­θ­ρούς μου εκείνους, τους μη θελή­σαντάς με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγε­τε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμ­προσθέν μου.». Αυ­τά τα λόγια τα βάζει ο Ιησούς στο στόμα κάποιου βασιλιά, διά του οποίου υπονοεί τον εαυτόν του, τον οποίον πολλοί υπήκοοί του για πολλούς σοβαρούς λό­γους που με χιούμορ και θράσος τους αναφέρει εντός της παραβολής, δεν τον θέλα­νε για βασιλιά τους. Έχομε πολλά τέτοια παρα­δείγματα παντού. Δη­λα­δή εδώ βλέπομε κα­τά­ρα, εκδίκηση και έσχατη τιμωρία. Π. χ. Βλέπε: Ματθαίος 21: 44, 22: 7, 25: 29-30, κλπ. Πού πήγε τώρα η ανεπι­φύλακτη αγάπη και συγχώρεση προς τους εχ­θρούς; Πού;
2.    Ειρηνοποιός ναί ή όχι. Ματθαίος 5: 9 «μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται.», Λουκάς 14: 2, Ματθαίος 10: 34-37 «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ει­ρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. ήλθον γαρ δι­χάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πεν­θε­ράς αυτής· και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυ­τού. Ο φιλών πατέρα ή μητέ­ρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος· και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος·», και Λουκάς 12: 49. Κλπ.
3.    Αγα­πούσε τα μικρά παιδιά, αλλά υπεραμυνόταν της παρθενίας ως υψηλοτά­του ιδα­νικού. Απέκοψε έτσι τις ρί­­ζες του έρω­τα που είναι η βάση των σχέσε­ων των δύο φύλων, της οι­κογενειακής ζωής και αγά­πης. Βλέπε και το προη­γούμενο. Κλπ.
4.    Ο ίδιος περιφρο­νούσε τη μάνα και τα αδέλφια του, όπως έχομε ήδη δει, και πί­στευε ότι θα τιμωρη­θούν αιωνίως όλοι όσοι έχουν ασθενή θέ­λη­­ση...
5.    Επαναστάτης ναι ή όχι: Λουκάς 12: 49 «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην, και τι θέ­λω ει ήδη ανήφθη!». Ματθαίος 22: 21 «... τότε λέει αυτοίς· απόδοτε ουν τα Καίσα­ρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ.». Κλπ.
6.    Για το Ισραήλ ή για τα έθνη: Ματθαίος 10: 5-6 «Τούτους τους δώδεκα απέσ­τειλεν ο Ιησούς παραγγείλας αυ­τοίς λέγων· εις οδόν εθνών μη απέλθητε και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλ­θητε· πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ.», 15: 24-27, Μάρκος 7: 26-27. Αλλά μετά έχομε: Ματ­θαί­ος 28: 19-20 «πο­ρευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδά­σ­κοντες αυ­τούς τηρείν πάν­τα όσα ενετειλάμην υμίν·», Μάρκος 13: 10 «και εις πάντα τα έθνη δεί πρώτον κηρυχθήναι το ευαγγέ­λι­ον.», Λουκάς 24: 47. Κλπ. Βρείτε την άκρη μόνοι σας αν μπορείτε....
7.    Συμμετείχε στον γάμο στην Κανά, όπου έκανε το νερό κρασί αρίστης ποι­ό­τη­τας για να μεθύσουν οι πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι και αλλού συνεστίαζε μετά τελωνών και πορνών. Όμως μας συμβου­λεύει να ζούμε μόνο με ψωμί και να κοιμό­μασ­τε στο χώμα.
8.    Έδειξε με­γά­λη ανοχή και καλο­σύ­νη στην πόρνη, αλλά δεν έκανε το ίδιο και με τους Φα­ρι­σαίους· δύσ­κο­λα θα βρει κανείς κάτι χειρότερο από την πι­κρία, την κακία και την ύβριν με την οποία τους αν­τι­με­τώπιζε.
9.    Στον Ιωάννη 7: 8 λέγει ότι δεν θα ανέβαινε στην Ιερουσαλήμ για την εορτή και αμέσως μετά, στον στίχο 7: 10, μας λέγει ότι ανέβηκε κρυφά. Άρα έλεγε ψέ­ματα!
10.                  Εκτός από κάτι ακραίες εντολές που δεν είναι δυ­νατόν να εφαρ­μόζον­ται μο­νο­μερώς (π. χ., Ματθαίος 5: 42, «τω αιτούντί σε δίδου και τον θέλοντα από σου δα­νείσασθαι μη απο­σ­τραφής», 6: 21 «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσ­ται και η καρ­δία υμών.» και Λουκάς 6: 34, 12: 34, κλπ.) δεν αν­έ­φερε κα­μία λέ­ξη ή καθο­δήγηση για τα ουσιαστικά και μεγάλα προβλή­ματα της κοι­νω­νι­κής ζωής και διά τη λύση τους. Βλέπετε, ως εσ­χα­το­λό­γος πιστεύει πως το τέλος του κό­σμου είναι προ των θυρών και η υπάρ­χου­σα κοινωνία δεν έχει θέση πλέον.
11.                  Ενώ η πορνεία και η μοιχεία ήταν θα­νάσιμα αμαρτήματα τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, την οποία ο Ιησούς υποστηρίζει πλήρως, όσο και στην Καινή και ήταν καταδι­κασμένα και από τον Ιησού, οι πόρνες και οι αμαρτωλοί τελώνες θα εισερχόταν στη βα­σιλεία των ουρανών πριν από τους Φαρισαίους και όλους τους άλ­λους.
12.                  Πε­ρι­φρονούσε τις συναγω­γές και τους τόπους συγ­κεντρώ­σε­ων, αλ­λά ο ίδιος θε­μελίωσε την εκκλησία.
13.                  Είναι το αρ­χέτυπο του που­ριτανού εσχα­το­λό­γου ανθρώπου· πε­ρι­φρονητικός προς κάθε ομορφιά και χαρά της ζω­ής, και πι­κρό­χο­λος, άδι­κος και εκδι­κη­τικός προς όσους διαφέρουν απ’ αυτόν (Ματ­θαί­oς 12: 30 και Λoυ­κάς 11: 23 «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορ­πίζει.», και αμέ­τρητες άλλες πε­ριπτώσεις.).
14.                  Εντελώς μη πρακτικός, αν όχι τρε­λός, στις περισσό­τε­ρες από τις συμ­βου­λές του. Είναι εντελώς παρά­λογο να πούμε ότι ο σύγ­χ­ρονος κό­σμος κάνει κάποια χρήση των οδηγιών, συμ­βου­λών και εντο­λών του Ιη­σού Χρι­στού.
15.                  Στα Ευαγγέλια, εκτός από την αγνό­τητα, τον αντισεξουαλισμό δηλαδή, ο ίδι­ος ο Ιησούς πα­ραβίαζε όλες τις εντολές που έδι­νε στους άλλους.
16.                  Στα επόμενα καταγρά­φο­με και άλλα πολλά πα­ρα­δείγματα αντι­φατικής και σχιζοειδούς διδα­σ­καλίας και συμ­περιφοράς του Ιησού. Προσέξετέ τα στη συ­νέχεια.

Εν παρόδω, αναφέρομε ότι ο πολύ γνωστός Ιρλανδός δραματουργός, μου­σι­κο­λό­γος και σπου­δαί­ος κρι­τικός George Bernard Shaw (1856 - 1950) ορθά κο­φτά γρά­­φει, στον πρόλογο του έργου του Andro­cles, ότι ο Ιησούς ήταν τρελός (παρά­φ­ρων). Δεν είναι λίγοι οι συγ­γρα­φείς και κριτικοί που χαρακτηρί­ζουν τον Ιησού των Ευαγ­γε­λίων ως μα­νι­α­κό, τρελό, φρε­νοβλαβή [4], και διάφορα τέτοια «κοσμητικά» επίθετα. Ένας απ’ αυτούς εί­ναι ο σπου­δαίος Βρετα­νός συγγραφέας και βιογράφος δόκτωρ Hugh Joseph Schonfield (1908? - 1988). Στο βιβλίο του The Passover Plot (Η Σκευ­ω­ρία του Πάσχα) χαρακτηρίζει τον Ιησού ως μανι­α­κό που διψούσε για εξουσία. Ο πο­λυμαθής Γάλλος συγ­γρα­φέ­ας και ερευνητής δόκτωρ Paul-Louis Couch­oud (1879 - 1959) δεν χτυπάει τον Ιησού ευθέως, αλ­λά χτυπάει με συ­ν­ώνυμα λόγια αυτούς που έπλασαν τις μυθο­πλασίες περί Ιησού. Συγ­κε­κριμένα γράφει ότι, αυτές ανα­πτύχθηκαν μέσα σε νευ­ρω­τι­κά μυαλά.

[Υποσημείωση 4: Μία πρόσφατη εκτενής εργασία του Εργαστηρίου Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Leuven της Ολ­λανδίας (Jezus de Messias. Was het Christendom een vergissing? Antwerpen, EPO), υπό την διεύθυνση του Dr. Herman H. Somers, αποδεικνύει ότι τα κύρια πρόσωπα της Καινής Διαθήκης έπασχαν από παρα­φρενία. Ο δε λεγόμενος «Ιωάννης της Αποκαλύψεως» έπασχε από παραφρενία πολύ προχω­ρ­η­μένης μορ­φής με συνδυασμό ψευδαισθητικού παραληρήματος.]

O Άγγλος φιλό­σοφος, συγγραφέας, επιστήμων και μαθη­ματικός Bertrand Russell (1872 – 1970) στο βι­βλίο του Why I am not a Christian, μεταφρασμένο στα Ελληνικά με τίτλο Γιατί δεν εί­μαι Χριστιανός, είναι πιο ήπιος από τους προηγου­μέ­νους και λέγει: Αν δεχθούμε τον Ιησού έτσι όπως τον παρουσιάζουν τα Ευαγγέλια, τό­τε βρίσκομε μερικά από τα πράγματα που είπε και μερικά από τα έρ­γα που έκανε να είναι ηθι­κά και καλά. Αλλά, βρίσκομε και με­ρικά πράγ­ματα που είπε και μερικά έργα που έκανε τα οποία είναι βλακείες και ανοη­σίες. Ακόμα ο Russell λέ­γει ότι μπορεί να θεωρήσει μερικά λόγια του Ιησού ως σοφά, αλλά ποτέ δεν θα τον θεωρούσε σο­φό­τε­ρο ή ηθικότερο από τον Σωκράτη, τον Κομφού­κιο, ή τον Βούδα, κ. ά. Από τα ίδια τα Ευ­αγγέλια, τη γνώση της ιστορίας και της νομοθε­σί­ας του καιρού εκεί­νου και με τη βο­ή­θεια πολλών τέ­τοιων ανα­λυ­τών σχηματίζομε μια πο­λύ οικτρή εικόνα περί του Ιη­σού Χρι­στού των Ευ­αγγε­λί­ων.
Ο ερευνητής Kersey Graves στα βι­β­λία του: (1) The Precepts And Practical Life Of Jesus Christ, Kessinger Publishing, και (2) The Worlds Sixteen Crucified Saviors, Christianity before Christ, Sixth Edition, AUP Publishers, 1875-2001, σελί­δες 393-409, καταγράφει και αναπτύσσει 34 ηθικά και θρη­σκευτικά σφάλματα μαζί με 25 επιστημονικά λάθη του Ιησού των Ευαγγελίων παρέχοντας και τις σχετικές επε­ξηγήσεις και δικαιολογήσεις των συμπε­ρασμάτων αυτών. Ακό­μα αναπτύσσει την σχι­ζοειδή ή μάλλον σχιζοφρενική φύση του Ιησού ως ανθρώ­που και του Ιησού ως θεού και κατατροπώνει τις χριστιανικές απο­λο­γητικές ψευτοδικαιολογίες, επ’ αυ­τών των κραυγαλέων αντιφάσεων. Μερικά εξ αυτών τα αναπτύσσομε ή απλώς τα αναφέρομε εδώ.
Αυτή την απανταχού αντιφατικότητα και ανακολουθία του Ιησού εκθέτει πολ­λαπλώς και ο συγγραφέας Θωμάς Μάρας στο βιβλίο του: Οι Αντιφά­σεις της Και­νής Διαθήκης, Εκ­δόσεις Δί­βρης, ή Εκδόσεις Σμυρ­νιώτη. Η μόνη θεολογική, υπο­θε­τι­κή, δικαιολογία που μπορεί να της δώσει είναι ότι ο Ιησούς ως θεός κάνει ό,τι θέλει χωρίς να ρωτά κανένα και χωρίς να δίνει εξηγήσεις σε κανένα. Δίνει εντολές για τους άλ­λους τις οποίες ο ίδιος μπορεί να τις παραβιάζει όπως και όποτε θελήσει! Τότε βε­βαία, ποια είναι η ηθι­κή ανω­τε­ρό­τητα ενός τέτοιου θεού έναντι των ανθρώπων που θέλει να δι­δάξει; Αποτελούν η αν­τίφαση και η ανακολουθία χαρακτηριστικά της τε­λειότητος του θεί­ου ή ιδιό­τη­τες της πανσοφίας και παντοδυναμίας;
Ακό­μα για να επιτύχει τους στό­χους του δεν αποκλείεται καθόλου να χρη­σι­μο­ποί­ησε εσκεμμένα ακόμα και το ψέμα! Τί να σημαίνει άρα­γε η προ­σταγή στους μα­θητές του «...γί­νε­σθε ούν φρό­νι­μοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστε­ραί.», Ματθαίος 10: 16; Έχει ή δεν έχει σχέση με το ψέ­μα; Όφεις ελιγμών, πονηρίας, αοριστολογίας, κλπ., και περιστεραί υποκρισίας, κλπ.; Μελετείστε και την παραβο­λή του «Επαίνου του Οικο­νό­μου της Αδι­κί­ας», Λουκάς 16: 1-9, και μετά σκε­φτείτε την· είναι ή δεν είναι ύπο­πτη και ανήθικη; Γιατί πρόσταξε τους μαθητές τους να πω­λή­σουν ακό­μα και τα ιμάτιά τους για να αγο­ρά­σουν μαχαίρια (Λουκάς 22: 35-36, 38), αφού για «τον υιόν του ανθρώ­που» το κάθε τι ήταν προκαθορισμένο, «καθώς γέγρα­π­ται», για να του συμβεί (π.χ. Ματ­θα­ί­ος 26: 24, 31, 54, Μάρκος 9: 12, 14: 21, 27, Λου­κάς 22: 22 «και ο μεν υιός του ανθρώπου πορεύεται κατά το ωρισμένον· πλήν ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου παραδίδοται.», 24: 46. κλπ.). Αλλού πάλι έλεγε «...μή αντιστή­ναι τώ πο­νη­ρώ...» (Ματ­θαί­ος 5: 39) και «...πάν­τες γάρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μα­χαί­ρα απο­θα­νούν­ται.» (Ματ­θαί­ος 26: 52, κλπ.). Οι πολυά­ρι­θμες αντιφάσεις στα λόγια και στις πράξεις του Ιησού αποδεικνύουν ότι έλεγε και ψέματα. Η απλή λογική λέει ότι, σε μια αντίφαση δεν μπο­ρούν και οι δύο αντιφατικές εκ­δοχές να εί­ναι αλη­θείς. Όμως η μία σίγουρα εί­ναι ψευ­δής και ενδεχομένως και οι δύο μπορεί να εί­ναι ψευδείς.
(Για ανήθικες παραβολές ή παραβολές με ανήθικους ήρωες του Ιησού με­λε­τείστε: Ματθαίος 13: 24-42, 24: 43-44, 25: 14-30. Μάρκος 3: 27. Λουκάς 12: 39, 16: 1-9, 18: 1-8, 19: 11-27, και Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Θωμά στίχος 98.).
Μεταξύ πολλών συν­αφών λογί­ων του, το παρά­δειγ­μα της αυ­θαί­ρετης, επικίν­δυ­νης και ετσιθελικής κατατάξεως επί του οποίου βασίζει και πολλές απειλές όπως δια­τυ­πώνεται στον Ματ­θαίoν 12: 30 και Λoυ­κάν 11: 23 «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει.» έχει μείνει παροιμιώδες. Στον Μάρ­κον 9: 40, αν και αναφέρεται στους μαθητές του και όχι ευθέως στον εαυτόν του, αυτό το δι­ατυπώνει διά της λογικής ισοδυναμίας ως εξής: «ος γαρ ουκ έστι καθ’ υμών, υπέρ υμών εστιν.». Πόθεν τώρα συνάγονται και δικαιολο­γούνται αυτά τα συμπεράσματα? Μόνο επειδή έτσι το θέ­λει ο ίδιος και όχι αλλιώς.
Εκτός τούτων, παραθέτομε ακόμα μερικά στοιχεία από τα Ευαγγέλια τα οποία φα­νε­ρώνουν ότι το άτομο που εκήρυττε ή έπραττε αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να είχε «σώας τάς φρέ­νας». Βλέπομε δηλαδή τον Χριστό να κάνει τα εξής:

1)   Μια φορά πείνασε και ζήτησε να φάγει σύκα από μια συκιά ενώ δεν ήταν και­ρός σύ­κων. Επειδή φυσικά δεν βρήκε σύκα καταράστηκε και ξέρανε τη συκιά. (Ματ­θαίος 21: 18-21, Μά­ρκος 11: 12-14, 19-22.). Ποιος άραγε με τα καλά του θα ζήταγε σύ­κα από μια συκιά Μάρτιο ή Απρίλιο μήνα; Αν κάποιος έκανε κά­τι τέτοιο, τί γνώμη θα σχηματίζατε γι’ αυτόν; (Αν πάλι αυτά είναι συμβολικά, όπως διατείνονται μερικοί απολογητές αλλά τα Ευαγγέλια δεν υπο­νοούν τέ­τοιο πράγμα καθόλου, τότε ποιο είναι το ηθικό δίδα­γμα που βγαί­νει απ’ αυτόν τον συμβολισμό; Έχομε διαβάσει τουλά­χιστον τρεις διαφορετικές ουρανοκα­τέβα­τες επεξηγήσεις αυτού του επεισοδίου, ή συμβολισμού αν θέλετε, αλλά εμείς ζητάμε το ηθικό δίδαγ­μα, αν η αφήγηση είναι συμβολική και όχι πραγ­ματική. Δεν υπάρχει κανένα! Ακόμα, στην περιγραφή του Ματθαίου η συκιά ξεράθηκε αμέσως, «παρα­χρή­μα»! Στον Μάρκο, την βρήκαν ξεραμένη το άλλο πρωί! Έχομε άλλη μια αντί­φαση, δηλαδή.)
2)   Δύο ή τρεις φορές (Ματθαίος 8: 28-34, Μάρκος 5: 1-21, Λουκάς 8: 26-36) έβ­γαλε πολ­λά δαιμόνια από δαιμονισμένους άνδρες και αντί να τα εξαποστείλει από ‘κει που ήλθαν ή να τα εξαφανίσει (σαν παντοδύναμος που ήταν) τα έβα­λε μέσα σε αγέλες χοί­ρων καθώς τα ζώα έβοσκαν ανέ­μελα. Τότε οι χοίροι κα­τατρόμαξαν σε τέ­τοιο βαθ­μό που έπε­σαν από έναν κρημνό σε μια λί­μνη εκεί κοντά και πνί­γη­καν. Έτσι κατάστρεψε χι­λιά­δες ζώα (2000 λέει ο Μάρκος) και ζη­μί­ω­σε πά­ρα πο­λύ τους βοσκούς και τους ιδιο­κτήτες τους. Θα επιθυμούσαμε πο­λύ να μά­θομε αν τα δαιμόνια πνί­γηκαν μα­ζί με τους χοί­ρους ή σαν μπουμ­πουλίθρες βγήκαν πάλι στη γη για να ξα­ναμ­πούνε σ’ άλλους ανθρώ­πους. Φαν­τασθείτε αλήθεια το θέαμα! Μια σχετικώς μικρή λίμνη γλυκού νερού (δεν εί­ναι μεγάλη η λί­μνη της Τιβεριάδος) με (2000) δυο χιλιάδες πνιγμένους χοί­ρους (Μάρκος 5: 13) μέσ’ ‘τα νερά της! Καταπληκτικό! Τί λέτε λοιπόν; Είναι αυτές ενέρ­γει­ες λογι­κού ανθρώπου ή θεού;
3)   Εκδίωξε βιαίως τους εμπορευομένους από τον ναό με ένα φραγγέλιο (Ματ­θαίος 21: 12-13, Μάρκος 11: 15-17, Λουκάς 19: 45-46, Ιωάννης 2: 14-16). Αυ­τοί δεν ευ­ρίσκονταν εντός ή πλησίον του κυρίως ναού. Αυτό απαγορευόταν αυστηρά από τους Ιουδαϊκούς νόμους και δεν περίμεναν τον Ιησού για να τους επιβάλλει. Κα­τα­λάμβαναν καθο­ρι­σμέ­νους χώρους στο προ­αύλιο του να­ού φτιαγμένους ειδικά γι’ αυτούς. Επιτελούσαν κοινωνική εργασία και βο­ή­θεια, διότι σκοπό είχαν να εξ­υ­πηρετούν τις ανάγκες των χιλιάδων προσκυνη­τών και εορταζόντων Εβραίων που ερχό­ταν από πολλά και μακρινά μέρη. Εκ­τός από την ανταλλαγή συναλλάγ­ματος προμήθευαν και ζώα για τις θυσίες σύμφωνα με τους Ιουδαϊκούς κανόνες λα­τρεί­ας, κλπ. Προ­φα­­νώς θα έκαναν νόμιμα, οι ασυνείδητοι ίσως και παράνομα, κέρδη, αλλά αυτή η δου­λειά ήταν αναγκαία και δεν ήταν απλώς κερδοσκοπία. [Εδώ ας κάνομε και δύο παρα­τη­ρήσεις: (α) Αν δεν το έγραφε η Καινή Διαθήκη, θα ήταν αδύ­νατον να πι­στέψει κα­­νείς ότι ένας μόνο άνδρας με ένα μαστίγιο θα μπορού­σε να εκ­δι­ώ­ξει τόσους πολ­­λούς άνδρες κα­τά μήκος 150 μέτρων περίπου και να τους τα κάνει όλα άνω κάτω. (β) Ενώ οι τρεις πρώτοι ευαγγελιστές, μεταξύ αυτών ο Ματθαίος ήταν παρών ως ένας από τους δώδεκα, ανα­φέ­­ρουν το επει­σόδιο στο τέλος της δημοσίας δράσης του Ιησού, ο υπηρέτης της αλήθειας Ιω­άν­νης το ανα­φέρει στην αρ­χή της. Πραγ­μα­τι­κά πολύ περί­ερ­γα πράγ­μα­τα!].
4)   Εγκαθιδρύει τον απόλυτο προκαθορισμό, παρά τα όσα λέγει και πράττει περί της σω­τηρίας των ανθρώπων διά πίστεως, μετανοίας, καλών έργων, κλπ. ή πε­ρί ελευ­θερίας βουλήσεως. Ποιος ο λόγος λοιπόν για την πίστη σ’ αυτόν ή τον Θεό, για τα καλά έργα, κλπ.; Το δόγμα του προκαθορισμού προϋπήρχε στην Παλαιά Δια­θήκη και στους Εσσαίους. Στην Καινή επεξετάθει έτι περισσότερο και με τον Ιησού και με τον Παύλο, κλπ. Εδώ βεβαίως περιοριζόμαστε στο αντιφατικό αυτό κήρυγμα του ιδίου του Ιησού το οποίο προδίδει σχιζοφρενή άν­θρωπο πα­ρά κά­ποιον με τα καλά του. Ο προ­κα­θο­ρισμός του εκ γε­νετής τυ­φλού (Ιωάννης 9: 1-3-5), της προδο­σί­ας και του ρό­λου του Ιούδα, των πα­θών του, της επαλήθευσης υποτι­θεμένων προφητειών, κλπ. εί­ναι πολύ γνω­στός. Όπως είδαμε παραπάνω, τα Ευαγγέλια γράφουν ότι ο ίδιος ανα­κοί­νωσε πολλές φο­ρές στους μα­θητές του τί ήδη γέγραπται, εν τω νόμω του Μωυ­σέ­ως και τοις προφήταις, γε­νέ­σθαι διά τόν υιόν τού ανθρώ­που (Λουκάς 18: 31, 22: 22, 24: 28, κλπ.)! Ακόμα, π.χ., στον Ιωάν­νην 18: 11 «... τό ποτή­ρι­ον ό δέδωκέ μοι ο Πατήρ, ου μή πίω αυτό;». Όμως στη Γεθσημα­νή το είχε πιάσει μια τρομερή αγωνία μέχρι θανάτου και πα­ρα­κα­λού­σε: «πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελ­θέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο·» (Ματθαίος 26: 39, κλπ.). Παρ’ ολί­γον δη­λα­δή, αυτός ο Θεός να μην μας σώσει! (Τώρα από τί, τρεχάτε να το βρείτε! Διαβά­στε τα Ευαγγέλια!).
5)   Κήρυττε τον ευνουχισμό και την πλήρη κατάργηση του σεξουαλισμού επί της γης διά τη βα­σιλεία των ου­ρα­νών (Ματθαίος 5: 27-30, 18: 8-9, 19: 9-12 ειδικά ο στίχος 12 είναι πολύ κραυγαλέος, Μάρκος 9: 43-48). Η στάση του ήταν υπέρ του ασκητισμού, της αγαμίας και της παρθε­νί­ας, πράγμα που υπερτόνισε ο Παύλος (Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 7: 1-4, 7: 25-40) και αρ­γότερα ο Ιωάννης Χρυ­σόστομος. Άραγε τί θα γινόταν αν όλοι έπρατταν αυτά για να πάνε στη βα­σι­λεία των ου­ρα­νών; Έτσι ξερίζωσε κυ­­ριολεκτικά τον έρωτα που είναι η βάση των σχέσεων των δύο φύλων, της οικογενειακής ύπαρξης, ζωής και αγά­πης. Αντ’ αυτών λοι­πόν το μοναστήρι και ο πουρι­τανι­σμός. Καθ’ όσον όμως οι αν­τιφατικές ενέργειές του, όπως και όλης της Βίβλου, δίνουν και παίρνουν αλ­λού φαίνεται να είναι υπέρ του γάμου (Ματθαίος 19: 4-6, Μάρκος 10: 6-9, Ιω­άννης 2: 1-11.). Άντε να βρει κανείς την άκρη με τις αντι­φά­σεις.
6)   Αντίθετα προς τον Μωσαϊκό Νόμο, ο οποίος εδόθη στον Μωυσή από τον «Πατέ­ρα» του όπως υποτίθεται και πιστεύεται στον Χριστιανισμό, κατήργησε πλήρως το δια­ζύγιο (εκτός ίσως, προσοχή και πάλι ίσως, λόγω μοιχείας) και την παν­τρειά για δεύ­τερη φορά. (Ματ­θαίoς 5: 31-32, 19: 1-12, Μάρ­κoς 10: 1-12 και Λoυ­κάς 16: 18). Βρήκε δήθεν την σκληροκαρδία για δι­καιο­λογία (Ματ­θαί­ος 19: 8, Μάρκος 10: 5), τη στιγμή κατά την οποίαν ο νόμος αυτός εδόθη από τον ίδιο τον Θεό στον Μωυ­σή (βλέπε: Λευιτικόν 26: 46 και Αριθ­μούς 36: 13)! Πολύ θεϊκή δικαιολογία ανεκάλυψε ο Ιη­σούς Χρι­σ­τός! Δεν νομίζετε; Δεν τους λέγει στα ίσια ότι θεός είμαι και τώρα αλλάζω αυτά που είχα δώσει πριν παρά μόνο προσπαθεί να βρει διακαιολογί­ες· και το χειρότερο βρήκε αυτή τη σαχλαμάρα ρίχνοντας το βάρος στον Μωυσή. Πού πήγε η θεϊκή του ιδιότητα εδώ; Πάντως τώρα όπως και να έχει το πράγμα, δεν μπορείς να ξαναπαν­τρευ­τείς αν έχεις χη­­ρέ­ψει ή χω­ρίσει ακόμα και για θε­μι­τούς λόγους. Ού­τε μπο­ρείς να χω­ρί­σεις τον ή την σύ­ζυγο που πή­ρες αλλά δεν σου ταίριασε. Αν έκανες λάθος, «σύ όψει», δι­όρ­θω­ση δεν υπάρ­χει. Η καταπιε­στι­κή και αντικοινωνική τακτική σε όλο της το με­γαλείο!
7)   Κήρυττε την απόλυτα παθητική ανοχή του κακού και καμία αντίδραση κατ’ αυ­τού όπως διαβάζομε στον Ματθαί­ον 5: 39-44, 18: 21-22 και Λουκάν 6: 27-30. Στον Ματ­θαί­ον 5: 39 και στον Λουκάν 6: 29 διαβάζομε το παροι­μι­ώδες: «Εγώ δέ λέγω υμίν μή αντι­στήναι τώ πονει­ρώ· αλλ’ όστις σε ραπίσεις επί τήν δεξιάν σιαγό­­να, στρέψον αυτώ καί τήν άλλην». Αυτό βεβαίως ούτε ο ίδιος το τή­ρη­σε (άλ­­λη μια αντί­φαση), όπως περι­γρά­φε­ται στο επει­σόδιο με το ρά­πισμα που εδέ­χ­θη από έναν υπηρέ­τη του Αρχιερέα, προς τον οποί­ον δια­μαρτυ­ρή­θηκε αρκετά έν­τονα (Κατά Ιωάννην 18: 22-23). Η σωρεία κραυ­γα­λέ­ων αν­τιφάσεων στα λόγια και στις πρά­ξεις του Ιη­σού όπως και σ’ ολόκλη­ρη τη Βί­βλο, φανε­ρώνουν μια σχι­­ζοειδή κατά­σταση και θεολογία και ένα σχιζοει­δές ατόμο. (Υπάρ­χουν ­πολλά βιβλία στη διεθνή βιβλι­ο­γραφία που εκ­θέ­τουν όλες αυ­τές τις χιλιάδες αντι­φάσεις. Εδώ ανα­φέρομε το σχετι­κά σύν­το­μο βι­β­λίο, το οποίο είναι επικεντρωμένο στα Ευαγγέλια και στον Ιησού: Οι Αντιφά­σεις της Και­νής Διαθήκης, Θωμάς Μάρας, Εκ­δόσεις Δί­βρης ή Εκδό­σεις Σμυρ­νιώτη.).
8)   Σε πάρα πολλές περιπτώσεις εξαπέλυσε φρικιαστικά υβρεολόγια, περιφρονη­τι­κές εκφράσεις, πλήθος τρομε­ρών απειλών, ρήσεις ωμής βίας και πολλά εξαί­σια τοι­αύτα κατά διαφόρων. (Κατά πρώτον λόγο κατά των Φα­ρισαίων, άλλων Εβραίων που δεν τον πιστεύουν, μερικών πόλεων, των απίστων γενικότερα, των πλου­σί­ων και των Εθνικών. Κα­τά δεύ­τερον λόγο κατά των Σαδδουκαίων, του Ηρώ­δη Αντί­πα, μιας Ελλη­νίδας Συ­ροφοινίκισας, κ.ά.). Όποιος δια­βάζει αυτά τα Κυριακά Λόγια όχι μόνο ανα­τρι­χι­άζει, αλλά και σίγουρα βλέπει μια ακα­τά­σχετη οργή πέ­ραν κάθε υγιούς μέτρου και παραβίαση εντολών που έδι­νε στους άλλους. Πρέπει να καταλάβομεν ότι η γλυ­κύ­τητα, η ειρη­νι­κότητα (Ματ­θαί­ος 10: 34-37, Λουκάς 12: 49-53, 19: 26-27 «λέγω γαρ υμίν ότι παντί τω έχοντι δοθήσεται, από δε του μη έχοντος και ό έχει αρθήσεται απ’ αυτού. πλήν τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου.», 22: 35-36, 38, κλπ.) και η πρα­ό­τητα του Ιησού που μας έχουν διακηρύξει οι διάφοροι ιεροκήρυκες και απο­λο­γη­τές εδώ και τόσα χρό­νια δεν βρίσκονται εν­τός των Ευ­αγγελίων... αλλά μόνο στο νου των προπαγανδιστών του Χριστιανισμού. Αντιφατικά και πάλι έχομε την εν­τολή να αγαπάμε ακόμα και τους εχθρούς μας, στους στίχους Ματθαίος 5: 44, Λου­κάς 6: 27, 35, κλπ.
9)   Εκήρυττε μανιωδώς μια άμεση εσχατολογία. «Το τέλος του κόσμου είναι προ των θυ­ρών και έφτασε η ώρα να εγκατασταθεί το Μεσσιανικό Βασίλειο επί της γης.». Εί­ναι σαφές από πάρα πολλά χωρία των Ευαγγελίων ότι το Μες­σι­α­νικό Βασίλειο εί­ναι υλικό επί της γης και με όλες τις υλικές απολαύ­σεις (Ματθαίος 19: 27-30, 26: 29, Μάρ­κος 10: 28-31, 14: 25, Λου­κάς 18: 28-30, 21: 28, 22: 16, κλπ.). Θα γίνει κυρίως για τον Ισραήλ και το­νί­ζε­ται ιδι­αιτέ­ρως η ανω­τερότης των Ιουδαίων (Ματθαίος 6: 7, 10: 5-6, 23, 15: 22-27, Μάρκος 7: 26-27, Λουκάς 2: 32, 18: 32, 22: 30, 24: 21, Ιωάννης 4: 22, Πράξεις 1: 6). Ακόμα και στο μυστικό και περίεργο «συμβάν» της μετα­μορ­φώσεως (Ματθαί­ος 17: 1-13, Μάρκος 9: 2-13, Λουκάς 9: 28-36) που σκο­πόν είχε να αποδείξει την κα­θολική θεότητά του και ενώ είχε την ευκαιρία να απο­δείξει, έστω και μυστικά, την παγκοσμιό­τητά του στους τρεις στενούς μα­θη­τές του διά κάποι­ου και­νο­φανούς σημείου παγκοσμίου σημα­σί­ας, εντούτοις εμ­φανίζε­ται με τους παλαι­ούς Εβραϊκούς ήρωες Μωυσή και Ηλία. Αλλά και στην Απο­κάλυ­ψιν του Ιωάν­νου, οι 144.000 ξεχωρισμένοι ως άμωμοι, εκλε­κτοί και εσφ­ραγι­σμένοι του Θε­ού, προέρχονται όλοι τους μόνο από τις Ισ­ρα­η­λιτι­κές φυλές και κανέναν άλλον. Κλπ.
Αλλού όμως μι­λάει αντιφατικά για τους εκ δυσμάς και ανατολάς που θα κληρονομήσουν τη βασι­λεία, ενώ οι υιοί της βασιλείας θα μείνουν έξω (Ματθαίος 8: 11-12, Λου­κάς 13: 29). Τρέχα γύρευε με τις απανταχού παρού­σες αντιφάσεις! Είναι να απο­ρεί κανείς πόσο στραβή και τρελή καταντάει αυ­τή η πίστη! (Εκτός από τα χω­ρία που έχομε ήδη αναφέρει, παραθέτομε και άλ­λα στον αμέσως παρα­κά­τω κα­τάλογο, στο περί αμέσου εσ­χατολογίας τμήμα. Μελε­τήσετε καλά τα Ευαγ­γέλια και θα βρείτε ακόμα πε­ρισσότερα!). Οι προ­βλέψεις του Ιησού για τη Δευτέ­ρα Παρουσία του και το Μεσ­σιανικό Βασίλειό του, παρά τη μανία και το πάθος που τα διαλα­λούσε, απέ­τυχαν βε­βαίως πατα­γωδώς. Αυτό φα­νε­ρώνει ότι δεν πρέπει να ήταν σώος εις τάς φρένας. Κατά το κριτήριο του Δευ­τε­ρονο­μίου 18: 22 ήταν ψευ­δο­προ­φήτης. Με­τά απ’ αυτή την πα­τα­γώδη απο­τυ­χία και την καταστροφή του Ναού και της Ιε­ρουσαλήμ το 70 Κ. Ε., οι χρι­στια­νικές ομάδες μετατόπισαν το Μεσ­σι­ανικό Βασί­λειο σε έναν ακα­θόριστο ιδε­α­τό κό­σμο στον ου­ρανό. Τότε επί­σης διέδωσαν ότι η Δευτέρα Πα­ρου­σία θα λά­βει χώ­ρα σε άγνωστη χρο­νική στιγ­μή που δεν την γνωρίζει ούτε ο ίδιος ο υιός, Ιησούς Χρι­στός, (Ματθαίος 24: 36, Μάρκος 13: 32), παρ’ όλο που αυτός ο ίδι­ος πρόκειται να ξαναεμφανι­στεί! Ιστο­ρικά, είναι γνω­στές και κα­ταγε­γραμ­μέ­νες οι εσχατολογικές εμμονές και αναμονές των χριστια­νι­κών κοινοτήτων μέ­χρι το 1000 Κ.Ε., αλλά και με­τά. Ο Ιησούς είχε το όραμα ενός αποκαλυπτικού ονειροπόλου, και το μήνυ­μα του ήταν άμεσα εσχα­τολο­γι­κό. Όλη η Καινή Δια­θήκη γέμει από αποκα­λυ­πτικά και εσχατολογικά χω­ρία. Διά τούτο, τα κηρύ­γ­μα­τά του Ιησού («Κυριακά Λό­για») δεν είχαν και ούτε έχουν πρακτική αξία και εφαρ­μογή στην καθη­με­ρινή ζωή. Έτσι, ουδέ­ποτε εφ­αρ­μό­σθηκαν ακόμα και από την ίδια την εκκλη­σία. Ο μεν Χρι­στιανι­σμός δεν έλυ­σε κανένα από τα προβλήμα­τα των οποί­ων τη λύ­ση επαγ­γέλ­θηκε, ούτε ο κόσμος έγι­νε μία ποίμ­νη με έναν ποι­μένα όπως καυχιέται ο Ιωάν­νης 10: 16, 17: 21-22. Η δε εκκλη­σία έγινε δεκάδες χι­λι­ά­δες κομ­μά­τια, τα οποία αλληλο­σπαράχθηκαν. Όπου επ­ε­κρά­τη­σε ο Χριστια­νισμός τα έκα­νε μαντάρα και επ­ήλθε πόνος, θλίψη, πα­ρα­φρο­σύνη, παραλήρημα και καταστρο­φή!
Χαρακτηριστικά αναφέρομε και την εξής φοβερή αντίφαση. Στις Πρά­ξεις 1: 6, λίγα λεπτά πριν την ανάληψή του, τον ερωτούν οι μαθητές του:

«οι μεν ουν συνελθόντες επηρώτων αυτόν λέγον­τες· Κύριε, ει εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισρα­ήλ;».

Τόσα τους είχε πει τόσες φορές, είχαν ιδεί τα τέρατα και τα σημεία, είχε πάθει και αναστηθεί και οδεύει προς τους ουρανούς και αυτοί κατά την έσχα­τη στιγ­μή τον ρωτάνε ξανά για την αποκατάσταση του βασιλείου του Ισραήλ εδώ και τώρα. Που ήταν αυτή η παγκοσμιότητα; Δεν την είχαν ακόμα εννοήσει μέχρι και την υστάτη στιγμή; Μα καλά, ακόμα δεν είχαν καταλάβει τίποτα;! Εσείς αναγνώστες τί έχε­τε να πείτε σ’ αυτό το σημείο.
Αλλά στα Ευαγγέλια πριν απ’ αυτά τα έσχατα λεπτά γράφουν ότι τελικά είχαν καταλάβει. Π. χ., Λουκάς 24: 44-49, κατά την εμφάνιση του Ιησού στους μα­θητές του όπου και έφαγε μαζί τους ψαράκια ψημένα και κηρήθρα μελιού, γράφει:

«είπε δε αυτοίς· ούτοι οι λόγοι ους ελάλησα προς υμάς έτι ων συν υμίν, ότι δεί πληρωθήναι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωϋ­σέ­ως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού. τότε διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνι­έ­ναι τας γραφάς, και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγρα­π­ται και ούτως έδει πα­θείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα, και κηρυχθή­ναι επί τω ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθ­νη, αρξάμενον από Ιερουσα­λήμ. υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων. και ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ’ υμάς· υμείς δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ ύψους.».

Ο ίδιος(;) συγ­γραφέας όμως στις Πράξεις γράφει τα αντίθετα. Επομένως ποιοί υπέφεραν από αμνησία ή κρετινισμό; Οι μαθητές; Οι συγγραφείς; Ποιοί ή Ποιός; Ή πως εί­ναι δυνατόν κανείς να πιστεύει σε τέτοια αντιφατικά παραμύ­θια και να τολμά να τα απο­καλεί ιστορικά γεγονότα και τα βιβλία που τα ανα­φέρουν ισ­το­ρικά;
Ο ίδιος ο Χριστός πάλι αντί να τους επιπλήξει δριμύτατα διά το ανεπίδεκ­τον της μα­θή­σε­ώς των και να τους καθαιρέσει λόγω ηλιθιότητας ή ξεροκε­φα­λιάς που δεν έπαιρνε άλλη παράταση, τους απαντά ως εξής, Πράξεις 1: 7-9:

 «είπε δε προς αυτούς· ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία, αλλά λήψεσθε δύναμιν επελθόν­τος του Αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς, και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχά­του της γης. και ταύτα ειπών βλεπόντων αυτών επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών.»,

που είναι τα ίδια πράγματα που τους είχε ξαναπεί αρκε­τές φορές πριν, στα Ευ­αγγέλια. Τί να βγάλει κανείς απ’ αυτή την ασυναρτησία και ανοησία;...!
10)                   Κήρυττε παντελή απαξία και μίσος κατά του κόσμου, της γνώσεως και της σο­φί­ας (Ματθαίος 11: 25-26, Λουκάς 10: 21). Η διακυβέρνηση του κό­σμου ανήκε στον Σατανά (Ματθαίος 4: 1-11,18: 7, Μάρκος 1: 12-13, Λουκάς 4: 1-13, Ιωάννης 5: 14, 12: 31, 14: 30, 16: 11, κλπ.). Είναι πολύ γνωστά τα πολλά και διά­φο­ρα θαύ­­μα­τα του Ιησού εναντίον δαι­μό­νων και ακαθάρτων ή πονη­ρών πνευ­μάτων. Οι ασθένει­ες ήταν προϊ­όν­τα των δαι­μό­νων (Ματθαίος 12: 43-45, Λουκάς 11: 24-26 θαυμάστε: «Όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώπου, δι­έρ­χε­ται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και μη ευ­ρίσκον λέγει· υπο­στρέ­ψω εις τον οίκόν μου όθεν εξήλθον· και ελθόν ευρίσκει σεσαρω­μένον και κεκοσ­μη­μένον. τότε πορεύεται και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύμα­τα πο­νη­ρότερα εαυ­τού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχα­τα του αν­θρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων.», 13: 10-16, Πράξεις 8: 7, κλπ.), αλλά και αμαρτιών όπως μαρτυρείται απανταχού στην Παλαιά Διαθήκη και στον Ιωάννην 5: 14 «... μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χεί­ρόν σοί τι γένηται.». Όλα τα επεισόδια με δαίμονες και Σατανά (Βεελζεβούλ) είναι τόσο πολλά μέσα στα Ευαγγέλια και σ’ όλη την Καινή Διαθήκη που εύκολα βγάζει κανείς το συμπέ­ρασμα ότι την εποχή εκείνη στην Παλαιστίνη και στα περίχωρα της έβρεχε δαί­μονες σχεδόν κάθε μέρα! Η ολοκλη­ρωτική δαι­­μο­νο­λο­γία εμ­φα­νίζεται πο­λύ τακτικά στα λό­για και τα έργα του Ιησού. Τί είδους σύμπτω­μα να ήταν αυ­τό άραγε; Έτσι λόγω του δαιμονισμένου κόσμου δεν χρεια­ζό­ταν να κάνομε καμία φρον­τίδα για την εδώ ζωή και την αυ­ριανή μέρα· ούτε φα­γητό, ού­τε ρούχα, ούτε συγ­γε­νείς, ούτε οι­κο­γένεια, ού­τε γονείς... Ο ασκη­τι­σμός, ο μονα­στισμός, η κα­ταδίκη του πλού­του και των πλου­σί­ων, η επιδί­ω­ξη του πέν­θους εί­ναι πολύ συ­χνά θέ­ματα στα λόγια του Ιη­σού. Στέ­κουν λοιπόν όλα αυτά, τί λέτε; Όλα αυτά εξαί­ρονται και θα τύχουν αναλόγου αν­τα­μοι­βής (Ματ­θαί­ος 19: 29 «καί πάς ός αφήκεν οι­κίας ή αδελ­φούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένε­κεν τού ονόμα­τός μου, εκατον­τα­πλασίο­να λείψεται καί ζωήν αιώνιον κληρονο­μή­σει», Μάρκος 10: 30, Λουκάς 9: 59-62, 12: 22-35, 18: 29-30, κλπ.). Αυτό θα πει κατα­σ­τρο­φι­κή θρη­σκεία σε όλο της το μεγα­λείο! Όπως φαίνεται, όλα αυτά εί­­ναι μια τρελή απόρ­­ροια της ολο­κληρωτικής δαιμονολογίας και της άμεσης εσχα­­τολο­γίας που μανιω­δώς προ­πα­γάνδιζε, αλλά όφειλε να γνωρίζει καλλίτε­ρα.
11)                  Λογική εφαρμογή της απαξίας του κόσμου, της άμεσης εσχατολογίας, της απαν­ταχού δαιμονοκρατίας και της αφί­ξεως του μεσσιανικού βασιλείου εν όσω ζούσε ο υποτιθέμενος Ιησούς είναι και το ανεφάρμοστο, καταστροφικό και ουσιαστικά τρελό κήρυγμά του κατά της λήψεως και προβλέψεως οιασ­δήποτε φροντίδας για τις καθημερινές μας ανάγκες και την αυριανή μέρα, όπως αναφέραμε αμέ­σως πριν. Αξίζει όμως να διαβάστε τα εξής κείμενα: Ματθαίος 6: 25-34 «Δια τού­το λέγω υμίν, μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλεί­όν εστι της τροφής και το σώμα του ενδύματος; εμ­βλέψατε εις τα πετεινά του ουρα­νού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συν­άγουσιν εις αποθήκας και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυ­τού πήχυν ένα; και περί εν­­δύματος τι μεριμνάτε; καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πως αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει· λέγω δε υμίν ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων. Ει δε τον χόρτον του αγρού, σήμερον όντα και αύριον εις κλί­βα­νον βαλ­λό­μενον, ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλω μάλλον υμάς, ολιγόπι­σ­τοι; μη ουν με­ριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι πε­ρι­βαλώμεθα; πάν­τα γαρ ταύτα τα έθνη επι­ζητεί· οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρή­ζε­τε τούτων απάντων. Ζη­τεί­τε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δι­και­ο­σύνην αυτού, και ταύτα πάν­τα προ­στεθήσεται υμίν. Μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον· η γαρ αύριον μερι­μνή­σει τα εαυτής· αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής.» Τί θα γινόταν αν αυτά εφαρ­μό­ζοντο; Και ποιος του είπε ότι αυτά όλα τα επι­ζητούν μόνο τα έθνη ή αυτά είναι τα μόνα πράγματα που τα έθνη επιζητούν; Οι Ιουδαίοι δηλαδή δεν τα επιζητούσαν; Πώς ζούσαν αυ­τοί; Με αέρα κοπα­νι­στό; Που τα βρήκε όλα αυτά; Ακόμα για το ίδιο θέμα βλέπε και Λου­κάς 12: 22-33 «Είπε δε προς τους μα­θητάς αυτού· διά τούτο λέγω υμίν, μη μεριμνά­τε τη ψυχή υμών τι φά­γητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε. ουχί η ψυχή πλείόν εστι της τροφής και το σώμα του εν­δύματος; κατανοήσατε τους κόρακας, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερί­ζου­σιν, οίς ουκ έστι ταμείον ουδέ αποθήκη, και ο Θεός τρέφει αυτούς· πόσω μάλ­λον υμείς δια­φέ­ρε­τε των πετει­νών; τις δε εξ υμών με­ριμνών δύ­ναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυ­τού πήχυν ένα; ει ουν ούτε ελά­χιστον δύνασθε, τι περί των λοιπών μερ­ι­μνάτε; κατα­νοήσατε τα κρίνα Πως αυ­ξά­νει· ου κοπιά ουδέ νήθει· λέγω δε υμίν, ου­δέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τού­των. ει δε τον χόρτον του αγρού, σή­μερον όντα και αύ­ριον εις κλίβανον βαλλό­με­νον, ο Θεός ούτως αμ­φι­έννυ­σι, πόσω μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι; και υμείς μη ζη­τεί­τε τι φάγητε και τι πίητε, και μη μετε­ω­ρίζεσθε· ταύτα γαρ πάντα τα έθνη του κόσμου επιζητεί· υμών δε ο πα­τήρ οίδεν ότι χρή­ζε­τε τούτων· πλήν ζητείτε την βασιλείαν του Θεού, και ταύτα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται υμίν. Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον· ότι ευ­δόκησεν ο πα­τήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν. πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην. ποι­­ήσατε εαυ­τοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέ­κλει­πτον εν τοις ουρα­νοίς όπου κλέ­πτης ουκ εγγίζει ουδέ σής διαφθείρει.». Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τα πε­τεινά του ου­ρανού και όλα τα ζώα γενικώς να μην ψάχνουν συνεχώς και με ανη­συχία για την τροφή τους και την φωλεά τους; Απλώς κάθονται ήσυχα και περ­νούν την ώρα τους αμέ­ριμνα επειδή τα τρέφει ο Γιαχβέχ; Μα είμαστε με τα καλά μας; Λοιπόν ερωτάμε επιτακτικώς: Πότε, πού, από ποι­ους και για πό­σο καιρό εφαρμόσθηκαν όλα αυτά; Το απο­τέ­λε­σμα ποιο ήταν; Σήμερα αυτά τα λόγια είναι όχι ανεφάρ­μο­στα και ξεχα­σμένα, αλλά όποιος τους δίνει σημα­σία θεωρείται βλαξ από τους υπόλοιπους, κλπ.

Τα χωρία επ’ αυτών των θεμάτων είναι αρκετά γνωστά και πάρα πολλά. Εκ­τός από μερικά ακόμα που καταγράφομε παρακάτω, παρα­πέμπομε όλους τους εν­δια­φερόμε­νους σε μια συστη­ματική με­λέτη των Ευαγγελίων. Πλήρεις αναπτύξεις αυ­τών των θεμά­των, οι οποίες πε­ριέ­χουν τα περισσότερα σχετικά χωρία των Ευαγ­γελίων, ευ­ρί­σκομε και στα εξής τέσσερα βιβλία τα οποία συ­στήνομε για κα­­λή μελέτη:

α) Ελλη­ν­ι­σμός & Χρι­στια­νι­σμός, Παν. Μαρί­νης, Εκ­δόσεις Νέα Θέσις, σε­λί­δες 220-221, 257-264, 540-552, κλπ.
β) Μυθοπλαστία Όλες οι Θρησκείες της Οι­κουμένης, Κυ­ρι­ά­κος Σιμόπουλος, Εκδό­σεις Στάχυ, σελίδες 206-212, κλπ.
γ) Πώς Γεν­νι­ούνται Ζουν και Πεθαίνουν οι Θεοί και οι Θεές, Εμ. Γιαροσ­λά­β­σκι, Εκδόσεις Γνώσεις και Επανέκδοση Βε­ρέτ­τα, σελίδες 30-44 και 86-98, κλπ.
δ) Οι Αντιφάσεις της Και­νής Διαθήκης, Θωμάς Μάρας, Εκδόσεις Σμυρνιώ­τη, ή Εκ­δόσεις Δίβρης, ολό­κλη­ρο το βιβλίο, εκτός από κάτι σχόλια και προβ­λέψεις του συγγραφέα, τα οποία έγραψε παρορμώμενος από τις πολιτικές και κοινωνικές του πεποιθήσεις..
 ε) The Jewish Sources Of The Sermon On The Mount, Gerald Fried­lander, Kessi­n­g­er Publishing, σελίδες 166-196, κλπ. Εδώ ο πολυμαθής συγγραφέας, Gerald Fri­edlan­der, παραθέτει λεπτομερώς και ερευνά εις βάθος τις «Ιου­δα­ϊ­κές πηγές Της Επί Του Όρους Ομι­λίας» του Ιησού των Ευαγγελίων. Ταυτο­χρό­νως αναπτύσσει μία συγ­κριτική με­λέ­τη της ομι­λί­ας σε σχέση με τις δύο υπάρ­χουσες παραλλαγές της, η μία στο Κα­τά Ματ­θαί­­ον Ευαγγέλιον, 5: 1-7: 29, και ή άλλη στο Κατά Λουκάν 6: 17-49. Επίσης υπο­γραμ­μί­ζει τις αντιφά­σεις της, τους παρα­λογι­σμούς της, το εν πολλοίς αδύνα­τον της εφαρμογής της στον κα­θημερινό βίο, και πολλά άλλα λίαν ενδια­φέ­ροντα σημεία. (Π. χ.: Ο Λουκάς, 6: 17, γράφει ότι η ομι­λία αυτή έλα­βε χώ­ρα «επί τόπου πεδινού», παρόντων των μα­θη­τών αυτού και πολ­λού πλή­θους λαού, οι οποί­οι ήλ­θαν εκεί από πολλά και μακρινά μέρη για να ακούσουν τον Ιη­σού. Ο Ματ­θαί­ος, 5: 1-2, όμως γράφει ότι έλαβε χώρα επί όρους μόνο με τους μα­­θητές πλησίον του.).

Στα πέντε αυτά βι­βλία θα βρείτε πάρα πολλά στοι­χεία από τα οποία, τουλά­χι­στο σε κά­ποιο βαθμό, θα απο­ρήσετε και θα διε­ρω­τηθείτε για τη διανοη­τι­κή υγεία και κατά­σ­ταση αυτού του ατόμου. Μελετήστε τα λοιπόν, πέραν της Βίβλου, και θα τρίβετε τα μάτια σας από τα πάρα πολλά οικτρά ση­μεία που δεν είχατε προσέξει.
Για μια μικρή επαλήθευση λοιπόν, αναγράφομε τον παρακάτω ελλιπή κατά­λο­γο αναφορών από τα Ευαγγέλια, πάνω σε μερικά από τα θέματα στα οποία αναφερ­θή­καμε προηγουμένως. Για όλα τα θέματα, τα οποία ανα­φέ­ρο­με εδώ, και εφ’ όλης της Καινής ή και της Βίβλου, οι αναφο­ρές επαυξάνονται κατά πολύ πε­­ρισ­σό­τε­ρο. Όπως είπαμε, μπο­ρείτε μόνοι σας να βρείτε ακόμα πολύ περισσότερες. Στις προ­η­γούμενες ανα­φορές λοι­πόν προ­σθέσετε και τις εξής:

Πε­ρί δια­ζυ­γίoυ: Ματ­θαίoς 5: 31-32, 19: 1-12, Μάρ­κoς 10: 1-12 και Λoυ­κάς 16: 18, κλπ. (Οι δια­τά­ξεις τoυ Παύλoυ πε­ρί δια­ζυ­γίoυ, Πρός Ρω­μαί­oυς 7: 2-3, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 7: 10-16, 39, όπως και του Μωσαϊκού Νόμου, Δευ­τε­­ρο­νό­μιον 24: 1-4, στις περισσότερες πε­ρι­πτώ­σεις δεν συμ­φωνoύν με αυ­τές εδώ των τριών πρώτων Ευαγ­γε­λί­ων.).
Πρoκαθoρι­σμός (απόλυτος και όχι σχετικός όπως διατείνονται πολλοί διαστ­ρευ­λωτές της αλήθειας). Η σωτηρία (από τί;) του καθενός τελικά είναι προ­κα­θο­ρι­σμένη. Επο­μέ­νως δεν υπάρχει ελευθερία βουλήσεως: Ματ­θαίoς 11: 25, 12: 30, 13: 38, 43, 15: 13-14, 19: 25-26, 20: 1-16,14, 23, 22: 2-14, 24: 14, 22, 24, 31, 34, 25: 34, Μάρκος 2: 17, 4: 2, 10: 31, 13: 20-22, Λoυ­κάς 10: 21, 11: 23, 50, 13: 24, 14: 16-24, 18: 7, 26-27, 19: 10, Iω­άν­νης 3: 15, 27, 36, 5: 21, 24, 6: 35, 37, 39, 40, 44, 54, 64-65, 8: 1, 12, 18, 47, 15: 16, 19, 17: 2, 6, 9, 14, 16, Αποκάλυψις 3: 5, 7: 3-8, 13: 8, 17: 8, 17, 20: 12, 15, 21: 27, κλπ. (Στις κυριό­τερες Επιστολές του Παύ­λου ο προκαθορισμός επαναλαμβά­νεται με πο­λύ πιο ισχυρό και ασύ­στολο τρόπο, αν είναι δυνατόν! Επιστολή Ιακώβου 2: 5.).
Άμε­ση εσχα­τoλo­γία: Ματ­θαίoς 3: 7-10, 7: 21-23, 10: 7, 23, 11: 12-24, 13: 39-40, 49, 16: 27-28, 19: 27-30, 23: 36, 24: 4, 5, 24, 30-34, 26: 64, Μάρ­κoς 1: 7-8, 15, 3: 27, 9: 1, 47, 10: 14-15, 23-25, 30, 13: 26-30, 14: 62, Λoυ­κάς 6: 20-21, 7: 18-23, 9: 27, 10: 17-24, 11: 19-20, 12: 24-56, 17: 20-21, 34-35, 19: 11, 21: 25-36, 22: 35-36, 38, Ιω­άν­νης 5: 25, 21: 22, Πρά­ξε­ις 1: 6-7, 3: 20-21, Ια­κώ­βου 5: 8-9, Α΄ Πέ­τρου 1: 5-7, 20, 4: 7, 17, 5: 4, Β΄ Πέ­τρου 3: 9-10, Α΄ Ιω­άν­νου 2: 18, 28, 3: 2, 4: 3, Απο­κά­λυψις 1: 1, 3, 3: 11, 22: 7, 12, 20, κλπ.
Απα­ξί­α: Ματθαίος 6: 25-34, 19: 29 «καί πάς ός αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδε­λ­φάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν τού ονόματός μου, εκα­τονταπλασίονα λείψεται καί ζωήν αιώνιον κληρονομήσει», Μάρκος 10: 30, Λουκάς 10: 21 (κατά της σοφίας), 12: 22-33, 14: 26 «εί τίς έρχεται προς με καί ου μισεί τόν πατέρα καί τήν μη­τέ­ρα καί τήν γυναίκα καί τά τέκνα καί τούς αδελφούς καί τάς αδελφάς, έτι δέ καί τήν εαυτού ψυχήν, ου δύναται είναί μου μαθητής.»), Ιωάννης 6: 63, κλπ.
Σκλη­ρή τι­μω­ρία των απί­στων και απειλές: Ματ­θαίoς 10: 14-15, 33, 11: 20-24, 12: 32 (βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος), 13: 30, 40, 42, 24: 38-39, 51, 25: 31-46, Μάρ­κoς 3: 29 (βλα­σφημία κατά του Αγίου Πνεύματος), 6: 11, 8: 38, 16: 16, Λoυ­κάς 9: 5, 10: 10-15, 12: 9-10, 47-48, 13: 5, 16: 19-31, 17: 26-29, 19: 26-27, 20: 18, Iω­άν­νης 3: 18, 36, 5: 29, 8: 24, 12: 48, κλπ.
Κα­ταδίκη των πλου­σί­ων και του πλού­του, εγκώμιο του πένθους: Ματ­θαί­ος 6: 19-21, 13: 22, 19: 22-24, Μάρ­κος 4: 19, 10: 23-25, Λου­κάς 1: 53, 6: 20-25, 8: 14, 12: 16-21, 16: 19-31, 18: 23-25, (Επιστολή Ιακώβου 1: 9-11, 2: 5-7), κλπ.
Βί­α και μι­σαλ­λο­δο­ξί­α: Ματ­θαί­ος 3: 10, 12 (φωτιά), 7: 6, 8: 22, 10: 21, 32-38, 12: 30, 13: 30, 40 (φωτιά), 15: 13, 18: 34-35 (βασανιστή­ρια), Λου­κάς 3: 9, 17, 11: 23, 12: 47-53 (48 ξυ­λο­δαρ­μός), 14: 23 («ανάγκασον εισελθείν», το «cogito intra­re» του Ιερού Αυγουστίνου), 26, 17: 34, 19: 27 («κατασφάξα­τε αυτούς έμ­προσθέν μου»), 22: 36-38, 49-50, Ιω­άν­νης 12: 48, 15: 6 (φωτιά για την ιερά εξέταση), κλπ.
Ύβρις και οργή: Ματθαίος 7: 6, 8: 11-12, 15: 14, 26, 16: 23, 22: 13, 23: 13-33, 24: 51, 25: 30, Μάρκος 7: 27, 8: 33, Λουκάς 11: 29-52, 13: 28, 22: 36, 38, Ιωάν­νης 3: 36, 8: 44, Αποκάλυψις, κλπ.
Κάθε θρησκεία και φανατική ιδεολογία έχει τους θεούς της, τους προφήτες της τους αγίους της και τους μάρτυρές της. Σε όλη την ιστορία μέχρι και σήμερα βλέ­πομε πολλούς να υποφέρουν να βασανίζονται και τελικά να θυσιάζονται για πίστεις, δοξασίες, θρησκείες, ιδεολογίες, καθεστώτα, κλπ. Ακόμα πολλοί θανατώνον­ται ένεκα των πράξεων των, τις οποίες διέπραξαν ένεκα ψεύδους ή τρέλας ή και κάτι άλλου. Τί να κάνομε λοι­πόν τώρα; Να εφαρμόσομε και σ’ αυτούς το επι­χείρημα του Chesterton για να απο­δεί­ξομε ότι έχουν δίκιο σε ό,τι ισχυρίστηκαν ή έπραξαν, αφού και αυτοί θυ­σίασαν τη ζωή τους; Πόσοι φασίστες και ναζιστές υπέφεραν και θυσίασαν τη ζωή τους για την ιδεολο­γία τους; Το 1850, ο ιδρυτής της θρησκείας Μπαχάι, Αλή Μω­χά­μετ που ήταν συνήθως γνωστός με το παρανόμι «Μπαμπ», θανα­τώ­θηκε μαζί με εκατοντάδες οπαδούς του από την Περσική κυβέρνηση και τον μου­σουλμανικό κλή­ρο. Ήδη από το έτος 1844 υπέφερε πολλά δεινά σε οικτρή μουσουλ­μανική φυλα­κή για τη θρη­σκεί­α που ίδρυσε. Ήταν ή δεν ήταν ο Μω­χά­μετ ο τε­λευταίος και ο ανώ­τα­τος προφήτης του Θεού; Έτσι ισχυρι­ζό­ταν ο ίδιος και μέ­χρι σήμερα αυτό ισχυ­ρί­ζον­ται οι συνεχώς αυ­ξα­νό­μενοι μουσουλμάνοι με από­λυτο φανα­τι­σμό. Βεβαίως δεν μαρ­τύρησε γι’ αυτό, αλλά στην αρχή κυνηγήθηκε πολύ γι’ αυτό. Πάρα πολ­λοί όμως πέ­θαναν για χάρη του προ­φήτη τους. Σί­γουρα ήταν πανέ­ξυ­­πνος και όχι τρελός. Αν κα­νείς ισχυριστεί ότι ήταν ψεύ­της, αυ­τό μάλ­λον θα γίνει αιτία εξοντωτι­κού ιερού πο­λέ­μου τζι­χάντ. Στην προσπά­θεια και στο παραλή­ρημά του να πε­τύ­χει τους «υψη­λούς» στό­­­χους που είχε θέσει δεν αποκλείεται να πί­στεψε πως πρά­γ­ματι ήταν ο μέ­γι­στος και ο έσχατος των προφη­τών. Αλλά ποιος ξέ­ρει; Προκειμένου να τους πε­τύχει μάλ­λον σύντο­μα κα­τά­λαβε καλά ότι και το ψέμα απο­δί­δει μια χαρά. Άλλο πα­ρά­δειγμα: Ο Ηρακλής έλε­γε ότι ήταν γιος του Δία. Άρα έτσι πρέ­πει να ήταν, αφού λό­γω της αρε­τής, των κατορ­θω­μάτων και παθη­μάτων του αποκλείεται να ήταν τρελός ή ψεύτης. Δεν έχει νόημα να παρα­θέ­σο­με χιλιάδες τέτοιων παραδειγ­μά­των. Σίγουρα θα ξέ­ρετε κι’ εσείς με­ρικά.
Εν κατακλείδι λοιπόν βλέπομε ότι, οι δύο υποπεριπτώσεις του «ψεύτη» και του «τρελού», που προ­τείνει ο Chesterton ως μόνες εναλλακτικές υποπεριπτώσεις, μπορούν κάλλιστα να ισχύουν είτε πλήρως είτε σε κάποιο βαθμό. Τα γραπτά των Ευ­αγγελίων, όπως είδαμε, όχι μόνο δεν αποκλείουν κάτι τέτοιο, αλλά μας παρέχουν πλείστα όσα στοι­χεία για να βγάλομε αβίαστα ένα τέτοιο το συμπέρασμα. Βλέπομε επί­­σης ότι αυτές δεν είναι οι μόνες δυ­να­τές υπο­περι­πτώ­σεις αλλά υπάρχουν περισ­σό­τερες. Πα­ραπά­νω εξετά­σαμε ή συμπεράναμε και τις υποπερι­πτώ­σεις:

(α) Μυθο­λογημάτων και παραδόσεων υπόπτου προε­λεύσεως βαλμένων στο στό­μα υπαρκτού ή μη υπαρκτού προσώπου από άμεσα εσχατολογικές και μεσ­σι­α­νι­κές ομάδες και κοινότητες. (Γι’ αυτές γνωρίζομε αρκετά πράγματα για να κα­τα­λάβομε τί συνέβαινε τότε. Το ζήτημα θα είχε ξεκαθαρί­σει πλήρως, αν οι Χριστιανοί δεν εί­χαν καταστρέψει τα περισσότερα στοιχεία και βιβλία.).
(β) Ιε­ράς απάτης και σκοπιμότητας υστέρων συγ­γρα­φέων για κά­ποιο υπαρ­κτό ή μη υπαρ­κτό πρόσωπο. (Π.χ., ας μην λησμονούμε τα πεπραγμένα κατά την επο­­χή του με­γά­λου τέρατος Κωνσταντίνου και του ψεύτη Ευσεβίου Και­σαρείας.).
(γ) Διαφορετική αντί­ληψη του τί είναι «ψέμα» ή «τρέλα» στον νου ενός ξε­κομ­μένου από την πραγματικότητα και ενός που υποφέρει από τυφλή πίστη και παραληρή­μα­τα. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά με έναν θρη­σκευ­τικά πι­στό και φα­νατικό, ει­δικά επί πραγ­μά­των που πι­στεύει ακρά­δαντα χωρίς όμως και να έχει την πα­ραμικρή εμπειρία περί αυτών. Συμβαίνει επίσης και με φα­να­τι­κούς εθνικό­φ­ρο­νες, κλπ. (Π.χ., εί­ναι άραγε «ψεύτης» ή «τρελός» ένας ινδουι­στής που δια­λα­λεί με ακρά­δαν­τη πίστη ότι ο Κρίσνα τον γλίτωσε από την αρ­ρώ­στια του;).
(δ) Η συμπτωματική ηρωοποίηση και θεοποίηση ενός ατόμου, λόγω των συν­θη­κών, καταστά­σεων, νόμων, νοοτροπίας, κλπ., μιας συγκεκριμένης επο­χής. (Π.χ., χωρίς να θέλομε να υποτιμήσομε στο παραμικρό το θάρρος, την ακεραιότητα και τον ηρωισμό του Giordano Bruno, δεν νομίζομε ότι θα γινό­ταν ήρωας αν ζούσε σήμερα!).

Πιθανώς να υπάρ­χουν και άλλες υποπερι­πτώσεις τις οποίες μπορείτε να σκε­φτεί­τε και να βρείτε μό­νοι σας. Επίσης μελετήσετε προσεκτικά τη Βίβλον, γραμμή προς γραμμή, και θα βρείτε και πολλά άλλα «θεσπέσια» στοιχεία και αναφορές. Δεν μπορούμε να τα κατα­γράψο­με όλα σε ένα άρθρο.
Λοιπόν αγαπητοί αναγνώστες, αυτά τα δύο ανωτέρω επιχειρήματα, παρ’ όλον ότι είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, έγιναν πάρα πολύ του συρμού από τότε που πρω­τοεμ­φα­νίστηκαν στο απολογητικό προσκήνιο του Χριστιανισμού. Αν και τα δια­τύπωσαν ένας φανατικός αιρετικός και ένας φανατικός καθολικός, τα χρησιμο­ποι­ούν ανεξαιρέτως όλοι οι Χριστιανοί, ανεξαρ­τήτως διομολογήσεως. Τα ακούμε πολύ συ­χ­νά και τα βλέπομε να προβληματίζουν τους αδαείς και απε­ρίσκεπτους. Ακόμα το επι­χεί­ρημα του Pascal το χρη­σι­μο­ποιούν και πι­στοί άλ­λων θρη­σκειών εφ’ όσον, στην αρ­χι­κή διατύ­πωσή του, δεν αναφέρει ευθέως τον χρι­στι­ανικό Θεό, αλλά μόνο τον υπ­αινίσ­σεται. Εσείς λοιπόν κρί­νετε αυτά τα επιχειρήματα μαζί με τα στοιχεία, τις από­ψεις, τις αντιρρή­σεις και τις δυνατό­τη­τες που παρα­θέ­τομε σ’ αυτή την εργασία. Με­τά απο­φασίσετε και φερθείτε αναλό­γως. Για το καλό και την πρόοδο της αν­θρω­πό­τη­τας.

Σημείωση: Πολλοί απλοϊκοί, φανατικοί, χριστιανοί πιστοί θέτουν και την εξής εκφοβιστι­κή ερώ­τηση, σχετική με το στοίχημα του Pascal, σε όσους απορρίπ­τουν τον Χριστια­νισ­μό: «Τί θα κάνετε αν έχετε άδικο και τελικά βρεθείτε μπροστά στον Θεό των Χρι­στι­ανών κατά την τελική κρίση;». Απ’ όσα έχομε αναπτύξει εδώ και αλλού μια απάν­τηση μπορεί να είναι η εξής: «Θα του πούμε ότι, με βάση τις “θε­όπ­νευστες” Άγιες Γρα­φές, την θεολογία και την ιστορία σου συμπεραίνομε ότι εί­σαι ένας σαδισ­τής και βάρβαρος Θεός χωρίς λογι­κή και συμ­πόνια. Διέπρα­ξες αμέτρητους παρα­λογι­σμούς και βαρβαρότη­τες. Ενώ ήσουν παντοδύναμος βαριό­σουν να κάνεις ένα πουφ να βγά­λεις τον Σατανά και τους διαβό­λους από την μέση όταν αυτοί ξέπε­σαν και έχα­σαν την χάρη σου και ως παντογνώστης που ήσουν προεγνώρι­ζες τι επρό­κειτο να επ­ακολου­θήσει και τι κα­κά οι εκπεσόν­τες άγγελοι θα προξε­νού­σαν σ’ όλη τη δη­μιουρ­γία σου. Εντοσούτω δεν έκανες τίποτα και με το πρόσχημα της ελευθέρας εκ­λογής απέκρυψες το ότι επίτηδες δεν έδωσες το κριτήριο της ορθής εκλογής! Κλπ.». (Πολλά πράγματα μπο­ρεί να πει κα­νείς επάνω σ’ αυτή την ερώ­τηση και πολλά σχόλια και δι­καιολογή­σεις να δι­ατυπώ­σει επά­νω στην απάντηση.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου