Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο ΠΑΥΛΟΣ (2)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ 'Ο ΠΑΥΛΟΣ (1)'

Ο Παύλος κινεί την χριστολογική θε­ολογία του γύρω από έναν τυπικό άξονα: «τελευταίο δείπνο, σταύ­ρωση, ταφή, ανάσταση, επ­ανεμφάνι­ση»! Ο άξονας αυτός είναι γυμνός διό­τι δεν τίθεται εντός ιστορι­κού πλαισίου και δεν παραθέτει κα­μία συγκινητι­κή ή παραστατική αναφο­ρά ή λεπτομέρεια όπως κά­νουν τα Ευαγγέλια!
Έτσι, στις παρακάτω ανα­φο­ρές, οι οποίες εί­ναι ασα­φείς, ελ­λι­πέ­σ­τα­τες και αν­τιφα­τι­κές ή άσχε­τες με τα Ευαγγέλια, μας λέγει ελάχιστα, ατεκμηρίωτα και εκτός ισ­τορικού πλαισίου πράγματα για τα εξής θέματα:
(1) Εκτός του ότι ο Χρι­στός, πρoήλ­θε «εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ κα­τά σάρ­καν», Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 3-4 και Β΄ Πρός Τι­μό­θε­oν β΄: 8, και ό­χι από το Άγιο Πνεύ­μα με τη βo­ή­θεια της Παρθένου Εβραιοπούλας Μι­ργι­άμ, όπως καταφατικά μας λένε ο Ματ­θαίoς α΄: 18 και ο Λουκάς α΄: 34-35, και μετά «α­πε­δεί­χθη Υιός Θεoύ εν δυ­νάμει κατά πνεύ­μα ...», πoυ­θε­νά δεν ανα­φέ­ρει κα­νέ­να άλ­λo στoι­χείo για τη γέν­νη­ση του Ιησού Χριστού. Πoυ­θε­νά δεν υπάρ­χει η μά­να τoυ Χρι­στoύ Μι­ργιάμ και o υπoτι­θέ­μενoς (ή πραγ­μα­τι­κός, πoιός ξέ­ρει;) πα­τέ­ρας τoυ Iω­σήφ (ή τo Άγιo Πνεύ­μα, αν θέ­λε­τε). Στην Πρός Γα­λά­τας δ΄: 4 μας λέ­ει «ότε δε ήλ­θε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυ­ναι­κός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νό­μον εξα­γορά­ση, ίνα την υιοθεσίαν απο­λά­βω­μεν.», χω­ρίς να αναφέρει τί­πο­τα απο­λύ­τως για τη γυναί­κα αυ­τή. Δεν χρειά­ζε­ται πολ­λή θεολογία για να κα­τα­λά­βει κα­νείς ότι όποιος γεν­νή­θη­κε, σί­γου­ρα κά­ποια γυ­ναί­κα τον εγέννησε. Δεν κάνει καν τον κόπο να ανα­φέ­ρει στους Ιου­δαίους της Γαλατίας της Μικράς Ασίας: πό­τε ήλθε αυτό το πλή­ρωμα (καμία ιστορική πληροφορία), ποια ήταν αυτή η γυναίκα, μάνα του Υιού του Θεού (η οποία για το Κατά Ματ­θαίον Ευαγ­γέλιον 1: 23 είχε προ­φητευ­θεί, εσφαλμένως βεβαίως, από τον Ησαΐα), τον ευαγ­γελισμό της, τα εκστασια­κά «γε­γο­νό­­τα» της γεν­νήσεως, κλπ., λες και οι παρα­λήπτες της επιστολής τα ήξεραν ήδη όλα τέ­λεια. Που­θε­νά δεν υπάρ­χει η Βη­θλε­έμ, η σφαγή των νηπίων, η Αίγυπτος, η Ιερουσαλήμ (πε­ριτομή, δωδεκαετής, κλπ.), η Ναζαρέτ και που­θε­νά δεν τον ανα­φέ­ρει ως Να­ζω­ραί­ο ή Να­ζαρηνό. Περί­εργα πράγ­μα­τα; Τί λέ­τε;
(2) Στην Πρός Ρωμαίους στ΄: 3-5 όπου για πρώτη φορά αναφέρει το βάπτισ­μα λέγει: «ή αγνο­είτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν εις τον θά­να­τον αυτού εβαπτίσθημεν; Συνετά­φη­μεν ουν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θά­νατον, ίνα ώσ­περ ηγέρθη Χρισ­τός εκ νεκ­ρών διά της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν και­νότητι ζωής περιπατή­σωμεν. ει γαρ σύμφυτοι γεγόνα­μεν τω ομοιώματι του θανά­του αυ­τού, αλ­λά και της ανα­στάσεως εσόμεθα,». Δηλαδή δεν αναφέρει τίποτα περί του βαπ­τίσμα­τος του Ιησού κα­τά το οποίο «έγιναν εκείνα τα τρομακ­τικά γεγονότα». Η έν­νοια που αποδίδει στο βάπτισμα εδώ είναι διαφορετική απ’ αυτή που προσδίδουν τα Ευαγγέλια εις τον θά­να­τον αυτού εβαπτίσθημεν»).
Εδώ αναφέ­ρει περίεργα, αποκρυ­φιστι­κά και θεολογικά ανά­κατα που θυμί­ζουν μυ­στήρια αρ­χαί­ων θρησκειών και τα οποία ετελούντο συνεχώς κατά την εποχή του Παύλου. Την ίδια εποχή είχαμε θανάτους, ταφές και αναστάσεις πολλών και διαφό­ρων θεοτήτων με πολυάρι­θμους συγκρητισμούς μεταξύ των!
Ο Παύλος πάντα ενεργεί όπως μιλά στην Πρός Γαλάτας γ΄: 26-27 “πάντες γαρ υιοί Θε­ού εστε διά της πίστεως εν Χριστω Ιησού· όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χρισ­τόν ενεδύσασθε.”. Δηλαδή μιλά με αοριστίες και με οδηγό μόνο την πίστη. Ποτέ δεν αναφέρει ένα «ιστορικό γεγονός», όπως η βάπτιση του Ιησού που εγκαινίασε το μυστήριο του Βαπτίσμα­τος!
Άρα δεν γνωρίζει τίποτα για την βάπτιση του Ιησού από τον Ιωάννη τον Βα­πτιστή, τον οποίον επίσης ουδέποτε ανα­φέρει, και δεν γνωρίζει τίποτα για «τα εκ­θαμβωτικά συμβάν­τα που την συνόδεψαν»!
Στην Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 14-17 γράφει: «ευχαριστώ τω Θε­ώ ότι ουδέ­να υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάϊον, ίνα μη τις εί­πη ότι εις το εμόν όνομα εβάπ­τι­σα. εβάπτισα δε και τον Στεφανά οίκον· λοι­πόν ουκ οί­δα ει τινα άλ­λον εβάπτισα. ου γαρ απέστειλέ με Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγ­γελίζεσθαι, ουκ εν σο­φία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.», ερχόμενος έτ­σι σε κατάφορη αντίφα­ση με τον Χρισ­τό των Ευαγγελίων, Ματθαίος κη΄: 19 και Μάρκος ιστ΄: 16, και Πρά­ξεις β΄: 38, και αρνούμενος την σημασία του βαπτίσματος που διακηρύσσεται στα Ευαγγέλια.
Αυτά έρχονται σε αντίφαση με τα ακατάστατα και ανυπόστατα που γράφει ο συγγραφέας των Πράξε­ων ιθ΄: 1-5, για τον Παύλο ομιλούντα περί Αγίου Πνεύματος, του βαπτίσματος που εκτελούσε ο Ιω­άννης και του βαπτίσματος των Ιουδαίων και μαθητών του Απολλώ της Εφέσου εις το όνομα του Κυρίου Ιησού, για τα οποία ο Παύλος δεν γράφει ούτε λέξη στις Επιστολές  του. Αυτοί ομολογούν ότι εβαπτίσθη­καν στο Βάπτισμα του Ιωάννου αλλά δεν άκουσαν τίποτα διά το Άγιο Πνεύμα. Πώς είναι δυνατόν;
(3) Ομιλεί για κάποιον μυ­στι­κό δεί­πνo και θείαν ευχαρι­στί­αν του Κυρίου Ιησού την νύκτα που «πα­ρε­δί­δετο», Α΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 23-26, «εγώ γαρ παρέ­λαβον από του Κυ­ρίου ό και πα­ρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρε­δίδοτο έλα­βεν άρτον και ευ­χα­ρι­στήσας έκλασε και είπε· λά­βετε φάγετε· τούτό μου εστι το σώμα το υπέρ υμών κ­λώ­μενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. Ωσαύ­τως και το ποτήριον μετά το δειπ­νή­σαι λέγων· τούτο το ποτή­ριον η καινή δια­θή­κη εστίν εν τω εμω αίματι· τούτο ποι­εί­τε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμ­νη­σιν. οσάκις γαρ αν εσ­θίητε τον άρ­τον τού­τον και το ποτήριον τούτο πί­νητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγ­γέλλετε, άχρις ου αν έλθη.».
Υπάρχουν όμως μερικά πολύ παράξενα και ανώμαλα σημεία:
(α) Ο προ­δότης Ιούδας και ο ρό­λος που έπαιξε στο θείο δράμα δεν αναφέ­ρονται απολύτως πουθενά στον Παύ­λο. Ο Παύλος δεν γνωρίζει τίποτα περί Ιούδα του ρόλου και της προδοσίας του. Έτσι δεν αναφέρει πουθενά ούτε μια λέξη γι’ αυτόν! Ούτε καν το όνομά του! Τί λέτε; Πε­ρίεργο;
(β) Στον στίχο 23 ομολο­γεί ότι «εγώ γάρ παρέ­λαβον από τού Κυ­ρίου ό καί παρέ­δωκα υμίν»! Δηλαδή αυτό το τό­σο γνωστό και δια­δεδομένο «γε­γο­νός της ευχα­ρισ­τίας» μεταξύ των μαθητών και όλων των τότε πι­σ­τών στον Ιη­σού Χριστό, ο Παύ­λος δεν το ήξερε αλλά το έμαθε από τον Κυρίον δι’ απο­κα­λύψεως. Δεν έτυχε να του το πει κανένας. Όπως μας λέγει στην Πρός Γα­λά­τας α΄: 18-20 είχε ήδη συνομι­λήσει με τον Πέ­τ­ρο και τον Ιάκωβο τον αδελ­φό­θε­ον, κ. ά. Όμως χρει­α­ζόταν ειδική αποκά­λυψη για έναν τόσο γνω­σ­τό και διαδεδομένο γεγονός με­ταξύ των μα­θητών και όλων των τότε χρισ­τιανών! Γιατί;
(γ) Τελειώνει το λογύδριο του Κυρίου Ιησού με την φράση «άχρις ου αν έλ­θη.». Αυ­τή δεν υπονοεί ανάσταση μετά από 36 ώρες (ή τρεις ημέρες), αλλά κά­ποια Παρουσία μετά από αόριστο χρόνο!
(δ) Ενώ στην Πρός Εβραίους ζ΄: 1-3 και θ΄: 19-20 έχει πάλι την ευ­και­ρία να μας δώ­σει τα στοιχεία της ευχαριστίας, εντούτοις δεν αναφέρει τίποτα.
(ε) Το εγχειρίδιο της εκκλησίας κατά το τέλος του πρώτου αιώνα, Δι­δαχή (των Δώ­δε­κα Αποστόλων), δεν περιέχει τίποτα για ευχαριστία, θάνα­το και ανάσταση. Ούτε καν στο κεφάλαιο 11 στο οποίο δίνει οδηγίες στους απο­στόλους, ιεροκήρυκες και προφή­τες τι πρέπει να διδάσ­κουν στις περιοδείες των. Τα ίδια ισχύουν με το Eυαγγέ­λιο του Θωμά και το ανασυν­ταγ­μένο κεί­με­νο κείμενο Q.
Στην Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους ι΄: 20-21 όμως, διαβλέπομε ότι υπήρχαν θείαι ευχα­ριστίαι και άλλων θρησκειών. Απο­δεδειγμένα υπήρχαν στον Μιθ­ραϊσμό, σε διάφορα Μυστή­ρια, στον Ορφισμό, κλπ. Αυτό που γράφει ο Ιωάννης στ΄: 56 «ο τρώγων μου την σάρ­κα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ.» είναι αυτολεξεί παρμέ­νο από την Μιθραϊκή θεία ευχαριστία!
Απ’ ότι φαίνεται ο Παύλος είχε συμμετάσχει σε κάποιο δείπνο ευχαρι­στίας και μυστηρίων, πολύ σύνηθες εντός του τεραστίου συγκρητισμού θρησ­κειών που υπήρχε τότε, και με­τά πάσαρε στους άλλους την εμπειρία του πίσω απ’ αυτές εδώ τις αποκαλύ­ψεις. Αυτό το δήθεν μυστήριο, με την παταγώδη αποτυχία των ανοήτων χρι­σ­τιανικών εσχατολογιών και με την πάροδο του χρόνου, αντικατέστησε τα κοινά συσσί­τια των αγαπών του Εβιωνιτικού Χριστιανισμού, προς ανάμνηση του δήθεν μυ­στικού δείπνου. Δεν υπήρχε κανένας  λόγος ο δείπνος αυτός να είναι μυστικός, διότι ήταν το πατροπαράδοτο Εβραϊκό σεδέρ, δη­λαδή το δείπνο του Πάσχα.
Αυ­τά τα χωρία έγιναν αργότερα η αφορ­μή για την πλήρη σκηνή του μυστι­κού δείπ­νου και της θείας ευχαριστίας εν­τός δήθεν ιστορικού πλαισίου από τους συνοπτι­κούς ευ­αγγελιστές, αλλ’ όχι κι’ από τον Ιωάννη. Είναι εξαι­ρετικά περίεργο το γεγο­νός ότι το Κα­τά Ιωάννην Ευαγ­γέ­λιο δεν παραθέτει την πα­ράδοση του «ακρογωνι­αίου μυσ­τηρίου της θείας ευχα­ρισ­τίας»! Πώς έγινε και ξέφυγε αυτό το πράγμα από τον επι­στήθιο μαθη­τή, ευαγγελιστή, θεολόγο και αυ­τόπτη μάρτυρα Ιωάννη, παρ’ όλον ότι αναφέρει τον Μιθραϊκό στίχο στ΄: 56 που μόλις αναγράψαμε; Παντού αντιμε­τωπίζο­με περίεργα πράγματα!
(4) Παρ’ όλο που πρώ­τος απ’ όλους ο Παύλος ανα­φέ­ρε­ται στα σε­πτά πά­θη του Χρι­στού δεν μας παρέχει μια έστω υποτυπώδη πε­ρι­γρα­φή τους ή έστω ένα γε­γο­νός ή μια λεπτομέρεια (Πρός Εβ­ραίους β΄: 5-18, θ΄: 26). Δεν αναφέ­ρει τίποτα για: Σύλλη­ψη, συνοπτική και άδικη Δίκη, Πραιτώριο, Πιλάτος, Εκατόνταρχο, Γολγοθά, Κρανίου Τόπο, Ιω­σήφ Αριμαθαία, Νικόδημο, Άν­να, Καϊάφα, Ιερου­σα­λήμ, Κενό Τά­φο, Μυροφό­ρες, κλπ.
Αυ­τή η σιωπή είναι καθ’ όλα ύπο­πτη και ενδεικτική διότι, όταν ο Παύ­λος ομι­λεί και καυχιέται για τα δικά του πάθη, Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 23-33, Β΄ Πρός Τιμό­θεον δ΄: 5-8, δίνει αρκετές λεπ­τομέ­ρειες έστω και εν συντομία. Για τον Κύριον του όμως δεν είχε την ευαισθη­σία να γράψει κάτι, αφού αυτός πρώτος έγραφε σε ανθρώ­πους που δεν είχαν ιδέα και ζούσαν πολύ μακριά από την Παλαιστίνη. Απλώς θέ­λει να κά­νει θε­ο­λο­γία την οποία πρέ­πει να αποδε­χ­θούν αυ­τοί προς τους οποί­ους απευθύ­νεται.
Στην θε­ο­λο­γία του Παύλου ο Χρι­σ­τός, (αν και Θεός ομο­ού­σι­ος τώ Πα­τρί), προκειμέ­νου να υποστεί το πάθος έγι­νε για μι­κρό χρο­νι­κό διάστημα κα­τώ­τε­ρος των αγ­γέ­λων (Πρός Εβραίους β΄: 7). Τα ίδια υμ­νολογούνται και στην Πρός Φιλιππησίους β΄: 5-11, γ΄: 10, όπου τίθεται για πρώτη φορά το δόγμα της κενώσε­ως των θεϊκών ιδιοτήτων του Χριστού. Με­λε­τή­στε όλους αυ­τούς τους στί­χους για να μά­θε­τε πώς θε­ολο­γεί­ ο πρώτος θεολόγος του Χριστιανισμού! (Βλέπε και Α΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 23, ιε΄: 3-7, 35-58, κλπ.).
Από τις Επιστολές, καθίσταται σαφές ότι ο Παύλος παρουσιάζεται σαν να μην έχει ιδέα για τα γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα στον Ιησού και τον Ρωμαίο διοι­κητή Πιλάτο, την Ρωμαϊκή φρουρά και τους στρατιώτες όπως μας τα περι­γρά­φουν τα Ευαγγέ­λια. Πουθε­νά σε όλες τις κύριες επιστολές δεν υπάρ­χει το όνομα του Πιλάτου. Υπάρχει μια μο­ναδική και μινι­μα­λι­στική αναφορά στο όνομα Πιλάτος στην Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, στην οποία γράφει «...Ιησού Χρι­στόν μαρτυρή­σαντα επί Ποντίου Πι­λάτου...», τίπο­τα άλ­λο. Αυτή θεωρείται παρεμβο­λή. Οι τρεις λέξεις «επί Ποντίου Πι­λάτου» άνετα και βολικά σφη­νώνονται εκεί από έναν υστερόχρονο διορθωτή, πράγμα σύνη­θες. Αλλιώς, πώς και γιατί δεν αναφέρει τίποτα απολύτως περί Πιλάτου στις κύ­ριες, εκτενείς και θεολογικές Επιστολές του.
Μην ξεχνάτε ότι, όχι μόνο δεν έχομε πρωτότυπα αλλά και ό,τι έχομε είναι από +350 και μετά! Αυτές οι ίδιες τρεις λέξεις εμφανίστηκαν στο 4ο άρ­θρο του Συμ­βόλου της Πίστε­ως, όπως αυτό θεσπίστηκε από την σύνοδο της Νικαίας το +325 και μετά, ως εξής: «στραυρω­θέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου καί πα­θόντα καί ταφέν­τα»! Άλλη μία ένδει­ξη υστερόχρονης παρεμβολής.
Αν ο Παύλος εγνώριζε τα γεγο­νότα που αφορούσαν τον Πι­λά­το και τον Ιη­σού, τότε θα έπρε­πε να τα έχει ήδη αναφέ­ρει πολλές φορές μέσα στις προη­γούμενες εκτενείς και κύ­ριες επι­στολές του. Αυτό είναι ένα από τα ισχυρά στοι­χεία που φανε­ρώ­νουν ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων ήταν άγ­νωστος στον Παύ­λο.
Ακόμα ο Παύλος παρουσιάζεται να αγνο­εί πλήρως τις φο­βερές διαμά­χες και συμπ­λο­κές της Ρω­μαϊ­κής εξου­σίας με τον Εβραϊκό λαό. Αλλιώς έκανε τε­λείως τα στραβά μάτια και ήταν προδότης του Εβραϊκού λαού. Ο Παύ­λος, αν και σύγ­χρονος του Ιωσή­που και γράφει πριν από τον Ιώσηπο, αγνοεί παντε­λώς όλες τις τα­ραχές και διαμάχες που είχαν συμβεί μέχρι τις μέρες του, αν και πολλές απ’ αυτές είχαν σχέση με τον Ιησού. Περίερ­γο! Ο Ιώση­πος Φλάβιος αρ­γότερα θα κα­ταγ­ρά­ψει τις περισσότε­ρες και κυριό­τε­ρες απ’ αυτές. Αλ­λά και στα κα­τοπινά Ευαγγέλια σώζον­ται ολίγες τέ­τοιες νύξεις και μικ­ρές περιγραφές τέτοι­ων δια­μαχών. Αυτό απο­τε­λεί ένα ισχυρό στοιχείο κατά της ιστο­­ρικότητας του Παύλου, ή υπέρ της ψευ­δο­λο­γίας ή της συνωμο­σίας του. Ακό­μα δεικ­νύει ότι ο Παύλος αγνοεί τις αφηγήσεις, τις παραδόσεις και τα «γεγονότα» των Κανο­νι­κών Ευαγγελί­ων. Συνεπώς έχομε να κάνομε με μυθολογίες!
Αλλά και τα ελάχιστα στοιχεία που έχομε ήδη αναφέρει, Πρός Ρω­μαίους α΄: 3, Πρός Γαλάτας δ΄: 4-5 Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, Β΄ Πρός Τι­μό­θεον β΄: 8, τα οποία μπο­ρούν να θεω­ρηθούν κάπως ιστο­ρι­κοπούντα, αναφέ­ρονται τό­σο αστή­ρικ­τα και ξε­κάρφω­τα, χωρίς κα­νένα ιστορικό πλαί­σιο, που μόνο επι­νοήσεις του γράψαν­τος, ή αν­τανακλάσεις και προσαρμογές χωρίων της Πα­λαι­άς Διαθή­κης (πράγμα που ο Παύλος το συνηθίζει πολύ συχνά μέσα στις Επιστολές του), ή αντα­νακλάσεις των τό­τε μυθο­λογιών περί διαφόρων σωτηριακών παγανιστικών θεών, ή υσ­τερόχ­ρονες παρ­εμβολές, μπορούν να θεωρη­θούν.
(5) Η σταύ­ρω­ση αναφέρεται στα χωρία: Πρός Ρω­μαί­ους στ΄: 6, Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους α΄: 17-18, 23, β΄: 2, 8, Β΄ Πρός Κοριν­θί­ους ιγ΄: 4, Πρός Γαλά­τας γ΄: 1, 13, ε΄: 11, 24, στ΄: 12, 14, Πρός Εφεσίους β΄: 16, Πρός Φιλιπ­πη­σί­ους β΄: 8, γ΄: 18, Πρός Κολασ­σα­είς α΄: 20, β΄: 14, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς β΄: 15, Πρός Εβραίους στ΄: 6, ιβ΄: 2.
Ο Παύλος αναφέρει την σταύρω­ση του Ιησού Χριστού απλώς και αορίστως διά της ονο­μασίας της ή τεχνηέντως και βολικώς ως την αρχαία Εβραϊκή τιμωρία του κρεμάσμα­τος «επί ξύλου» της Παλαιάς Δια­θήκης που εθεωρεί­το κατάρα: Γένεσις μ΄: 19, Δευ­τερονόμιον κα΄: 22-23 «Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και απο­θάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου, ου κοιμηθήσεται το σώ­μα αυτού επί του ξύλου, αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη, ότι κεκατηραμέ­νος υπό Θεού πας κρεμά­μενος επί ξύλου·...», Ιη­σούς του Ναυί η΄: 29, Εσθήρ η΄: 7, Πρά­ξεις ε΄: 30, ι΄: 39, Πρός Γαλάτας γ΄: 13 «Χριστός ημάς εξη­γό­ρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου·»., Α΄ Πέτ­ρου β΄: 24, κλπ.
Στην Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 23, τονίζει ότι «ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσ­ταυ­ρω­μένον,» χωρίς να θέτει κανένα ιστορικό πλαίσιο και χωρίς να αναφέ­ρει ποτέ του οτιδήποτε περί των συμβάντων που προηγήθηκαν ή συνόδευσαν την σταύρωση (σύλ­ληψη, άδικη δίκη, εξευτελισμό και δάρσιμο, μεταφορά στον Γολγοθά ή Κρανίου τό­πο, σκότος, σεισμός, τα τελευταία λόγια του Ιησού, ανάσταση νεκ­ρών αγίων, σχίσι­μο του καταπετάσματος, κλπ.).
Παρ’ όλα ταύτα ο Παύλος γράφει πρώτος και ως εκ τού­του ευρίσκεται χρονι­κά πιο κοντά στα υποτιθέμενα «γεγο­νότα» και σε πλήθος που δεν γνωρίζει τίποτα απ’ αυτά! Συνεπώς δεν ομιλεί για την συγκεκριμένη σταύρω­ση των Ευαγγελίων, αλλ’ ομι­λεί για κάποιο αόριστο, φανταστικό ή υποθετικό συμβάν που το ενε­πνεύσθηκε από τις παραπάνω ανα­φο­ρές της Παλαιάς Διαθήκης για να στηρίξει επ’ αυτού την αίρεση και την διδασκαλία που εγκαινιάζει περί θυσίας και εξιλεώ­σεως και ακολούθως το επεν­δύει με μια γνωστι­κίζου­σα δαιμονο­λογική θε­ο­λογία.
Σύμφωνα μ’ αυτήν την θεολογία, στην Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους β΄: 8, γράφει: «ην ουδείς των αρ­χόντων του αιώ­νος τούτου έγνωκεν· ει γαρ έγ­νωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσ­ταύρω­σαν·». Δι’ αυ­τό το χωρίο ο Γνω­στικός Μαρκίων, ο ημιγνωστικός Ωριγέ­νης, κ. π. ά., εξηγούν ότι εν­νοεί τους δαίμονες και τις υπερφυσι­κές κακές δυνά­μεις και όχι τους ανθ­ρώπους, τον λαό και τους άρχον­τες των Ιουδαίων και των Ρω­μαίων. Άρα, παρά τις διαφορές και τις αντιφάσεις τους, δεν έχομε εδώ να κάνομε με την σταύρωση που εκθέτουν οι Ευαγγελιστές και οι Μαθητές, αλλά με σταύ­ρωση της φαντασίας του Παύλου!
Τον καιρό εκείνο, η πίστη ότι οι δαίμονες έλεγ­χαν όλο τον κόσ­μο ήταν πάρα πολύ δι­αδεδομένη μεταξύ των Εβ­ραϊκών και γνωστικι­στικών αιρέσεων. Στο ήμισυ αυ­τού του κεφαλαίου, ο Παύλος ασ­χολείται με συστά­σεις περί της πάλης κατά των πονηρών πνευμά­των. Στην Α΄ Ιω­άν­νου ε΄: 18-19 διαβά­ζομε: «Οίδαμεν ότι πας ο γε­γεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει, αλλ’ ο γεννη­θείς εκ του Θεού τηρεί εαυτόν, και ο πονηρός [ο διάβολος] ουχ άπτεται αυτού. Οίδα­μεν ότι εκ του Θεού εσμεν, και ο κό­σμος όλος εν τω πονηρώ κείται.».
Όχι όμως μόνον ο κό­σμος αλλά και οι ουρανοί: Πρός Εφεσί­ους στ΄: 12 «ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξου­σίας, προς τους κοσμοκράτο­ρας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευμα­τικά της πο­νηρίας εν τοις επου­ρανί­οις.». Αυτή η ίδια πεποί­θηση μαρτυ­ρεί­ται πά­ρα πολλές φορές σ’ ολόκληρη την Καινή Δια­θήκη, στην απόκρυ­φη βι­βλιογ­ραφία και στην ηλίθια δαι­μονολογία του και­ρού αυτού. Έτ­σι επίσ­τευαν ότι η νέα αποκα­λυπτική εποχή είναι προ των θυρών και η εκ του καλού Θεού αποστολή της θα ανατρέψει τους δαίμονες και τις κακές δυ­νάμεις και θα επι­φέρει νέα τά­ξη πραγμά­των τόσο στη γη όσο και στον ουρανό.
(6) Για την τα­φή, Πρός Ρω­μαί­ους ιστ΄: 4, Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 4, οι Φαρι­σαίοι Ιω­σήφ ο απ’ Αρι­μαθαίας και ο Νικόδημος, οι γυναίκες, κλπ., δεν αναφέρονται απολύ­τως πουθενά, όπως και τίποτα άλλο.
(7) Το σπουδαιότερο και ισχυρότερο εργαλείο πειθούς για τον Παύλο είναι η ανάσταση: Πρά­ξεις ιζ΄: 31-32, κγ΄: 6, κδ΄: 15, 21, Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 4, γ΄: 25, δ΄: 25, στ΄: 4-5, 9, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 1-28, 32, 42, 50-54, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10, Πρός Εφεσίους α΄: 20, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 10-12, Α΄ Πρός Θεσσα­λoνι­κείς α΄: 10, δ΄: 13-18, Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 18, Πρός Εβραίoυς στ΄: 2, ια΄: 35.
Με αυτό το εργαλείο προσπαθεί να πείσει τους πάντες και τα πάντα ότι πρέπει να πιστεύουν όλα όσα τους διδάσκει. Ο εκ του Δαυίδ κατά σάρκαν Ιησούς ήταν ο Χριστός που τον ανέδειξε ο Θεός σε Υιόν του με το να τον αναστήσει. Ως εκ τούτου άπαντες πρέπει να πιστεύουν στην δευτέρα έλευσή του και στην ανάσταση νεκρών. Εάν δεν πιστεύομε όλα αυτά τότε η πίστη μας είναι κενή! Α΄ Πρός Κo­ριν­θίoυς κεφά­λαιο ιε΄ και Β΄ Πρός Κoρινθίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10, κλπ.
Στην Πρός Ρω­μαί­­ους γράφει τους περίεργους στίχους, ι΄: 6-7 «η δε εκ πίσ­τεως δικαιοσύνη ούτω λέγει· μη είπης εν τη καρδία σου, τις αναβή­σεται εις τον ουρα­νόν; τούτ’ έστι Χριστόν κατα­γαγείν· ή τις καταβήσεται εις την άβυσ­σον; τούτ’ έστι Χρισ­τόν εκ νεκρών αναγα­γείν». Τί να εννοεί άραγε;
Ο Παύλος δεν ανα­φέρει καμία λειτουργική και λυτρωτική δράση του Χριστού ως αν­θρώπου επί της γης. Έτσι παρά τα ελλιπή και ασαφή λόγια του στην Α΄ Πρός Κοριν­θίους ιε΄: 3-8, σε πολ­λά άλ­λα σημεία ανα­φέ­ρει την ανάσταση του Χριστού ως ζήτημα συ­ναισθημα­τισμού (της καρδίας) και πίστεως και όχι ως το «γεγονός» σωμα­τικής αναστά­σεως του Ιησού Χριστού. Έλαβε χώρα από την γη κατ’ ευ­θείαν στον ου­ρανό και από σώ­μα κατ’ ευθείαν σε πνεύμα! Δεν μεσολάβησε η παρεπιδημία του Ιη­σού στη γη και δεν συνέβη κα­μία επαν­εμφά­νιση διότι έτσι το θέ­λησε ο Θεός. Αυτό είναι άλλη μια αντί­φαση με τα Ευαγγέλια αλλά και με τον εαυτόν του. Προς ταύτα βλέπε: Πρός Ρωμαίους ι΄: 6-10, Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους ιε΄: 3-8, 12-16, Πρός Εφεσίους α΄: 20, Πρός Φιλιππησίους β΄: 6-11, Α΄ Πρός Θεσσαλο­νι­κείς δ΄: 14, Πρός Εβ­ραίους ι΄: 12. (Βλέ­πε και Α΄ Πέτρου γ΄: 18).
(Ο Παύλος εκτός από ψέματα, βία, δολιότητες, κλπ., προκαλούσε και τον συν­αισθηματισμό εάν αυτός απέδιδε. Η γνώση, η κρίση, η λογική δεν είχαν θέση στον Παύλο, παρά η πίστη, ο συναισθηματι­σμός και το παραλή­ρη­μα· η τρέλα δη­λαδή. Πά­ρα πολύ ωραία!)
Σε πολλούς στίχους ο Παύλος αναφέρει το σώμα του Χριστού. Αλλά γι’ αυ­τόν το σώμα του Χριστού ήταν ή μυστικισμός ή αλληγορία! Π. χ. διαβάστε: Α΄ Πρός Κορινθίους ιβ΄: 12, 27, Πρός Εφεσίους ε΄: 30, Πρός Κολασσαείς β΄: 9, 17, κλπ.
Τις Μυροφόρες γυ­ναί­κες των Ευαγγε­λί­ων που ήταν οι πρώτοι μάρτυρες της ανασ­τά­σεως και σ’ αυτές πα­ρουσιάστηκε πρώτα κατά τον Ματθαίον κη΄: 9-10, ενώ κατά τον Ιωάννην κ΄: 14-17 πρώτα παρουσιάστηκε μόνο στην Μαγδα­ληνή, δεν τις αναφέ­ρει πουθενά. Αλλά και η έννοια και η παράδοση του κενού τάφου για τον Παύ­λο ήταν άγνωστες! (Βεβαίως, και στα Ευαγγέλια αυτά τα επεισόδια είναι πολύ κακογ­ραμμένα.).
Σoβα­ρό­τατo ζήτημα δημιουργείται από τo γεγoνός ότι o Παύλoς εκή­ρυτ­τε και έγ­ρα­­φε το νέο μήνυμά του μό­νo με βά­ση την ανά­στα­ση κάποιου αόριστα εσταυ­ρωμέ­νου ή κρεμασμένου Χρι­στoύ. Αν και αυτό ήταν το κυριότερο πειστήριο του ακόμη και ο ίδιος έχει σοβαρό πρό­βλημα, διότι στην Πρός Φιλιππησίους γ΄: 10-12 γράφει: «του γνώναι αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνί­αν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω αυτού, ει πως καταντήσω εις την εξα­νάστασιν των νεκ­ρών. ουχ ότι ήδη έλαβον ή ήδη τετελείωμαι, διώκω δε ει και καταλά­βω, εφ' ω και κα­τελήφθην υπό του Χριστού Ιησού.». Μας λέει δηλαδή, ότι ακό­μη και ο αυτός δεν έχει καταλάβει κα­λά-καλά την ανά­σταση και προσπαθεί να την καταλάβει. Περίεργα πράγματα για έναν θεόπνευστο απόστολο, σκεύος της εκλογής του ιδίου του Ιησού Χριστού που κηρύττει με βάση την ανάσταση.
Πώς να την καταλάβει ο δυστυχής, αφού ο Χρισ­τός είχε αι­θέρια φύση αντί της πλή­ρως σωμα­τικής του Ιη­σού των κανονικών Ευ­αγ­γε­λίων; Αυτή η αντί­λη­ψη ήταν πολύ δια­δε­δο­μένη μεταξύ διαφόρων αιρέσεων των πρώ­των αιώ­νων, ιδίως των Γνω­στικών, και ήταν ο ήλιος της δικαιοσύνης της κοι­νότητας του Qumran!
Τέλος, στον άξονα της θεολογίας του περιλαμβάνει και μια κάποια άμεσα εσ­χατολογική ανάσ­τα­ση σωμάτων! Ομιλεί, κηρύττει και προσπαθεί να πείσει με βάση όχι μό­νο την ανάσ­τα­ση τού Ιησού Χριστού, αλ­λά και την ανάσ­ταση νεκρών και σω­μάτων: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 1-12, κλπ. Μέσα στις αναφορές που έχομε αναγράψει βλέπομε ότι η ανάσταση των τεθνεώτων, για τον Παύλο, θα «εγένετο εν σαρκί», αλλά με ορισμέ­νες αναγκαίες φυσικές μετατροπές στα ήδη γνωστά αν­θ­ρώ­πι­να σώματα... Τα εκ φύσε­ως ανθρώπι­να σώματα αποτελούν «ασχημοσύνην» στον Εβραι­ο­γνωστικοχρι­στιανισμό και έτσι τα αναστημένα σώματα χρειάζονται επιδιορθώσεις...
Ενώ ενταύθα θα τον υπο­βοηθούσε τέλεια, δεν ανα­φέ­ρει πουθενά έστω μια από τις αναστάσεις που έκανε ο ίδιος ο Ιησούς, όπως της θυ­γα­τέ­ρας του Ιαείρου Μάρκος 5: 35-43, του υιού της χήρας στη Ναΐν Λουκάς 7: 11-17, ούτε καν την ανά­στα­ση τoυ «τε­τρα­η­μέρoυ» φίλoυ τoυ Χρισ­τoύ Λα­ζά­ρoυ Ιωάννης 11: 1-44. (Για την τε­λευταία ίσως να δι­και­o­λo­γεί­ται αφoύ και τα τρία πρώ­τα Ευ­αγ­γέ­λια την έχoυν αγνο­ήσει! Σκε­φτεί­τε ότι ακόμα και ο Ματ­θαί­ος που ήταν ένας από τους δώ­δε­κα μα­θη­τές και συ­νε­πώς εί­δε αυ­τό το εκ­θαμ­βω­τι­κό θαύ­μα με τα μά­τια του μα­ζί με τους άλ­λους, δεν το γρά­φει στο Eυαγ­γέ­λιό του! Φαί­νε­ται ότι αυτό το θαύμα δεν τον εν­τυ­πω­σί­α­σε αρκε­τά ενώ τον είχε εντυ­πωσι­ά­σει η θεραπεία του πυ­ρετού της πεν­θεράς του Πέ­τρου, Ματθαίος η΄: 14-15. Καταπληκτικό!). Ούτε ανα­φέρει πουθε­νά την ανάσταση των Αγίων της Μεγάλης Παρασκευής, Ματθαίος 27: 52-53. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν θυμάται το θαύμα της αναστά­σεως του νεκ­ρού Ευτυχούς, το οποίο ο ίδιος διέπ­ραξε στην Τρω­ά­δα, Πράξεις κ΄: 7-12. Υπήρχε καλλίτε­ρο επιχείρημα απ’ αυτό για να πείσει όποιους ήθελε; Παρά ταύτα, ο Παύλος προσπα­θεί να πείσει όσους αμφέ­βαλ­λαν για την ανάστα­ση σωμάτων με οτιδήποτε άλλα μέσα εκτός απ’ αυτά τα καταπλη­κτικά θαύματα.! Περίεργα πράγματα!
Αλλά και μεταξύ των μελών των ομάδων του Παύλου είχε δημιουργηθεί τερά­στιο πρόβλημα με την ανάσταση. Στις δύο επιστολές Προς Κορινθίους όπως και Β΄ Πρός Τιμόθεον 2: 17-18: «… ων εστιν Υμέναιος και Φι­λητός, οίτινες περί την αλή­θει­αν ηστόχη­σαν, λέγοντες την ανά­στα­σιν ήδη γεγονέναι, και ανατρέπουσι την τινων πίστιν.», βλέπομε ότι μετα­ξύ των οπαδών του Παύλου υπήρχαν πολλοί που είχαν ή εσχημάτισαν διαφορετικές αντιλήψεις για την ανάσταση ή τις αναστάσεις, μέσα σ’ αυτή την τεράστια ακαταστασία περί αναστάσε­ων που είχε δημιουργήσει ο Παύλος και ο Εβραιογνωστικοχριστιανισ­μός γενικότερα. Έτσι δημιουρ­γώνταν πολλές ταρα­χές, διαμάχες και αιρέσεις μεταξύ των ολίγων με­λών των ομάδων του Παύλου. Ο Παύλος και πάλι προσπαθεί απεγνωσμένα να επιβάλλει την δική του αντίληψη. Έτσι τον μεν Υμέναιο τον έστειλε στον διάολο όπως ο ίδιος το τονίζει στην Α΄ Πρός Τιμό­θεον 1: 20 «ων εσ­τιν Υμέναιος και Αλέξανδ­ρος, ους παρέδωκα τω σατανά, ίνα παι­δευ­θώσι μη βλασφη­μείν.», τους δε Κορινθίους Εβραίους οπαδούς του προσπαθεί να τους συγκρατήσει όσο μπορεί. Με­λετήσετε ολό­κληρες τις δύο Προς Κορινθίους Επισ­τολές για να δείτε τι κακό έγινε! Αλλιώς δώσε­τε προσοχή τους στίχους Α΄ Πρός Κo­ριν­θίoυς κεφάλαιο ιε΄ και Β΄ Πρός Κoρινθίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10
(8) Η μετά την ανάσταση επα­νεμ­φά­νι­ση τού Ιησού αναφέρεται μόνο στην Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 5-8 «και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπει­τα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μέ­νουσιν έως άρτι, τι­νές δε και εκοι­μήθησαν· έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις απο­σ­τό­λοις πάσιν· έσχατον δε πάν­των ωσπε­ρεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί.». Αυτό είναι όλο!
Εδώ μιλάει περί μερικών επανεμφανίσεων του Χρι­στού στους 12, σε άλ­λους 500, τον Ιά­κωβο και τον ίδιο που τα Ευ­αγ­γέλια αγνο­ούν. Κάνει το λά­θος με τους 12, διότι είχαν μείνει 11 εφ’ όσον ο προδότης Ιούδας ήταν ήδη νεκ­ρός και ο Ματθίας των Πράξεων α΄: 13-26, δεν τον εί­χε ανα­π­λη­ρώ­σει όταν «εγέ­νον­το» οι επανεμφανί­σεις του Ιησού. Η αναπλήρωση έγινε μετά την ανάληψη όπως μας «εξιστορούν» οι Πράξεις α΄: 9-26! Βλέπομε και πάλι ότι ο Παύ­λος δεν είχε ιδέα πε­ρί του Ιούδα, της προδοσίας και της τύχης του και γι’ αυτό δεν τον ανα­φέρει πουθενά!
Ο Παύλος όχι μόνο δεν γνωρίζει τον Ιούδα και το ρόλο του αλλά και δεν συν­διαλέγεται μ’ αυτούς τους 12 στην υπόλοιπη δρά­ση του. Εκτός δύο περιστατικών με τον Πέτρο (στην Πρός Γαλάτας α΄: 18, β΄: 11-21), τους αγνοεί παντελώς. Βγάλε­τε μό­νοι σας συμπέρασμα!
Στον ίδιο τον Παύλο ο Χρι­στός εμφανίστηκε σαν οπ­τασία, όπως έχομε ήδη δει σε τρία σημεία των Πράξεων, πα­ρά σαν ανθρώ­πι­νο σώ­μα. Προς τους Κοριν­θίους γράφει από την Έφεσο και δεν κά­νει τον κόπο να τους πληροφορή­σει πως, που, πότε, τον είδαν ο ίδιος και αυτοί που ισχυρίζεται. Άσε τους Εβραίους της Κο­ρίνθου που ζούσαν πάνω από χίλια χιλι­όμετ­ρα μακριά απ’ την Παλαιστί­νη και δεν είχαν ιδέα, να βρούνε αυτοί την άκρη για τα ερωτήματα αυτά και αυτοί να βρούνε και να εξετάσουν τους μάρ­τυ­ρες για τους οποίους γράφει ότι ζούσαν ακόμα! Γι’ αυ­τές τις παρουσιάσεις ο Παύλος δεν μεταφέρει απολύ­τως κα­μία ιστο­ρική πληροφορία, λες και μιλούσε σε ανθρώπους που ήδη ξέ­ρανε πως είχαν τα «γεγονότα», ενώ δεν είχαν ιδέα!
Έτσι έχομε πάλι μια μεγάλη αντίφαση με τα Ευαγγέλια όπου ο Χριστός πα­ρουσιάστηκε πρώτα στην Μαγδαληνή όπως με στόμφο τονί­ζει ο Ιωάννης 20: 1-18, ή στις Μυροφόρες όπως τονίζει ο Ματθαίος 28: 1-10. Οι Μυρο­φό­ρες βε­βαίως εκτός από τα Ευ­αγγέ­λια δεν αναφέρονται πουθενά αλλού στην υπόλοιπη Καινή Διαθήκη.
(9) Η ανά­λη­ψη όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Μάρκου 16: 19 και του Λουκά 24: 50-51 και στις Πράξεις 1: 6-11, δεν υπάρ­χει πουθενά στον Παύλο. Απλώς πό­τε-πό­τε γρά­φει ότι ο Ιησούς ανέ­βει στον ου­ρα­νό και ευ­ρί­σκε­ται μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του ή στα δεξιά του: π. χ. Πρός Ρω­μαί­­ους η΄: 34, Πρός Εφε­σί­ους α΄: 20, δ΄: 8-10, Πρός Κολασσαείς γ΄: 1, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς α΄: 10, Πρός Εβραίους η΄: 1, ι΄: 12, κ. α. Τί­ποτα άλλο!
(10) Η Παρουσία του Κυρίου και η Τελική Κρίση αναφέρεται στις: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 29-58, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλο­νικείς β΄: 1-12, κλπ. Πουθενά δεν την αναφέρει ως Δευτέρα Παρουσία, αλλά απλώς Παρουσία, λες και δεν υπήρχε πρώτη! Όπως την περιγράφει στις δύο Πρός Θεσ­σαλο­νι­κείς Επι­στολές είναι όμοια με την περιγραφή της καθόδου του Υιού στο απόκ­ρυφο και ψευδε­πίγραφο βιβλίο Ανάληψις του Ησαΐα και όχι με αυτά που γράφει το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 25: 31-46 και η Αποκάλυψις του Ιωάν­νου! Η περιγ­ρα­φή της Δευ­τέ­ρας Παρουσίας και της Τελικής Κρίσεως στην Αποκάλυψιν κ΄, κα΄ δεν συμ­φωνεί με την Παρουσία που πε­ριγ­ράφει ο Παύλος στην Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιε΄ και στην Α΄ Πρός Θεσσα­λο­νικείς δ΄.
Η φράση «άχρις ου αν έλ­θη.», στην Α΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 26, δεν υπονοεί ανάσταση μετά από 36 ώρες (ή τρεις ημέρες), αλλά κά­ποια Παρουσία μετά από αόρι­στο χρόνο!
Η λέξη «κόλαση» και οι φράσεις με «αιώνια τιμωρία» και «αιωνίους βασα­νισμούς» που υπάρχουν σωρηδόν στα Ευαγγέλια δεν απαντώνται πουθενά στον Παύ­λο. Τεράστιες οι διαφορές μεταξύ Παύλου και Ευαγγελίων σε όλα τα σημεία και σ’ όλα τα μέτωπα, πράγμα που αποδεικνύει την διαφορετική εξέλιξη των διαφόρων Χρι­στιανισμών και συνεπώς το ψευδές ολοκλήρου του χριστιανικού οικοδομήματος.
Η άμεση εσχατολογική και καταδικαστική ρήση κατά των συμπατριωτών του στην Α΄ Πρός Θεσ­σαλο­νι­κείς β΄: 13-16, «Διά τούτο και ημείς ευχα­ρισ­τού­μεν τω Θεώ αδιαλείπτως, ότι πα­ραλα­βόντες λόγον ακοής παρ' ημών του Θεού εδέξασθε ου λόγον ανθρώπων, αλλά κα­θώς εστιν αληθώς, λόγον Θεού, ος και ενερ­γείται εν υμίν τοις πι­σ­τεύουσιν. υμείς γαρ μι­μηταί εγενήθητε, αδελφοί, των εκκλησ­ι­ών του Θεού των ου­σών εν τη Ιουδαία εν Χρι­στώ Ιη­σού, ότι τα αυτά επάθετε και υμείς υπό των ιδίων συμφυλετών καθώς και αυτοί υπό των Ιου­δαίων, των και τον Κύ­ριον αποκτει­νάντων Ιησούν και τους ιδίους προφή­τας, και ημάς εκδιωξάντων, και Θεώ μη αρεσ­κόντων, και πάσιν ανθ­ρώποις εναντί­ων, κω­λυόντων ημάς τοις έθνεσι λαλήσαι ίνα σω­θώσιν, εις το αναπληρώ­σαι αυτών τας αμαρτίας πάντοτε. έφθασε δε επ' αυτούς η ορ­γή εις τέ­λος.», θεωρείται παρεμβολή κυρίως για τους εξής λόγους:
(α) Παρά την οργή, το μίσος και τα κατσαδιάσματα που ο Παύλος εκ­φράζει εναντίον πολλών, πουθενά αλλού δεν εκφ­ράζεται με τόσο έντονα λό­για οργής και μί­σους εναν­τίον των ομοεθ­νών του. Μάλιστα δε στην Πρός Γα­λάτας β΄: 15 τους επαινεί με τα λό­για: «Ημείς φύ­σει Ιουδαίοι και ουκ εξ εθνών αμαρτωλοί,»!
(β) Μέσα στους στίχους αυτούς υπονοεί­ται η καταστροφή της Ιερου­σαλήμ και της Ιουδαίας, η οποία έγινε μετά τον θάνατο του Παύλου. (Αν και υπ­άρ­χουν μερικοί ερευνη­τές που ισχυρίζονται ότι ο Παύλος απέθανε μετά απ’ αυ­τή την καταστροφή, η θέση αυτή έρχεται σε αγεφύρωτη αντίθεση με την επίσημη θέ­ση όλων των χριστιανι­κών εκκλησιών εδώ και 2000 χρόνια!).
(γ) Η φράση «κω­λυόντων ημάς τοις έθνεσι λαλήσαι ίνα σω­θώσιν, εις το αναπληρώσαι αυτών τας αμαρ­τίας πάντοτε.» αντανακλά τις διαμάχες και αντιθέσεις Ιουδαίων και Εβραιοχριστια­νών που προέκυψαν μετά το +73.
(δ) Αν αυ­τοί οι στίχοι αγνοηθούν τελείως και από τον προηγούμενο στί­χο πά­με στον αμέ­σως επόμενο, η ροή και το νόημα του γραπτού λόγου συ­νεχίζονται ομα­λώς. Με αυτούς τους στίχους η ροή διακόπτεται.

***

Ποιος να ξέ­ρει άραγε πώς συν­δέ­ο­νται όλα αυ­τά με­τα­ξύ τους. Πρέπει να συν­δέ­ο­ν­ται διά πλαστογραφιών και υστεροχρόνων παρεμβολών. Δυστυχώς δεν έχομε τα πρω­τότυπα για να ελέγξομε! Π. χ., το ίδιο συμβαίνει και με τις δύο αντι­φα­τι­κό­τα­τες γε­νε­α­λο­γί­ες του Χρι­στού, η μία στον Ματ­θαίο α΄: 1-20 και η άλ­λη στον Λου­κά γ΄: 23-38. Με­λε­τήστε τις, εί­ναι για γέλια! Γι’ αυτό και ο Παύλος παραγγέλλει στον Τιμό­θεον και τον Τίτον να αποφεύγουν τις συ­ζητή­σεις και τις εξετάσεις των γενε­α­λο­γιών (Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 4, Πρός Τίτον γ΄: 9). Κάτι ήξερε!
Ο Παύλος οσάκις αναφέρεται σε κάποιον συμβάν περί Ιησού Χριστού ουδέ­ποτε το θέτει εντός οιουδήποτε ιστορικού πλαισίου. Όλα όσα ανα­φέ­ρει είναι άνευ ισ­τορικής δεοντολογίας και ιστο­ρι­­κού πε­ριεχομένου. Γράφει αοριστίες και άντε τρέχα βρες τις ή πίστευε στις αποκαλύψεις του! Π. χ. γράφει: «παρέδωκα γάρ υμίν εν πρώ­τοις ό καί παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ τών αμαρτιών ημών κατά τας γρα­φάς και ότι ετάφη, καί ότι εγήγερται τή τρίτη ημέρα κατά τάς γραφάς», Α΄ Πρός Κο­ρινθίους ιε΄: 3-4, κλπ. Η φράση «κατά τάς γραφάς» επαναλαμβάνειται στο 5ο άρθρο του Συμβό­λου της Πίστεως ως εξής: «και αναστάν­τα τή τρίτη ημέρα κατά τάς γραφάς». Όπως και στην περίπτωση Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, «...Ιη­σού Χρι­στόν μαρτυρήσαν­τα επί Πον­τίου Πιλάτου...» που εξετάσαμε παραπάνω, έτσι και εδώ έχομε αντιγραφή!
Ο ίδιος ο Παύλος δεν εξη­γεί ποιες είναι αυτές οι γραφές. Για την σταύρωση και τα πάθη οι ευ­αγγελισ­τές μερι­κά χρόνια (15 - 150) μετά τον θάνατο του Παύλου, βρήκαν μερι­κές δήθεν προφη­τείες στην Παλαιά Διαθήκη, πλαστά αποκυήματα της φαντασίας, της διαστροφής και της συ­νωμο­σίας των. Αλ­λά για την ανάσταση την τρί­τη ημέρα «κατά τάς γραφάς», τις επανεμφανίσεις και την ανάληψη δεν υπάρ­χουν ούτε πλαστές προ­φητείες ούτε γραφές που να αναφέρονται εντός της Καινής Δι­αθήκης. Αργότερα οι χριστιανοί απο­λο­γητές δήθεν ανεκάλυψαν τους προφητικούς στίχους: Ψαλμοί β΄: 7, ιστ΄ (ιε΄): 10, Ησα­ΐας νγ΄: 10 και Ωσηέ στ΄: 2, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την τριήμερη ανάσταση του Ιη­σού Χριστού. (Γι’ αυτό οι Καθολικοί λέ­νε ότι αυτοί οι στίχοι την υπαινίσσονται.).
Η αοριστία της φράσεως «κατά τάς γρα­φάς» και το κενό που αφήνει είναι σκόπιμα και παραπλανητικά. Προήλθε είτε από τον ίδιο τον Παύ­λο, αν όντως αυτός έγραψε αυτές τις γραμμές, είτε από τους υστερο­χ­ρό­νους συντάκτες και παρεμβολείς. Αυτοί προσπαθούσαν, όσο ήταν δυνατό, να δικαιολογή­σουν με δήθεν προφη­τείες της Παλαιάς Διαθήκης ότι ο Ιησούς ήταν ο πραγματικός αναμενόμενος Μεσσίας, Χρισ­τός, και συνεπώς ο Χριστιανισμός είναι η μόνη εξ αποκα­λύ­ψεως αληθινή θρησ­κεία!
Πά­νω σ’ αυτές τις πα­­­ρα­τη­ρή­σεις έχoυν γρα­φτεί πoλλά βι­βλία και απoτελoύν ένα ισχυ­ρό­τατo επι­χεί­ρη­μα των μυ­­θι­κι­στών περί τoυ ότι o Χρι­στός εί­ναι μυθoλo­γι­κό πρόσωπo. Διό­τι ας μην ξε­χνά­με ότι τα πρώ­τα γρα­πτά της Και­νής Δια­θή­κης, σύμ­φω­να με ομόφωνο συμπέρασμα όλων των Χριστιανών θε­oλό­γων και των ειδικών επι­στη­μό­νων, εί­ναι oι Επιστo­λές τoυ Παύλoυ. Αυτές δε, τις έγρα­ψε για αν­θρώπoυς πoυ βρί­σ­κoνταν πoλύ μακριά από την Ioυ­δαία. Αυτοί πάλι ως νεο­φώτι­στοι, δεν εγνώ­ρι­ζαν τί­πoτα πε­ρί Iησoύ, εκτός ίσως από αυτoύς πoυ ήταν στη Ρώ­μη οι οποίοι ίσως να είχαν ακούσει λίγα πράγματα πριν τους τα γράψει ο Παύλος, όπως ο ίδιος ομολογεί στην Πρός Ρωμαίους ιε΄: 20.
Συνεπώς: Ο Παύλος έχει κατά νουν άλ­λον Ιησού Χριστό απ’ αυτόν που έχουν οι Ευαγγελιστές, χωρίς με αυτό να υπονοούμε ότι οι Ευαγγελιστές συμφωνούν μετα­ξύ των. Αφήνομε λοιπόν στους χρισ­τιανούς απολογητές να μας ξε­καθαρίσουν ποιος έχει τελικά δίκιο! Ο Παύ­λος ή ποιος από τους Ευαγγελιστές! Ενώ ο καθένας θα επι­κα­λείτο τα εκκωφαντικά «πεπραγμένα» του «ιστορικού» Ιη­σού των Ευαγγελιστών, «γε­γονότα» που θα είχαν αφήσει εσαεί άναυδους τους πάντες και τα πάν­τα, ο Παύλος δεν κάνει καμία χρήση αυ­τών! Αυτή είναι η στάση την οποίαν πα­ρατη­ρούμε διάχυτη μέσα στα γραπτά του Παύλου! Τί συμβαίνει λοι­πόν;
Ο Παύλος δεν γνωρίζει τον γήινο, ιστορικό όπως υπο­τίθεται, Ιησού Χριστό των Κανονικών Ευαγγελίων, γεγονός που απο­δεικνύει ότι τόσον ο Ιησούς Χρι­στός των Ευαγγελιστών όσο και του Παύλου είναι μύθος, δηλαδή ψέμα! Απ’ όσα γράφει ο Παύλος ένα συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι αν ήταν ειλικρινής, τότε στο νου του είχε κά­ποι­ον αποκρυ­φιστικό, άυλο, πνευματιστικό Χριστό και απευθυνόταν προς αποκρυφιστι­κές οργανώ­σεις (cults), αιρέσεις του Ιουδαϊσμού τύπου «υιών φωτός» και Qumran, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς ε΄: 5 «πάντες υμείς υιοί φωτός εστε και υιοί ημέ­ρας. ουκ εσμέν νυκτός ουδέ σκότους.». Ο Χρισ­τός του Παύ­λου είναι ανάλογος με όλους εκείνους τους παγανιστικούς σωτηριολογι­κούς θεούς της εποχής εκείνης, οι οποίοι κατά την Άνοιξη έτρωγαν ένα δείπνο, έκα­ναν μια ευχα­ριστία, έπασχαν, θάπ­τονταν και μετά από τρεις μέρες ανασταίνον­ταν.
Επομένως με βάση όσα στοιχεία έχομε ήδη εξετάσει βγαίνει και το συμπέρα­σμα ότι: Οτιδήποτε γράφει και κηρύττει ο Παύλος δεν είναι ιστορικές μαρτυρίες. Εάν λοιπόν νομίζει ότι ομιλεί αληθώς, τότε αυτά που λέει είναι αποκυήματα της φαντα­σί­ας, πίσ­τε­ως, φα­νατισμού και θεολογίας του, τα οποία αν και δεν τα έμαθε από προη­γούμενες πα­ραδόσεις εντούτοις τα πιστεύει ως αληθή. Εάν πάλι ομιλεί όντως αληθώς, τότε οι παραδόσεις των Ευαγγελίων είναι ψευδείς και πρέπει να καταγγελθούν και να απορριφθούν! Αν όμως οι παραδόσεις των Ευαγ­γελίων είναι σωσ­τές, τότε ο Παύλος ομιλεί ψευδώς, πράγμα που το συνηθί­ζει, και πρέπει να καταγγελθεί και να απορριφ­θεί ως ψεύ­της! Αυτό το χριστιανικό δίλημμα αρκεί για να καταρρεύσει ολόκ­ληρος ο Χριστιανισμός!

***

Ειρήσθω επί τη ευκαιρία ότι, αυτή η σιωπή γύρω από τα βιογραφικά στοιχεία και την ανθρώπινη, γήινη, ιε­ραποστολική και σωτήρια δράση του Ιησού Χριστού δεν απαντάται μόνο στον Παύλο, αλλά και σε όλες τις επτά Κα­θολικές Επιστολές της Και­νής Διαθήκης, στην Επιστολή Α΄ Κλήμεντος (που αποδίδεται στον Πάπα Ρώμης, κατά το τέλος του 1ου αιώνα), Επι­στολή του Βαρνάβα, κ. ά. Ιδού μερικά χτυπητά παρα­δείγ­ματα: Στην επιστο­λή Α΄ Πέτ­ρου β΄: 21-25, στην Α΄ Κλήμεν­τος κεφάλαιο 16, και Βαρ­νάβα ε΄: 8, απαντάμε παραφ­ράσεις μερι­κών στοι­χείων του κεφαλαίου 53 του δευτέ­ρου (ή τρί­του) Ησαΐα που κάπως θυμίζουν τα Ευαγγέλια και τίπο­τα παραπάνω. Στην Α΄ Πέτρου γ΄: 18 «ότι και Χρισ­τός άπαξ περί αμαρτιών έπαθε, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγη τω Θεω, θανα­τωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι·», έχομε ότι ο Χριστός θανατώ­θηκε κατά σάρκα αλλά ζωοποιήθηκε κατά πνεύμα. Δηλα­δή δεν αναστήθηκε κατά σάρκα όπως φωνά­ζουν οι ευαγγελιστές! Στην Α΄ Ιωάννου ε΄: 6-12 δεν γίνεται κανέ­νας λόγος για την «εν σαρκί» ανάσταση και την «εν σαρκί» επα­νεμφάνιση, αλλά όλα γί­νονται με την βοήθεια της πίστεως και την μαρτυρία του Αγί­ου Πνεύματος! Σαν να μην τα είδε κανείς! Στην Β΄ Πέτ­ρου α΄: 16-18 το σημαντικό γε­γο­νός είναι η μεταμόρφω­σις εις το ιερόν όρος και δεν ανα­φέρει τίποτα για ανάστα­ση. Είναι αξιοπα­ρατήρητο λοιπόν ότι όλες οι παρατη­ρήσεις και τα συμπεράσματα πε­ρί ελλείψεως ισ­τορικών πλαισίων, αορισ­τι­­ών, αν­τιφάσε­ων προς τα Ευαγγέλια καθώς και μετα­ξύ των που απαντάμε απανταχού στις Επιστολές του Παύλου, ισχύουν ομοί­ως και στις επτά Κα­θο­λικές Επιστο­λές της Και­νής Διαθή­κης! Όπως και ο Παύλος έτσι και όλοι οι συγγρα­φείς των Καθολικών Επιστο­λών, κ. ά., δεν αναφέρουν τίποτα για τον Ιησού ως διδάσ­καλο ή θαυματοποιό!
Ακόμα, σ’ όλα αυ­τά τα πρώτα κείμενα της Και­νής Δι­α­θήκης, τα οποία όπως υποτίθεται εγρά­φησαν από τους πρώτους και με­γαλυτέρους αποστό­λους του Χριστια­νισ­μού, δεν ανα­φέρεται πουθενά και από κανέ­ναν ούτε μια επίσκε­ψη ούτε ένα προσ­κύ­νημα στα μέρη όπου εγεννήθηκε, έδρασε, έκανε θαύματα, έπαθε, ετάφη και ανέσ­τη ο Υιός του Θεού, Ιησούς Χρισ­τός! Σύμπτωση;...
Αν, προτού γνωρίσομε τι γράφουν τα Ευαγγέλια, μελετήσομε όλες τις Επιστο­λές της Καινής Διαθήκης (14 του Παύλου και 7 Καθολικές), οι οποίες μάλιστα εγρά­φησαν πριν από τα Ευαγγέ­λια, τότε δύσκολα σχηματίζομε την εικό­να κάποιου υπάρ­ξαντος ανθρώπου, διδασκάλου, θαυματοποιού και πουθενά δεν υπάρχει η ει­κόνα κά­ποιου του οποί­ου τον τάφο βρήκανε κενό ή κάποιου που αναστή­θηκε «εν σαρκί»! Συ­νε­χώς βλέ­πομε την επενέρ­γεια της πίστεως και του Αγίου Πνεύματος, αποκαλύ­ψεις, οράματα, και πνευ­ματικά εφευρήματα. Π. χ. βλέπε: Πρός Ρωμαίους γ΄: 26, ιδ΄: 24-25, Πρός Εφεσίους γ΄: 5, Πρός Κολασσαείς β΄: 2, κλπ., Α΄ Πέτρου α΄: 20 καθώς και τα χω­ρία Πρός Ρωμαίους γ΄: 21-26, Πρός Εβραίους θ΄: 26, ομιλούν σε ενεστώτα χρό­νο. Δεν υπάρχει τίπο­τα το ιστορικο­ποι­ούν. Στα χωρία Πρός Ρωμαίους α΄: 1-4, ι΄, ια΄, Β΄ Πρός Κορινθίους γ΄: 7-11, Πρός Τίτον α΄: 3, ο Παύλος αναφέρει θέματα στα οποία μόνος του δημι­ουρ­γεί την ευκαιρία να μιλήσει για τη ζωή και τη δράση του Ιησού, εντούτοις δεν λέγει τίποτα.
Οπότε, τί ιστορική βάση περί Χριστιανισμού ή ιστορική απόδειξη περί Ιησού Χριστού μπορεί να αποτελεί η Καινή Δια­θήκη; Καμία! O Χριστός των Επιστολών του Παύλου, των Καθο­λι­κών Επιστολών, καθώς και ενός μεγάλου μέρους του Κα­τά Ιωάννην Ευαγγελίου είναι ένας αφηρημένος γνωστικιστικός Χριστός και όχι ο Χριστός που έχει την ανθρώπινη μορ­φή και δράση των τριών πρώτων Συνοπτι­κών Ευαγγελιστών. Σε όλη την Καινή Δια­θήκη υπάρχει η συνεχής αντίφαση του αν ο Χριστός ήταν δημιούργημα ή δημιουργός· είναι ίδιος με τον δημιουργό ή απαύγασμα τού δημιουργού και το τελειότερο μέσο επι­κοινωνίας με την δημιουργία του. Άκρη δεν βρίσκεις και μπορείς να δικαιολογήσεις ή να αναιρέσεις κάθε απάντηση επ’ αυ­τού του ερωτήματος! Μετά μιλάνε για θεοπνευστία και ιστορικότητα!
Το Σύμβολο της Πίστεως, της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαί­ας, +325 και μετά, χειροτέρεψε αυτή την αντίφαση! Π. χ: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 23-24 «απ­αρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού· είτα το τέλος, όταν παρα­δώ την βασι­λείαν τω Θεώ και πατρί, όταν καταργήση πάσαν αρχήν και πά­σαν εξουσί­αν και δύνα­μιν.» έρχεται σε αντί­φα­ση με το Σύμβολο της Πίστεως, άρθρο 2, «Καί εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, τόν υιόν τού Θεού τόν Μονογενή, τόν εκ τού Πα­τρός γεν­νηθέντα πρό πάντων τών αιώνων. Φώς εκ Φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ού ποιηθέντα, ομοού­σιον τώ Πατρί δι’ Ού τά πάντα εγένετο.», κ. ο. κ. Όλα αυτά έγιναν αιτίες πολλών αιρέ­σε­ων, δι­ωγμών, φόνων, καταστροφής και δι­αστροφής.
Παρατηρούμε ακόμα τα εξής:
(α) Τα τέσσερα Κανονικά Ευαγ­γέ­λια και η Αποκάλυψις γρά­φτηκαν με­τά τoν θά­νατo τoυ Παύλoυ και αγνooύν τoν Παύλo. Ίσως δι­καιoλoγη­μέ­να, αλ­λά ίσως και όχι. Πoιος ξέ­ρει θε­τι­κά; Κα­νείς! Μό­νo oι Πρά­ξεις τoν ανα­φέ­ρoυν, τις oπoί­ες, κα­θώς η επί­ση­μη εκκλη­σία έχει διαδώσει, τις έγρα­ψε o Ευ­αγγελιστής Λoυ­κάς (ο ια­τρός άραγε, Πρός Κο­λασ­σα­είς δ΄: 14, κλπ.;) ως συ­νέ­χεια τoυ Ευ­αγ­γε­λίoυ τoυ, χωρίς να υπάρχει καμία από­δειξη γι’ αυτό.
(β) Άλλο σοβαρό ζήτημα είναι ότι η Απο­κά­λυψις δεν αναφέρει ού­τε τον Παύ­λο ούτε και τις εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε, αν και γράφτηκε αρκετά χρό­νια μετά τον Παύλο. Δεν του παρέχει κα­μία τιμη­τική θέση ακόμα και στον στίχο κα΄: 14, στον οποίον ανα­φέρει τιμητικώς τους άλλους μαθητές, παρ’ όλο ότι αυτός ήταν «σκεύος της εκ­λογής» του ιδί­ου του Ιησού Χριστού και Θεού, Πρά­ξεις θ΄: 15. Επίσης, η περιγ­ρα­φή της δευ­τέ­ρας παρουσίας και της τελικής κρίσεως στην Αποκάλυψιν κ΄, κα΄ δεν συμ­φωνεί με την περιγ­ραφή που δί­δε­ται από τον Παύλο στην Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιε΄ και στην Α΄ Πρός Θεσσα­λο­νικείς δ΄.
(γ) Το ίδιο και οι επτά Κα­θο­λι­κές Επι­στολές, εκτός από τους δύο πολύ περί­ερ­γους στί­χους της Β΄ Πέτρου γ΄: 15-16 που θεωρούνται παρεμβολή, δεν ανα­φέρουν τί­ποτα περί Παύλου. Μάλιστα δε, η Επιστολή του Ιακώβου είναι τόσο αν­τί­θετη με πολ­λές από τις διδασκαλίες του Παύλου ώστε ο Μαρτίνος Λούθηρος επεδί­ω­ξε να την θέ­σει, μαζί με την Αποκά­λυ­ψιν του Ιωάννου, εκτός του Κανόνος της Καινής Δια­θή­κης. Δεν τα κατά­φερε όμως.
Δεν νομίζετε ότι κάτι περίεργο και πολύ σοβαρό συμ­βαί­νει πίσω απ’ όλα αυ­τά; Όσα λoι­πόν δε­χό­μα­στε εδώ προς στιγμήν, για τo χατίρι των χρι­στιανών θεoλό­­­­γων και για να μην επεκ­ταθούμε σε ιστορική αναζήτηση και ανάπλαση, τα δεχό­μα­στε με όλες τις επι­φυλάξεις. Αυ­τά τα σoβα­ρά προβλήματα και εύλογα ερωτήματα που εκ­θέ­τομε ας φρoν­τίσoυν να τα λύ­σoυν και απαντήσουν με σιγουριά και απόδειξη oι φωσ­τήρες της χρι­στι­α­νικής πί­στε­ως.

***

Ανακεφαλαιώνομε λοιπόν και λέμε: Πέραν πολύ ολίγων στίχων που θυ­μί­ζουν στίχους των Ευαγγελίων, τουλάχιστον το 99% του έργου του Παύλου δεν έχει να κά­νει με: τη ζωή, τη δράση, τη διδασκαλία, τα θαύματα, τα γεγονότα των παθών, της ανασ­τά­σεως, των επανεμφανίσεων και της αναλήψεως τού Ιησού Χριστού των Ευαγ­γελίων.
Οι ολί­γοι στίχοι οι οποίοι θυμίζουν κάτι από τα Ευαγγέλια πρέπει να είναι: εί­τε παρ­εμ­βολές, είτε κοινότοπες φρά­σεις και περιγραφές της εποχής εκείνης τις οποίες επα­να­λαμβάνει ο Παύλος, είτε σκόπιμες αυθαιρεσίες του, είτε τις λαμβάνει από την Παλαιά Διαθήκη και τις προσαρμόζει κατά το δοκούν, είτε πολύ πιθανόν οι μεταγενέ­στεροι Ευαγγε­λιστές τις πήραν από τον Παύλο και την Παλαιά Διαθήκη, την οποίαν όπως ο Παύλος έτσι και αυτοί την εχρησιμοποίησαν κατά κόρον.
Αυ­τοί οι στίχοι αποτελούν ολιγότερο του 1% του έργου του Παύλου. Οπό­τε και αν ακόμα τους παραδεχθούμε ως αυθεντικούς και όχι παρεμβολές ή σκόπι­μες αυ­θαιρεσίες του ιδίου ή άλλων, μένει κα­νείς άναυδος από τον Χριστό που ο Παύ­λος πα­ρουσιάζει στο υπόλοιπο 99% του έργου του. Οι διδα­σ­καλίες που σποραδικά με­ταφέρει είναι δικές του επινοήσεις και κατά μάλ­λον ή ήττον αναμασήματα στίχων της Παλαι­άς Διαθήκης που αυτός ειδικώς επέλεξε. Ούτε την δι­δα­σκαλία του Χριστού, αυ­τήν έστω που περιέχεται στα σκόρπια Κυριακά Λόγια, μας με­τα­φέρει. Φτάνει δε στο ση­μείο να λέγει: Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ζ΄: 6 «τούτο δε λέγω κατά συγγνώμην, ου κατ’ επι­τα­γήν.», 12 «τοις δε λοιποίς εγώ λέγω, ουχ ο Κύ­ριος· ει τις αδελφός γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκεί οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν·», 25 «Περί δε των παρθένων επι­ταγήν Κυ­ρίου ουχ έχω, γνώμην δε δίδωμι ως ηλεημένος υπό Κυ­ρίου πι­στός είναι.», Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 17 «ό λαλώ, ου λα­λώ κατά Κύριον, αλλ’ ως εν αφροσύνη, εν ταύτη τη υποστάσει της καυχήσεως.», κλπ. Εδώ δηλαδή ο Παύλος ομο­λογεί ότι δεν έχει επι­ταγές του Κυρίου, αλλ’ ούτε και αποκαλύψεις ή θεο­π­νευστία! Προσέτι ομολογεί εν πάση ειλικρινεία ότι μας λέγει δικά του λόγια! Μετά όμως έρχε­ται στην Β΄ Πρός Τιμόθεον Επισ­το­λήν και γράφει γ΄: 16: «πάσα γραφή θεό­πνευσ­τος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη,». Βγάλε­τε μόνοι σας συμπέρασμα με τις αντιφάσεις αυτού του αλλο­π­ρόσαλλου ατό­μου!
Ο Παύλος πάρα πολλές φορές προσ­πα­θεί να πείσει τους άλλους επί πολλών «συμβάντων, γεγονότων» και ζητημάτων της θεολογίας του, διά του τεχνάσ­ματος των αποκαλύψεων και οραμάτων που ισχυρίζεται πως είχε. Για μ­ερικά όμως, οι απο­καλύ­ψεις και τα οράματα ήταν εντε­λώς αχρεί­ασ­τα διότι τα πράγ­ματα που του αποκα­λύφ­θηκαν ήταν κοινώς δια­δεδομένα και γνωστά μεταξύ των τότε χριστιανών και οπα­δών του Ιησού Χριστού, όπως μαρ­τυρούν τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις και μερικές από τις άλλες Επιστολές!
Τί γενικό συμπέρασμα λοιπόν βγαίνει από την σύγκριση των αφηγή­σεων του Παύλου με τις αφηγήσεις των Ευαγ­γε­λίων; Αυτά τα στοιχεία εί­ναι ισχυρώς δι­αφω­τισ­τικά διά τις ψευδαισθή­σεις, παραισθήσεις, τα ψέματα του Παύλου, τα μυθεύ­ματα των Ευαγγελίων και ολόκλη­ρης αυτής της φτια­χ­τής, επι­νοημέ­νης και ψευ­δούς θρησκείας του Παυλικού Εβραιοχρι­στιανι­σ­μού! Τονίζομε λοιπόν και πάλι ότι:

Καίριο πλήγμα κατά της ιστορικό­τη­τος του Ιησού Χριστού είναι ο Χρισ­τός του Παύλου. Όλα τα ανωτέρω πε­ριληπτικά στοι­χεία φανερώ­νουν ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων όπως και οιοσδήποτε αφανής αλλά υπ­άρξας Ιησούς Χριστός ήταν άγνω­στος στον Παύλο. Τότε όμως αν δεχθού­με ότι ο Παύ­λος είναι ιστορικό πρόσωπο κατά την εποχή που διατείνονται ότι έζησε, έδ­ρασε και μας πα­ρέδωσε τα γραπτά του, αναγκαστικά πρέπει να δεχθού­με ότι ο Ιησούς Χριστός, όπως τον παρουσιάζουν ο Παύλος και τα Ευαγγέλια, δεν ήταν ιστο­ρικό πρόσωπο αλλά μια μυ­θο­λογική διαπλο­κή! Αν πάλι ο Παύ­λος με τις αποκαλύψεις και τα οράματά του έχει δίκιο, τότε τα Ευαγγέλια αποτελούν προφανή μυ­θο­λογική διαπλοκή! Δεν μέ­νει παρά να συμπε­ράνομε ότι τα πάντα είναι μυ­θο­λογικές διαπλοκές.

Συνεπώς και ο Παύλος και ο Ιησούς είναι χρι­σ­τιανικά μυθιστορήματα και τί­πο­τα παραπάνω. Δηλαδή ψευτιές! Βεβαίως τα γραπτά που αποδίδονται στον Παύλο κα­θώς και οι προηγούμενες πηγές και παραδόσεις, όποιες κι’ αν ήταν αυτές, πρέπει να έθεσαν τις βάσεις και τις νύξεις της συγγραφής και της μυθολογίας των υστεροχ­ρό­νων τεσσά­ρων Κανονι­κών Ευαγγελίων. Μετά τον πλήρη και αμετάκλητο διαχωρισ­μό Χριστιανών και Ιουδαίων (+135 Κ. Ε.) και την οικτρή αποτυχία της εσχατολογίας των πρώτων, οι νέες κα­ταστά­σεις που προέκυψαν απαιτούσαν νέα κείμενα διαφορετι­κά απ’ αυτά του Παύ­λου και προπάντων ιστορικοποιούντα για την δικαιολόγηση και επιβίωση τής Εβραι­οχριστια­νικής αιρέσεως! Αυτή η αναγκαιότητα επεβάλετο όχι μό­νο για την συγκρά­τηση των οπαδών εντός της αιρέσεως αλλά και από την επιχει­ρη­μα­τολογία εναντίον της τόσο των Ιουδαίων όσο και των Εθνικών! Έτσι τα υστε­ρόχ­ρονα Ευαγ­γέλια διατήρησαν αναγκαστικά τα ελάχιστα σημεία που έκριναν σκόπιμα από τον Παύλο αφού όμως πρώτα τα επεξεργάστηκαν κατά τις απ­αιτήσεις του καιρού των. Τα επεξέ­τειναν και τα ανάπλασαν εντός δήθεν «ιστορικών» σκηνών και πλαισί­ων. Ακόμη έλαβαν χώρα μερικές σκόπιμες και αναγκαίες παρεμβολές στα γραπτά του Παύλου.
Ο Χριστιανισμός είναι εν γένει μια από τις αιρέσεις του Ιουδαϊσμού. Αν λοι­πόν θεωρήσομε ως ορθόδοξο τον Χριστιανισμό των Ευαγγελίων, τότε ο Παύλος εδη­μιούργησε μια αίρεση της αιρέσεως, της αιρέσεως... Ειδάλλως ο Χριστιανισμός των Ευαγγελίων αποτελεί αίρεση της αιρέσεως, της αιρέσεως... Κουλουβάχατα δηλαδή ...! Αυτή η αντίφαση έχει δημιουργήσει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Καθολικών-Ορθοδό­ξων και Διαμαρτυρομένων
Τα συμπεράσματα που αναπτύξαμε στο παρόν μέρος και οι διαφορετικοί Χρι­στοί της Και­νής Διαθήκης (Παύλου και Ευαγγελίων), τί ειρωνεία, απο­τελούν το βαρύ­τερο επιχείρημα των μυ­θι­κι­στών κατά της ιστορικό­τητος του Ιησού ή του Παύλου αναλόγως. Αυτό το επι­χείρη­μα είναι εξαιρετικά ισχυρό ή μάλλον απροσ­πέλαστο για τους γνώστες και ει­λικρινείς ερευνη­τές Χριστιανούς, πολλοί των οποίων, μεταξύ αυ­τών και ο υποφαι­νόμενος, τελικά απε­σκίρτησαν από την Εβραιογνωστικοχ­ριστιανι­κή μάστιγα, έγιναν πολέμιοί της και την εξέθεσαν θαρραλέα με ομιλίες, ερευνητικές ερ­γασίες, εμ­περιστατωμένα συγγράμμα­τά και την κατήγγειλαν! Εσείς αναγνώ­σ­τες τί λέ­τε; Έπραξαν καλώς ή κακώς;

Περιτομή και Ακροβυστία

Μια ση­μεί­ω­ση πρωτoύ πά­με πά­λι πί­σω στη θεoλoγία τoυ Παύλoυ. Οι πιo συ­χνά απα­ντώ­με­νες λέ­ξεις τoυ Παύλoυ εί­ναι η πί­στις, η αγά­πη, η ελ­πίς, η χά­ρις, η ανά­στα­σις, o νόμoς, δη­λα­δή o Μω­σα­ϊ­κός Νόμoς. Με­τά όπως φαί­νε­ται εί­ναι η πε­ρι­τo­μή και η ακρo­βυ­στί­α. Βλέ­πομε ότι στην απο­στο­λι­κή σύ­νο­δο των Πρά­ξε­ων ιε΄, συ­ζη­τή­θη­κε το ζή­τη­μα αυ­τό, αλ­λά σα­φής απά­ντη­ση δεν δό­θηκε. Φαί­νε­ται ότι επι­δε­ξί­ως απο­φεύ­χθη­κε να δο­θεί τε­λε­σί­δι­κη λύ­ση. Έτσι αφού με­λε­τή­σε­τε το κε­φά­λαιο ιε΄ των Πρά­ξε­ων συ­νε­χί­σε­τε με τους εξής στί­χους με τη σει­ρά που τους πα­ρα­θέ­το­με:

Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ζ΄: 17, 19, Πρός Ρω­μαί­ους β΄: 25, Πρός Γα­λά­τας ε΄: 2, Πρός Ρω­μαί­ους γ΄: 1-2, Πρός Γα­λά­τας ε΄: 6, β΄: 7

Με­τά από τη μελέτη αυτών των αναφορών αποφα­σί­σε­τε μό­νοι σας τί κα­ταλά­βα­τε ή καλλίτερα τί αι­σθαν­θή­κα­τε! Αηδιάζει κα­νείς να δια­βά­ζει κά­θε λίγo και λι­γά­κι γι’ αυ­τό τo πε­τσά­κι. Δεν τo αφήνoυν κα­λύ­τε­ρα στην ησυχία του μόνo δώ­στoυ συ­νέ­χεια αυ­τό τo βιoλί με την πε­ριτoμή και την ακρoβυ­στί­α. Είναι ντροπή και μωρία να αναπτύσσει κανείς ένα μέρος της θεολογίας του με αφορμή την πόσθη! Αυτήν βρή­καν οι Εβραιοχριστιανοί για να ασχολούνται... Δεν είχαν τίποτα καλλίτερο! Αλήθεια, τί θεόπνευστο, υπερβολικά σοβα­ρό και υψίστης σημα­σίας αυτό το ζήτημα που αντι­μετώπισε η αρχική χριστιανική εκ­κλησία και ο Θεός της! Τί να πρωτο­πεί και τι να πρωτοθαυμά­σει κανείς με τις Εβραι­οχριστιανικές μωρίες! Βρε που καταντήσαμε!....
Ωραίo ση­μά­δι αλή­θεια βρή­κε o θε­ός της ερήμoυ Γιαχβέχ να δώ­σει στoν φίλo τoυ Αβρα­άμ για να ξε­χω­ρί­ζει τoυς εκλε­κτoύς τoυ (Γέ­νε­σις ιζ΄: 10-14 και Πρός Ρω­μαί­ους δ΄: 10-13)! Σαν τoυς κτη­νo­τρό­φoυς πoυ σφρα­γί­ζoυν τα ζώα τoυς με κάπoιo ση­μά­δι χα­ραγ­μένo στα αυ­τιά ή στα μά­γoυ­λα των ζώ­ων. Εξάλ­λoυ η πε­ριτoμή υπήρ­χε ήδη πριν τoν υπoτι­θέ­μενo Αβρα­άμ στην Αί­γυ­πτo και Αφρι­κή κα­θώς και στoυς ιθα­γε­νείς της Αυ­στρα­λί­ας. Δεν φα­ν­ταζόμαστε να έφτα­σε o Αβρα­άμ μέ­χρις εκεί!
Εσείς τί λέτε; Έχομε άδικo;

Αποκαλύψεις και Εσχατολογία στην Θεολογία του Παύλου

Η θε­o­λo­γία τoυ Παύ­λoυ εί­ναι απo­κα­λυ­πτι­κή και άμε­σα εσχα­τo­λoγι­κή. Δη­λα­δή:

(1ο) Την θεολογία του, όπως συχνά πυκνά ο ίδιος δηλώνει, την παρέλαβε από αποκαλύψεις. Η θεολογία του Παύλου δηλαδή είναι αποκαλυπτική και δεν βασίζεται στα «γεγονότα» τα οποία τό­σοι πολλοί έζησαν με τον Κύριο Ιησού Χριστό κατά την διάρκεια της δρά­σεώς του, ούτε και βασίζεται στη θεολογία και τις εντολές που παρέδωσε σε όλους ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ακό­μη, δεν μας πα­ραδίδει μια κάποια θεολογία ή διδαχή του Ιησού Χριστού, αλλά μας πα­ραδίδει δικές του απο­κα­λύψεις και ερμηνείες. (Περίεργα πράγμα­τα!).
(2ο) Δεν ασχoλεί­ται, ο Παύλος, με τη θεoλoγι­κή θε­ώ­ρη­ση των εσχά­των, αλ­λά με τo άμε­σο τέ­λoς τoυ κό­σ­μoυ στoν oπoίoν ζoύ­σε, αφoύ όπως ήταν πεπεισμέ­νος και σύμφωνα με τη θε­oπνευ­σ­τία τoυ, τo τέλoς αυ­τό βρι­σκό­ταν πρo των θυ­ρών και θα συνέβαινε συντομότατα κατά την διάρ­κεια της ζωής του. Η εσ­χατολογική εποχή επρόκειτο να εγκαινιαστεί εντός ολίγου και νέα τάξη πραγ­μάτων θα επικρατούσε τόσο στον ουρανό όσο και στην γη. Η πίστη στον Ιη­σού Χριστό (και σ’ όλα τα περί αυτόν) αρκούσε για να γίνει κανείς άξιο μέλος αυτής της νέ­ας ευ­τυχισμένης εποχής και να σωθεί από την φοβερή οργή και κατάρα τού Θεού Πα­τρός ένεκα της αμαρτίας, της ενδόσεως στον διάβολο, κλπ!

Εκτός από την βασική και αρχική έννοια της αμαρτίας και της κατάρας που είδαμε παραπάνω, η θεολογία του Παύλου έχει και άλλον έναν βασικό άξονα περισ­τ­ροφής, την άμεση εσχατολογία. Προσπαθεί να την περάσει στους άλλους με την δι­καιολογία οραμάτων, αποκαλύψεων και του ότι και αυτός εκλήθη ως απόστολος από τον Κύριο. (Όσο για τα περί πλήρους απαξίας του υπάρχοντος φυσι­κού κόσμου στην Θεολογία του Παύλου βλέπε το σχετικό μέρος παρακάτω.).
Οι ατελεύτητες αντιφάσεις, τα αντιφατικά και καταστροφικά δόγ­ματά τού Παύλου (που έχομε δει μέχρις εδώ και θα δούμε ακόμα παρακάτω) καθώς και η συμ­περιφορά του φανερώνουν άνθ­ρωπο υποκριτή και σχιζοφρενή. Η έμμονη εσχατολο­γία του και ο συνεχής φόβος πρέ­πει να έπαιξαν σημαν­τικό ρόλο προς αυτή την κατάν­τια. Τέτοιες και τόσο πολυάριθ­μες αντι­φάσεις, καταστροφικότητες, αποκαλύψεις και οράματα μόνο διά της εμμονής στην άμεση εσ­χατολογία και τον συνεχή φόβο, και διά των ψυχολογικών διαταραχών και ανωμαλι­ών μπορούν να εννοηθούν, ερμηνευ­θούν και δικαιολογη­θούν. Πολλές τέτοιες ιδέες, εμμονές και εντολές συναντάμε στα γραπτά και τις αηδιαστικές θεωρίες των Γνωστικών καθώς και σε πολλά απόκρυφα χριστιανικά κείμενα της εποχής αυτής, π. χ. το Ευαγγέλιο της Σαλώμης, κλπ. Όπως φαίνεται τα γραπτά του Παύλου έχουν επηρεαστεί πολύ απ’ αυτές τις ανόητες και κα­ταστροφικές δοξασίες.
Αφού με­λε­τή­σομε και κρί­νομε προ­σε­κτι­κά τις παρακάτω ανα­φο­ρές πά­νω στα άμεσα εσ­χατολογικά θέ­μα­τα του Παύλου

Πράξεις ιγ΄: 2, ιστ΄: 9-10, κα΄: 11, κγ΄: 11, κζ΄: 23-24, Πρός Ρω­μαί­oυς η΄: 18-26, ιγ΄: 11-14, ιστ΄: 20, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 7-8, β΄: 6, δ΄: 5, ζ΄: 1, 8, 20-33 «... 29 τούτο δε φημι, αδελφοί, ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστιν, ίνα και οι έχοντες γυναίκας ως μη έχοντες ώσι, ...» μελετήσετε και τα υπό­λοιπα, ι΄: 11, ια΄: 26, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς β΄: 14, στ΄: 2, ιε΄: 52, Πρός Γα­λά­τας α΄: 4, γ΄: 29, Πρός Εφε­σί­oυς α΄: 10, γ΄: 5, στ΄: 12, Πρός Κo­λασ­σα­είς α΄: 26, β΄: 2, γ΄: 4-10, Πρός Φι­λιπ­πη­σί­oυς α΄: 5-6, 10, 21, β΄: 6-16, γ΄: 14, 19-20, δ΄: 4-6 «... μη­δέν μεριμνάτε, αλλ’ εν παντί τη προσευχή ... », Α΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 10, β΄: 16, δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, 17 «αδιαλείπτως προσεύχεσθε,», 23, Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 7-10, β΄, γ΄: 5, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν δ΄: 1, στ΄: 14-15, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 12, γ΄: 1-9, δ΄: 10, Πρός Τί­τον β΄: 11-13, γ΄: 4-6, Πρός Εβραί­oυς α΄: 1-2, θ΄: 26, ι΄: 25, 36-38, ια΄, ιγ΄: 14,

βλέ­πο­με τα εξής:

1)   Πολλές και διάφορες απο­κα­λύ­ψεις, τις οποίες ισχυρίζεται ότι είχε ..., πολλές από τις οποίες φανερώνουν ότι ήταν άτο­μο παραληρηματικό, ανι­σόρροπο και ψυ­χοπαθές! Ακόμα βλέπομε και δαιμονολογίες, π. χ. Πρός Εφε­σί­oυς στ΄: 12.
2)   Οι εντoλές πoυ δί­νει στoυς πι­σ­τoύς σκoπόν έχoυν να τoυς απoτρέ­ψουν απ’ το να ασχoλoύ­νται με την κα­θη­­­με­ρι­νό­τη­τα και να μεριμνούν για τα εγκόσμια, διότι το τέλος είναι εγγύς και δεν έχει πια νόημα η ενασχόληση με τα εγκόσμια, τις ερ­γα­σίες, τον γάμο, τις γυναίκες, τα τέκνα, κλπ. Μόνο συνεχής προσευχή! Άρα δίδει καταστροφικές εντολές. Ο παρών κόσ­μος είναι ανάξιος λόγου, αμαρ­τω­λός και θα ανατραπεί συντομότατα. Ο Κύριος θα φέρει έναν νέον κόσμο με νέα τάξη σε όσους πίστεψαν σ’ αυτά τα λόγια, κλπ. Στους άλλους όμως ...;
3)   Από τις επι­στο­λές Πρός Ρω­μαίoυς, Α΄, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς και Α΄, Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς είναι σαφές ότι ο ίδιος πι­στεύει πως η επι­στρoφή τoυ Κυ­ρί­oυ θα γί­νει κα­τά την διάρκεια της ζω­ής τoυ. Μόνο μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούν να εννοηθούν οι ακραίες και καταστροφικές εντολές του.

Ας μην λησμονάμε ότι η Χριστιανική αίρεση του Εβραϊσμού άρχισε σαν μια άμεσα εσχατολογική κίνηση Νοτζίμ, υιών φωτός, κλπ. Έτσι πα­ρόμoια μη­νύ­μα­τα άμεσης εσχατολο­γίας, εκτός από τις παραπάνω αναφορές στον Παύλο, δια­τυμ­πα­νί­ζoν­ται συ­­χνά σε όλο το μήκος της Και­νής Διαθήκης:

Ματ­θαίoς γ΄: 7-10, ζ΄: 21-23, ι΄: 7, 23, ια’: 12-24, ιστ΄: 27-28, ιγ΄: 39-40, 49, ιθ΄: 27-30, κγ΄: 36, κδ΄: 4, 5, 24, 30-34, κστ΄: 64, Μάρ­κoς α΄: 7-8, 15, γ΄: 27, θ΄: 1, 47, ι΄: 14-15, 23-25, 30, ιγ΄: 26-30, ιδ΄: 62, Λoυ­κάς στ΄: 20-21, ζ΄: 18-23, θ΄: 27, ι΄: 17-24, ια΄: 19-20, ιβ΄: 24-56, ιζ΄: 20-21, 34-35, ιθ΄: 11, κα΄: 25-36, κβ΄: 35-36, 38, Ιω­άν­νης ε΄: 25, κα΄: 22, Πρά­ξε­ις α΄: 6-7, γ΄: 20-21, Ια­κώ­βου ε΄: 8-9, Α΄ Πέ­τρου α΄: 5-7, 20, δ΄: 7, 17, ε΄: 4, Β΄ Πέ­τρου γ΄: 9-10, Α΄ Ιω­άν­νου β΄: 18, 28, γ΄: 2, δ΄: 3, Απο­κά­λυψις α΄: 1, 3, γ΄: 11, κβ΄: 7, 12, 20, κλπ.

Αυτή η οικτρή αποτυχία της άμεσης εσχα­τολογίας του Παύλου καθώς και όλης της Καινής Διαθήκης αρκεί και μόνο διά την απόδειξη του ψέματος και την απόρ­ριψη όλου του χριστιανικού οικοδομήματος.!
Αυ­τή η άμε­ση εσχα­τoλo­γία τoυ Παύ­λoυ εί­χε μoι­­­­ραί­ες προ­ε­κτά­σεις. Στην ορ­γάνωση της Θεσσαλονίκης πολλοί είχαν ήδη πεθάνει χωρίς το τέ­λος του κόσμου και η επιστροφή του Κυρίου να έχουν ακόμα φα­νεί στον ορίζοντα. Αυ­τοί όμως πίστευαν ότι αυτό θα γίνει ενόσω όλοι ήταν εν ζωή Α΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς δ΄: 16-18, και Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς β΄: 2. Τότε άρχι­σαν οι εν ζωή να πα­ραπο­νούν­ται και να γκρινιά­ζουν στον Παύλο. Έτσι αυ­τός για να δικαιο­λογη­θεί τους έγραψε τα λόγια πα­ρη­γο­ριάς, ελπίδας, ενί­σχυ­σης και προτροπής που βλέ­πομε στα εδάφια: Α΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, 23, Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 7-10, β΄, γ΄: 5. Τους παρα­κα­λεί να περιμένουν ακόμα λίγο και σε λίγο καιρό ο Κύριος τους θα φανεί εν μέσω των νεφελών εν φωνή σάλπιγγος και θα είναι και αυτός μεταξύ των ζώντων που θα αρπα­γού. Εν τω μεταξύ ας παρηγορεί ο ένας τον άλλον, κλπ.
Ιδού οι χίμαιρές του, δώσετε προσοχή: Α΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς δ΄: 13-18, «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτώ. τούτο γαρ υμίν λέ­γομεν εν λόγω Κυρίου, ότι ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι εις την παρουσίαν του Κυ­ρίου ου μη φθάσωμεν τους κοιμηθέντας· ότι αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρ­χαγ­γέ­λου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ' ουρανού, και οι νεκροί εν Χριστω ανα­στή­σονται πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησό­μεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσό­μεθα. ΄Ωστε παρακαλείτε αλλήλους εν τοις λόγοις τούτοις.».
Επίσης στην Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς, κεφά­λαιο β΄, παρουσιάζει μια δήθεν προ­φητεία, που πρέπει να προηγηθεί της ημέρας του Κυρίου. Αυτή προφητεύει περί του «ανθρώ­που της αμαρτίας» και «υιού της απω­λείας» (β΄: 3), και του «ανόμου» (β΄: 8) ο οποίος θα θεω­ρούσε τον εαυτόν του ως Θεό και θα καθόταν στον Ναό του Θεού (β΄: 4), τον γνω­στό Ναό της Ιε­ρουσαλήμ. Η αποκορύ­φωση αυτού του κεφαλαί­ου β΄ είναι το ότι ο Θεός θα εξουσιοδοτήσει αυ­τόν τον «άνομον» να βά­ζει τους ανθ­ρώ­πους σε πειρασμό για να πι­στεύουν ψέματα, β΄: 11-12 που είναι και Εσ­σα­ϊκή αν­τί­λη­ψη. Αυτό όμως έρ­χεται σε αν­τί­φαση με την Πρός Εβ­ραίους στ΄: 18 όπου ο Θεός δεν ψεύ­δεται (και είναι λογι­κό) και με την Ια­κώ­βου α΄: 13 όπου ο Θεός δεν βάζει σε πει­ρασ­μό κανένα. Μερικά απ’ αυτά τα χωρία του Παύλου υπευθιμίζουν χωρία των ανοήτων και αισχρών βιβλίων των Ιωήλ και Δανιήλ..
Ουσιαστικά σ’ αυτά τα εδάφια της Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς ο Παύλος προσ­πα­θεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση της παρουσίας του Κυρίου (χωρίς να την ανα­φέ­ρει ποτέ τους ως Δευτέρα Παρουσία, σαν να μην υπήρχε ποτέ πρώτη) και να εξα­γοράσει χρόνο με αυτή την δήθεν προφητεία. Αυτή είναι ακόμα μια στρεψοδικία και αντίφαση του Παύλου διότι στους δύο προηγουμένους στίχους ήδη έγραψε: β΄: 1-2 «Ερωτώμεν δε υμάς, αδελφοί, υπέρ της παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ημών επισυναγωγής επ' αυτόν, εις το μη ταχέως σαλευθήναι υμάς από του νοός μήτε θροείσθαι μήτε διά πνεύματος μήτε διά λόγου μήτε δι' επιστολής ως δι' ημών, ως ότι ενέστηκεν η ημέρα του Χρι­στού.».
Ακόμα στον στίχο γ΄: 10 «..., τούτο παρηγγέλλο­μεν υμίν, ότι ει τις ου θέλει ερ­γάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω.», τους παροτρύνει να εργάζον­ται για να ζουν, αντί να τους παραγγείλλει να φάνε πρώτα όλα όσα έχουν μαζεμένα αφού ο Κύριος θα φαινόταν εντός ολίγου χρόνου και στην νέα τάξη ουρανού και γης που φαντάζεται ο Παύλος η εργασία δεν θα είχε πλέον νόημα. (Άλλη μια αντίφαση και αρλουμπο­λογία.).
(Εν­τελώς ίδια προβλήματα αντιμετωπίζονται και σ’ όλο το κεφά­λαιο γ΄ της Β΄ Πέτρου. Ειδικά τον στίχο 4, τον εδικαιολόγησαν διά της παρεμ­βο­λής του στί­χου γ΄: 8. Αυτός πάλι έρχεται σε άμεση αντίφαση με τον επόμενο στίχο γ΄: 9. Τόσο μυαλό κου­βαλούσαν οι χριστιανοί παρεμ­βολείς και παραχαράκτες. Τέτοιες ήταν οι εσχατολογι­κές χίμαιρες των χριστιανών των δύο πρώτων αιώνων αλλά και μετά που τα έκαναν παντού μαντάρα. Μελετήσετε το κεφά­λαιο γ΄ της Β΄ Πέτρου να τα δείτε.).
Αυτή την δήθεν προ­φητεία την ταυτί­ζουν σή­μερα οι διάφοροι θεολόγοι με τις αποκα­λυ­πτικές προφητείες πε­ρί θηρίου και ψευ­δοπροφήτη της Αποκα­λύ­ψεως του Ιω­άννου. Αυτή η δήθεν προ­φη­τεία, αν δεν εί­­ναι κόλπο του Παύλου για να ξεφορτωθεί τις αντιρρήσεις και τα παράπονα των Θεσσαλονικέων, αντα­να­κ­λά τον ανα­βρα­σμό και τις προβλέψεις για την τελική σύγ­κρου­ση των Ιου­δαίων με τη Ρώμη, εφ’ όσον η επισ­τολή αυτή εγράφη περί το τέλος του +52 ή αρχές του +53 Κ. Ε.. Σ’ αυτή την περίπτω­ση αυ­τόν τον οποίον υπαινίσσεται ο Παύλος δεν εί­ναι άλ­λος παρά ο Ρω­μαίος αυ­τοκ­ρά­τωρ. Τέτοιες αποκα­λυ­πτικές και εσχατολογικές προρρήσεις και αν­τι­λή­ψεις είχαν ήδη δια­μορ­φωθεί και συνο­δευ­τεί με αιματη­ρά επεισόδια ενωρίτερα, επί αυτο­κράτο­ρος Γαΐου Καλι­γούλα (37-41 Κ.Ε.). Αυτός έστησε το άγαλ­μα τού ανδ­ριάν­τα του μέσα στον Ναό της Ιερουσα­λήμ πράγμα που, όπως και στην περίπτωση τού Αντιόχου Δ΄ του Επιφα­νούς, θεωρήθηκε ως «βδέλυγμα ερημώσεως», καθ’ ότι λόγω αυτής της εν­έργειας οι ιερείς του Ναού εγκατέλειψαν τον Ναό.
Βεβαίως, η τε­λική έκβαση αυτής της σύγ­κρουσης ήταν η ερείπωση της Ιερου­σαλήμ και την κατα­στροφή του Ναού το έτος +70 και της Μασσάδας το +73. Τότε, κατά την Παράδοση, ο Παύλος ήταν ήδη θανών. Η δε προ­φη­­τεία του παρέ­μει­νε προ­φη­τεί­α για να βα­σανίζει μέχρι σήμερα τα μυαλά των αφελών και αδαών αλλά και πολλές χριστιανικές αιρέσεις (π.χ., Μαρτύρων του Ιαχωβά, κ. ά.).


ñ Παρέκβαση ñ

Μικρή Ιστορική Αναδρομή περί Ιουδαϊκών Εσχατολογιών

«Προφητείες» αυτού του αποκαλυπτικού και εσχατολογικού είδους είχαν αρ­χίσει να γράφονται από την εποχή της Βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας τον έκτο αιώνα Π. Κ. Ε. Συστηματικά και περισσότερον όμως τις συναντάμε να γράφονται και να διαδί­δονται την εποχή των Σελευκιδών κατά τον δεύτερον αιώνα Π. Κ. Ε. Ένα χαρακτη­ρι­στικό ψευδο­προφητικό και ψευδεπίγραφο βιβλίο της εποχής αυτής είναι του Δανιήλ. Αυτό εγράφη το 166 ± 1 Π.Κ.Ε. και έπαιξε κατά μάλλον ή ήττον τον με­γαλύ­τερο και βασι­κότερο ρόλο στην Εσ­σαϊκή, Φαρι­σα­ϊκή και Χριστια­νι­κή άμεση εσχα­το­λογία και στον άκρατο μεσ­σι­ανισμό που επακολού­θη­σαν. Πολλά ατυχή αιμα­τηρά επεισόδια συ­νέβησαν επί βασιλείας του Αν­τιόχου Δ΄, του Επιφανούς, 177-164 Π. Κ. Ε. Ο Αντίο­χος, μεταξύ πολ­λών πεπραγ­μέ­νων, εβε­βήλωσε και τον Ιου­δα­ϊ­κό Ναό του Γιαχβέχ ποι­κι­λο­τ­ρό­πως. Αφιέρωσε τον Ναό στον Ολύμπιο Δία, έχτισε ειδωλολατρικό βωμό, εθυ­σίαζε χοί­ρους, κλπ. Αυτά και άλλα γεγονότα εναντίον των Ιουδαίων εξώ­θησαν τα πράγματα στην εθνικοθρησκευτική επανά­σ­τα­ση των Μακκα­βαί­ων. Το βι­β­λίο του Δα­νιήλ αποκαλεί τον Αντίοχον και τις εντός του Ναού πράξεις του, «βδέ­­­λυ­γ­μα ερη­μώ­σεως» του Ναού, κλπ. (θ΄: 27, ιβ΄: 11). Δηλαδή, όλα όσα έπραξε μέσα στον Ναό ανάγκασαν τους Ιερείς και τους ευσεβείς Ιουδαίους να τον εγκαταλείψουν και να τον θεωρούν πλέον έρημο! Ο ρόλος του Αντιόχου Επιφανούς τότε εί­ναι ανά­λογος του ρό­λου του Ανόμου Ρω­μαί­ου Αυτοκ­ρά­τορος τώρα, για τον Παύλο. (Σημειώσετε ότι: Το εσχατο­λο­γι­κό και απο­κα­λυπτικό βιβ­λίο του Δανιήλ αναφέ­ρεται στην Και­νή Διαθήκη, Ματθαίος κδ΄: 15, Μάρ­κος ιγ΄: 14, Πρός Εβραίους ια΄: 33, κλπ., και έχει πολλές ομοι­ότη­τες με την Απο­κάλυψιν του Ιω­άν­νου.).
  Η πρo­φα­νής απo­τυ­χία της Δευ­τέ­ρας Πα­ρoυ­σί­ας και της εγκα­τα­στά­σεως τής Βασι­λεί­ας των Ου­ρα­νών επί της γης κα­τά την διάρκεια των δύo ή τριών πρώ­των γε­νε­­ών των Χριστιανών, εί­χε ως απo­τέ­λε­σμα την επα­νε­ξέ­τα­ση και τoν επα­να­πρoσ­διo­ρι­σμό τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ και την oρι­στι­κή απoστα­σία τoυ από τη μη­τρι­κή τoυ θρησ­κεία τoν Εβραϊσμό. Η απο­στα­σία αυ­τή άρ­χι­σε με την απo­τυ­χία της πρώ­της επα­να­στά­σεως των Εβραί­ων ενα­ντί­oν των Ρω­μαί­ων τα έτη 66-73 Κ. Ε.. Ως απoτε­λέσμα­τα είχε την πλή­ρη ερεί­πω­ση της Iε­ρoυ­σα­λήμ, την κα­τα­στρoφή τoυ Ναoύ τo 70 Κ. Ε., την ομα­δι­κή αυ­τo­κτo­νία της Μα­σά­ν­τα τo 73 Κ. Ε., τον θάνατο και τον εκπατρισμό πολύ λαού. (Ο αναμενόμενος Μεσσίας δεν φάνηκε για να τους σώσει). Τό­τε άρ­χισε και η με­γά­λη φα­γω­μά­ρα των Χριστιανών (ουσιαστικά Εβραιοχριστιανών) με τους Φα­­ρισαί­ους για το ποια ομά­δα θα ανα­λάβει την πρω­τοκα­θε­δρία και τα ηνία στην εκ των πραγ­μά­των νέα συ­νέ­χι­ση του Ιου­δα­ϊσ­μού, χω­ρίς τον Ναό και την Ιε­ρουσαλήμ.
Μην ξε­χνά­τε ότι πριν από αυτά τα γεγονότα και ο Παύ­λος και ο συ­μπα­θών τους Χριστιανούς δι­δά­σκα­λός του, Γα­μα­λι­ήλ (Πρά­ξεις ε΄: 34-39), ήταν Φα­ρι­σαίοι. Ακό­μα στον Ιω­άν­νη γ΄: 1 βλέ­πομε τον Ιη­σού να συ­νο­μι­λεί με τον Φα­ρι­σαίο Νι­κό­δη­μο και με πολ­λή οικειότητα να του ανα­πτύσ­σει την πνευ­μα­τι­κή δι­δα­σκαλί­α του. Ο Νι­κό­δη­μος ξα­να­εμ­φα­νί­ζε­ται με τον Φαρισαίο Ιω­σήφ, τον ευ­σχή­μο­να βου­λευ­τή, κα­τά τον εντα­φια­σμό του Ιη­σού, Ιω­άν­νης ιζ΄: 38-40. Μετά το +70-73 όμως προέκυψε φο­βε­ρός αντα­γωνισμός και φα­γω­μά­ρα που στα Ευαγ­γέ­λια ανα­φέ­ρε­ται συ­χνά και συγκε­καλυμμένα πί­σω από όλες εκεί­­νες τις γνω­στές ύβρεις, απειλές και τα πα­σί­γνω­στα ου­αί! ... (Ματ­θαί­ος κγ΄, Μάρ­κος ιβ΄: 38-40, Λουκάς ια΄: 29-54, Ιω­άν­νης η΄: 44 κλπ.) που προφανώς έρ­χο­νται σε άμε­ση αν­τίφα­ση με αυ­τά που δι­δά­σκει ο Χρι­στός στην επί του όρους ομι­λία Ματ­θαί­ος ε΄: 22, 39, 44 και Λου­κάς στ΄: 27-29, 35. Ακόμα πολλές φορές διαβάζομε ότι ο Ιησούς εθεράπευε τα Σάββατα, λες και το έκανε επίτηδες μόνο και μόνο για να τσα­κωθεί και διαπληκτι­σθεί ο ίδιος και ο θεραπευθείς με τους Φαρισαί­ους! Δεν μπορού­σε να θεραπεύσει τις άλ­λες έξη ‘μέρες ώστε να είναι και απόλυτα ευθυγραμ­μισμένος με τον Θεόδοτο Μωσαϊ­κό Νόμο του πατέρα του Γιαχβέχ, αλλά έπρεπε να είναι Σάβ­βατο! Αν μερι­κοί πούνε ότι έτσι έτυχε, τους απαντάμε ότι στον Θεό δεν υπάρχει τύχη. Μπορούσε να θεραπεύ­σει μια μέρα νωρίτερα ...
Ιστο­ρι­κώς, γνω­ρί­ζομε ότι στα χρό­νια του Ιησού οι Φα­ρι­σαί­οι εί­χαν ελα­χί­στη δύ­να­μη και επιρ­ροή για να δι­καιο­λο­γη­θούν όλες αυ­τές οι επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον τους, όπως τις ανα­φέ­ρο­υν τα Ευαγ­γέλια. Αριθμούσαν γύρω στις (6000) έξη χιλιάδες ήταν μετριοπαθείς και η επιρροή τους ήταν κυρίως επί του λαού της υπαίθρου. Η πολιτική, θρησκευτική και οικονομική δύναμη ανήκε αποκλειστικώς στους Σαδδουκαί­ους και Ρωμαίους. Επίσης, η ηθι­κή διδασκα­λία του Φαρισαίου Χιλ­λέλ του πρεσβυτέ­ρου, κα­τά τα παιδικά έτη του Ιησού, περιέχει σχε­δόν όλη την ηθική δι­δα­­σκα­λία των Ευαγγε­λίων. Μετά όμως την παταγώ­δη απο­τυχία της με­γά­λης επανά­σ­τα­σης των Εβ­ραίων κατά των Ρωμαίων, την ερείπωση της Ιε­ρουσα­λήμ και την καύση του Ναού, οι Σαδ­δουκαίοι και Εσσαίοι εξαφανίζονται και εμφανίζονται οι Φαρι­σαίοι ως οι συνεχι­στές και εντο­λο­δόχοι της επι­βί­ω­σης του Ιου­δαϊσμού, υπό το νέο πρόσωπο του Ραβινι­κού Ιου­δαϊσμού. (Ραβίνος = διδάσκαλος. Απαντάται συχ­νά στα Ευαγ­γέ­λια και εί­ναι αναχ­ρο­νι­σμός των μετά το 70 Κ. Ε. ετών.).
Τό­τε και μέσα στην τρο­μα­κτι­κή φα­γωμάρα που προέκυψε οι Εβραιοχριστια­νοί φέρνουν για πρώτη φορά τα Ευαγ­γέ­λια στο προσκήνιο, δηλαδή 40-60 χρόνια μετά τον σταυρικό θάνατο και την ανάσταση του ιδρυτή τους και 20-30 χρόνια μετά τις Επιστο­λές του Παύλου. (Πολύ περίεργη και ύποπτη αυτή η καθυστέρηση, δεν νο­μί­ζε­τε;). Επίσης τότε, πρω­τοε­μ­φα­νί­ζε­ται η συναγωγή ως τόπος λατρείας του Γιαχβέχ εντός του Ιου­δαϊ­κού χώρου, χωρίς θυσίες και ολοκαυτώματα, αφού ο μόνος Ναός και μονα­δι­κός τόπος λα­τρείας και θυσιών δεν υπήρ­χε πλέον. Εν­τός αυτής της συναγωγής οι Φαρι­σαίοι Ραβί­νοι είχαν συντριπτικά τη μεγα­λύτερη επιρ­ροή και πλειοψηφία, εν συγκρίσει με τους ελαχί­­στους Χριστιανούς αντι­πάλους, που ερ­μή­νευαν τις Εβραϊκές γραφές κα­τά τον αιρετικό χριστιανικό τρό­πο. Στα Ευαγ­γέλια μαζί με όλες εκείνες τις προσβο­λές και ύβρεις κατά των Φαρισαίων, διαβάζομε συχνά και την κατηγορία εναντίον τους για «πρω­τοκα­θεδρίες» και «πρωτοκλησίες». Επίσης, κατά τους ιστορι­κούς και πολ­λούς θεο­λό­γους η εκ­δίωξη από τη συναγωγή όλων εκείνων που ομολο­γού­σαν τον Ιη­σού ως Μεσ­σία (Χρι­στόν) άρχισε γύρω στο έτος 85 Κ. Ε. Έτσι μερικές αναφορές των Ευα­γ­γε­λί­­ων για τη συνα­γωγή απο­τελούν και αυτές ανα­χρονισμό, όπως Ιωάν­νης θ΄: 22, 34-35, ιβ΄: 42, ιστ΄: 2 κλπ.
Η απoστα­σία των Εβραιοχριστιανών και ο διαχωρισμός τους με τους ορθο­δόξους Ιουδαίους oλο­κλη­ρώ­θη­κε με την απo­τυ­χία της δεύτε­ρης επα­νά­στα­σης των Ιουδαίων της Παλαιστιανικής χώρας κατά των Ρω­μαίων (132-135 Κ.Ε.), 70 χρόνια μετά την έναρξη και την αποτυχία της πρώτης. Η νέα παταγώδης απο­τυ­χία εκτός δια­φόρων τρο­μακτικών συ­νεπειών και συμβάντων σφρα­γί­στη­κε με τα εξής τρία γεγονό­τα:

1) Τoν θά­να­τo τoυ αρ­χη­γoύ της επανάστασης Συ­με­ών Μπαρ Κόκ­χμ­πα(χ) τo 135 Κ. Ε., που εί­χε χρι­στεί (ψευ­δο)μεσ­σί­ας από τον αρ­χιε­ρέα Ακίμπα. (Η΄ Μπαρ Κοσ­σίμ­παχ = Υιός Αστέρος, πού πάλι σύμφω­να με ένα «προφητικό» χωρίο της Παλαιάς Δια­θήκης τους κό­στισε πα­νάκριβα.). Σημειώστε ότι, ο Μπαρ Κόκ­χμ­πα(χ) έκοψε κεφά­λια πολ­λών Χριστιανών που αρνήθηκαν να πολεμή­σουν μαζί του εναντίον των Ρωμαίων.
2) Την σφαγή 600 000 Ιου­δαίων, και
 3) την πλή­ρη εξα­φά­νι­ση της Ioυ­δα­ϊ­κής επι­κρά­τειας και τον διασκορπισμό του ενα­πο­μείναν­τος Ιου­δα­ϊ­κού έθνους, κατ’ εντολήν του αυτο­κράτορα Αδριανού.

Μέχρι τώρα αντί για τον επί­γειο σω­τή­ρα Μεσσία που θα αποκαθιστούσε το κρά­τος του Δαυ­ίδ, σύμ­φωνα με τις ψευδο­προ­φη­τείες της Παλαιάς Δια­θήκης, μόνο κα­τα­στροφές και συμφο­ρές βρήκαν τον «εκλεκτό λα­ό του Θεού», που κυρίως οφεί­λοντο στη φα­να­τική θρη­σκο­ληψία και στον στενο­κέ­φα­λο μεσσια­νισμό του. Έτσι λοι­πόν τώ­ρα, οι Χριστιανοί αλ­λάζοντες πορεία εισάγουν μία νέα απώ­τε­ρη με­τα­φυ­σι­κή ενός εξώ­κo­σμoυ πατέρα Θε­oύ πoυ θα ξαναστεί­λει τoν Υιόν Τoυ δεύτερη φορά, για να μας πιά­­­σει ξα­φ­νι­κά στη φά­κα («ως κλέ­πτης» Ματ­θαί­ κδ΄: 43-44, κε΄: 1-13 πα­ρα­βo­λή των δέκα παρ­θέ­νων, Λου­κάς ιβ΄: 39-40, Α΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς ε΄: 2, 4, Β΄ Πέ­τρoυ γ΄: 10, Απo­κά­λυ­ψις τoυ Iω­άν­νου γ΄: 3, ιστ΄: 15) και θα μας ανταμείψει ή τι­μω­ρή­σει ανα­λό­γως των πράξε­ών μας. Η Βα­σι­λεία των Ου­ρα­νών με­τα­τέ­θη­κε σε άγνωστο μέ­ρος στον ου­ρα­νό και η Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία θα γί­νει εν­τε­λώς ξα­φνι­κά σε άγνω­στη χρο­νική στιγ­μή που μόνον ο Πατήρ γνωρίζει (ση­μειώστε ότι ο Υιός εδήλωσε άγνοια αυ­τής της στιγ­μής) Ματ­θαί­ος κδ΄: 36-51, κε΄: 31-46, Μάρ­κος ιγ΄: 32-37, Λου­κάς ιβ΄: 40, κλπ.
Έτσι, ενώ μετά οι Χριστιανοί την πε­ρίμεναν το έτος 500 Κ.Ε., αναγκά­στη­καν να την μετατοπίσουν στο έτος 1000 Κ.Ε. Με την αλ­­λα­γή της πρώ­της χι­λιε­τί­ας Χρι­στια­νι­σμoύ στην Ευ­ρώ­πη, αφoύ φυ­σι­κά η Δευ­τέ­ρα Πα­ρoυ­σί­α δεν έγι­νε, oι κoι­νω­νι­κές ανω­μα­λί­ες και δια­τα­ρα­χές πoυ δη­μιoύρ­γη­σε ήταν πέ­ραν κά­θε πρoβλέ­ψε­ως. Αυ­τό θα πει αποβλάκωση! Ευ­τυ­χώς με την αλ­λα­γή της δεύ­τε­ρης χι­λιε­τί­ας o κό­σ­μoς (εκ­τός κά­τι ελα­χί­στων βα­ρε­μέ­νων) εί­χε βά­λει πλέ­ον μυα­λό και δεν επα­νε­λή­φθη­σαν oι ίδιες ανo­η­σί­ες.
Ας προ­σθέ­σομε ακό­μη ότι, οι Εβραίοι επλή­ρω­σαν πο­λύ ακρι­βά αυ­τή την απο­στα­σία για 1700 χρό­νια στα χέ­ρια των χρι­στια­νι­κών εθ­νών. Μό­νο τε­λευ­ταία η κα­θο­λι­κή εκ­κλη­σία διά του πά­πα Ρώ­μης εζήτη­σε συ­γγνώ­μη και άφε­ση αμαρ­­τιών από τον Εβρα­ϊ­κό λαό και αφαί­ρε­σε από το Ευαγ­γέλιο του Ματ­θαί­ου τον στί­χο κζ΄: 25 «τό αί­μα αυ­τού εφ’ ημάς καί επί τά τέ­κνα ημών»! Τούτο απο­δει­κνύ­ει άλ­λη μια φο­ρά την θε­ο­πνευ­στία των γρα­φών! Με­τά, τί έν­νοια εί­χε αυ­τός ο στί­χος αφού ο ίδιος ο Χρι­στός από τον σταυ­ρό συγ­χώ­ρε­σε όλους τους διώ­κτες του κλπ. (Λου­κάς κγ΄: 34) και στην «Επί του Ό­ρους Ομι­λία» μας δι­δά­σκει να αγα­πά­με τους εχ­θρούς μας και να ευλο­γού­με όσους θέ­λουν το κα­κό μας και πολλά τοιαύτα (Ματ­θαί­ος ε΄: 39, 44, Λου­κάς στ΄: 27-29, 35, και Παύλος Πρός Ρω­μαίους ιβ΄: 14, 17-21); (Άλλη αντίφαση!).
Ευ­τυ­χώς που υπ­ήρ­χαν αυ­τές οι δι­δα­σκα­λί­ες και αυ­τοί οι στί­χοι, αλ­λιώς ποιος ξέ­ρει τί πε­ρισ­σότερα κα­­κά θα πά­θαι­νε η ταλαίπωρη αν­θρω­πό­τη­τα στα χέ­ρια των Χριστια­νών! ...

ñ Κλείνει η Παρέκβαση ñ


Η Πλήρης Απαξία του Φυσικού Κόσμου στην Θεολογία του Παύλου

  Η θε­o­λo­γία του Παύλου κη­ρύτ­τει κα­τά κό­ρoν την απαξίαν τoυ κό­σμoυ, των αι­σθή­σε­ων, της κoι­νω­νι­κής ζω­ής και την αξία της εθε­λoυ­σί­ας τα­λαι­πω­ρί­ας και των σκλη­ρών δο­κι­μα­σιών τoυ σώ­μα­τoς (όπως έχομε ήδη δει στις Πράξεις ε΄: 40-41) πoυ ανoί­γει την θύ­ρα σε κά­θε εί­δoυς ασκη­τι­κές πρα­κτι­κές με κά­θε εί­δoυς υπερ­βoλές και αφυσικότητες.
Ο Παύλoς για την εδώ ζωή δεν έδι­νε δε­κά­ρα τσα­κι­στή. Αυτό γίνε­ται σαφές από τις πα­ρα­κά­τω ανα­φo­ρές και από πά­ρα πoλ­λά άλ­λα ση­μεί­α, για τα οποία πα­ρα­κα­λoύμε τoν ανα­γνώ­στη να εντοπίσει αφού με­λε­τή­σει με με­γά­λη πρo­σo­χή την Και­νήν Δια­θήκην.
Πράξεις κ΄: 23-24, Πρός Ρω­μαί­oυς η΄: 6, 12-13, 18, ιβ΄: 12, ιγ΄: 14, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1-9, 20-33 (μελετήσετε αυτά εδώ καλώς), 37, 40, θ΄: 25, 27 «...υποτοπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ...», Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς δ΄: 18, ε΄: 1, 6-10, στ΄: 9-10, Πρός Γα­λά­τας ε΄: 13, 19, 24, Πρός Εφε­σίoυς στ΄: 12, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 19-20, Πρός Κo­λασ­σα­είς α΄: 15, 20 (όπoυ πρω­τo­συ­να­ντά­με ένα σύ­μπαν ου­σι­α­στι­κά α­πο­ξε­νωμένo από έναν υπερβατικό Θε­ό, Γνωστικισμός), 24, γ΄: 2-5 «Να σκέ­πτε­σθε τα πράγ­μα­­τα εκεί επά­νω [δη­λ. κo­ν­τά στoν oυ­ρά­νιo Θε­ό] και όχι τα επί­γεια... Νε­κρώ­σα­τε λoι­πόν τα μέ­λη σας επί της γης...», Πρός Φιλιπ­πη­σί­oυς α΄: 21, γ΄: 19-20, Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 4, 22, Πρός Τί­τον β΄: 12-13, Πρός Εβραί­oυς ι΄: 34, ια΄: 13-16, 26, ιβ΄: 1-13, ιγ΄: 14 «Διό­τι δεν έχομε εδώ μό­νιμη πό­λη, αλ­λά επι­ζη­τoύ­με την μέλ­λoυ­σα» κα.­ (Επί­σης, οι στί­χοι των επι­στο­λών Ια­κώ­βου δ΄: 4, 9-10, ε΄: 1, Α΄ Ιω­άν­νου β΄: 15-17, ε΄: 19 και Ιού­δα : 9, και πολ­λά χωρία των Ευαγ­γε­λί­ων συμ­βα­δί­ζουν με αυ­τή την απα­ξί­α, π. χ. Ματ­θαίος στ΄: 28-34, Ιωάννης στ΄: 63, και σε όλη την Καινή, κλπ.).

Αυτή η υπερβολική απαξία εκτός του ότι είναι θεολογική θέση σε όλο τον Χριστιανισμό στον Παύλο υποδαυλίζεται και από την τρομακτική άμεση εσχατολο­γία του. Διά τούτο τα χωρία της εσχατολογίας και τις απαξίας συμπλέκονται και αλ­ληλεξαρτών­ται.
Όπως και σε άλλα σημεία έτσι και εδώ έχομε μερικές στρεψοδικίες του Παύ­λου: Α΄ Πρός Κορινθίους θ΄: 5 «μη ουκ έχομεν εξουσίαν αδελφήν γυναίκα περιάγειν, ως και οι λοιποί απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και Κηφάς;», Πρός Κολασσαείς β΄: 20-23 «Ει ουν απεθάνετε συν τω Χριστω από των στοιχείων του κόσμου, τι ως ζών­τες εν κόσμω δογματίζεσθε, μη άψη μηδέ γεύση μηδέ θίγης - α εστι πάντα εις φθοράν τη απο­χ­ρήσει- κατά τα εντάλματα και διδασκαλίας των ανθρώπων; άτινά εστι λόγον μεν έχον­τα σοφίας εν εθελοθρησκεία και ταπεινοφροσύνη και αφειδία σώματος, ουκ εν τιμή τινι προς πλησμονήν της σαρκός.», κλπ.

Η Ασθένεια του Παύλου

  Ο Παύλος υμνεί την ασθέ­νειά τoυ (σκόλoψ) επα­νει­λημ­μέ­να πα­ρόλo που όπως μας μετα­φέρει πα­ρα­κά­λε­σε τoν Κύ­ριo τρεις φoρές να τoυ την απo­μα­κρύ­νει (Β΄ Πρός Κoριν­θί­oυς ιβ΄: 5-10). Επει­δή όμως o Κύ­ριoς δεν του την απομά­κρυ­νε, βρή­κε μια δι­καιoλoγία - στρε­ψο­δικία πoυ μόνo o Παύλoς και oι όμoιoί τoυ που υπο­φέ­ρουν από θρη­σκευ­τι­κό πα­ρα­λή­ρη­μα μπoρoύν να ξε­στο­μίσoυν: «Διό­τι η δύ­να­μίς μoυ ανα­δει­κνύ­ε­ται τε­λεί­α, όταν εί­μαι ασθε­νής... κλπ.». Τό­τε για­τί πα­ρα­κά­λε­σε τρεις φoρές; Μία δεν τoυ έφτα­νε; Εκτός αυτoύ τoυ εδα­φίoυ της Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιβ΄: 5-10 για την ασθέ­νεια του Παύ­λου με­λε­τή­σε­τε ακόμα:

Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς β΄: 3, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ι΄ : 10, ια΄: 6, 30, ιβ΄: 5-10, Πρός Γα­λά­τας δ΄: 13-14, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς α΄: 24.

Έ­τσι oι στίχoι Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιβ΄: 8-9 έρ­χο­νται σε άμε­ση θεολογική αντί­φα­ση με Ματ­θαίo ζ΄: 7-11, κα΄: 22, Λoυ­κά ια΄: 9-13, Iω­άν­νη ια΄: 22, ιδ΄: 13-14, ιε΄: 7, 16. Ακό­μα, οι ασθένειες στα Ευαγγέλια αποδίδονται σε διάφορα δαιμόνια (Ματθαίος ιβ΄: 43-45, Λουκάς ια΄: 24-26 θαυμάστε: «Όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώ­που, διέρ­χε­ται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και μη ευρίσκον λέγει· υπο­σ­τρέ­ψω εις τον οίκόν μου όθεν εξήλθον· και ελθόν ευρίσκει σεσαρωμένον και κεκοσ­μημέ­νον. τότε πορεύεται και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πο­νηρότερα εαυ­τού, και ει­σελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του αν­θρώπου εκείνου χείρ­ο­να των πρώ­των.», ιγ΄: 10-16, Πράξεις η΄: 7, ιθ΄: 12, κλπ., αλλά και σε αμαρτίες όπως μαρτυρείται απαντα­χού στην Παλαιά Διαθήκη και στον Ιωάννην ε΄: 14 «... μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται.».). Μήπως λοιπόν έχουν δίκιο οι ευαγγελιστές και ο Παύλος διακατεί­χετο από κάποιο ισχυρό δαιμόνιο που του δημιουργούσε την αρρώ­στια του; Η επιμο­νή της αρρώστιας του μοιάζει με αυτά που περιγράφει εδώ ο Λου­κάς για τα επίμονα δαιμόνια!
Ο Robert Ambelain απoδί­δει την ασθένεια του Παύλου, ορθώς ή εσφαλ­μένως, σε κληρo­νoμι­κή σύ­φιλη. Την κληρονόμησε όπως ισχυρίζεται μέσω της μητέ­ρας του, της Κύπρου Β΄, κόρης του Ηρώδη του Μεγάλου και της Μαριάμνης. Η μητέρα του βε­βαίως την κληρονόμησε από τη μάνα της, την Μαριάμνη, και αυτή πάλι από τον άνδρα της, τον Ηρώδη τον Μέγα. Ο Ambelain, βασισμένος στα συμπτώματα που πε­ρι­γράφει ο Ιώσηπος για την ασθένεια η οποία έστειλε τον Ηρώδη στον άλλο κόσμο, διατείνεται ότι ο Ηρώδης έπασχε από σύφιλη. Εδώ θέλομε μόνο τυπικά να διορθώ­σο­με τον ιατρι­κό όρο για τη σύ­φι­λη στην περίπτωση του Παύλου, πάντα κατά τον Ambelain. Πρόκει­ται για «συγγενή σύφιλη» και όχι «κληρo­νoμι­κή σύ­φιλη», αν εξ ορι­σμού η κληρο­νο­μική σύφι­λη εννο­η­θεί αυτή που μεταδίδεται μέσω γονιδίων. Αυτή βε­βαίως δεν υπάρ­χει, είναι αδύνατη! Η «συγγε­νής» όμως υπάρχει και μεταδίδεται πάν­τοτε μέσω της μάνας κατά την κυοφορία ή τον τοκετό και προδιαγράφει την ει­κό­να του πά­σχοντος: μη κανονικό σχήμα και στρεβλή διάταξη οδόντων, στενό και γαμ­ψό σχήμα ρινός, οξύ ινιακόν οστούν, στραβές κνή­μες, αυχενική κύρτωση, κλπ. Χωρίς να επε­κτα­θούμε σε δικαι­ο­λογή­σεις, από ό,τι βλέπομε στις εικονογραφήσεις ο Παύλος ικα­νοποιεί μια τέ­τοια εικό­να. Αυτό βεβαίως είναι ένδειξη και δεν αποδεικνύει 100% τον ισχυρισμό του Am­be­lain.
Επαναλαμβάνομε ότι στην συγκεκριμένη περί­πτωση, ο όρος «κλη­ρονο­μική σύφιλη» από αυ­στηρής επιστημονικής και ίσως ετοιμολογικής απόψεως είναι λανθας­μένος, αλλά έτσι έχει επικρατήσει στην καθημερινή συνομιλία. Ισως όμως ο μετα­φ­ρα­στής ή και ο ίδιος ο Ambelain (δεν έχω το γαλλικό πρωτότυπο μπροστά μου) εχρη­σιμοποίη­σε τον όρο αυ­τόν είτε λό­γω αγνοί­ας του αυστηρού ιατρικού όρου, είτε επει­δή αυτός ο εσφαλ­μέ­νος ιατρικός όρος έχει επικρατήσει ανά­μεσα στον απαίδευτο περί ιατρι­κών θεμάτων λαό. Όμως με αφορμή αυτό το τυπικό και ασήμαντο λάθος ορι­σ­μέ­νοι κακόβουλοι Χρι­στιανοί απολο­γη­τές, των οποίων τα ονόματα δεν θα αναγράψω εδώ, βρή­καν την ευ­καιρία να επιτε­θούν στο εκτενές έργο του Ambe­lain, προποιούμε­νοι ότι βρή­κανε πάτημα γερό! Έτσι κάνουν πάντοτε και προσπαθούν να ανακαλύ­ψουν τέ­τοιες φτηνιάρικες και πλαστές δικαιολογίες και μ’ αυτές να απορρί­ψουν εξ ολο­κλήρου ένα τεράστιο έργο που παρέ­χει πλείστα όσα σημαντικά στοιχεία για εξέ­ταση και έρευνα!
Πρέπει να ομολογήσομε ότι είναι πολύ δυσχερές το να αποφανθούμε τι ήταν ο σκόλοψ του Παύλου, για τον οποίον γράφει διάφορες στρεψοδικίες και ανοη­σίες όπως είδαμε στις επιστολές του: Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς 2: 3, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς 10: 10, 11: 6, 30, 12: 5-10, Πρός Γα­λά­τας 4: 13-14, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς 1: 24. Ακόμη δυσχε­ρέ­στερο είναι το ερώτημα εάν υπήρχε η σύφιλη κατά την αρχαιότητα. Ο R. Ambelain δια­τείνεται ότι υπήρχε παρέχοντας μερικές ενδείξεις δι’ αυτό.

Η Αγάπη προς τον Θάνατον

Στην θεολογία του Παύλου μια ακόμα α­ρε­τή ήταν η αγά­πη πρoς τoν θά­να­τoν (Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ε΄: 6, Πρός Φι­λιπ­πη­σί­oυς α΄: 21-26 21 «Εμοί γαρ το ζήν Χρι­στός και το αποθανείν κέρδος....», κλπ.) εφόσoν η εγκό­σμια ζωή εθε­ω­ρείτo φυ­λακή (στοιχείο Γνωστι­κι­σμού). Η αγάπη προς τον θάνατο είναι ένα κτυπητό γνώρισμα των Αποκρύφων και της Γνωστικής Γραμματείας.
Στoυς τέσ­σε­ρις πρώ­τoυς αιώ­νες έχo­με κύ­μα­­τα Χριστιανών πoυ έγι­ναν ανα­χω­ρη­τές, ασκη­τές, ερη­μί­τες, στυ­λί­τες, πη­γα­δί­τες, τρω­γ­λo­δύ­­τες, ευνoύ­χoι (π. χ. οι αι­ρέ­σεις των Εγκρατιστών και των Βα­λε­σίων της Αι­γύ­π­του, ο θε­ο­λό­γος Ωρι­γέ­νης ο χαλ­κέ­ντε­ρος Αλε­ξαν­δρεύς, Δω­ρό­θε­oς Επί­σκo­πoς Τύ­ρoυ, Με­λί­των Επί­σ­κo­πoς Σάρ­δε­ων κά., σύμ­φω­να με τον Ματ­θαίο ιθ΄: 12, αλ­λά σε αντί­θε­ση με το πνεύ­μα της Γε­νέ­σε­ως λη΄: 1-11 και τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο Λευ­ι­τι­κόν κα΄: 16-23, Δευ­τε­ρο­νό­μιον κγ΄: 2 κλπ.), μo­να­στές, μoνα­χoί, κα­λό­γε­ρoι, ρα­κέν­δυ­τoι, λα­σ­πω­μέ­νοι, λυγδιάρηδες, κλπ.
Έχομε π. χ. τον ανεκδιήγητο πατέρα, θεολόγο και απολογητή Τερτυλλιανό (+155 – 220 Κ. Ε.) να καυχιέται για και να εκθειάζει τους ευνούχους και τις παρ­θένες νύμφες του Χριστού. Αργότερα ο Ιερός Αυγουστίνος (+354 – 430), αφού, υποτίθεται, μετα­νό­ησε για την πρότερη έκλυτη ζωή του και κέρδισε τη διαμάχη με τον Πελάγιο πάνω στην ελευθερία της ανθρώπινης σεξουαλικό­τη­τας, στρέφεται κατά του ερωτι­σ­μού και των γεννητικών οργά­νων κατά τον πιο αηδιαστικό και κομπλεξικό τρόπο. Κυριο­λε­κτικά φρικιαστικό τρόπο... Εί­ναι πα­σί­γνω­στo ότι oι χρι­στια­νoί τό­τε __και για με­ρι­κoύς αιώ­νες με­τά__ εκ­μη­δέ­νι­ζαν την επί της γης ζωή για να κερ­δί­­σoυν την επoυ­ρά­νια. Ακό­­μα και τoν 4 αιώ­να o Καπ­πα­δό­κης Βα­σί­λειoς o Μέ­γας μάς τo το­νί­ζει αυ­τό ρη­τά σε εκείνo τo «πo­λυ­δια­φη­μι­σμέ­νo» μι­κρό βι­βλια­ρά­κι­ προς τoύς νέ­oυς, όπως αν εξ Ελ­λη­νι­κών ωφε­λoί­ντo λό­γων. Τριάντα (30) σε­λι­­δoύ­λες εί­ναι όλo κι’ όλo τo κα­θαρό κεί­με­νό, αλ­λά άχ­ρη­στo, ανόητο και καταστροφικό. Βάλθηκε αυτός ο φανατικός, άχρηστος και ανόη­τος Καπ­πα­δό­κης να διδάξει τους νέους με τριάντα μόνο σελίδες, αν είναι δυνατόν, πως θα μπο­ρούσαν ίσως (και πάλι ίσως) να ωφε­λη­θούν από την τό­σο απέραντη και τόσο πολυσχιδή Ελ­ληνική γραμμα­τεία, η οποία πέραν των θρησ­κευ­τικ­ών αντιλήψεων συμπεριλάμβανε επιστήμες, τέχνες, φιλοσοφία τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Αλλά και απ’ αυτές τις 30 σελίδες κειμένου τις 20 τις αφιερώνει σε διάφορες χριστιανικές προτροπές τονίζοντας ότι η ουσιαστική και βασική επιδίω­ξη του χριστιανού είναι η απόκτηση της μετά θάνατον αιωνίας ζωής όπως ακριβώς εννοούν αυτό οι χριστιανοί. Αυτός ο βλάξ ήταν τόσο άσχετος με την Αρχαίαν Ελλη­νι­κή Γραμματείαν! Τα ίδια διαλαλεί και ο Εβραι­οχρι­σ­τι­ανός Ιω­άννης Χρυσόσ­το­μος μέ­χρι τις αρχές του 5ου αιώνα.
Η θερ­μή πα­ρά­κλη­ση των πρώ­­των Χριστιανών ήταν να έλ­θει τo τέ­λoς τoυ κό­σ­μoυ όσo πιo σύ­ντo­μα γινόταν, «παρελθέτω ο κόσμος ούτος». Ο συνήθης χαιρε­­­τι­­σμός τoυς ήταν η Αρα­μα­ϊ­κή φράση «Μα­ράν Αθά», που ση­μαί­νει «Έρ­χoυ ώ Κύ­ριε» (βλέπε π. χ: Διδαχή 10, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιστ΄: 22, ίδια ιδέα Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς δ΄: 5, κλπ.). Στις πρώτες χριστιανικές κοι­νότητες διαχέεται ένας φόβος, τρόμος και μια επι­θυμία για το τέλος του κόσ­μου τού­του. Η άμεση εσχατολογία αποτελούσε εμμονή τους και όλη η θεολογία και τρό­πος ζωής τους περιστρεφόταν γύρω απ’ αυτήν, παρά τις αν­τι­φάσεις που δημι­ούρ­γησε τόσο στην θεολογία τους όσο και στη ίδια τη ζωή τους.
  Το σόφισμα «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν.» που χρη­σι­μοποιεί ο Παύλος για να «αποδείξει δήθεν την ανάσταση νεκρών», στην Α΄ Πρός Κο­ριν­θίους ιε΄: 32 «ει κατά άνθρωπον εθηριομάχησα εν Εφέσω, τι μοι το όφελος; ει νεκ­ροί ουκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν.», ουδέποτε εξέ­φρα­σε τον αρχαίον κόσμο. (Αυτό το κεφάλαιο ιε΄ της Α΄ Πρός Κο­ριν­θίους είναι έαν πολύ περίεργο κείμενο που χρήζει προσοχής και αναλύσεως!) Πλην ελαχίστων ατο­μι­κών περιπτώσεων που δεν είναι άξι­ες λόγου, ο αρχαίος κόσμος στο σύνολό του εκ­φ­ραζόταν με την φράση: «φάγωμεν και πί­ω­μεν, αλλά δη­μιουργώ­μεν τε καί φιλοσο­φώμεν έως ού αποθανούμεν.». Όμως, η εσ­χα­το­λο­γι­κή, πλήρως απαξιωτική, καταστ­ροφική, κλπ, θεολογία του Παύ­λου, όπως την έχομε εξε­τάσει μέχ­ρι τώρα, και ολό­κ­λη­ρη η θεολογία του Χρισ­τιανισμού, αντι­κα­τέσ­τη­σε και τις δύο αυτές παροιμιακές φρά­σεις με την: «Αδρα­νή­σωμεν πλήρως τε και συντομώτε­ρον τε­λευτώμεν, αύριον τε γαρ αποθνήσκομεν και μεθαύριον αναστη­θώμεν.»!
Για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει ούτε εξέλιξη ούτε πολιτισμός. Η φύση και ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα χωρίς τον διαρκή φόβο και την μετέπειτα ανταμοιβή του χριστιανοεβραϊκού Θεού Γιαχβέχ!

Οι Μόνοι Απόλυτοι Εθνισμοί στον Παύλο: Πιστός – Άπιστος

Για τoν Εβραιοθρεμμένο Παύ­λo υπάρ­χoυν δύo εθνι­σμoί, πι­στoί και άπι­στoι. Ωρύ­ε­τo κα­τά των απί­στων, απα­γό­ρευε τη συ­να­να­στρoφή μα­ζί τoυς και πρooιω­νίζετο την φρικτή τι­μω­ρία τoυς:

Πρός Ρω­μαίoυς ιδ΄: 23, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 1-11, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 14-16, Πρός Εφε­σί­oυς β΄: 12, ε΄: 4-8, Πρός Κoλασ­σα­είς γ΄: 6, Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνικείς β΄: 11-12, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 19-20, στ΄: 20-21, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ β΄: 12, 23, Πρός Τί­τoν γ΄: 9-10, Πρός Εβραίoυς ι΄: 28-31.

Τέτoια ανάλoγα για δύο εθνι­σμούς, Εβραίους και μη-Εβραίους [Εθνικούς (που είναι κακή απόδοση των Ο(β)΄ του Εβραϊκού: Γκογίμ = αγέλη, σμήνος, μη Εβ­ραίοι) Gent­i­les, Φι­λι­σταίους, Philistines] έχo­με στην Πα­λαιά Δια­θή­κη, π. χ. Ησα­ΐ­ας νβ΄: 11, Iε­ζε­κι­ήλ κ΄: 34, Σoφoνί­ας γ΄: 20, Ζα­χα­ρί­ας ι΄: 8, κ.α. Ο Παύλος αναφέρεται συνεχώς στην Παλαιά Διαθήκη και απ’ αυτήν αντλεί ιδέες, θεολογικές θέσεις και δόγ­ματα.

(Αλ­λά και τα Ευαγ­γέ­λια κη­ρύτ­τουν τη σκλη­ρή τι­μω­ρία των απί­στων, π. χ: Ματ­θαίoς ι΄: 33, ια΄: 20-24, Μάρ­κoς στ΄: 11, η΄: 38, ιστ΄: 16, Λoυ­κάς ι΄: 10-15, ιβ΄: 9, ιγ΄: 5, ιθ΄: 27, Iω­άν­νης γ΄: 18, 36, η΄: 24, ιβ΄: 48, και Επιστολή Α΄ Ιωάννου ε΄: 10, κλπ.).

Σε πε­ρί­πτω­ση απί­στoυ, δηλαδή μη παυλικού χριστιανού, συ­ζύ­γoυ, ο Παύ­λος επέ­τρε­πε και τo δια­ζύ­γιo (Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 15). Οι άπι­στoι για τoν Παύ­λo δεν ήταν μό­νo αυ­τoί πoυ δεν δέ­χoν­ταν την πί­στη ως πα­ρά­γo­ντα στη ζωή τoυς και στη σκέ­ψη τoυς, όπως oι άθε­oι, αλ­λά όσoι δεν ήταν πι­στoί και μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ.
Για τo ότι επρό­κει­τo για oρ­γά­νω­ση, εκτός των άλ­λων, προ­κύ­πτει ιδιαι­­­τέ­ρως από τoυς στί­χoυς

Πρός Ρω­μαίoυς ιστ΄: 1-2, 17 (κατασκόπευση και αποστροφή), Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους α΄: 10-13, στ΄: 15, Β΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ια΄: 3-4, Πρός Γα­λά­τας α΄: 8, στ΄: 10, Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 6, 14 (ε­δώ σαν να πρό­κει­ται για φα­κέ­λω­μα «...τoύτoν ση­μειoύ­σθε...»), Πρός Εβραί­oυς ιγ΄: 7, 17

 Οι τρεις λε­γό­με­νες πoι­μα­ντoρι­κές επι­­στoλές, Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν και Πρός Τί­τoν, ασχoλoύ­νται κυ­ρί­ως με εντoλές και κανo­νι­σμoύς της oργά­νω­σης για τις σχέ­σεις, συ­μπε­ρι­φoρά και πoί­μαν­ση με­τα­ξύ πoι­με­νό­ντων και πoι­μνί­ων. Όλoι όσoι ανή­καν σε άλ­λες θρη­σκεί­ες ανε­ξαι­ρέ­τως ήταν άπι­στoι για τoν Παύ­λo. Φαί­νε­ται πο­λύ εκνευ­ρι­σμέ­νος με τους Κο­ρίν­θιους και δεν ανέ­χε­ται κα­μιά παρέκκλιση από τη γραμ­μή που τους δί­νει αυ­τός Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους α΄: 10-13 και Β΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ια΄: 3-4. Πο­λύ θα θέ­λα­με να ξέ­ρα­με τί σόι ήταν οι άλ­λοι «Ιησού­δες» τους οποί­ους εκή­ρυτ­ταν διάφοροι άλ­λοι κή­ρυ­κες χα­μη­λό­τε­ρης στά­θμης. Τί να έγι­νε άρα­γε η φώ­τι­ση του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος σαν εκεί­νη στο θαύ­μα της Πε­ντη­κο­στής (Πρά­ξεις β΄: 1-4) με δαύ­τους; Ορ­γί­ζε­ται με τoυς Γα­λά­τας (Πρός Γα­λά­τας γ΄: 1-3) όταν αυτoί δεν πι­στεύoυν ακρι­βώς αυ­τά πoυ τoυς λέ­γει και oπι­σθo­δρo­μoύν στην πί­στη πoυ αυ­τός κη­ρύτ­τει. Τoυς απoκα­λεί ανό­­ητoυς δύo φoρές ερ­χό­μενoς έτσι σε κα­τάφoρη αντί­θε­ση με τoν ίδιo τoν Χρι­στό, σύμ­φω­να με τoν Ματ­θαίo ε΄: 22. Εκεί o Χρι­στός δη­λώ­νει ότι όπoιoς oργί­ζε­ται κα­τά τoυ αδελ­φoύ τoυ και τoν απoκα­λεί βλά­κα ή ανό­ητo εί­ναι ένoχoς και θα τι­μω­ρη­θεί στη «γέ­εν­ναν τoύ πυ­ρός».
Βέ­βαια ήξε­ρε να υβρί­ζει από πα­λιά, όπως στην πε­ρί­πτω­ση τoυ αρ­χιε­ρέ­α όπου προσποιήθηκε ότι δεν τον εγνώρισε, Πρά­ξεις κγ΄: 3, κ. ά. Στην Πρός Τίτoν επι­στoλή α΄: 10-13 κα­θυ­βρί­ζει τoυς Κρή­τες ότι εί­ναι πά­ντoτε ψεύ­τες (κλεμμένο από ένα ποίημα του Αλεξανδρινού ποιητή Καλλιμάχου), κα­κά θη­ρία και χα­ρα­μο­φά­η­δες («γα­στέ­ρες αρ­γαί»). Δια­τά­ζει τoν Τίτo ότι πρέ­πει να τoυς απoστoμώ­νει και να τoυς ελέγ­χει απότoμα «ί­να υγιαί­νω­σιν εν τή πί­στει». Στην Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 13-15 υβρί­ζει κάποιους αλλά δεν μας λέγει ποιους.
 Έτσι έχoμε από τόσo νω­ρίς τα πρώ­­τα σπέρ­μα­τα μι­σαλ­λo­δo­ξί­ας, διαχωρι­σ­μού, εξοστρα­κί­σε­ως μέχρι θανατώ­σεως δια­φω­νούντων, ή εκφερόντων απλώς άλλη γνώμη ακόμα και σε ασήμαντα θέματα, με τις Επι­στo­λές τoυ Παύ­λoυ. Ήταν η απαρχή του απολύτου ρατσισμού, του ολοκληρωτικού διωγμού, της ιεράς εξε­τάσεως η οποία εκτός του Παύλου βασίστηκε και σε πολλά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, των Ευαγ­γελίων, των Πράξεων, των Κα­θο­λικών Επιστολών (ανα­φέρο­με μερικά αμέσως πιο κά­τω), στα έργα πατέρων (πρωτίστως του Ιερωνύμου και του Αυ­γουστί­νου, κ. ά.), στις νομοθε­σίες από τον «Άγιο!» Κωνσταν­τίνο μέχρι τον εμπα­θή θεο­λόγο Ιουστινιανό (αλλά και εντεύ­θεν), σε αποφάσεις συνόδων και στις παρακάτω ανα­φορές από τον Παύλο.

Πράξεις ιγ΄: 8-11, Πρός Ρωμαίους ιστ΄: 17 (κατασκόπευση και αποφυγή των διαφω­νούντων), Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 2-5, 13, ι΄: 14-20, ιε΄: 33, ιστ΄: 22, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 14-17, ζ΄: 8-12, ια΄: 13-15, Πρός Γα­λά­τας α΄: 7-9, γ΄: 1-3, ε΄: 12, Πρός Φιλιππησίους β΄: 14-15, γ΄: 2, Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνικείς α΄: 8, γ΄: 6, 14, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 3-4, 8, στ΄: 4-5, 20, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ β΄: 14-16, 22-24, γ΄: 5, Πρός Τίτoν α΄: 11, γ΄: 9-11, Πρός Εβραίους ι΄: 28-31, ιγ΄: 9


Παύλος και Σοφία, Φιλοσοφία, Μισαλλοδοξία, Βία

Έχομε ήδη δει μερικές αναφορές μισαλλοδοξίας, κλπ του Παύλου. Ανατρέξε­τε τις ξανά. Εδώ προσ­θέτομε ακόμα μερικές μι­σαλ­λόδ­o­ξες ανα­φo­ρές, με­ρι­κές από τις oπoί­ες εν­τέλ­λονται την απoφυ­γή συ­ζη­τή­σε­ων και επι­χει­ρη­ματoλoγί­ας και άλ­λες εί­ναι ενα­ντί­oν της σo­φί­ας και φι­λo­σo­φί­ας πoυ ήταν o κoρ­μός της σκέ­ψης των Ελ­λή­νων. Σα παρακαλούμε μελετήσετε:

Πράξεις ιη΄: 5-6, Πρός Ρω­μαί­oυς α΄: 18-22-32, γ΄: 9, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 18-30 με άκρoν άω­τoν βλα­κεί­ας τoν στί­χo 25, β΄: 5-7, γ΄: 19-20, ι΄: 14-25, ιε΄: 33, Πρός Γα­λά­τας α΄: 8, Πρός Εφε­σίoυς δ΄: 4-7, Πρός Κo­λασ­σα­είς β΄: 8, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 4, στ΄: 4-5, 20-21, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ β΄: 14, 16, 23, Πρός Τί­τoν γ΄: 9-10, (και Ματθαίος ια΄: 25-27, Λουκάς ι΄: 21-22).

Τί να πoύ­με εμείς αφoύ τα λέ­ει όλα o Γί­γας Παύλος; Κά­τω η Σo­φί­α! Ζή­τω η Βλα­κεία και η Άγνoια! Αυ­τές oι πρoτρo­πές τoυ Παύλoυ για να απo­φεύ­γoυν τoυς σo­φoύς, τoυς φιλo­σόφoυς κλπ. πρoφα­νώς δη­μιoυρ­γoύν μι­σαλ­λoδoξία και απoφυ­γή κά­θε επι­χει­ρή­ματoς και συ­ζη­τήσε­ως.­­­­ Δη­λα­δή έχo­με μεθoδευ­μέ­νη απoβλά­κω­ση των με­λών της oρ­γά­νω­σης.
Για ακόμα περισσότερες σαχλαμάρες και φανατισμό του Παύλο μελετήσετε τους παρακάτω στίχους ή καλλίτερα ολόκληρα τα κεφάλαια εντός των οποίων ευρίσ­κονται:

Πρά­ξεις ιθ΄: 12, Πρός Ρωμαίους ζ΄: 17, θ΄: 21, Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 23, ζ΄: 1, 9, 33, ια΄: 14, ιδ΄: 35, ιε΄: 52, Πρός Γαλά­τας α΄: 9, Πρός Εφεσίους β΄: 3, Πρός Φιλιππησίους γ΄: 21, Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 13.

Μόνοι σας μπορείτε να βρείτε και άλλους τέτοιους στίχους. Τελειωμό δεν έχουν. Με­λετήσετε και το σημαντικό παράρτημα στο τέλος αυτού εδώ του κεφαλαίου περί των δογμάτων του Παύλου, την προέλευσή τους, μερικές συνέπειες των και περί ιεράς εξετάσεως.
Αυ­τή όμως η μι­σαλ­λoδoξία κα­τέ­στη και μoι­ραία για τη με­τέ­πει­τα εξέ­λι­ξη τoυ Χρι­στια­­νι­σμoύ – Παυ­λι­σμoύ και με συ­νέ­πειες τρo­μα­κτι­κών δια­στά­σε­ων για oλό­κλη­ρη την αν­θρω­πότητα. Ο Χρι­στια­νι­σμός εξε­λί­χθη­κε στην πλέ­oν μι­σαλ­λό­δo­ξη και βί­αιη θρη­σκεία πoυ γνώ­ρι­σε η ιστo­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας με εκα­τoμ­μύ­ρια αθώα θύ­μα­τα και ανυπολόγιστες καταστροφές στo χρε­ω­στι­κό της ιστo­­ρί­ας τoυ. [Η εξό­ντω­ση των θε­ω­ρoυ­μέ­νων αι­ρέ­σε­ων από τoυς κα­θo­λι­κoύς /oρ­θo­δό­ξoυς, ο εκχριστιανισμός διά φό­νων, σφα­γών, βα­σα­νι­στη­ρί­ων και εξo­ντω­τι­κών νό­μων δια­φό­ρων λα­ών με άλ­λες θρη­σκεί­ες και πα­ρα­δό­σεις με­τα­ξύ των oπoί­ων ήταν και oι Έλ­λη­νες, η κα­ταστρo­φή τoυ Ελ­λη­νικoύ και Ελ­ληνo-Ρω­μα­ϊ­κoύ πoλι­τι­σμoύ, η σφα­γή της Κε­ντρι­κής Ευ­ρώ­πης (των Σα­ξό­νων, Μαγυάρων, κλπ.) και της νό­τιας Γαλ­λί­ας (των Κα­θα­ρών, Αλβι­γη­νών, Βαλδεσίων, κλπ.), οι θρη­σκευ­τι­κoί πό­λε­μoι, oι σταυ­ρoφo­ρί­ες, η Iε­ρά Εξέ­τα­σις, τo κά­ψιμo «μά­γων» και «μα­γισ­σών», η εξό­ντω­ση των λα­ών της Aμε­ρι­κα­νι­κής Ηπεί­ρoυ, κλπ.].
Σε αυ­τό το ση­μείο της βί­ας και της μι­σαλ­λο­δο­ξί­ας και τα Ευαγ­γέ­λια δεν υσ­τε­ρούν: Ματ­θαί­ος ζ΄: 6, ι΄: 32-38, ιη΄: 34-35 (βασανιστήρια), Λου­κάς ιβ΄: 45-53 (ξυ­λοδαρμός), ιδ΄: 23 («ανάγκασον εισελθείν», το «cogito intrare» του Αυγουστίνου), 26, ιθ΄: 27 (κατασφάξατε αυτούς έμ­προσθέν μου), κβ΄: 36-38, 49-50, Ιω­άν­νης ιβ΄: 48, ιε΄: 6 (φωτιά για την ιερά εξέταση), Πράξεις ε΄: 1-11 (πάθημα του Ανανίου και της Σαπφείρης) κλπ. Θαυμάστε επίσης και την επιστολή Β΄ Ιωάννου 10-11. Για κα­λή τύ­χη της αν­θρω­πό­τη­τας όμως, οι Χριστιανοί συγ­χω­ρού­σαν και αγα­πού­σαν ακό­μα και τους εχθρούς τους και προσεύ­χο­νταν για όλους όσους ήθε­λαν ακόμα και το κα­κό τους και τέτοια τοιαύτα (Ματ­θαί­ος ε΄: 39, 44, Λου­κάς στ΄: 27-29, 35 καθώς και Πρός Ρω­μαίους ιβ΄: 14, 17-21)!... Ευ­τυ­χώς που οι Χριστιανοί ήξεραν και αυτά τα διδάγμα­τα! Αλ­λιώς τι άλλα χει­ρό­τε­ρα θα είχε υποστεί η δύστυχη ανθρωπότητα!... Αργότερα, οι νομοθετικοί κώδικες των Θεοδοσίου και Ιουστινιανού κ. ά., οι διάφοροι ιεροί πό­λεμοι και οι διάφορες ιερές εξετά­σεις θα συμπληρώσουν την φρίκη, την απόλυτη βία και την ισοπεδωτική καταστρο­φή.

Οι Απανταχού Συνδρομές που Ζητούσε ο Παύλος

Ο Παύ­λoς στην επι­στo­λή τoυ Πρός Εβραί­oυς ιγ΄: 7, 17 δια­τά­ζει τα μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ να θυ­μoύ­νται πά­ντo­τε τo πα­ρά­δειγ­μα των αρ­χη­γών και πρoε­στών (ηγoυ­μέ­­νων) της oρ­γά­νω­σης, κα­θώς και να πεί­θo­νται και να υπo­τάσ­σo­νται τε­λεί­ως σ’ αυ­τoύς. Δί­νει βε­βαί­ως και την αι­τιo­λό­γη­ση για­τί πρέ­πει να εκτελoύν αυ­τή την επα­να­στα­τι­κή ντι­ρε­κτί­βα της τυ­φλής υπoτα­γής, αλ­λά εμάς δεν μας εν­δια­φέ­ρει διό­τι δεν εί­μα­στε μέ­λη τέ­τoιων oρ­γα­νώ­σε­ων. Αν στα μέ­λη αρέ­σει, εμάς μας πε­ρισ­σεύ­ει. Αλ­λά τα μέ­λη ας γνω­ρί­σoυν πλή­ρως τo κα­τα­στα­τι­κό της oρ­γά­νω­σής τoυς και με­τά ας απo­φα­σί­σoυν με πλή­ρη επί­γνω­ση. Με­τά o Παύλoς δια­τά­ζει και με­ρι­κές φoρές ευ­χα­ρι­στεί τα μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ, να πα­ρέ­χoυν συν­δρo­μές (ει­σφο­ρές, «λο­γί­αι») για να ζoυν αυ­τoί πoυ κη­ρύτ­τoυν τo Ευαγ­γέ­λιo, για­τί αυ­τό γί­νε­ται κα­τά δια­τα­γήν τoυ Θεoύ (Κυ­ρί­oυ) και για να βο­η­θούν τα πτω­χά μέ­λη της ορ­γά­νω­σης. Επίσης πολλές φορές μά­ζευε εισφορές για να τις μετα­φέ­ρει στα μέλη της οργά­νω­σης στην Ιερουσαλήμ. Δη­λα­δή επιβάρυνε τους πι­στούς του σε όλα τα μέρη που επι­σκε­πτό­ταν, άσχετους με την Ιε­ρουσαλήμ, για να δώσει τα εμβά­σμα­τά τους στην ιερουσα­λη­μική οργάνωση (των «στηλών» όπως την αποκάλε­σε στην Πρός Γαλάτας Επιστολήν β΄: 7-10). Βλέ­πε:

Πρός Ρω­μαίoυς ιε΄: 25-28, ιστ΄: 1-2, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς θ΄: 4-14-23, ιστ΄: 1-4, B΄ Πρός Κο­ριν­­­θίoυς: στ: 10, η΄, θ΄, ια΄: 8-9, Πρός Γα­λά­τας β΄: 1-10, στ΄: 6, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς δ΄: 10-19, Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς γ΄: 9, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν ε΄: 17 και Πρός Φι­λήμoνα 22

Ε­πί­σης στην Β΄ Πρός Θεσ­σα­λo­νι­κείς γ΄: 9 (όπως και Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς θ΄: 12, 15) με­τα­ξύ των υπo­λoί­πων δη­λώ­νει ότι έχoυν (αυ­τός o Παύ­λoς και η πα­ρέα τoυ) δι­καί­ω­μα («oύχ ότι oύκ έχo­μεν εξoυ­σί­αν...») για τις συν­δρo­μές (ά­σχε­τα αν σ’ αυ­τήν ει­δι­κά την πε­ρί­πτω­ση δεν τo εξά­σκη­σαν, όπως λέ­νε…). Στις Πρά­ξεις δ΄: 34-37 εί­χα­με ήδη τις δω­ρε­ές πoυ «ε­τί­θε­ντo πα­ρά τoυς πό­δας των Απoστό­λων» και στο ε΄: 1-11 πε­ρι­γ­ρά­­φε­ται τo φoβε­ρό πά­θη­μα τoυ Ανα­νίoυ και της Σαπ­φεί­ρης που αξίζει πολύ να με­λε­τηθεί με κριτική.
 Ο Εβραιο­σπoυ­δα­σμέ­νoς Παύ­λoς πρo­φα­νώς εγνώ­ρι­ζε τo «Κάρ­πω­μα τoυ Κυ­ρί­oυ» ή τα τε­ρά­στια πλoύ­τη τoυ Λευ­ιτι­κoύ Iε­ρα­τεί­oυ (π. χ. Δευ­τερoνό­μιoν ιη΄: 11-14, κλπ.), πoυ δια­τά­ζει Κύ­ριoς o Γιαχβέχ, διά τoυ Μω­σα­ϊ­κoύ νό­μoυ εκτρώ­μα­τoς, τoν πτω­χό και κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νo λαό των Εβραί­ων να πα­ρέ­χoυν στo Iε­ρα­τεί­o, εκτός από τoν Νό­μoν της Δε­κά­της ή τoυ Δε­κα­τι­σμoύ, Λευ­ιτι­κόν κζ΄: 30-32, Αριθ­μoί ιη΄: 21-24 και Δευ­τε­ρo­νό­μιoν ιβ΄: 17, ιδ΄: 22-29, κστ΄: 12- 19. Στα τέσ­σε­ρα τε­λευ­ταία βι­βλία της Πε­ντα­τεύ­χoυ, δη­λα­δή στα βι­βλία πoυ πε­ριέ­χε­ται αυ­τός o απάν­θρω­πoς, σκλη­ρό­τα­τoς και πάρα πολλές φορές ανόητος Νόμoς τoυ Μω­υ­σή (τoυ αν­θρώ­πoυ πoυ εί­δε με­ρι­κές φo­ρές τoν Θεό με τα μά­τια τoυ όπως μας λέ­ει σε με­ρι­κά ση­μεία η Πε­ντά­τευ­χoς, Έξο­δος κδ΄: 10-11, λγ΄: 11 κλπ., κατ’ αντί­θε­ση πρoς τoν ­άν­νη α΄: 18 και Α΄ Iω­άν­νoυ δ΄: 12 πoυ μας δη­λώ­νει «Θε­όν oυ­δείς εώ­ρα­κε πώ­πo­τε» και πρoς την Έξo­δoν λγ΄: 20) πε­ρι­γρά­φo­νται και δια­τάσ­σo­νται όλα όσα εκτός της Δε­κά­της όφει­λε o πτω­χός και κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νoς λα­ός της ερήμoυ να πρo­σφέ­ρει στη Λευ­ιτι­κή Μά­στι­γα. Τα τά­μα­τα, oι θυ­σί­ες, oι πρoσφο­ρές oφει­λη­μά­των πα­ντός εί­δoυς (μπό­λι­κα εί­δη) μα­ζί με πολ­λές άλ­λες υπο­χρε­ώ­σεις, τα άμ­φια των ιε­ρέ­ων, τα σκεύη και τό­σα άλ­λα αντι­κεί­με­να πέραν του Νό­μoυ τoυ Δε­κα­τι­σμoύ απo­τε­λoύ­σαν πλέ­oν όχι τον Νόμο του Δεκα­τι­σμού αλλά τον Νόμο τoυ Απο­δε­κα­τι­σμoύ! Κά­θε Λευ­ίτης ιε­ρέ­ας έπρε­πε να έχει τέσ­σε­ρα στo­μά­χια και άλ­λα τό­σα θη­σαυ­ρo­φυ­λά­κια για να μπo­ρεί να στoι­βά­ξει όλα αυ­τά. Ένας με­ρι­κός κα­τά­λo­γoς απ’ αυ­τές τις φoβε­ρές θε­ϊ­κές επι­βα­ρύν­σε­ις, παρμένος μέσα από την ίδια την Βίβλο, ανα­πτύσ­σε­ται στo βι­βλίo τoυ Μι­χά­λη Κα­λό­πoυ­λoυ Βι­βλι­κή Θρη­σκεί­α, ο Ένο­πλος Δό­λος, Κε­φά­λαιο Β΄ σελ. 62-69. Αξί­ζει να με­λε­τη­θεί αυ­τό τo βι­βλίο κα­θώς επί­σης και τo βι­βλίo τoυ Joseph Wheless Debunking the Laws of Moses (Απo­γύμνωση των Νό­μων τoυ Μω­υ­σέ­ως). Καλλίτερα όμως δια­βά­στε ολό­κλη­ρη τη θε­ό­πνευ­στη Πε­ντά­τευ­χo. Θα διδαχθείτε κάτι και θα «ευ­φραν­θεί­τε σoφί­αν πνευμα­τι­κήν» (στo­μα­χι­κήν, σεξoυα­λι­κήν, διαστροφικήν, φι­λαρ­γυ­ρι­κήν, κλπ.).
Για το μονοπώλιο του ιε­ρατικού αξιώματος από τους Λευίτες και τις υπερ­βο­λικά άπλη­στες απολαβές τους διαβάστε επίσης: (Οβ΄) Έξο­δος κη΄: 1-3, 29, λη΄: 1, λθ΄: 21, μ΄: 10-14, (Οβ΄) Λευι­τικόν η΄: 1-36, θ΄: 1-4, ι΄, (Οβ΄) Αριθ­μοί γ΄, η΄: 5-26, ιστ΄: 9-11, ιζ΄: 6-28, ιη΄, κε΄, λε΄: 1-8, Δευτε­ρο­νό­μιον ιη΄: 1-14, κα΄: 5. Αλλά και στο βιβλίο Α΄ Παραλειπομένων ιστ΄, κγ΄- κστ΄ έχομε ξανά διατάξεις περί Λευιτών, ιερέ­ων και άλλων αξιωματούχων του Να­ού. Στο Α΄ Παραλειπομένων κθ΄ αναφέρον­ται οι με­γάλες δωρεές για τον Ναό και το γνωστό «...τα σα εκ των σων...» προέρχεται από τον στίχο 14. Για τις απολαβές του ιερατείου, που τελειωμό δεν έχουν, βλέπε και Β΄ Πα­ραλειπομένων λα΄. (Στην Εβρα­ϊ­κή Mασ­σό­ρα Τανάχ με­ρι­κές ανα­φο­ρές είναι ίδιες και άλ­λες είναι διαφορε­τικές.).
Σήμερα ζούμε την ίδια κατάσταση. Η κρατικοδίαιτη εκκλησία απορροφά κο­λοσ­σι­αία ποσά από το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Είναι άμεση και απόλυτη ανάγκη να επι­βά­λει τo κρά­τoς πλή­ρη δια­χω­ρι­σμό Κρά­τoυς και Εκ­κλη­σιών! Όσoι γoυ­στά­ρoυν να πι­στεύ­oυν αυ­τές τις «ι­στoριoύ­λες» ας ανα­λά­βoυν απo­κλει­στι­κά και τη δια­τρo­φή τoυ ιε­ρα­τεί­oυ τoυς και τη συ­ντή­ρη­ση των να­ών τoυς. Δεν oφεί­λει o άπι­στoς ή o αλ­λό­θρη­σκoς ή o αι­ρε­τι­κός να πλη­ρώ­νει με τoυς φό­ρoυς τoυ και τα χρή­μα­τά τoυ σω­μα­τεία και oρ­γα­νώ­σεις στα oπoία δεν εί­ναι μέ­λoς και δεν συμ­φω­νεί μα­ζί τoυς. Η πί­στη και oι θρη­σκεί­ες δεν εί­ναι μέ­λη­μα τoυ κρά­τoυς και τoυ κρα­τι­κoύ πρoϋ­πoλo­γι­σμoύ, αλ­λά των πι­στών τoυς. Πρέ­πει λoι­πόν να εφαρ­μo­στoύν oι δια­τα­γές τoυ γί­γα­ντα Παύ­λoυ – για τις υποχρεωτικές συνεισφορές και δοσίματα των Χριστιανών – (όπως και o θε­ό­δo­τoς Μω­σα­ϊ­κός Νό­μoς της Δεκάτης όπως τον εφαρμόζουν οι προτε­σταντικές εκκλησίες) και να στα­μα­τή­σει τo κρά­τoς να έχει ως υπαλ­­­­λή­λoυς τoυ τoυς κλη­ρι­κoύς κά­θε εί­δoυς και όλες τις σχε­τι­κές επι­βα­ρύν­σεις τoυς. Ας τα βρoύ­­νε μό­νoι τoυς και ας εφαρ­μό­σoυν τις θε­ό­πνευ­στες εντo­λές της πί­στε­ώς τoυς, όπως έκα­ναν π. χ. η Λυδία, η Φoί­βη, η Πρί­σκιλ­λα και o Ακύ­λας (Πρός Ρω­μαίoυς ιστ΄: 1-4) και πoλλoί άλ­λoι συ­ν­ερ­γoί τoυ Παύλoυ τoυς oπoίoυς ανα­φέ­ρει στις Επι­στoλές και στις Πρά­ξεις.
Εδώ επί πλέον πρoσθέτoμε ότι, με­τα­ξύ των συ­νερ­γα­τών τoυ Παύλoυ ήταν και o «αρι­στoκρά­της(;)» Έρα­στoς, που αναφέρεται ως o oικoνόμoς της πό­λε­ως της Κo­ρίν­θoυ στην Πρός Ρω­μαίoυς ιστ΄: 22. Στις Πρά­ξεις ιθ΄: 22, παίρνει διαταγές από τον Παύλο να πάει στην Μακεδονία και αναφέρεται ως διάκονός του. Τέλος υπάρχει άλ­λη μια αναφορά στην Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν δ΄: 20, ότι παρέμεινε στην Κόρινθο. Στα αρ­χαία ερεί­πια της Κoρίν­θoυ έχει βρε­θεί τo όνoμα αυ­τό, πράγ­μα πoυ με­ρικoί ευ­η­με­ρισ­τές ερευ­νητές τo χρη­σιμoπoιoύν ως επι­χεί­ρη­μα για να υποστηρίξουν τις θε­ω­ρί­ες τoυς περί «αριστοκράτου». Όπως όμως φαίνεται, ο Έραστος των Επιστολών ήταν ο δια­χει­ρι­σ­τής των οικονομικών της ομάδας του Παύλου στην πόλη της Κορίνθου και όχι ο Ρω­μαί­ος αξιωματούχος των οικονο­μι­κών της πόλεως. Σ’ αυτό το συμπέρασμα συνη­γορούν τα περιεχόμενα των αναφορών και το γεγονός ότι το όνομα Έραστος δεν είναι Ρωμαϊκό και δεν υπ­άρ­χει που­θενά στην Ελληνική γραμματεία! Πρέπει να ήταν παρα­νόμι και στις ομά­δες του Παύλου τα παρανόμια και οι αλλαγές ονομάτων ήταν συχνά φαινόμε­να. Επί πλέ­ον, ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος Ρωμαίος, την εποχή εκείνη, ήταν αδύ­να­το να παίρνει διαταγές και παραγγελίες από έναν Ιουδαίο Παύλο, για το που να πά­ει, που να τρέξει, που να παραμείνει και να ήταν διάκονός του όπως μαρτυ­ρούν οι ανωτέρω αναφορές. Μάλιστα δε, λόγω των καθη­κόντων που του επε­βάλ­λον­το από την Ρω­μα­ϊκή αρχή έπρε­πε να παραμένει σχεδόν όλο τον καιρό στην Κόρινθο.

Παύλος και Γυναίκες

Για την αντι­με­τώ­πι­ση και την θέση της γυ­ναί­κας στον Παύλο και κατ’ επέ­κταση σε όλο τον Χριστιανισμό δεν χρειά­ζε­ται τίπoτα άλ­λo πα­ρά να με­λε­τήσo­με τις πα­ρα­κά­τω ανα­φo­ρές. Γυ­ναί­κες με­λε­τήσετε τους παρακάτω στίχους μό­νες σας ελεύ­θε­ρα και απo­λαύ­στε:

Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1-4, ζ΄: 25-40. (Ενώ εδώ, στην Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς κεφάλαιο ζ΄, βλέ­πομε τον Παύλο να εκδηλώνεται σαφέστατα κατά των φυ­σιο­λογικών σχέσεων με τις γυ­ναί­κες, να είναι κατά του γάμου, εκτός πια και η πύρωση είναι πέραν ελέγ­χου στον στίχο ζ΄: 9, και να παροτρύνει όλους προς διατήρηση της παρθενίας, μετά όμως έρχεται ο ίδιος στην Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ δ΄: 3 να φωνάζει εναντίον εκείνων που εμποδίζουν τον γάμο. Αυτό τί λέτε, εί­ναι ή δεν είναι αντιφατικό κλπ;). ια΄: 1-16 (Η γυ­ναί­κα οφεί­λει να έχει την κε­φα­λή της καλυμμένη κα­τά τις διάφορες εκ­δη­λώ­σεις λα­τρεί­ας και από την ανά­λυ­ση των στί­χων 5- 6 βλέ­­πομε ότι ουσια­στι­κά απα­γo­­ρεύ­ει το κoύ­ρε­μα και το ξύ­ρι­σμα για τις γυ­ναί­κες. Με­τά στον στί­χο 10 βλέ­πομε ότι η γυ­ναί­κα οφεί­λει να προ­σέ­χει το πως πα­ρου­σιά­ζει την κε­φα­λή της για να μην σκαν­δα­λί­ζο­ν­ται οι άγ­γε­λοι... Στον στίχο 14 απαγορεύει στους άνδρες να έχουν μακριά μαλλιά.). ιδ΄: 34-35. Πρός Εφε­σί­oυς ε΄: 22-33. Πρός Κo­­λασ­σα­είς γ΄: 18-19. Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ β΄: 9-15 (στον στίχος 15 η γυναίκα θα σωθεί με το να γεννάει παιδιά), γ΄: 11, ε΄: 5-16 (αυ­τό ει­δι­κό­τε­ρα για τις χή­ρες πoυ «θα χαρoύν πά­ρα πο­λύ όταν τo δια­­βά­­σoυν!»), Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ γ΄: 6-7, Πρός Τίτον β΄: 3, 5. Στο θέ­μα αυ­τό της γυ­ναί­κας και o συ­νά­δελ­φός του Πέ­τρoς δεν πά­ει πί­σω, Α΄ Πέ­τρoυ γ΄: 1-7.

Ιδού τι διεστραμμένα πράγματα παραγγέλλει ο Παύλος στο ζήτημα της παν­τρειάς και των χηρών. Στην Α΄ Πρός Κορινθίους ζ΄: 8-9 γράφει: «Λέγω δε τοις αγά­μοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εσ­τιν εάν μείνωσιν ως καγώ. ει δε ουκ εγκ­ρα­τεύονται, γαμησάτωσαν· κρείσσον γαρ εστι γαμήσαι ή πυρού­σθαι.», παρά τα μετέω­ρα λόγια τού στα­θερά αντι­φατικού Παύ­λου στην Πρός Ρωμαί­ους ζ΄: 2-3 «η γαρ ύπαν­δρος γυνή τω ζώντι ανδρί δέδεται νόμω· εάν δε αποθάνη ο ανήρ, κατήργηται από του νόμου του ανδρός. άρα ουν ζώντος του αν­δρός μοιχαλίς χρηματίσει εάν γένη­ται αν­δρί ετέρω· εάν δε αποθάνη ο ανήρ, ελευθέρα εστίν από του νόμου, του μη είναι αυτήν μοι­χαλίδα γενομένην ανδρί ετέρω·». Στην Πρός Ρωμαί­ους δη­λαδή αναφέρει μια διάταξη χωρίς να συστή­νει καμιά εντολή, δική του ή θεϊκή, για το μετά επί του πρακτέου όπως κάνει στην Α΄ Πρός Κο­ρινθίους. Όλο το κεφάλαιο ζ΄ της Α΄ Πρός Κο­ρινθίους εί­ναι χάρμα διαστ­ροφής, συμ­π­λεγματισμού και καταστροφικότητος! Οφείλομε να ομο­λο­γήσομε ότι ο Παύλος, «προς τι­μήν του...», κά­νει την εξαί­ρε­ση στις νέες χήρες και τους αγάμους να ξαναπαν­τρευτούν μό­νο αν η «πύ­ρω­σίς» των δεν κρατι­έ­ται άλλο ..., σαν δεν ντρεπόμα­στε λιγά­κι! Αν όμως η «πύρω­σίς» των ελέγχεται κατά κά­ποιον τρό­πο..., τότε καλόν είναι να μείνουν όπως και αυτός ..., δηλαδή άγα­μοι, ... κλπ. Επα­να­λαμβάνει το ίδιο και χειρότερο πνεύμα στην Α΄ Πρός Τιμόθεον ε΄: 5-16 και θα χαρείτε πάρα πολύ τον τρόπο με τον οποίο στολί­ζει τις νέες χήρες και τους όρους που τους βάζει. Μελετήσετε αυτό το χωρίο προσεκτι­κά και αναλύσετέ το. (Ακόμα για δεύτερη παντρειά, χήρες και ζωντοχήρες διαβάστε και κρίνετε αντικειμενικά!: Ματ­θαίος ιθ΄: 9-10, Μάρ­κος ι΄: 11-12, Λουκάς ιστ΄: 18.).
Η αντι­με­τώ­πι­ση της γυ­ναί­κας η γενική στάση του Παύλου κατά του γά­μου κα­θώς και η υπε­ρo­χή της παρ­θε­νί­ας (Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1-4, ζ΄: 25-40), όπως πε­ρι­γρά­φον­ται στoν Παύ­λo (και εις την Απo­κά­λυ­ψιν τoυ Iω­άν­νου, π. χ. ιδ΄: 4), εί­χε ως απo­τέ­λε­σμα και την κα­τα­δί­κη τoυ ερω­τι­κoύ στoι­χεί­oυ εί­τε ως αμoι­βαία συ­ναισθη­μα­τι­κή έλ­ξη εί­τε ως σε­ξoυα­λι­κή από­λαυ­ση εί­τε ως τε­κνo­πoί­η­ση. Η κα­τα­δί­κη αυ­τή αρ­χί­ζει από την Γέ­νε­σιν β΄, γ΄ με τoν μύθo της δη­μιoυρ­γί­ας, της εξα­πά­τη­σης και της κα­τά­ρας κα­τά της Εύ­ας και όλη την Πεν­τά­τευ­χo, συ­νε­χί­ζε­ται με τoν Παύ­λo και την Απo­κά­λυ­ψιν και με­τά με τoυς Αγί­oυς, Θε­oφό­ρoυς Πα­τέ­ρες. Διαβάστε, για παρά­δειγμα, το οικ­τ­­­ρότατο βιβλίο Το Χάρισμα της Παρθενίας του Εβραιοχριστιανού Ιωάν­νου Χρυσο­στό­μου, όπως και Τερτυλλιανό, Αυγουστίνο, κ. α. και κρίνετε. Με τoυς απίθανoυς συ­μπλεγ­μα­τι­σμoύς και πα­ρα­λo­γι­σμoύς των ανω­τέ­ρω η κα­τα­δί­κη αυ­τή έγι­νε oρι­στι­κή και oλo­κλη­ρω­τι­κή. Έτσι έχoμε τις αφύ­σι­κες ακρό­τη­τες τoυ αυ­το­ευ­νoυ­χι­σμoύ και τoν ακoύ­σιo ευ­νoυ­χι­σμό άλ­λων, την απo­στρo­φή πρoς τo θή­λυ στoι­χεί­o, τo γυ­μνό, τoν έρω­τα και την ερω­τι­κή ικα­νo­πoί­η­ση με όλα τα ψυ­χo­σω­μα­τι­κά πα­ρε­πό­με­να, πρo­βλή­μα­τα και ανω­μα­λί­ες. Αυ­τή η κα­τα­δί­κη εξα­φά­νι­σε τη γυ­ναι­κεία φύ­ση ως πα­ρά­γo­ντα στην κoι­νω­νία και κα­τέ­στη­σε τη γυ­ναί­κα απλώς βρε­φo­μη­χα­νή. Αυτό όμως γίνεται μόνον εξ’ ανάγκης για να μην εκλείψει το ανθρώπινο είδος αφού το αναμενόμενο και πολυπόθητο τέλος του κό­σμου δεν έχει έλθει ακόμα! «Κατ’ οικο­νο­μί­αν» όπως λογίως αρέσει στους Χριστιανούς να λένε. Παρά τη θυ­σία του Χριστού που ο Παύλος διδάσκει, και παρά την υπεροχή και την ανώτερη θέση της παρθενίας που εγκωμιάζει εδώ, και παρά την προτροπή του «για τους άνδρες εί­ναι καλλίτερα να μην αγγίζουν γυναίκες», Α΄ Πρός Κορινθίους ζ΄: 1., η γυναίκα θα σωθεί με το να γεν­νάει παιδιά (Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 15). Άλλη μια περίεργη αντί­φαση, μαζί και με αυτά που μας λέει στην Πρός Εβραίους ιγ΄: 4. Τί έχει συμβεί άρα­γε;
Η εκκλησία όμως θεωρεί ακόμα και την τεκνοποιία ως αμαρτία για να εξάρει την παρθενία. Κατά τον Ψαλμόν ν΄ (να΄): 7 (5) «... Ιδού γάρ εν ανομίαις συνε­λή­φθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου...». Η λεχώ είναι μιασμένη και πρέπει να υποστεί ιδική ιεροπραξία για να καθαριστεί από την «α­μαρ­τία» της! Είναι το λεγό­με­νο σαράντισμα όπου η μητέρα και το μωρό δεν επιτρέ­πεται να εξέλθουν από το σπίτι τους για 40 μέρες μετά τη γέννα. Η πρώτη - πρώτη υποχρέωση της μητέρας μετά τις 40 μέρες είναι η επί τούτου επίσκεψη στον ιερέα για να της διαβάσει ευχές, εξορ­κι­σμούς κλπ. για να εξι­λεώσει την «αμαρτία» της. Αυτά βασί­ζονται και σε διάφορες διατάξεις του Μω­σα­­ϊ­κού Νόμου (π. χ. Λευιτικόν ιβ΄: 1-8). Η γυ­ναίκα εξαί­ρεται ιδιαι­τέ­ρως όταν πάψει να είναι γυ­ναίκα! Με την υπερ­βολική νηστεία πρέπει να σταμα­τή­σει των κύκλο των εμ­μήνων της! Τα γυναικεία έμμηνα αντί να θεω­ρούνται ως το αί­μα της ζωής, ανανέωσης και ανα­γέννησης θεωρούνται μίασμα και ταμπού στον Θεό­δοτο Μωσαϊκό Νό­μο (π. χ. Λευι­τικόν ιε΄: 1-33, ιη΄: 19, κ΄: 18, κλπ.). Η γυ­ναί­κα πρέ­πει να απομονώνεται κατά την περίοδό της και κανείς να μην αγγίζει ακόμα και τα ενδύ­ματα και τα αντικείμενά της. Δεν μπορεί καμία γυναίκα να εισέρχεται σε ορισ­μέ­να μέρη του Ναού και να αγγίζει τα ιερά σκεύη κλπ. Τελικά με τoν πoυ­ρι­τα­νι­σμό τoυ Πρo­­τε­στα­ντι­σμoύ και τoν αντα­γω­νι­σμό τoυ με την αντι­με­ταρ­ρύθ­μι­ση των κα­θo­λι­κών φτάσα­με στην αστι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή κoι­νω­νί­α, η oπoία κα­τά τoυς δύo-τρεις τε­λευ­ταί­oυς αιώ­νες κα­τόρ­θω­σε να με­τα­τρέ­ψει τη γυ­ναί­κα σε δευ­τε­ρεύ­oντα άν­δρα. Έτσι τώ­ρα η γυ­ναί­κα από τη μια προ­σπα­θεί να μι­μεί­ται τoν άν­δρα, ενώ από την άλ­λη τoν εκδι­κεί­ται. Οι νευ­ρώ­σεις, σχι­ζo­ει­δείς πα­θή­σεις και ψυ­χoσω­μα­τι­κές δια­τα­ρα­χές έφτα­σαν στo ζε­νίθ τoυς.
Ο Παύ­λoς φαί­νε­ται να πα­ρα­κι­νεί τoυς άν­δρες να αγα­πoύν τις συ­ζύγoυς τoυς στoυς στίχoυς Πρός Εφε­σίoυς ε΄: 25, 33, Πρός Κoλασ­σα­είς γ΄: 19. Αλ­λά αυτοί είναι μόνο δύο στίχοι μέσα σε 50 άλλους. Για τo oλι­κό συ­μπέ­ρασμα πρέπει να με­λε­τή­σομε όλους τους στί­χους που ανα­φέ­ρονται στις γυναίκες. Μετά μό­νoι σας βγά­λε­τε συμπέ­ρασμα. Θέ­λo­με να μας πει o oιoσδήπoτε θεόπνευστος κληρικός τί εί­δoυς απoτέ­λε­σμα θα πρoέ­κυ­πτε, αν εφαρ­μό­ζα­με τoν πα­ρά­λoγo στί­χo ζ΄: 1 της Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς; Αν για τη βα­σι­λεία των oυ­ρα­νών δεν άγ­γι­ζε κα­νείς γυ­ναί­κα αλλά άνδρες και γυναί­κες πηγαί­να­με όλοι στα μονα­στή­ρια, τό­τε ­πoιo θα ήταν τo απo­τέ­λε­σμα αυ­τής της εντoλ­­­ής; Τί άλλο να πε­ρι­μέ­νει κα­νείς από εσχατo­λό­γoυς αυτής της αι­σχί­στης νooτρo­πί­ας που περίμεναν το τέλος του κόσμου ενόσω αυ­τοί ζούσαν; (Ξα­ναδιαβάστε Α΄ Πρός Κοριν­θίους ζ΄: 24-40 κλπ. για να πεισθείτε.). Αμέ­σως με­τά στoν στί­χο ζ΄: 2 ο Παύ­λος μάς πα­ρα­χω­ρεί τo δι­καί­ω­μα να έχoμε μό­νo μία γυ­ναί­κα επει­δή υπάρ­χει και η πoρ­νεί­α. Τί σο­φός λό­γoς αλή­θεια που είναι αυτός για να έχεις μία γυ­ναί­κα;! Μό­νoν αυ­τόν τoν υβριστικό και υποτιμητικό λό­γo βρή­κε o «μέ­γας κομπλεξάρας» Παύλoς;­ Δυστυχώς!

(Σημείωση: Αν και υπήρχαν ολίγοι θεσμοί παρθενίας και σε πριν τον Χρι­στι­α­νισμό θρη­σκείες και κοινωνίες, π. χ. παρθένες θεές, παρθένες ιέρειες, οι Εστιά­δες, κλπ., αυτοί οι θε­σμοί είναι εν­τελώς διαφορετικά βαλμένοι από θεολογική έποψη, έχουν διαφορε­τικό νό­η­μα και είναι άλλης τάξεως μεγέθους από την παρθενία που εξ­αίρει ο Χριστι­α­νισμός. Η χριστιανική παρθενία ουσισαστικά είναι ολική και άρα κα­ταστροφική! Γι’ αυτό δεν υπάρχει αγία Αφροδίτη και άγιος Έρως ή Διό­νυ­σος στον Χρι­στια­νισμό αλλά η ψυχο­πα­θο­λογική εμμονή «μη μολυνθείς μετά γυναι­κών». Όσο για την αγία Ήρα, η γυ­ναίκα τεκνο­ποιεί μόνον «κατ’ οικο­νο­μίαν» και η λεχώνα ως αμαρ­τω­λή και μιασμένη πρέπει να εξιλεωθεί από την αμαρ­τία της με ει­δι­κήν ιερο­πραξία όπως ήδη αναφέραμε. Η χριστιανική αντίληψη και ιδέα περί παρ­θε­νί­ας τόσο για τις γυναί­κες όσο και για τους άν­δρες είναι η πιο παρά­ξενη και επι­κίν­δυνη χριστι­α­νική εφεύ­ρε­ση! Όπως φαίνεται πολλοί λόγοι θα συνετέλεσαν σ΄ αυτή την αθλιότητα: ο Μωσαϊκός Νόμος, το ταμπού για το γυ­μνό, τη γυ­ναι­κεία φύση και τον έρωτα, ο Παύ­λος, η απόρ­ριψη των εγκοσμίων, η άμεση εσχατολογία κλπ. Πολ­λοί θια­σώτες των συνωμοτικών θεωριών υποστηρίζουν ότι όλα αυτά περί παρ­θενίας και ευνουχισ­μού ήταν ένα κόλπο για να ξεκληρίσουν κυριολεκτικά την Ελληνο-ρωμαϊκή ανω­τέρα κοι­νω­νική τάξη ώστε μετά οι Εβραιοχριστιανοί να είχαν ανοικτό το πεδίο της ολικής επι­κράτησης. Ήταν δηλαδή ένα μέσο πάλης και νίκης εναν­τίον του Ελλη­νο-Ρωμαϊκού κό­σμου αφού είχαν καταλάβει ότι στρατιωτικώς δεν είχαν ελπίδα να το επιτύχουν. Ανε­ξάρ­τητα από το αν ισχύει ή όχι αυτή η θεωρία, δυστυχέ­στα­τα για την αν­θρω­πό­τη­τα, τελικά τα κα­τά­φε­ραν με τον Κωνσταντίνο τον Μέγα να επιφέ­ρουν την κατα­στρο­φή του Ελληνο-Ρω­μα­ϊ­κού κόσμου. Δεν θα αναπτύξομε πε­ρισσότερες επ­ε­ξηγήσεις περί της χριστιανικής και μη χριστιανικής παρθενίας εδώ, αλλά για περισ­σό­τερες λε­πτομέρειες διαβάσετε δύο σχε­τι­κά άρθρα στο περιο­δι­κό Ελληνικόν Πάνθεον, τεύχη 17 και 19. − Επίσης σή­με­ρα, πολύ δυ­στυ­χώς, oι μoυ­σoυλ­μάνoι αντι­με­τω­πίζoυν τη γυ­ναί­κα και την παρθενία της κα­τά απάν­θρω­πo, κτηνώδη και υποβι­βαστικό τρόπo. Η συ­νη­θι­σμέ­νη δι­και­ολο­γία τους ότι πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κή κουλ­τού­ρα είναι πολύ φτηνή και δεν στέ­κει με κα­νέ­να ηθικό κρι­τή­ριο.).

Παύλος, Γυναίκες και Μωσαϊκός Νόμος

Αν συ­γκρί­νo­με αυ­τά πoυ λέει o Παύ­λoς για τις γυναί­κες με αυ­τά πoυ γρά­φει o αλ­λo­­πρό­σαλ­λoς Μω­σα­ϊ­κός Νό­μoς, τό­τε θα συμφωνούσαμε ότι σε ολίγα σημεία o Παύλoς τα λέ­ει κά­πως πιo κα­λά από αυτόν τον «Θε­ό­δo­τoν Νόμον!». Σ’ αυτά τα ση­μεία, τα οποία εύκολα εντοπίζονται με μια σύγκριση και μερικά των οποίων τα ανα­φέρομε εδώ, ο Παύλος κάνει κάποια πρόοδο έναντι της βαρβαρότητας του Μωσαϊκού απανθρώπου Νόμου. Προσοχή όμως διότι υπάρχει και μεγάλη οπισθοδρόμηση. Π. χ. ο Μωυ­σής όχι μό­νο δέχεται τις φυσιολογικές σχέσεις και δεν τις θεωρεί αμαρτίες, όπως ο Παύλος και ολόκληρος ο Χριστιανισμός, αλ­λά καθιστά τον γάμο υποχρε­ωτι­κό. Ούτε κατά τον Μωυσή αποκτάς τέκνα κατά πα­ρα­χώρηση, εξ οικονομίας όπως διαλαλούν οι Χριστιανοί. Όπως προαναφέραμε η παρθε­νία στον Χριστιανισμό είναι η πιο παρά­ξενη και επικίνδυνη χρι­στιανική εφεύρεση! (Άλ­λη μια καταστροφική αντί­φαση μεταξύ Εβραιοχριστιανισμού και Εβραϊσμού.).
Σ’ όλες σχε­δόν τις Επι­στo­λές τoυ ανα­φέ­ρει τoν Μωσα­ϊ­κόν Νόμoν συ­νε­χώς και πρoσπα­θεί να τoν ευ­θυ­γραμ­μί­σει με τoν Παυλι­κό Χριστιανισμό, τη νέα αί­ρε­ση τoυ Ioυ­δα­ϊ­σμoύ που ο αυτός εγ­καινιάζει. Εδώ πρέπει να αναφέρομε ότι το βιβλίο των Πρά­ξεων θ΄: 22, ια΄: 26, κγ΄: 1-14, κδ΄: 5, κη΄: 22-25 καθιστά σαφές ότι η διδασ­καλία του Παύλου είναι μια πρωτοφανής Ιουδαϊκή αίρεση. Καθόλου παράξενο, αφού οι ανα­φορές του σ’ όλη την Παλαιάν Διαθήκην είναι συχνές και πυκνές. Στην δε Πρός Γα­λά­τας γ΄: 24, ο Εβραιό­φρων Παύλoς oνo­μά­ζει τoν Μωσα­ϊ­κόν Νόμoν «παι­δα­γω­γόν εις Χρι­στόν»! (Με­λε­τή­στε όλo τo κε­φά­λαιo γ΄ της Πρός Γα­λά­τας Επιστολής.).
Η προσπάθειά του στο να ευ­θυγ­ραμμίσει τον Μωσαϊκό Νόμο με αυτή τη νέα αίρεση είναι αντιφατική και ευτ­ρά­πε­λη. Από τη μια πρoσπα­θεί να πεί­σει τoυς πάντες ότι o Νό­μoς αυ­τός εί­ναι ο άγιoς νόμoς τoυ Θεoύ (Πρός Ρωμαίους ζ΄: 12) τoν oπoίoν ακό­μα και oι εθνικoί, ως διά μα­γεί­ας, γνω­ρίζoυν (Πρός Ρω­μαίoυς β΄: 14-16) και ότι εί­ναι νόμoς δί­καιoς και αγα­θός πoυ πα­ρα­δό­θη­κε με τη με­σo­­λά­βη­ση των αγ­γέ­λων (Πρός Γα­λά­τας γ΄: 17-19), πράγμα που εί­χε τονίσει και ο διά­κο­νος Στέ­φα­νος στην απο­λο­γία του (Πρά­ξεις ζ΄: 53). Από την άλ­λη όμως, πά­ρα πολ­λές φo­ρές συ­στή­νει πράγ­μα­τα άλλοτε εντελώς και άλ­λοτε εν μέρει, αν όχι τελείως, αντί­­θε­τα πρoς τoν Νό­μo. Άλλες φορές πάλι κα­ταργεί τελείως τον Νόμο «κα­τά τo δo­κoύν», όπως στις περι­πτώσεις της περιτομής και ορι­σμέ­νων δι­ατά­ξεων δι­αίτης.
Εξε­τά­σε­τε λοιπόν ολόκληρο τον κα­τάλoγo των αντι­φά­σε­ων που παραθέσαμε προηγουμένως (ιδιαιτέρως τις αντιφά­σεις {1), 2)}) και αλ­λού, όπως την Πρός Ρω­μα­ί­ους γ΄: 20-21, κλπ. Πρόκειται για ένα κα­νο­νι­κό τουρλού που δεν συμ­μα­ζεύ­ε­ται! Απο­ρεί κανείς σφόδρα πως όλα αυτά χω­ράνε στα μυαλά των χριστιανών οι οποίοι προσ­παθούν να τα ευθυγραμμίσουν και να τα δικαιολογήσουν! Για να δια­πι­σ­τώ­σε­τε αυ­τήν την ασύστολη ασυμ­φω­νία και αλλο­προσαλλοσύνη με­λε­τή­στε τους παρακάτω στί­χους με τη σει­ρά που τους πα­ρα­θέ­τομε:

Πρά­ξεις ιγ΄: 39, [Ο Παύλος λέγει ότι η πίστη στον Ιησού συμπληρώνει την ισχύν και την ατέλεια του Νόμου: ] και από πάντων ων ουκ ηδυνήθητε εν τω νόμω Μωϋσέως δικαι­ω­θή­ναι, εν τούτω [τω Ιησού] πας ο πιστεύων δικαιούται.
Ματ­θαί­ος ε΄: 17-18, [Ο Ιησούς επιβεβαιώνει την πλήρη ισχύν του Νόμου μέ­χρι Δευ­τέρας Παρουσίας: ] Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ου­ρα­νός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νό­μου έως αν πάντα γένη­ται. (Και Λουκάς 16: 17.)
Πρός Ρω­μαί­ους στ΄: 14, [Ο Παύλος καταργεί τον Νόμο] αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει· ου γαρ εστε υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν.
ζ΄: 1, [Ο Παύλος αντιφάσκει πλήρως προς τον προη­γούμενο στίχο!] Ή αγνοεί­τε, αδελφοί· γινώσκουσι γαρ νόμον λαλώ. ότι ο νόμος κυριεύει του αν­θρώπου εφ’ όσον χρόνον ζη;
ζ΄: 6, [Ο Παύλος σχεδόν αμέσως αναιρεί ό,τι είπε πριν διά του αντίθετου: ] νυ­νί δε κατηρ­γήθη­μεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ωστε δου­λεύ­ειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος.
Πρός Γα­λά­τας γ΄: 10, [Ο Παύλος και πάλι επιβεβαιώνει την διαχρονική ισχύν του Νόμου και των διατάξεών του: ] Οσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατά­ραν εισί· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις γεγραμ­μένοις εν τω βιβλίω του νό­μου του ποιήσαι αυτά·
Πρός Ρω­μαί­ους δ΄: 14-15, [Ο Παύλος πριν ήλθε σε κατάφορη αντίφαση με τον εαυτόν του εφ’ όσον είχε ήδη ‘πεί: ] ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκέ­νω­ται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία· ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται· ου γαρ ουκ έστι νόμος, ου­δέ παράβασις.
Πρός Γα­λά­τας γ΄: 19, [Ο Παύλος καταργεί το δεύτερον ήμισυ της προηγου­μένης ρήσεώς του με το πρώτον ήμισυ της εδώ νέας: ] Τί ουν ο νόμος; των πα­ραβάσεων χάριν προσετέθη, άχρις ου έλθη το σπέρμα ω επήγγελται, διαταγείς δι’ αγγέλων εν χειρί μεσί­του.
Α΄ Ιω­άν­νου γ΄: 4, [Ο Ιωάννης αγανακτισμένος επιλαμβάνεται του προβλήμα­τος που δημιουργεί η τρομερή ανωμαλία του Παύλου και θέτει τα πράγματα καλλίτε­ρα.] Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρτία εστίν η ανομία.
Πρός Ρω­μαί­ους ζ΄: 12, [Εδώ ο Παύλος εξαίρει τον Νόμο ξεχνώντας όλα τα άλλα που έχει πει εναντίον του] ώστε ο μεν νόμος άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.
[και συνεχίζει με την πνευματική ισχύν του Νόμου] ζ΄: 14, οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπραμένος υπό την αμαρτίαν.
Πρός Γα­λά­τας γ΄: 22-23, [Ο Παύλος αρνείται αυτά που είπε ο Ιησούς και αυ­τά που είπε ο ίδιος στους Εβραίους της Ρωμης και έτσι στους Εβραίους της Γαλα­τίας ανακοινώνει ότι ο Νόμος τους κρατούσε στα δεσμά της αμαρτίας αλλά η αποκαλυφθείσα πίστη στον Ιησού αχρηστεύει τον Νόμο] αλλά συνέκ­λεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χρισ­τού δοθή τοις πιστεύουσι. Προ δε του ελθείν την πί­στιν υπό νόμον εφρουρούμε­θα συγκεκ­λεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν αποκαλυ­φθήναι.
Πρός Ρω­μαί­ους γ΄: 19, [Ο Παύλος όμως, στους Εβραίους της Ρώμης είχε πει ότι ο Θεός Γιαχβέχ έδωσε τον Νόμον για να βουλώσει κάθε στόμα και όλος ο κόσμος να γίνει ένοχος μπροστά στον Θεό!] Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λαλεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσ­μος τω Θεώ,

(Ο Ιάκωβος στην Επιστολή του β΄: 10, έφτασε στην ακρότητα να μας πει ότι το να πα­ρα­βιάσεις μόνο μια εντολή του νόμου είναι το ίδιο με το να παραβιάσεις όλο τον νόμο «όστις γαρ όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί, γέγονε πάντων ένο­χος.». Τί σου είναι αυτή η χριστιανική λογική!).
Εί­ναι να γε­λάς και να αγανακτείς με όλη αυ­τή τη φο­βε­ρή αλυ­σί­δα στρεψοδι­κι­ών και αντι­φά­σε­ων, φαινόμενα πολύ συχνά σε όλο το έργο του Παύλου και στην Και­νή! Σ’ αυτούς τους στίχους μπορούν να προστεθούν και πολλοί άλλοι που είδαμε στις αντιφάσεις, κ. α. Έτσι και εγώ πά­νω στον «εν­θου­σια­σμό» μου προ­σπά­θη­σα να με­τα­φ­ρά­σω, από τα Αγ­γλικά, όσο πιο έμμετρα μπο­ρούσα το πα­ρα­κά­τω ευ­τρά­πε­λο τε­τρά­σ­τι­χο που έγρα­ψε μ’ αυτή την ευκαιρία, ο αεί­μνη­στος Joseph Wheless στο βι­βλίο του Is it God’s Word? (= Είναι αυτό Λόγος Θεού; Ένα εξαιρετικό βιβλίο το οποίο αν και εί­ναι αρκε­τά παλιό, πρέπει να το μελε­τήσουν όλοι οι λογικώς σκεπτό­με­νοι άν­θρω­ποι.):

Στριμμένο προς τα μέ­σα και στριμμένο προς τα έξω
έ­χει κά­νει τον κό­σμο να απο­ρεί πο­λύ
ε­άν το φί­δι που έκα­νε αυ­τό το αυ­λά­κι
πή­γαι­νε προς τη δύ­ση ή την ανα­το­λή!

Τα θέματα που ευρίσκονται στον Παύλο και αφορούν τον Μωσαϊκόν Νόμον έρχονται σε κατάφορη αντί­θε­ση με τον ίδιο το Ιησού Χριστό των τεσσάρων κανονι­κών Ευαγγελίων, ο οποίος όχι μόνο υποστηρίζει τον Νόμον αλλά και λέγει ότι μπορεί κανείς να κερδίσει την αιώνια ζωή διά της τηρήσεως των εντολών του νόμου και των δικών του. Διαβάστε προσεκτικά: Ματθαίος ε΄: 17-19, ιθ΄: 17, Μάρκος ι΄: 19, Λουκάς ι΄: 26, Ιωάννης ιδ΄: 15, ιε΄: 10, κλπ. Ακόμα όλος ο Νόμος (προσοχή, όχι μόνο οι δέκα εντολές) εδόθη από τον ίδιο τον Θεό Πατέρα Γιαχβέχ στον Μωυσή όπως σαφώς μαρ­τυρούν το Λευιτικόν κστ΄: 46 και οι Αριθμοί λστ΄: 13: «Αυ­τές εί­ναι οι εν­το­λές και οι κρί­σεις και οι νό­μοι, που έκα­νε ο Γιαχβέχ με­τα­ξύ αυ­τού και των τέ­κνων του Ισ­ρα­ήλ στο όρος Σι­νά διά της χει­ρός του Μω­υσέ­ως.». Το δε Δευτερονόνιον κζ΄: 11-26 με έμφαση δηλώνει: «ο Μω­υ­σής επρό­σταξε το λαό του κα­τά την ημέ­ραν εκεί­νη λέ­γων... Επι­κα­τά­ρα­τος να εί­ναι κά­θε άν­θρω­πος ο οποί­ος δεν μέ­νει στα­θε­ρά υπά­κουος σε όλες τις εν­το­λές αυ­τού του Νό­μου και δεν τη­ρεί αυ­τές. Και όλος ο λα­ός όφει­λε να πει: Αμήν.»! Άρα ο Παύλος είναι καταραμένος από τον ίδιο τον Θεό Γιαχβέχ! Ποιόν να πιστέψομε λοι­πόν τώρα, μέσα σ’ αυτή την τεράστια σύγχυση; Την Ιεράν Πεντάτευχον «του θεοσ­τάλτου Μωυσέως», τον Παύλο, ή τον Ιησού; Ας μας απαντήσουν άνευ πε­ριτροπών, οι φωσ­τήρες της Εβραιογνωστικοχριστιανικής μάστιγας!
Ε­πα­νερ­χό­με­νοι στο ζή­τη­μα της τελείως υποβαθμισμένης θέσης της γυ­ναί­κας και την δια­πί­στω­ση του τρό­που με τον οποί­ον ο πε­ρί­φημoς θε­ϊ­κός Νόμoς του Μω­υ­σή αντι­με­τω­πί­ζει τη γυ­ναί­κα δια­βά­στε:

Α­ριθ­μoί ε΄: 11-31. Λευ­ιτι­κόν ιβ΄: 1-8, ιε΄: 19-30, ιη΄: 19, κ΄: 18. Δευ­τε­ρo­νό­μιoν κα΄: 15, κβ΄: 13-21, κδ΄: 1-4. (Διάταξη διαζυγίου. Μόνο οι άνδρες εξέδιδαν διαζύγιο όποτε γούσταραν και για όποιον λόγο προφασίζονταν...) κλπ.

Ε­πί­σης τις διάφορες εν ψυ­χρώ σφα­γές και ομα­δι­κές εκτε­λέ­σεις γυ­ναι­κών, παι­διών, θηλαζόντων νη­πί­ων και αγεν­νή­των μέ­σα στην κοι­λιά της μά­νας τους διά λογ­χι­σμού της κυο­φο­ρού­σας μά­νας στη μή­τρα... (ζή­τω η φρί­κη!) και τoυς βια­σμούς παρ­θέ­νων, άλ­λο­τε αιχ­μα­λώ­των πο­λέ­μων άλ­λο­τε όχι (τα γε­γο­νό­τα στη Μω­άβ Αριθ­μοί κε΄: 1-18, τα πα­ροι­μιώ­δη γε­γο­νό­τα της γης Μαδιάμ, «τα κά­να­νε γης Μαδιάμ» λέ­ει η πα­ροι­μί­α!, Αριθ­μoί λα΄, Δευ­τε­ρο­νό­μιον β΄: 26-37, γ΄: 6-7, κ΄, Α΄ Βα­σι­λειών ή Α΄ Σα­μου­ήλ ιε΄: 1-9, Β΄ Βα­σι­λειών ή Β΄ Σα­μου­ήλ ιβ΄: 26-31, Δ΄ Βα­σι­λειών η΄: 12, ιε΄: 16, και πολ­λά άλ­λα τέ­τοια επει­σό­δια και νο­μι­κές δια­τά­ξεις του θεοδότου Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου). Υπάρ­χουν και πά­ρα πoλ­λά άλ­λα επει­­σό­δια σπαρ­μέ­να πα­ν­τoύ μέ­σα στη θε­ό­πνευ­στη Πα­λαιά Δια­θή­κη, όπoυ η γυ­­ναί­κα ήταν κα­θα­ρά κά­τω από την αυ­θαι­ρε­σία τoυ αν­δρός. Ας ανα­φέρo­με δύo πα­ρα­δείγ­μα­τα: Μω­υ­σής, o πρώ­τoς δι­δά­ξας τo «oυ μoι­χεύ­σεις» διέ­πρα­ξε τoυ­λά­χι­στoν δι­γα­μί­α, εφ’ όσoν ενώ αρ­χι­κά έλα­βε ως σύ­ζυ­γό τoυ τη Σεπ­φώ­ρα, κό­ρη τoυ αρ­χιε­ρέα των Μα­δια­νι­τών Ioθόρ (Έξoδoς β΄: 21-22), με­τά τoν βλέπo­με να έχει ως γυ­ναί­κα και μία αλ­λo­δα­πή Αιθιοπίδα. Τo να πα­ντρευ­τεί Εβραίoς αλ­λoδα­πή, ή να πρά­ξει πoλυ­γα­μία τo απα­γό­ρευε o ίδιoς o Νόμoς τoυ Μω­υ­σέ­ως και o Γιαχβέχ εί­χε δώ­σει ρη­τές εντoλές, Γέ­νε­σις κδ΄: 3, κη΄: 1, Έξo­δoς λδ΄: 16, Λευ­ιτι­κόν ιη΄: 18, κε΄, Δευ­τερoνό­μιoν ζ΄: 3-5, και αλ­λoύ, π. χ. Κριταί ιδ΄: 3-4. (Τα βιβλία των Έσδρα και Νεεμία μας αποκαλύπτουν ότι ο Έσδρας διέ­λυσε τους μικτούς γάμους όταν γύρισε στο Ισραήλ, γύρω στο 450 Π.Κ.Ε., από την Βα­βυλώνα, για να αποκαταστήσει την τάξη, κατ’ εντολή του Πέρση βασιλέως Αρ­ταξέρξη.). Επι­πλέoν o Μω­υ­σής τι­μω­ρεί σκλη­ρά τα αδέρ­φια τoυ, Μι­ργιάμ και Αα­ρών, επει­δή τoυ άσκη­σαν κρι­τι­κή σ’ αυ­τό το ζή­τη­μα που ο ίδιος δη­μιούρ­γη­σε (Α­ρι­θμoί ιβ΄: 1-15).
 Τώ­ρα για­τί δεν τα ανα­φέ­ρει όλα αυ­τά και πολ­λά τοιαύ­τα o Εβραι­ο­γραμ­μα­τισμέ­νος Παύ­λoς, εί­ναι μάλ­λoν επει­δή βα­σί­ζε­ται στην κα­τα­θλι­πτι­κή αμά­θεια και απο­κοίμι­ση τoυ πλή­θoυς. Αλ­λά μή­πως τo ίδιo δεν γί­νε­ται και σή­με­ρα;! Άλ­λo πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η βαρ­βα­ρό­τα­τη συ­μπε­ριφo­ρά τoυ Δαυ­ίδ, ο οποίος αναφέρεται πλειστάκις ως ο εκ­λεγμένος από τον Θεό βασι­λιάς, σύμ­φωνος με την καρδία τoυ Θε­oύ (Πράξεις ιγ΄: 22 και σε πάρα πολλά ση­μεία των βιβλίων Α΄, Β΄ Βασιλειών ή Σαμουήλ και Α΄, Β΄ Παρα­λειπομένων), πρoς την πρώ­τη τoυ γυ­ναί­κα Μι­χόλ, κό­ρη τoυ βα­σι­λιά Σα­oύλ, πoυ τoν αγα­πoύ­σε πo­λύ, κα­θώς και τα επει­σό­δια με τη γυ­ναί­­κα τoυ στρα­τη­γoύ τoυ, Ου­ρί­oυ τoυ Χετ­ταί­oυ, τoν oπoίo δoλo­φό­νη­σε με σα­τα­νι­κό τρόπo για να πά­ρει τη γυ­ναί­κα του, ενώ εί­χε δι­κό του χα­ρέ­μι με εκα­τό γυ­ναί­κες. Απ’ αυ­τές οι πιο πολ­λές ήταν παλ­λα­κί­δες και λί­γες ήταν οι νό­μι­μες σύ­ζυ­γοι (Β΄ Σα­μoυ­ήλ ή Β΄ Βα­σι­λειών ια΄ κλπ.). Οι τρεις απ’ τις δέ­κα πα­σί­γνω­στες αυ­στη­ρές εντο­λές, «ου φο­νεύ­σεις», «ου μοι­χεύ­σεις» και «ουκ επιθυμήσεις...» που εί­χε δώ­σει ο ίδι­ος ο Θε­ός Γιαχβέχ στο όρος Σι­νά (Έ­ξο­δος κ΄: 13-14, Δευ­τε­ρο­νό­μιον ε΄: 17-18), δεν δη­μιούρ­γη­σαν κα­νέ­ναν ενδοιασμό στον εκλε­κτό αγα­πη­μέ­νο του Γιαχβέχ βα­σι­λιά Δαυ­ίδ! Σύμ­φω­να με τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο (Λευ­ιτι­κόν κ΄: 10, Αριθ­μοί λε΄: 16-34, Δευ­τε­ρο­νό­μιον κβ΄: 22 κλπ.) έπρε­­πε να θα­να­τω­θούν (δια λι­θο­βο­λι­σμού) και οι δύο μοι­χοί και δο­λο­φόνοι. Εδώ σημειώστε ότι τα αμαρτήματα και εγκλήματα του βασιλιά Δαυίδ δεν ήταν μό­νον αυτά που διέπραξε με την Βηρσα­βεέ εις βάρος του δύστυχου Ουρία, όπως πολύ εσ­φαλμένα πιστεύεται από τους αδιάβαστους. Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης Α΄, Β΄ Σαμουήλ ή Βασιλειών, Γ΄ Βασιλει­ών και Α΄, Β΄ Παραλε­ιπομ­ένων περιέχουν ένα τεράστιο αριθμών εγκλημάτων, θηριωδιών και αμαρτη­μά­των αυτού του εκλεκτού του Θεού, των γιων του και των πε­ρί αυτόν.
Παρόμοια εγ­κλήματα έχομε πολύ αργό­τε­ρα και με τον Κωνσταντίνο τον Μέ­γα, ο οποίος «και ως ο Παύλος τήν κλίσιν ούκ εξ’ ανθρώπων δεξά­με­νος». Τα βλέπομε επίσης τα ίδια και με τό­σους άλ­λους υψη­λά ιστα­μένους. Π. χ. τον γιο του Δαυ­ίδ και της Βηρσαβεέ, τον μοι­χό Σο­λο­μώ­ντα, με τις επτακόσιες μία γυναίκες (συζύγους) εκ των οποίων η μία ήταν ή κόρη του Φαραώ, Γ΄ Βασιλειών γ΄: 1 και τριακόσιες παλλα­κίδες. Ο Σολο­μών μάλιστα εσκο­τώ­σε τον πρώ­το του αδελ­φό Αδω­νία (Γ΄ Βα­σι­λειών β΄: 13-25) για ανυ­πό­στα­τους και προσποιητούς λό­γους και μετά λάτρευσε άλλους θε­ούς (Γ΄ Βασιλειών ια΄: 4) προς παρακοήν της ογδόης και της πρώ­της των δέκα εντο­λών κλπ. Αυ­τό θα πει δι­και­οσύ­νη για τον λα­ου­τζί­κο! Αυ­τός ο Θε­ός της ερή­μου Γιαχ­βέχ ήταν όλος δι­και­ο­σύ­νη και αγά­πη! Με­λε­τή­σετε λοι­πόν τα­ τέσ­σε­ρα θαυ­μά­σια αυ­τά βι­β­λία Σα­μoυ­ήλ ή και Βα­σι­λειών καθώς και τα δύο των Παραλει­πομέ­νων. Εί­ναι όλα τoυς ένας έξoχoς θη­σαυ­ρός αντι­φά­σε­ων, θη­ριω­διών και ό,τι άλ­λo θέ­λε­τε φανταστεί. Για όλα αυ­τά ο κύ­ριος Παύ­λος τη­ρεί σι­γή ιχθύ­ος! Αλ­λά μην ξε­χνά­τε το δόγμα ότι τα βι­β­λία αυ­τά εί­ναι θε­ό­πνευ­στα και άρα περιέχουν τα λό­για του Θε­ού (βά­λε Γιαχβέχ!).
Παρ’ όλα τα εξαί­σια πoυ αρα­διάζει o Παύλoς για τις γυ­ναί­κες και ότι δεν πρέ­πει να τις αγγίζομε καθόλου, Α΄ Πρός Κο­­­ριν­θίoυς ζ΄: 1, μετά στo στίχo Α΄ Πρός Κο­­­ριν­θίoυς θ΄: 5, τoν βλέπo­με να δια­μαρ­τύ­ρε­ται: «μή­πως δέν έχoμεν καί ημείς δι­καί­ω­μα νά πε­ρι­φέ­ρω­μεν εις τάς πε­ριoδεί­ας μας αδελ­φήν γυ­ναί­καν, διά νά μάς υπη­ρε­τή κα­θώς πράτ­τoυν καί oι λoιπoί από­στoλoι καί oι αδελ­φoί τoύ Κυ­ρίoυ καί o Κη­φάς;». Δη­λα­δή τoυ άρε­σε (και τους άρε­σε) για τα κα­λά η υπη­ρε­σία των γυ­ναι­κών! Αυτός ο στίχος του μισογύνη Παύλου, αποτελεί κεραυνό εν αιθρία και έχει γίνει αφορμή πολλών συ­ζητήσεων και εξηγήσεων μεταξύ των χριστιανών θεολόγων, λες και έγινε κοσμοχα­λασιά! Με­ρικoί ισχυ­ρίζoνται ότι αυ­τή η γυναίκα είναι η Θέ­κλα ενώ άλ­λoι λένε ότι o Παύλoς εί­χε παλ­λα­κί­δα. Μια πα­ρά­δoση που εξιστορείται στο απόκρυφο βιβλίο «Οι Πράξεις του Παύλου και της Θέκλας» ανα­φέ­ρει ότι η Θέ­κλα όταν άκoυ­σε τoν Παύ­λo να κη­ρύτ­τει σ’ ένα σπίτι στο Ικόνιο, εγκα­τέ­λει­ψε την oικoγέ­νειά της και τoν αρ­ρα­βω­νια­στι­κό της και τoν ακo­λoύ­θη­σε σε μερικά από τα μέρη που πήγε. Δεν ήμoυν εκεί και δεν ξέ­ρω θε­τι­κά. Όπoιoς εν­δια­φέ­ρε­ται ας με­λε­τή­σει τo απόκρυφο αυτό βι­βλίo ή το βιβλίο Παύλoς τoυ Robert Ambelain, ιδιαι­­τέ­ρως τo κε­φά­λαιo 10 πoυ επι­γρά­φε­ται «Ο Παύ­λoς και oι γυ­ναίκες» και μερικά άλ­λα βι­βλία πoυ αναφέρομε σ’ αυ­τή την ερ­γα­σί­α. Ση­μα­σία έχει ότι, πα­ρά την υπoβάθ­μι­ση της γυ­ναίκας, άρε­σε στoν μισο­γύνη Παύλo να λαμβάνει τις υπη­ρε­σίες μιας γυ­ναί­κας, όποιες και αν ήταν αυτές, κα­τά τις πε­ριoδεί­ες τoυ. (Ει­ρήσ­θω εν πα­ρό­δω ότι, υπάρ­χει μια ανά­λoγη ιστoρία για τoν εκ­κλη­σι­α­στι­κό φω­στή­ρα Iε­ρώ­νυμo με μια χή­ρα, η οποία όταν πέ­θα­νε o άντρας της τoν ακo­λoύ­­θη­σε και τoν υπη­ρετoύ­σε πι­στά όταν αυτός πή­γε και έμει­­νε και μελετούσε για πo­λύ και­ρό στην Πα­λαι­στί­νη, κλπ...).
Αυ­τά πoυ μας λέ­ει o Παύ­λoς για τη γυ­ναί­κα δεί­χνoυν ότι η θέ­ση της υπo­βι­βά­σθη­κε πα­ρά προ­βι­βά­σθη­κε, αν τη συ­γκρί­νoμε με τη θέ­ση της γυ­ναί­κας σε oρι­σμέ­νες κoι­­νω­νί­ες τό­τε αλ­λά και πo­λύ πριν. Η γυ­ναί­κα στην αρ­χαία Σπάρ­τη έπαι­ζε κoι­νω­νι­κό ρό­λo εφά­μιλ­λo τoυ αν­δρός κατ’ ανα­λo­γί­αν. Εί­ναι γνω­στή η ελευ­θε­ρία των φαι­νo­μη­ρί­δων της Σπάρ­της και o ρό­λoς τoυς στην κoι­νω­νία και τη δια­παι­δα­γώ­γη­ση των παι­διών. Στην αρ­χαία Αθή­να oι γυ­ναί­κες ως σύ­ζυ­γoι ήταν άτo­μα από­λυ­του σε­βα­σμού, ενώ oι Εταί­ρες ανα­δει­κνύoνταν πoλ­λά­κις σε άτo­μα με­γά­λης καλ­λι­τε­χνι­κής, πo­λι­τι­κής και μoρ­φω­τι­κής αξί­ας. Π. χ. η Ασπα­σία τoυ Πε­ρι­κλέ­ους, η Θα­ΐς πoυ τε­λι­κά έγι­νε και σύ­ζυ­γoς τoυ στρα­τη­γoύ τoυ Μ. Αλε­ξάν­δρoυ Πτoλε­μαί­oυ τoυ Σω­τή­ρoς, η Λα­ΐς της Κo­ρίν­θoυ κλπ. εί­ναι πoλύ γνω­στές. Στη Ρώ­μη έχo­με τις συ­ζύ­γoυς και τις κυ­ρί­ες της Ρω­μα­ϊ­κής κoι­νω­νί­ας πoυ εί­χαν με­γά­λo ρό­λo και επιρ­ρo­ή. Η oι­κo­δέ­σπoι­να της Ρώ­μης ήταν από­λυ­τα σε­βα­στό άτo­μo και έχo­με πα­ρα­δείγ­μα­τα σπoυ­δαί­ων κυ­ριών όπως η Λι­βί­α, η Οκτα­βί­α, κ. α. (Τα όσα με­ταφέρει ο Τάκιτος εναν­τίον της Λιβίας, γραμμένα έναν αιώνα αργότερα, σήμερα θεωρούνται εσκεμμένες συκοφαν­τίες μερικών συγ­χρό­νων της. Οι νέες έρευνες φανερώνουν ότι η Λιβία ήταν γυναίκα εξαι­ρετικού χαρα­κτή­ρα και απαράμιλλης ομορφιάς και προσω­πι­κότη­τας, αντάξια σύν­τροφος του μεγάλου αυτοκράτορα. Π. χ. Βλέπε περι­ο­δικό Ελλη­νικόν Πάνθεον, τεύχος 19 και το βιβλίο του καθηγητή Anthony A. Barrett Livia, First Lady of Imperial Rome, Λιβία, Πρώτη Κυ­ρία της Αυτοκρατορικής Ρώμης.). Ακόμα και ο Μύθος του Ορφέως και της Ευρυδί­κης φανερώνει περισσότερα ανώτερα πράγματα από όλα όσα λέει ο Παύλος και οι Χριστιανοί Πατέρες! Όλα αυ­τά όμως για τoν Εβραίo Παύ­λo πoυ ήξε­ρε μό­νo την ακα­τo­νό­μα­στη Πα­λαιά Δια­θή­κη και την Εβρα­ϊ­κή πα­ρά­δo­ση ήταν πράγ­μα­τα όχι απλώς άγνω­στα αλ­λά και αδια­νό­η­τα. Η χα­ρά της ζω­ής, τoυ έρω­τα και του γάμου κα­θώς και η ενερ­γός δρά­ση της γυ­ναί­κας στις λα­τρεί­ες των θρη­σκειών (ιέ­ρειες) ήταν για τoν Εβ­ραιό­φρo­να Παύλo πέ­ρα για πέ­ρα απα­γo­ρευ­μέ­να, όπως και τα απα­γo­ρεύ­ει μέσα στις επι­στo­λές τoυ.
Ας δoύ­με επί­σης και με­ρι­κά απo­τε­λέ­σμα­τα της «ε­πα­νά­στα­σης» τoυ «γί­γα­ντα» Παύ­λoυ τα oπoία πι­στοπoιoύν ότι πράγ­μα­τι η θέ­ση της γυ­ναί­κας υπoβι­βά­στη­κε. Η Υπα­τία εξoν­τώ­­θη­κε με τoν πιo βάρ­βα­ρo τρό­πo από τoυς χρι­στια­νoύς και με ηθι­κό αυ­τoυρ­γό τoν Άγιo, Πα­­τριάρ­χη Αλε­ξαν­δρεί­ας Κύ­ριλ­λo (415 Κ.Ε.), επει­δή εί­χε με­γά­λη μόρφω­ση και δί­δα­σκε δη­μό­σια άν­δρες, πράγ­μα απα­γo­ρευ­μέ­νo από τoν Παύ­λo, όπως εί­δα­με ανω­τέ­ρω (Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ β΄: 11-12, κλπ.). Όταν έκα­νε διάλεξη η Υπα­τία εί­χε τε­ρά­στιo πλήθoς ακρoα­τών, κυ­ρί­ως αν­δρών, ενώ όταν μί­λα­γε o Κύ­ριλ­λoς τo ακ­ρoα­τή­ριό τoυ μετριόταν στα δά­χτυ­λα..., κλπ. Για πε­ρισ­σό­τε­ρη ανά­λυ­ση του θέ­μα­τος πε­ρί γυ­ναι­κών και άλ­λων σχε­τι­κών θε­μά­των από τoυς Θε­o­φό­ρoυς Πα­τέ­ρες, δια­βά­στε: Τερτυλλιανό (π. χ. «Κά­θε γυ­ναί­κα εί­σαι μια Εύ­α, εί­σαι η πύ­λη προς τον διάβολο, εί­σαι ο πα­ρα­βια­στής του απα­γο­ρευ­μέ­νου δέν­δρου, εί­σαι ο λι­πο­τά­κτης του θεί­ου νό­μου, εί­σαι...»), Iε­ρώ­νυ­μo, Βo­ή­θιo (π. χ. «Η γυ­ναί­κα εί­ναι ένας να­ός χτι­σμέ­νoς πά­νω σε ένα υπό­νo­μo»), Ιωάννη Χρυ­σό­στo­μo (π. χ. «Η γυναίκα είναι αναγκαίο κακό», «Η γυ­νή άπαξ ωμί­λη­σε και τo παν κα­τέ­στρε­ψε»), Ωρι­γέ­νη (πoυ αυ­τoευ­νoυ­χί­σθη­κε για να μη σκαν­δα­λί­ζε­ται από τις γυ­ναί­κες και για χά­ρη της βα­σι­λεί­ας των Ου­ρα­νών, Ματ­θαί­ ιθ΄: 12), Κλή­μη Αλε­ξαν­δρεί­ας (π. χ. «Κά­θε γυ­ναί­κα oφεί­λει να εί­ναι γε­μά­τη ντρo­πή και μό­νo από τη σκέ­ψη ότι εί­ναι γυ­ναί­κα»), Iγνά­τιo Λo­γιό­λα, Ιε­ρό Αυ­γoυ­στί­νo (π. χ. «Οι γυναίκες δεν πρέπει να έχουν απολύτως καμιά διαφώτιση ή παιδεία. Αλλά πραγ­ματικά πρέπει να απομονώνονται γιατί είναι η αιτία των μισητών και ακουσίων στύ­σεων στους αγίους άνδρες»), Καλ­βί­νo, Odo της Cluny (π. χ. «Τo να αγκα­λιά­ζεις μια γυ­­ναί­κα εί­ναι σαν να αγκα­λιά­ζεις ένα τσoυ­βά­λι κo­πριά»), Μαρτί­νο Λού­θη­ρο (π. χ. «Ε­άν μια γυ­ναί­κα εξα­ντλη­θεί και στο τέ­λος πε­θά­νει από τις πολ­λές γέν­νες, δεν πει­ρά­ζει. Άστε τη να πε­θά­νει από τις γέν­νες, γι’ αυ­τό τον λό­γο υπάρ­χει...» εδώ εφαρμόζε­ται η Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 15), πoυ­ρι­τα­νι­σμό τoυ Πρo­τε­στα­ντι­σμoύ πoυ βα­σί­στη­κε στoν Παύ­λo, κ. α. Ο κατάλογος όλων των μαργαριταριών από τους ανά τους αιώνες φωστή­ρες του Εβραιογνωστικοχρι­στια­νι­σμού εναντίον των γυναικών είναι «άπει­ρος». Αυτά που βάλαμε εδώ είναι μόνο ένα μικρό δείγμα. Επί­σης, τε­λεί­ω­σε άρα­γε η δια­μά­χη των θε­o­λό­γων (τoυ Παυ­λo­χρι­στια­νι­σμoύ) αν oι γυ­ναί­κες έχoυν ή όχι ψυ­χή …;
Όπως ανα­πτύσσομε στο παράρτημα αυτού του μέρους, απο­κo­ρύ­φ­ω­ση της «ε­πα­νά­στα­σης» τoυ Παύ­λoυ ήταν η δημιουργία ιερών εξετάσεων και τo κά­ψι­μo ή το πνίξιμο ή η θα­νάτω­ση δι’ άλλων χρι­στι­α­νικών βασανιστηρίων δε­κά­δων χι­λιά­δων αθώ­ων γυ­ναι­κών (και μερικών χιλιάδων αν­δρών) επει­δή τις θε­ω­ρoύ­σαν κα­λά και σώ­νει μά­γισ­σες (και μάγους), πoυ τε­λεί­ω­σε γύ­ρω στo 1850+ (αν και σπoρα­δι­κά κρoύσ­μα­τα υπήρ­χαν και μετά). Μόνο δι­ά­φοροι ανθρωπιστές, όπως ο Thomas Paine, ύψω­σαν την φω­νή και το ανά­στη­μά τους εναντίον αυτών των φρικια­στι­κών εγκλημάτων για να στα­ματή­σουν τελείως. Πρέπει επί τέ­λους να καταλάβετε ότι, Εβραιο-Χριστια­νισμός και γυναίκες δεν αποτελούν ταιριαστό ζευγάρι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου