Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο ΜΩΣΑΪΚΟΣ ΝΟΜΟΣ (2)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ 'Ο ΜΩΣΑΪΚΟΣ ΝΟΜΟΣ (1)᾿



ΝΟ­ΜΟΣ ΤΗΣ ΔΟΥ­ΛΕΙΑΣ

Ο πρώ­τος-πρώ­τος νό­μος με­τά τον έτσι καλού­με­νο «Δε­κά­λο­γο» της Εξό­δου 20 εί­ναι ο νό­μος της ανθρώ­πι­νης δου­λεί­ας για τον λαό που μό­λις πριν τρεις μή­νες δρα­πέ­τευ­­σε από 400 χρό­νια δου­λεί­ας [πράγμα που δηλώνεται σαφώς και στην πρώτην εν­τολή Έξό­δος 20: 2],—όπως ακρι­βώς το πρώ­το-πρώ­το διάταγμα με­τά τη δρα­πέ­τευ­σή τους έχει να κά­νει με τους δού­λους αυ­τών των φυ­γά­δων δού­λων, βλέ­πε Έξο­δος 12: 44 [«και πάντα οικέτην ή αργυρώνητον περιτεμείς αυτόν, και τότε φάγε­ται απ’ αυ­τού·»]. Πα­ρα­κά­τω, στην Έξο­δον 21: 1-11, θε­σπί­ζο­νται λοι­πόν οι σχε­τι­κοί νό­μοι για δού­λους. [Επει­δή όλα τα εδά­φια αυ­τά εί­ναι μα­κρο­σκε­λή για να κα­τα­γρα­φούν εδώ, ανα­φέ­­ρομε μό­νο τα πο­λύ χαρακτηριστικά ση­μεί­α. Εσείς βεβαίως μην πα­ρα­λεί­ψετε να διαβά­σετε τα σχε­τι­κά εδά­φια, ουσιαστικά ολόκληρο το κεφάλαιο 21 της Εξόδου, για να δείτε και τα υπόλοιπα και να κρίνετε: ]

«Αυ­τές εί­ναι οι εντο­λές τις οποί­ες θα πα­ρα­θέ­σεις ενώ­πιον αυ­τών: Εάν αποκτή­σεις Εβραίο ως δού­λο...-...(έ­τσι και έτσι). Εάν ο Εβραί­ος δού­λος εί­ναι πα­ντρεμέ­νος με δού­λο του ιδί­ου κυ­ρί­ου και έχουν παι­διά, μπο­ρούν να απο­σπα­στούν και να δια­χωριστούν. Εάν ο δού­λος αγα­πά τη γυ­ναί­κα του και τα παιδιά του και δεν επι­θυ­μεί να απο­σπα­στεί απ’ αυ­τά, τό­τε ο κύ­ριός του θα του τρυ­πή­σει τα αυ­τιά με ένα βε­λό­νι και θα τον κρα­τή­σει σε ισό­βια δου­λεί­α.».

 Ένας Εκλε­κτός του Ισ­ρα­ήλ μπο­ρεί να που­λή­σει τη κό­ρη του ως δού­λα (Έ­ξο­δος 21: 7). Ευ­ρέ­ως υπο­δει­κνύ­ε­ται ότι ο κύ­ριος μπο­ρεί να εκτο­νώ­σει επά­νω της τη σε­ξουα­λι­κή ορ­μή του χω­ρίς κα­μιά τι­μω­ρία (Έ­ξο­δος 21: 8). Εάν ένας Εκλε­κτός του Γιαχβέχ σκο­τώ­σει το δού­λο του, διά τραυ­μα­τι­σμού που επι­φέ­ρει αρ­γό και εξα­ντλη­τι­κό θά­να­το «δεν θα τι­μω­ρη­θεί, διό­τι ο δού­λος αυ­τός εί­ναι χρή­μα του» (Έ­ξοδος 21: 21). Εάν ο κύ­ριος κτη­νω­δώς βγά­λει το μά­τι ή το δό­ντι του δού­λου ή της δού­λας του, η μό­νη τι­μω­ρία θα εί­ναι ότι ο δού­λος ή η δού­λα θα ελευ­θερω­θεί (Έ­ξο­δος 21: 26-27). [Ακόμα Έ­ξο­δος 21: 32: «εάν ο ταύρος κτυπήσει με τα κέρατα δούλον ή δούλα, ο μεν ταύρος θα φονευθή διά λιθοβολισμού, ο δε κύριος του ταύρου θα πληρώση εις τον κύριον του δούλου τρίακοντα αργυρά σεκέλς.».]. Οι φτω­χοί του Εκλε­κτού Λα­ού μπο­ρούν να που­λη­θούν ως δού­λοι σε άλ­λους του Εκλε­κτού Λα­ού «μέ­χρι το Ιω­βη­λαί­ον Έτος» (Λευιτικόν 25) το οποί­ον εί­ναι συγ­γε­νές με το κλασ­σι­κό “ad Calendas Grae­cas” [«εις τάς Ελ­λη­νι­κάς Κα­λέν­δας»)] διό­τι κα­νέ­να τέ­τοιο έτος, τύ­που Ιω­βη­λαί­ου, δεν έχει κα­τα­γρα­φεί στην Αγία Γρα­φή να έχει πο­τέ συμ­βεί. [Ό­πως ακρι­βώς δεν υπήρχαν Ελ­λη­νι­κές Κα­λέν­δες για­τί οι Κα­λέν­δες ήταν Ρω­μα­ϊ­κές.]. Επί­σης από τους γει­το­νι­κούς λα­ούς τους «τους ει­δω­λο­λα­τρι­κούς», ανά­με­σα στους οποί­ους ζού­σαν, «από αυ­τούς θα αγο­ρά­ζε­τε δού­λους πά­ντο­τε, κα­θώς επί­σης και από τα παιδιά των ξέ­νων» (Λευι­τι­κόν 25: 41-46).
[Για περισσότερες διατάξεις περί δούλων και αιχμαλωτισθέντων μέσα στο «ιερό» βιβλίο βλέπε και: Έξοδος 22: 1-3, Δευτερονόμιον 20: 13-14, 28: 15, 41, Ιη­σούς του Ναυί 9: 22-27, Ιωήλ 3: 8, κ. α.]

 

ΝΟ­ΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟ­ΘΥ­ΣΙΩΝ


Πρώ­τον, στην Έξο­δον 13: 1-2 δια­βά­ζου­με:

«και Γιαχβέχ μί­λη­σε στο Μω­υ­σή και εί­πε: Αγί­α­σε μου όλα τα πρω­το­γέν­νη­τα, οποιο­δή­πο­τε δια­νοί­γει μή­τρα με­τα­ξύ των τέ­κνων του Ισ­ρα­ήλ, από αν­θρώ­που έως κτή­νους, διό­τι τού­το ανή­κει σε μέ­να.».

Δεύ­τε­ρον, πα­ρα­κά­τω στο ίδιο κε­φά­λαιο 12-13 συ­νε­χί­ζει:

«Θα βά­λεις κα­τά μέ­ρος για τον (το Εβρα­ϊ­κό κεί­με­νο λέ­ει, θα προ­σ­φέ­ρεις στον) Γιαχβέχ, όλα που δια­νοί­γουν μή­τρα, αρ­σε­νι­κά,... κλπ.».

 Τρί­τον, στο Λευιτικόν 27: 29 έχομε την τρο­με­ρή διάταξη:

«και οτι­δή­πο­τε, το οποίο έχει αφιε­ρω­θεί ως τά­μα από τους αν­θρώ­πους δεν ημπο­ρεί να εξα­γο­ρα­στεί, αλ­λά διά θα­νά­του θα θανα­τω­θεί.».

[─ Παρέκβαση: Εάν μελετήσετε τις αποδόσεις της Παλαιάς Διαθήκης στη Νεοε­λ­λη­νική και τις συγκρί­νετε με το ίδιο το πρωτότυπο, εάν βεβαίως δεν έχετε δυσκολία με την βι­βλική γλώσσα, ή με την Μασόρα ή μια καλή μετάφρασή της από τα Εβραϊκά, θα πα­ρα­τη­ρή­σε­τε ότι οι αποδόσεις όχι μόνο προσθέτουν πλεονασμούς και θεολογικά παρα­γε­μί­σματα αλ­λά και διαστρέφουν την κα­θαρή αλήθεια, η οποία αποκαλύπτει πράγματα που σοκάρουν τους σημερινούς ανα­γνώστες. Π. χ., ο θεολόγος Γ. Γ. Ψαλ­τάκης που έχει απο­δώσει το εδά­φιο αυτό στην εικο­σάτομη έκδοση της Παλαιάς Δια­θήκης της αδελφότητος θεολόγων ο «Σω­τήρ», Έκδοσις Έκτη 2003, το «αλλά θανάτω θανατωθήσεται» του πρω­τοτύπου των Εβδομήκοντα(δύο) δεν το μεταφράζει όπως πρέπει «αλ­λά (δια θα­νά­του) θα θανατωθεί» μόνο το αποδίδει αλλέως: «αλλά θα είναι αφιερωμένος έως θανάτου εις τον Θεόν.» Το ίδιο ακριβώς λάθος διαπράττουν και οι γνωστοί θεολόγοι Π. Ν. Τρεμπέλας στην Πα­λαιά Διαθήκη της αδελφότητος θεολόγων ο «Σωτήρ», Έκδοσις του 1985, και ο Ι. Θ. Κολι­τσά­ρας στην πεντάτομη έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης της αδελφότητος θεο­λό­γων η «Ζωή», Έκδοσις Τρίτη, 1989.
Οι φράσεις «θανάτω θανατωθήσεται», ή «θανάτω θανατούσθωσαν», ή «θα­νά­τω θανατούσθω», και πολλές άλλε παρεμφερείς όπως «λιθοβολήσουσιν ... εν λίθοις», «εξαλείψω εν φόνω μαχαίρας», «ρομφαία...» κλπ., εμφανίζονται εκατοντά­δες φορές εντός του θεοδότου Μωσαϊκού Νό­μου και ολόκλη­ρης της Παλαιάς Δια­θή­κης. Για σύντομο παράδειγμα ανα­γράφομε μό­νον Λευιτικόν 20: 13 «και ος αν κοι­μη­θή μετά άρσενος κοίτην γυναι­κός, βδέλυγμα εποί­η­σαν αμφό­τε­ροι· θα­νάτω θανατού­σθωσαν, ένοχοί εισίν.», και Λευτικόν 20: 15-16 «και ος αν δω κοιτασίαν αυτού εν τε­τράποδι, θανάτω θανα­τούσ­θω, και το τετράπουν αποκτε­νείτε. και γυνή, ήτις προ­σε­λεύσεται προς παν κτή­νος βι­βα­σθήναι αυτήν υπ’ αυτού, απο­κτε­νείτε την γυναίκα και το κτήνος· θανάτω θανα­τούσθωσαν, ένοχοί ει­σίν.». Εδώ αυτοί οι κύριοι μετα­φρά­ζουν κανονικά και σω­στά: «να τιμωρούνται (και οι δύο) διά θανά­του», και «να τι­μω­ρείται με θάνατον», «Να τι­μωρούνται με θάνατον». Γιατί λοιπόν εδώ δεν μετά­φ­ρα­σαν όπως και πριν: «να είναι και οι δύο αφιερωμένοι ο ένας στον άλ­λο μέχρι θα­νά­του», ή «αυτός να αφιε­ρώ­νεται στο τετράποδο μέχρι θανάτου», ή «η γυναίκα να αφιε­ρώνεται στο τετράποδο μέχρι θανάτου»; Και ξαναρωτάμε γιατί; Πλήρης παραποίηση και δια­στροφή των πραγ­μά­των δηλαδή από τους ορθοδόξους Έλληνες θεολόγους. Αυτή η συ­νε­χής και ανερυθρί­αστη απόκρυψη της αλήθειας δεν μπορεί παρά να μας βάλει σε υποψίες περί συνω­μο­σί­ας. Διότι τόσοι μεταφραστές και ερμηνευτές λησμο­νούν ότι τα κείμενα αυ­τά είναι θεόπνευστα ή ακριβέστερον τα ίδια τα λόγια του Θεού και επομένως ότι δεν ημ­πο­ρούν να αλλάξουν ούτε «μίαν κεραίαν» ούτε «ένα ιώτα» έως τον καιρόν της συν­τε­λείας (σύμφωνα με το χριστιανικό δόγμα που προέρχεται από τον Ματθαίον 5: 18-19, την Αποκά­λυ­ψιν 22: 18-19, κλπ.), αλλά τα διαστρε­βλώ­νουν κατά το δοκούν! Αγα­πη­τοί αναγνώστες τί έχετε να πείτε επ’ αυ­τού του ζητή­μα­τος που θέτομε εδώ;
Στις Αγ­γλι­κές Προτεσταντικές Παλαιές Διαθήκες το κείμενο έχει απο­δοθεί σωστά και απ’ αυτές ανα­γράφει ο αείμνη­στος συγγραφέας Joseph Wheless, ο οποίος εγνώριζε άριστα και την Αρχαίαν Ελληνικήν. Έτσι λοιπόν η γνώση της Αρχαίας Ελ­ληνικής παίζει καθοριστικό ρό­λο στη σωστή ανά­γνωση και κατανόηση των χριστια­νι­κών κειμένων και αποτελεί ασφάλεια από το να καταντήσει κανείς έρμαιον απάτης. ─ Τέλος της παρεκβά­σεως.]
Ο θε­ϊ­κός «λό­γος» γι’ αυ­τή την αφιέ­ρω­ση μέ­χρι θα­νά­του των πρω­το­γεν­νή­των του Εκλε­κτού Λα­ού και των κτη­νών τους, που δί­δε­ται από τον θείο νο­μο­θέ­τη, εί­ναι για να εί­ναι ιε­ρή η μνη­μό­νευ­ση της σφα­γής των πρω­το­γεν­νή­των της Αι­γύ­πτου, όπως σύμ­φω­να με την Έξο­δον 13: 15-16 έχο­με:

«Ό­ταν σκλή­ρυ­νε λοι­πόν ο Φα­ραώ για να μην μας αφή­σει να φύ­γου­με, ο Θε­ός απέ­κτει­νε κά­θε πρω­τό­το­κο στη χώρα της Αι­γύ­πτου, από πρω­το­τό­κων αν­θρώ­πων μέ­χρι πρω­το­τό­κων κτη­νών. Και διά τού­το εγώ προ­σφέ­ρω θυ­σία στον Γιαχβέχ οποιο­δή­πο­τε δια­νοί­γει μή­τρα από τα αρ­σε­νι­κά ζώ­α, και κά­θε πρω­τό­το­κο των αν­θρώ­πων μου το εξα­γο­ρά­ζω. Και σε ανά­μνη­ση αυ­τού του γε­γο­νό­τος θα έχεις κά­­ποιο ση­μά­δι στο χέ­ρι σου, το οποίο πά­ντα όταν ­το βλέ­πεις, θα θυ­μά­σαι ότι ο Γιαχβέχ με το πα­ντο­δύ­να­μο χέ­ρι του σε έβγα­λε ελεύ­θε­ρον από την Αί­γυ­πτον.».

[Με­λε­τή­στε την κα­θιέρω­ση των πρω­το­τό­κων στον Γιαχβέχ όπως κα­τα­γρά­φε­ται στην Έξοδον 13: 1-16, 22: 29-30, κα. Πράγματι οι ανθρωποθυσίες αποτελούσαν κοινό έθιμο όλων των Σημιτικών λαών. Την ίδια ακριβώς θυσία των πρωτοτόκων απαι­τεί και λαμ­βά­νει ο σημιτικός Θεός Μολώχ της Καρχηδόνος.].
Κεί­με­να και πά­λι κεί­με­να του εμπνευ­σμέ­νου λό­γου του Θε­ού μάς με­τα­φέ­ρουν το θη­ριώ­δες έθι­μο του ολο­καυ­τώ­μα­τος ζω­ντα­νών παι­διών ως ζωντα­νές αν­θρω­πο­θυ­σί­ες στον Εβρα­ϊ­κό Θεό. Ακό­μα και τα κα­το­πι­νά κεί­με­να που απα­γό­ρευαν αυ­τή την πρα­κτι­κή μαρ­τυ­ρούν, με τη συ­χνή επα­νά­λη­ψη τους, για τη βα­θιά ρι­ζω­μέ­νη θρη­σκευ­τι­κή τε­λε­τή λα­τρεί­ας της αν­θρω­πο­θυ­σί­ας στο Ισρα­ήλ, εί­τε σαν υπα­κοή στους ανω­τέ­ρω θε­ϊ­κούς νό­μους εί­τε ακό­μα σαν αρ­χαιό­τε­ρη πρα­κτι­κή του Εκλε­κτού Λαού. Για πα­ρά­δειγ­μα η εντο­λή του Θε­ού στον Αβρα­άμ να φο­νεύ­σει τον νε­α­ρό γιο του Ισα­άκ, σαν σε­πτή θυ­σία ολο­καυ­­τώ­μα­τος, εί­ναι πά­ρα πο­λύ γνω­στή και απο­κρου­στι­κή για να ανα­φέ­ρομε πε­ρισ­σό­­τε­ρες λε­πτο­μέρειες. Μέ­χρι να τε­λειώ­σει αυ­τό το αρ­χείο της Βί­βλου όλο και περισ­σό­τε­ρα βι­βλία υπο­δει­κνύ­ουν τη συ­νέ­χι­ση των αν­θρω­πο­θυ­σιών ως μιαν ορθό­δο­ξη θρη­σκευ­τι­κή τε­λε­τή προς τον Γιαχβέχ, Θεό του Ισ­ρα­ήλ. Στο βι­βλίο του Ιε­ζε­κι­ήλ 20: 26 δια­βά­ζου­με:

«Θα τους θε­ω­ρή­σω μο­λυ­σμέ­νους στις προ­σφο­ρές τους, διό­τι κά­θε δια­νοί­γον μή­τρα (δη­λα­δή πρω­τό­το­κο) το προ­σφέ­ρουν θυ­σία στο πυρ...».

Πα­ρα­κά­τω στο βι­βλίο του Ιε­ζε­κι­ήλ των Μασ­σο­ρι­τών 20: 31 έχου­με:

«Κά­νεις τους γιους σου να πε­ρά­σουν διά του πυ­ρός... ακό­μα και σή­με­ρον.».

Και ακό­μα λί­γο πριν στο ίδιο βι­βλίο 16: 20-21:

«Ε­σύ πή­ρες τους γιους και τις θυ­γα­τέ­ρες σου... και θυ­σί­α­σες αυτούς... Εφό­νευ­σες τα παιδιά σου και τα πα­ρέ­δω­σες για να τα ανα­γκά­σουν να περά­σουν διά του πυ­ρός.».

 Άλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα ανα­φο­ρών με το θέ­μα των αν­θρω­πο­θυ­σιών, εί­ναι:

1.    Ησα­ΐ­ας 57: 5
2.    Ιε­ρε­μί­ας 7: 31, 19: 5, 39 (Μα­σό­ρας 32): 35
3.    4 (Μα­σό­ρας 2) Βα­σι­λειών 16: 3, 17: 17-31, 23: 10
4.    Ψαλ­μοί 105 (ή 106): 37-38
5.    (Σχεδόν πα­ντού)

[Τί συμπεραίνετε λοιπόν για αυτά τα πράγ­μα­τα που καταγράφομε εδώ;...].

ΝΟ­ΜΟΣ ΠΕΡΙ ΘΥ­ΣΙΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΑ­ΜΑ­ΤΟΣ


Το ολο­καύ­τω­μα (θυ­σία τε­λείας καύ­σε­ως) προς τον Γιαχβέχ που έγι­νε από τον Ιε­φθάε με την ίδια την παρ­θέ­να κό­ρη του, προς συμ­μόρ­φω­ση με το δι­κό του φα­να­τι­κό τά­μα, ήταν σύμ­φω­νο και με την κατ’ ευ­θεί­αν υπα­κοή στον θε­ϊ­κό νό­μο. Σύμ­φω­να με την πε­ρι­γρα­φή του βι­βλί­ου των Κρι­τών 11: 39: «...ξε­πλή­ρω­σε με αυ­τήν (την κό­ρη του) το τά­ξι­μο που εί­χε τά­ξει...». Έτσι με το τά­ξι­μο και το ξε­πλή­ρω­μα του τα­ξί­μα­τος [του Ιε­φθά­ε] έχομε και μια ιστο­ρι­κή μαρ­τυ­ρία του γε­γο­νό­τος ότι οι αν­θρω­πο­θυ­σί­ες ήταν σύ­νη­θες φαι­νό­με­νο στο Ισ­ρα­ήλ, και κα­ριε­ρώ­θη­καν από τον ίδιο τον νό­μο του Γιαχβέχ. Ιδού και η θε­ϊ­κή «διάταξη» που πρό­στα­ζε αυ­τούς τους φό­νους διά θυ­σιών όπως την ανα­φέ­ρει το Λευιτικόν 27 (ε­δώ ανα­γρά­φομε λί­γα μό­νο στοι­χεία και αφή­νο­με ολό­κλη­ρο το κε­φά­λαιο στον ανα­γνώ­στη):

«Ό­ταν κά­ποιος κά­νει τά­μα... δεν θα μπο­ρεί να το αλ­λοιώ­σει ή να το αλ­λά­ξει, κα­λό για κα­κό ή κα­κό για κα­λό... Κα­νέ­να αφιε­ρω­μέ­νο πράγ­μα που κά­ποιος έχει αφιε­ρώ­σει στον Γιαχβέχ από όσα έχει, εί­τε άν­θρω­πο εί­τε κτή­νος... δεν θα που­λη­θεί ή θα εξαγοραστεί. Τί­ποτα αφιε­ρω­μέ­νο που θα έχει αφιε­ρω­θεί από τους αν­θρώ­πους δεν θα εξα­γο­ρά­ζε­ται αλ­λά σί­γου­ρα θα θα­νατώνεται.».

Για το ίδιο θέ­μα επίσης δια­βά­στε: Αριθ­μοί 30 και Δευ­τε­ρο­νό­μιον 23: 21-22.
 Ο Εβρα­ϊ­κός Θε­ός ενέ­πνευ­σε απευ­θεί­ας τον υπη­ρέ­τη του Δαυ­ίδ, που ήταν «άν­θρω­πος σύμ­φω­νος με την καρ­δί­αν του Θε­ού» [Πράξεις 13: 22, βλέπε και 7: 45-46] να κά­νει μια μα­ζι­κή και ιδιαι­τέ­ρως θη­ριώ­δη αν­θρω­πο­θυ­σί­α, για να κα­τευ­νά­σει την ορ­γή του ίδιου του Θεού. Ο Γιαχβέχ έστει­λε δρι­μεία πεί­να για τρία χρό­νια πά­νω στη Γη της Επαγ­γε­λί­ας του η οποία «έ­ρεε από γά­λα και μέ­λι». Τε­λι­κά ο Δαυ­ίδ «ε­πε­ρώ­τησε τον Γιαχβέχ» τον λό­γο για τον οποί­ον έγι­νε αυ­τή η μα­κρο­χρό­νια συμφορά. «Και ο Γιαχβέχ απά­ντη­σε: «έ­γι­νε ένε­κα του Σα­ούλ και του μα­τω­μέ­νου σπιτιού του...».» (2 Σα­μου­ήλ ή 2 Βα­σι­λειών 21: 1). Στους πα­λαιούς χρό­νους η ορ­γή των θε­ών έπρε­πε να κα­τευ­να­σθεί με θυ­σί­ες. Έτσι ο Δαυ­ίδ έψα­χνε απε­γνω­σμέ­να για το εί­δος της θυ­σί­ας που θα ήταν τό­σο ισχυ­ρή ώστε να εξορ­κί­σει την τριε­τή κα­τά­δει­ξη της ορ­γής του καλο­κά­γα­θου Γιαχβέχ, και γι’ αυ­τόν τον σκο­πό ο ίδιος ο Γιαχβέχ τον κα­θο­δήγη­σε με θε­ϊ­κό τρό­πο. Έτσι ο Δαυ­ίδ πή­ρε τους δυο γιους του Σα­ούλ από τη γυ­ναί­κα του τη Ρε­σφά και τους πέ­ντε γιους της Μι­χόλ, – αν και η Μι­χόλ, η κό­ρη του Σα­ούλ και του ίδι­ου του Δαυ­ίδ πρώ­τη σύ­ζυ­γος «που τον αγα­πού­σε», δεν είχε κα­νέ­να παι­δί μέ­χρι την ημέ­ρα του θα­νά­του της, σύμ­φω­να με τον στί­χο 6: 23 του 2 Σα­μου­ήλ, ή 2 Βα­σι­λειών, [ζή­τω η αντί­φα­ση!],

«και τους εκρέ­μα­σαν πά­νω σε ένα λό­φο ενώ­πιον του Γιαχβέχ. Και θα­­­να­τώ­θη­καν και οι επτά μα­ζί... και με­τά απ’ αυ­τά ο Θε­ός άκου­σε την πα­ρά­κλη­ση για τη χώ­ρα».

[Αυ­τά κα­τα­γρά­φο­νται στο βι­βλίο 2 Σα­μου­ήλ ή 2 Βα­σι­λειών στο κε­φά­λαιο 21. Πα­ρα­κα­λού­με τον ανα­γνώστη να με­λε­τή­σει αυ­τό το κε­φά­λαιο για να απο­λαύ­σει «σο­φί­α, σύ­νε­ση και κα­λοή­θεια». Επί­σης προ­σέ­ξε­τε ότι μό­λις πα­ρα­πά­νω ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­δει­κνύ­ει την αν­­τί­φα­ση με τον στί­χο 6: 23 του ίδιου βι­βλί­ου. Η θε­ό­πνευ­στη Βί­βλος βρί­θει με χι­λι­ά­δες τέ­τοιες θε­ό­πνευ­στες αντι­φάσεις...]
Υ­περ­κο­ρε­σμέ­νος από τη σφα­γή αυ­τής της αν­θρω­πο­θυ­σί­ας, ο Γιαχβέχ με χά­ρη «ε­ξέ­τρε­ψε την ορ­γή του από το λαό του» και έδω­σε τέ­λος στη με­γά­λη πεί­να.
 Αυ­τά λοι­πόν, —σύμ­φω­να με τη θε­ϊ­κή έμπνευ­ση— δεν ήταν απλώς άγριοι ανθρώ­πι­νοι νό­μοι και πρα­κτι­κές. Αυ­τά απο­φα­σί­στη­καν, δια­τά­χθη­καν και επικυ­ρώ­θη­καν από τον ίδιο τον Θεό Γιαχβέχ.

Ο ΝΟ­ΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟ­ΦΑΓΙΑΣ


         Ο ιε­ρός νό­μος του Γιαχβέχ στα χέ­ρια του Μω­υ­σή ξα­νά και ξα­νά εγκαι­νιά­ζει και επι­βά­λει την αν­θρω­ποφα­γί­α, και μά­λι­στα του πιο απο­κρου­στι­κού εί­δους, σαν τι­μω­ρία πά­νω στα δύ­στυ­χα παιδιά του, ένε­κα της απρο­θυ­μί­ας τους να υπα­κού­ουν με­ρι­κές από τις μονα­δι­κές του εντο­λές και να αγα­πούν δε­ό­ντως τον θε­ϊ­κό γρα­φέα τους.
Ιδού μερι­κά κα­λά πα­ρα­δείγ­μα­τα:
Στο Λευ­τι­κόν 26: 14-46 με­τα­ξύ άλ­λων δια­βά­ζου­με:

«Αλ­λά εάν δεν θα υπα­κού­σε­τε σε μέ­να και δεν θα εφαρ­μό­σε­τε όλες αυ­τές τις εντο­λές... και εγώ τό­τε θα κά­νω σε σας αυ­τό... Εσείς θα φά­γε­τε τις σάρ­κες των υιών σας και τις σάρ­κες των θυ­γα­τέ­ρων σας εσείς θα τις φά­γε­τε.».

Στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 28: 15-69 με­τα­ξύ άλ­λων δια­βά­ζου­με:

«Και συ θα φας τον καρ­πό της ίδιας της κοι­λίας σου, την σάρ­κα των υιών σου και των θυ­γα­τέ­ρων σου,... Εάν δεν τη­ρείς και πράτ­τεις όλες τις εντο­λές αυ­τού του νό­μου.».

Βλέ­πε επί­σης: Ιε­ρε­μί­ας 19: 9, Ιε­ζε­κι­ήλ 5: 10 και απα­ντα­χού.
Α­γα­πη­τέ ανα­γνώ­στη, με­λέ­τη­σε κα­λά ολό­κλη­ρα τα κε­φά­λαια των πα­ρα­πά­νω ανα­φο­ρών. [Μελέτησε, κρίνε, αποφάσισε!]
Για χει­ρο­πια­στές πε­ρι­πτώ­σεις αν­θρω­πο­φα­γί­ας που επε­βλή­θη­σαν κά­τω από αυ­τούς τους άγιους νό­μους με­λε­τή­στε και: Θρή­νοι του Ιε­ρε­μί­ου 4: 1-20 και 4 (Μα­σό­ρας 2) Βα­σι­λειών 6: 26-33 (ειδικά αυτό είναι πολύ κραυγαλέο).

[Στο σύγ­γραμ­μα του Ελληνο­ρω­μα­ϊ­στή Ιου­δαί­ου Ιστο­ρι­κού Ιω­σήπου Φλα­βί­ου, Ιου­δα­ϊ­κός Πό­λε­μος, Βι­βλίο 6, Κε­φά­λαιο 3, Πα­ρά­γρα­φος 4 (στην έκ­δο­ση του Πανεπι­στη­μίου Harvard, Classi­cal Loeb Library, στί­χοι 201-205) έχομε πε­ρι­γρα­φή μαρ­τυ­ρι­κού πα­ρα­δείγμα­τος της Μα­ρί­ας κό­ρης του ευ­γε­νούς Ελε­α­ζά­ρου, η οποία αφού εφό­νευ­σε, έψησε το θη­λά­ζον τέ­κνον της, για να φά­γει τις σάρ­κες του και να σβή­σει την πείνα της, κα­τά την τριε­τή πο­λιορ­κία της Ιε­ρου­σα­λήμ από τον Ρω­μαίο στρα­τη­γό Τί­το, 67-70 Κ.Ε. Ακόμα ομιλεί περί τεκνοφαγίας από μητέρες και πατέρες στην παράγραφο 5 ή στίχους 214-219 του ιδίου κεφαλαίου και πόσο αποκρουστική ήταν διά τον Ρω­μαίο αυτοκράτορα Βασπασιανό. Η Εβρα­ϊ­κή Βί­βλος, σε τέ­τοιες έσχα­τες ανά­γκες, επέ­τρε­πε στους γο­νείς να τρα­φούν με τις σάρ­κες των παι­διών τους, όπως φα­νε­ρώ­νουν όλα τα χωρία που πα­ρα­τί­θε­νται εδώ και αλ­λού, π.χ. Δευτε­ρονόμιον 25: 11-12.].

Ο ΝΟ­ΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟ­ΛΕ­ΜΟΥ


Η πιο ορι­στι­κή και κυ­ρί­αρ­χη ιδέα πε­ρί Γιαχβέχ η οποία βρί­σκε­ται στις Εβρα­ϊ­κές γρα­φές εί­ναι αυ­τή του Θε­ού του πο­λέ­μου του Εκλε­κτού Λα­ού Γίσσρα-ελ (δη­λα­δή «στρα­τι­­­ώ­της του Θε­ού»). Κα­ταδιω­κό­με­νοι [οι Ισραηλίτες] από τους Αι­γυ­πτί­ους, στην Έξο­δον 14: 14 [ο Μωυσής τους ανακοινώνει ότι]: «ο Γιαχβέχ θα πο­λε­μή­σει για σας». Πε­ρι­χα­ρής λοι­πόν [ο Μωυσής] για την κα­τα­στρο­φή των Αιγυ­πτί­ων στην Ερυ­θρά Θά­λασ­σα, τρα­γου­δά [ωδή μαζί με τον λαό] όπως μας πε­ρι­γρά­φει η Έξο­δος 15: 3 «…ο Γιαχβέχ εί­ναι ο άνδρας του πο­λέ­μου· Γιαχβέχ εί­ναι το όνο­μά του…». Μια από τις με­γα­λύ­τε­ρες απώ­λει­ες της φι­λο­λο­γί­ας όλων των επο­χών, γνω­στή μό­νο από διάφορες πα­ρα­πο­μπές μέ­σα στην Αγία Γρα­φή, εί­ναι «Το Βι­βλίο των Πο­λέ­μων του Γιαχβέχ», που ανα­φέ­ρε­ται στους Αρι­­­θμούς 21: 14 και αλ­λα­χού, —ένας ολό­κλη­ρος τό­μος των πο­λε­μι­κών κα­τορ­θω­μά­των του Θε­­­ού του πο­λέ­μου Γιαχβέχ του Ισ­ραήλ. Η φρά­ση «η ρομ­φαία (δη­λα­δή το ξί­φος) του Γιαχβέχ» απα­ντά­ται συ­νε­χώς μέσα στα αγια­σμέ­να βι­βλί­α. Για πα­ρά­δειγ­μα, Κρι­ταί 7: 20, 1 Πα­ρα­λει­πο­μέ­νων 21: 12. Ο τί­τλος «Γιαχβέχ Σα­βα­ώθ» που με­τα­φρά­ζε­ται σε «Κύ­ριος των δυ­νά­με­ων (δη­λα­δή των στρα­τιών)» επα­να­λαμ­βάνε­ται άπει­ρες φο­ρές.
Κα­θώς τα πλή­θη των Εκλεγ­μέ­νων πο­λε­μιστών πα­ρα­κι­νού­νται να κα­τα­λά­βουν τα «ε­πτά έθνη με­γα­λύ­τε­ρα και ισχυ­ρό­τερα» από τον Ισ­ρα­ήλ στη Γη της Επαγ­γε­λί­ας, ο Γιαχ­βέχ τους επα­να­βε­βαιώ­νει, σύμ­φω­να με το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 20: 1-4: «Μη φο­βά­σ­τε... Διό­τι ο Γιαχβέχ εί­ναι αυ­τός που έρ­χε­ται μα­ζί σας για να πο­λε­μή­σει για σας». Όμως ο Γιαχβέχ πολ­­λές φορές ανα­κά­λε­σε αυ­τή [την υπό­σχε­ση] και έστει­λε έναν άγ­γε­λο μό­νο και με­ρι­κές με­γά­λες σφή­κες, όπως βλέ­πομε στα χω­ρί­α: Έξο­δος 23: 20, 23, 28, Δευ­τε­ρο­­νό­μιον 7: 20, Ιη­σούς του Ναυή 24: 12. Αλ­λά και σαν υπέρ­τα­τος αρ­χη­γός των στρα­τιών του Ισ­ρα­ήλ, Γιαχβέχ ο Άν­δρας του Πο­λέ­μου, προ­σω­πι­κώς προσ­διό­ρι­σε και δια­κή­ρυ­ξε τους Νόμους του Πο­λέ­μου για να τη­ρού­νται από τους Εκλε­κτούς Πο­λε­μι­στές του κα­τά τις κα­τα­κτη­τι­κές εκ­στρα­τεί­ες μέ­χρι πλή­ρους εξο­λο­θρεύ­σε­ως [των άλ­λων λαών]. Με­τα­ξύ των πο­λυα­ρί­θ­μων στρα­τιω­τι­κών δια­τα­γών της ιδί­ας γε­νι­κής ιδέ­ας αυ­τοί οι νό­μοι πο­λέ­μου του Γιαχβέχ που πα­ρα­θέ­τομε αμέ­σως εί­ναι αντιπ­ρο­σω­πευ­τι­κοί για όλους. Στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 7: 1, 2, 16 δια­βά­ζο­με:

«Ό­ταν Γιαχβέχ ο Θε­ός σου σε ει­σά­γει στη χώ­ρα, προς την οποία τώ­ρα πο­ρεύ­εσαι για να την κλη­ρο­νο­μή­σεις... θα πα­ρα­δώ­σει τα επτά έθνη στα χέ­ρια σου, και συ θα τα πα­τά­ξεις και θα τα εξα­φα­νί­σεις πλή­ρως. Δεν θα κά­μεις κα­μιά δια­θήκη (συμ­φω­νί­α) με αυ­τά, και δεν θα τους δεί­ξεις κα­νέ­να έλε­ος... και συ θα ανα­λώσεις όλους τους λα­ούς τους οποί­ους ο Γιαχβέχ ο Θε­ός σου θα σου πα­ρα­δώσει. Το μά­τι σου δεν θα λυ­πη­θεί κα­θό­λου αυ­τούς...».

[Βλέ­πε­τε λοι­πόν τι ωραί­α, σο­φά, κα­λο­κά­γα­θα και θε­ό­πνευ­στα τα λέ­ει ενα­ντί­ον άλ­λων εθνών που δεν έφται­ξαν σε τί­πο­τα στον Ισ­ρα­ήλ; Εξα­φά­νι­σέ τα για να πά­ρεις τα σπί­τια τους και τη γη τους διό­τι έτσι εί­ναι το θε­ϊ­κό σχέ­διο της σω­τη­ρί­ας των αν­θρώ­πων... Δια­βά­στε ολόκληρο το κε­φά­λαιο 7 του Δευ­τε­ρο­νό­μιου να δεί­τε περί τί­νος πρό­κει­ται καθώς και για την πυρπόληση πόλεων Δευ­τε­ρο­νό­μιον 13: 1-8, κλπ.]
Αλ­λά ένα τέ­τοιο χτύ­πη­μα ολο­κλη­ρω­τι­κής κα­τα­στρο­φής όλων αυ­τών των εθ­νών θα εί­χε σαν απο­τέ­λε­σμα την απο­στέ­ρη­ση του Εκλε­κτού Λα­ού ενός από τα κυριό­τε­ρα κί­νη­τρα του για κα­τά­κτη­ση —τη λεία των γυ­ναι­κών και λα­φύ­ρων. Γι’ αυ­τό λοι­πόν ο προ­νο­η­τι­κός υπέρ­τα­τος αρ­χη­γός τους τρο­πο­ποί­η­σε τις προ­η­γού­με­νες δια­τα­γές έτσι ώστε να εκ­φρά­σει σφό­δρα τη θε­ϊ­κή επι­κύ­ρω­ση για σε­ξουα­λι­κή εκτό­νω­ση και για λα­φυ­ρα­γώ­γη­ση, όπως το βλέ­πομε στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 20: 13-14:

«και όταν ο Γιαχβέχ ο Θε­ός σου έχει πα­ρα­δώ­σει αυ­τήν (την «ε­χθρι­κή πό­λη») στα χέ­ρια σου, εσύ θα εξο­ντώ­σεις κά­θε αρ­σε­νι­κό από κει χά­μω με τη κό­ψη της μα­χαί­ρας. Αλ­λά τις γυ­ναί­κες, και τα μι­κρά παιδιά, και τα ζώ­α, και όλα τα πράγ­μα­τα που υπάρ­χουν σ’ αυ­τή την πό­λη, ακό­μα και τα θρύμ­μα­τα πού μεί­να­νε, εσύ θα τα πά­ρεις για τον εαυ­τό σου.».
[Τί έχετε να πείτε για τού­τον εδώ τον νό­μο;]

Α­κό­μα όμως σα­φέ­στε­ρος εί­ναι ο Νό­μος Πο­λέ­μου του Γιαχβέχ για τις αιχ­μα­λω­τι­σμέ­νες ομορ­φο­νιές, όπως μας τον με­τα­φέ­ρει το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 21: 10-14:

«Ε­άν εξέλ­θεις σε πό­λε­μο εναντί­ον των εχθρών σου, και Γιαχβέχ ο Θε­ός σου τους πα­ρα­δώ­σει στα χέ­ρια σου,... και συ ιδείς με­τα­ξύ των αιχ­μα­λώ­των γυ­ναί­κα ωραία στην εμ­φά­νι­ση, και την επι­θυ­μή­σεις για να την πά­ρεις ως γυ­ναί­κα σου (Ε­βρα­ϊ­στί: Ισ­σά(χ) = γυ­ναί­κα), τό­τε θα τη βά­λεις μέ­σα στο σπί­τι σου, και θα ξυ­ρί­σεις την κε­φα­λή της, θα κό­ψεις τα νύ­χια της,... θα ει­σέλ­θεις μέ­σα της [σε­ξουα­λι­κά], και θα εί­σαι ο σύ­ζυγός της – (Ε­βρα­­ϊ­στί: Μπα­άλ-θα(χ) = κύ­ριος ή κά­το­χός της) και αυ­τή θα εί­ναι γυναί­κα σου. Και θα ισχύ­ει έτσι ώστε, εάν πο­τές δεν έχεις κα­μιά ευ­χα­ρί­στη­ση σ’ αυ­τή, τό­τε θα την αφή­σεις να φύ­γει οπου­δή­πο­τε αυ­τή θε­λή­σει, αλ­λά δεν θα την πωλή­σεις αντί χρη­μά­των, επει­δή την έχεις ατι­μά­σει.».
[Άλλος ένας σοβαρός θεϊκός νόμος!...]

Οι ευ­φω­νικές λέξεις «η σύ­ζυ­γος» και «ο σύ­ζυ­γος» που χρη­σι­μο­ποιού­νται στις εκ­φρά­σεις του με­τα­φρα­σμέ­νου κει­μέ­νου εί­ναι βελ­τιώ­σεις των απρο­κά­λυ­πτων Εβρα­ϊ­κών «ισσάχ = γυ­ναί­κα» και «μπα­άλ = κύ­ριος ή κά­το­χος» που συ­νε­πά­γε­ται το δι­καί­ω­μα να «πωλή­σεις αντί χρη­μά­των», το οποίο εν προκειμένω απαγορεύεται λό­γω της ατιμάσεως.
Τε­ρά­στιο μέ­ρος των ιε­ρών βι­βλί­ων μαρ­τυ­ρούν την εκτέ­λε­ση αυ­τών των θε­ϊ­κών νό­μων του πο­λέ­μου. Κα­θώς τα πλή­θη των Ισ­ρα­η­λι­τών, συ­νο­δευό­με­να από τον άγ­γε­λο και τις με­γά­λες σφή­κες, σά­ρω­ναν και κα­τα­κτού­σαν, ξα­νά και ξα­νά, μετά τη μά­χη και τη σφα­γή, κα­τα­γρά­φε­ται στον Ιη­σού του Ναυή 10: 40, και πα­νταχό­θεν, ότι:

«... Δεν άφη­σε τί­πο­τα να μεί­νει αλ­λά τε­λεί­ως εξο­λό­θρευ­σε τα πά­ντα που ανά­πνε­αν, όπως ακρι­βώς Γιαχβέχ, ο Θε­ός του Ισ­ρα­ήλ, επρόστα­ξε.».

Το μέ­γα κλασ­σι­κό πα­ρά­δειγ­μα (αλ­λά όχι το μό­νο για­τί υπάρ­χουν πολ­λά) σφα­γής και ακο­λα­σί­ας που δια­τά­χθη­κε πο­τέ από τον Θεό εί­ναι ο «Βια­σμός της γης Μα­δι­άμ» όπως πε­ρι­γρά­φε­ται λε­πτο­με­ρώς και με θε­ο­πνευ­στία στους Αριθ­μούς 31. [Σας πα­ρα­κα­λού­με να δια­βά­σε­τε αυ­τό το κε­φά­λαιο προ­σε­κτι­κά και με­τά σκε­φτεί­τε λί­γο...]. Σε μια εκ­στρα­τεία εναν­τί­ον αυ­τού του λα­ού, που ιε­ρέ­ας του ήταν ο Ιο­θόρ, πεν­θε­ρός του Μω­υ­σέ­ως, οι 12000 πο­λε­μι­στές του Γιαχβέχ «ε­φό­νευ­σαν όλους τους αρ­σε­νι­κούς» (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου και του φτω­χού γέ­ρο­ντα Βα­λα­άμ, που εί­χε εκεί­νη τη γα­ϊ­δού­ρα που μι­λού­σε). [Ε­δώ μη γε­λά­τε για­τί και οι Μου­σουλ­μά­νοι μας δια­βε­βαιώ­νουν ότι και ο γα­ΐ­δα­ρος του «Με­γά­λου Προφή­τη» τους Μω­ά­μεθ μι­λού­σε. Τό­τε για­τί δη­λα­δή να μην υπάρ­χει κά­τι τέ­τοιο και στο βι­βλίο του μό­νου αλη­θι­νού Θε­ού; Προ­σωπικώς, εφ’ όσον τον επιβεβαιώνει ο Μουφτής της Κομοτηνής, που είναι Ανώ­τα­τος Δημόσιος Λειτουργός του Ελληνικού Κράτους, διόλου δεν αμφιβάλομε. Και συ­νε­χί­ζομε περί Μαδιάμ: ] «Έ­κα­ψαν όλες τις πό­λεις με φω­τιά», αλ­λά προς πα­ρα­κοή των Νό­μων Πο­λέ­μου, «έ­λα­βαν όλες τις γυ­ναί­κες των Μα­δια­νι­τών αιχμαλώτους, ακό­μα και τα μι­κρά παιδιά τους» και ό,τι λά­φυ­ρο μπο­ρού­σε να με­τα­φερ­θεί, και τα έφε­ραν πί­σω στο στρα­τό­πε­δο μπρο­στά στον Μωυ­σή. [Ό,τι δεν μπο­ρού­σε να με­τα­φερ­θεί το παρέδω­σαν στη φωτιά.]. Όταν ο Μω­υ­σής εί­δε όλα αυ­τά μπρο­στά του «έ­γι­νε έξω φρε­νών» και φώ­να­ξε τους αρχηγούς και τους μάλωσε: «βρε σώ­σα­τε όλες τις γυ­ναί­κες ζω­ντα­νές;!» Και στο όνο­μα του Θε­ού του πρό­στα­ξε αμέ­­σως, όπως βλέ­πομε στους Αριθ­μούς 31: 14-18: «...Τώ­ρα διά τού­το φο­νεύ­σα­τε κά­θε αρ­σε­νι­κό με­τα­ξύ των μι­κ­ρών παι­διών, και φο­νεύ­σα­τε κά­θε γυ­ναί­κα που έχει «γνω­ρί­σει» άν­δρα (δεν έχει «κοι­μη­θεί» μα­ζί του). Αλ­λά τα [υ­πό­λοι­πα θη­λυ­κά] παιδιά και όλες τις γυ­ναί­κες που δεν έχουν γνω­ρί­σει άν­δρα με το να «κοι­μη­θούν» μα­ζί του, κρατή­σε­τε ζων­τα­νές για τους εαυ­τούς σας.».
 Έτσι γύ­ρω στις 68 000 γυ­ναί­κες σφα­γιά­στη­καν. Με­τά αυ­τός ο ιδιό­μορ­φος «πε­­ριού­σιος λα­ός του Γιαχβέχ με­τα­ξύ όλων των εθνών» (ό­πως μας το λέ­ει η Έξο­δος 19: 5), πή­ρε τις ενα­πο­μεί­να­σες 32 000 νε­α­ρές παρ­θέ­νες για να κο­ρέσει την κα­θα­για­σ­μέ­νη σε­ξουα­λι­κή ορ­μή του επά­νω τους διά βια­σμού που ο ίδιος ο Θε­ός διέ­ταξε. Αλ­λά και ο Γιαχβέχ έλα­βε τη δί­καιη με­ρί­δα του απ’ αυ­τή τη λεί­α, τό­σο από αν­θρώ­πους όσο και από ζώ­α, όπως μας λέ­νε οι Αριθ­μοί 31: 36-42. [Δη­λα­δή άνθρωποι (παρθένες) και ζώα εδό­θη­σαν στους ιε­ρείς του Γιαχβέχ. Δεν γι­νό­ταν να μεί­νουν αυ­τοί έξω από τη μοι­ρα­σιά!...].
[Ύστερα από αυτά τα θηριώδη γεγονότα και πολλά τέτοια τοιαύτα πολύ θα θέ­λαμε να μά­θομε τί είδους πραότητα είχε ο Μωυσής σύμφωνα με την διαφήμιση που του κάνουν οι Αριθμοί 12: 3 ως πράου. Πώς σας φαί­νονται εδώ όλες οι ενέργειες και διαταγές του Μέ­γι­στου Προ­φή­του του Θε­ού Γιαχβέχ, άγιου Μω­υ­σή; Απα­ντή­στε ει­λικρινά.].
 Εάν τέ­τοιες δια­τα­γές εί­χαν δο­θεί και τέ­τοιες πρά­ξεις εί­χαν δια­πραχθεί από έναν πο­λε­μι­κό αρ­χη­γό των Απά­τσι που εί­χε ξε­τρε­λα­θεί από ένα χριστια­νι­κό, ισχυ­ρό, οι­νο­πνευ­μα­τώ­δες πο­τό, με­ρι­κοί θρη­σκο­πα­θείς θα κα­τα­φέρο­νταν ενα­ντί­ον του άγριου Ινδιάνου και θα ήταν σκε­πτι­κοί με το ότι αυ­τός θα έπρε­πε να εί­χε δια­τα­χθεί από το «Μέ­γα Πνεύ­μα» της φυ­λής του.

ΝΟ­ΜΟΣ ΜΟΙ­ΧΕΙΑΣ

Ο νό­μος στη γε­νι­κό­τη­τά του τί­θε­ται ως εξής: «ου μοι­χεύ­σεις», Έξο­δος 20: 13 [ή 20: 14 εξαρ­τά­ται από την έκ­δο­ση] και Δευ­τε­ρο­νό­μιον 5: 18. Αυ­τή η απα­γό­ρευ­ση ήταν γε­νι­κή μό­νο για τις γυ­ναί­κες. Για τους αγίους άν­δρες των Ισ­ρα­η­λι­τών πε­ριο­ρι­ζό­ταν ρη­τά στον «άν­δρα τον οποίο θα πρά­ξει μοι­χεία με τη γυ­ναί­κα του γεί­το­νά του». Η τι­μω­ρία γι’ αυ­τό το πα­ρά­πτω­μα ήταν θά­να­τος και στους δύο συμ­βαλ­λό­με­νους, όπως μας λέ­ει το Λευιτικόν 20: 10 και το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 22-24. [Βλέπε και Γένεσις 38: 24, Λευιτικόν 18: 20 και Ιωάννης 8: 5.]. Αλ­λά «γεί­το­νας» στους Εβραίους ήταν συ­νώ­νυ­μος με τον «πλη­σί­ον» Ισ­ρα­η­λί­τη [π. χ. βλέπε Έξοδος 22: 25-26], έτσι ώστε ένας άν­δρας, έστω και πα­ντρε­μέ­νος, μπο­ρού­σε να αφε­θεί με τις γυ­ναί­κες των μη Εβραί­ων χω­ρίς κα­μιά τι­μω­ρί­α, όπως υπάρ­χουν πά­ρα πολ­λές τέ­τοιες πε­ρι­πτώ­σεις, σαν αυ­τή του Δαυ­ίδ με τη Βηρ­σα­βεέ τη γυ­ναί­κα του στρα­τη­γού του, Ου­ρί­ου του Χετ­ταίου (2 Σα­μού­ηλ ή 2 Βα­σι­λειών,11). Μια πλειά­δα γυ­ναι­κών συ­ζύ­γων (Δευ­τε­ρο­νό­μιον 11: 15 και απα­ντα­χού) και εταί­ρων, παλ­λα­κί­δων και υπη­ρε­τριών των γυ­ναι­κών επι­τρέ­πε­ται σα­φώς. Αυ­τές οι πολ­λα­πλές μορ­φές κοι­νω­νι­κής συ­νου­σί­ας και συ­νευ­ρέ­σε­ως δεν θε­ω­ρού­νταν από τον νό­μο του Θε­ού ως μοι­χικές.
[Το πα­ρά­δειγ­μα τoυ Δαυ­ίδ έχει γίνει κλασικό. Ο Δαυίδ αναφέρεται πλειστάκις ως ο εκλεγμένος από τον Θεό βασιλιάς, σύμ­φωνος με την καρδία τoυ Θε­oύ (Πράξεις 13: 22 και σε πάρα πολλά σημεία των βιβλίων Α΄, Β΄ Βασιλειών ή Σαμουήλ και Α΄, Β΄ Παραλει­πομένων). Η συμπεριφορά του πρoς την πρώ­τη τoυ γυ­ναί­κα Μι­χόλ, κό­ρη τoυ βα­σι­λιά Σα­oύλ, πoυ τoν αγα­πoύ­σε πo­λύ, ήταν βαρβαρότατη. Όποιος ακόμα δεν γνω­ρίζει τα επει­σό­δια με τη Βηρσαβεέ, τη γυ­ναί­­κα τoυ στρα­τη­γoύ τoυ, Ου­ρί­oυ τoυ Χετ­ταί­oυ, καιρός εί­ναι να τα μελετήσει. Δoλo­φό­νη­σε με σα­τα­νι­κό τρόπo τον στρατηγό του για να πά­ρει τη γυ­ναί­κα του, ενώ εί­χε δι­κό του χα­ρέ­μι με εκα­τό γυ­ναί­κες. Απ’ αυ­τές οι πιο πολ­λές ήταν παλ­λα­κί­δες και λί­γες ήταν οι νό­μι­μες σύ­ζυ­γοι (Β΄ Σα­μoυ­ήλ ή Β΄ Βα­σι­λειών 11, κλπ.). Οι τρεις απ’ τις δέ­κα πα­σί­γνω­στες αυ­στη­ρές εντο­λές, «ου φο­νεύ­σεις», «ου μοι­χεύ­σεις» και «ουκ επιθυμήσεις...». που εί­χε δώ­σει ο ίδιος ο Θε­ός Γιαχβέχ στο όρος Σι­νά (Έ­ξο­δος 20: 13-14, Δευ­τε­ρο­νό­μιον 5: 17-18), δεν δη­μιούρ­γη­σαν κα­νέ­ναν ενδοιασμό στον εκλε­κτό αγα­πη­μέ­νο του Γιαχβέχ βα­σι­λιά Δαυ­ίδ! Σύμ­φω­να με τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο (Λευιτικόν 20: 10, Αριθ­μοί 35: 16-34, Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 22 κλπ.) έπρε­­πε να θα­να­τω­θούν (δια λι­θο­βο­λι­σμού) και οι δύο μοι­χοί και δο­λο­φόνοι. Εδώ σημειώστε ότι τα αμαρτήματα και εγ­κλή­ματα του βασιλιά Δαυίδ δεν ήταν μόνον αυτά που διέπραξε με την Βηρσαβεέ εις βάρος του δύστυχου Ουρία, όπως πολύ εσφαλμένα πιστεύεται από τους αδιάβαστους. Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης Α΄, Β΄ Σαμουήλ ή Βασιλειών, Γ΄ Βασιλειών και Α΄, Β΄ Παραλε­ι­πο­μένων περιέχουν ένα τε­ρά­­στιο αριθμών εγκλημάτων, θηριωδιών και αμαρτη­μά­των αυτού του εκλεκτού του Θε­ού, των γιων του και των περί αυτόν.
 Τα βλέπομε επίσης τα ίδια και με τό­σους άλ­λους υψη­λά ιστα­μένους. Π. χ. τον γιο του Δαυ­ίδ και της Βηρσαβεέ, τον μοι­χό Σο­λο­μώ­ντα, με τις χί­λιες και μία γυ­ναι­κο-παλ­­λα­κί­δες (μία ήταν ή κόρη του Φαραώ, Γ΄ Βασιλειών 3: 1), ο οποίος εσκο­τώ­σε τον πρώ­το του αδελ­φό Αδω­νία (Γ΄ Βα­σι­λειών 2: 13-25) για ανυ­πό­στα­τους και προ­σποιητούς λό­γους και μετά λάτρευσε άλλους θεούς (Γ΄ Βασιλειών 11: 4), προς πα­ρα­κοήν της ογδόης και της πρώ­της των δέκα εντολών, κλπ. Αυ­τό θα πει δι­καιο­σύ­νη για τον λα­ου­τζί­κο! Αυ­τός ο Θε­ός της ερή­μου Γιαχβέχ ήταν όλος δι­και­ο­σύ­νη και αγά­πη! Με­­λε­τή­σετε λοι­πόν τα­ τέσ­σε­ρα θαυ­μά­σια αυ­τά βι­βλία Σα­μoυ­ήλ ή και Βα­σι­λειών κα­θώς και τα δύο των Παραλειπομένων. Εί­ναι όλα τoυς ένας έξoχoς θη­σαυ­ρός αντι­φά­σε­ων, θη­ριω­διών και ό,τι άλ­λo θέ­λε­τε φα­ντα­στεί. Αλ­λά μην ξε­χνά­τε ότι τα βι­βλία αυ­τά εί­ναι θε­ό­πνευ­σ­τα με τα λό­για του Θε­ού (βά­λε Γιαχβέχ!).
Α­κό­μα και ο πρώ­τος δι­δά­ξας το «ου μοι­χεύ­σεις» Μω­υ­σής, άν­θρω­πος και προ­φή­της του Θε­ού, πή­ρε παρανόμως σαν δεύ­τε­ρη γυ­ναί­κα του μια μαυ­ρού­λα Αι­θιοπίδα πα­ρά την κρι­τι­κή που του άσκη­σαν τα αδέλ­φιά του ο Αα­ρών και η Μι­ργιάμ. Πρώ­τον ήταν ήδη πα­ντρε­μέ­νος με τη Σεπ­φώ­ρα, κό­ρη του αρ­χιε­ρέα των Μα­δια­νι­τών Ιο­θόρ, (Έ­ξο­δος 2) και δεύ­τε­ρον πή­ρε μια αλ­λοδαπή. Αυ­τό το με­γά­λο οι­κο­γε­νεια­κό σκάν­δα­λο (Α­ριθ­μοί 12) απο­δει­κνύει ότι ο Μω­υ­σής στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση εί­χε δια­πρά­ξει του­λά­χι­στον δι­γαμί­α. Ασφαλώς δεν παρέβη τον Νόμο με τη διγαμία, διότι ο Νόμος προβλέπει πο­λυγαμία. Το μέγα έγκλημα του Μωυσέως ήταν ότι την πήρε ως σύζυγο και όχι ως σε­ξουαλική σκλά­βα! Πράγματι ο Μωυσής εί­χε πα­ρα­βιά­σει τους δι­κούς του νό­μους για­τί ο Μω­σα­ϊ­κός Νό­μος απα­γό­ρευε Εβραίος(-α) να πα­ντρευ­τεί με ει­δω­λο­λά­τρες και αλ­λο­φύλους. Βλέπε Γέ­νε­σις 24: 3, 28: 1, Έξo­δoς 34: 16, Λευ­ιτι­κόν 18: 18 και κε­φά­λαιο 25, Δευ­τερoνό­μιoν 7: 3-5 «3 ουδέ μη γαμβρεύσητε προς αυτούς· την θυ­γα­τέρα σου ου δώ­σεις τω υιω αυτού, και την θυγατέρα αυτού ου λήψη τω υιω σου·...», και αλ­λoύ, π. χ., Κριταί 14 : 3-4. Αντί όμως ο Μωυσής να συμ­μορ­φω­θεί κα­τά την υπό­δει­ξη των αδερ­φιών του αυ­τός τα τι­μώ­ρη­­σε σκλη­ρά με λέπρα, κλπ. Ο Μωυσής κατά τον Ιησού Χριστό διέπραξε και μοιχεία!
Ακόμα τα βιβλία των Έσδρα και Νεεμία μας αποκαλύπτουν ότι ο Έσ­δρας διέ­λυ­σε τους μι­κτούς γάμους όταν γύρισε στο Ισραήλ, γύρω στο 450 Π.Κ.Ε. από την Βαβυ­λώνα, για να αποκαταστήσει την τάξη κατ’ εντολή του Πέρση βασιλέως. Η έν­νοια αυτών των απαγορεύσεων του Νόμου και των ενεργειών του Έσδρα είναι κα­θα­ρά η διαφύλαξη της φυλετικής καθαρότητος της Ταξικής Κοινωνίας. Ο καθείς δύνα­ται να έχει απεριόριστο αριθμό αλλοδαπών παλλακίδων, σεξουαλικών δούλων, κ.ο.κ. όμως τα τέκνα θεωρούνται εξώγαμα, δηλαδή ισόβιοι δούλοι. Έτσι δεν θα μολυνθεί φυλετικώς η Άρχουσα Τάξη!
Στον κα­τά­λο­γο των με­γά­λων αν­δρών του Γιαχβέχ με τέ­τοιου τύ­που σε­ξουα­λι­κές επι­δώ­σεις, ενώ εί­χαν παν­τρευ­τεί με μία ή μπό­λι­κες γυναί­κες, ανή­κουν: Οι κρι­τές Γε­δε­ών και Σαμ­ψών (αν και να­ζα­ρί­της ή να­ζι­ραί­ος!) και οι βα­σι­λείς Σα­ούλ και Δαυ­ίδ. Αλ­λά ο πιο επι­τυ­χής απ’ όλους ήταν ο γιος του Δαυ­ίδ, Σο­λο­μών με τις 1001 γυ­ναί­κες, επτακόσιες μία σύ­ζυ­γοι και τρακόσιες παλλακίδες. Ο κα­τά­λο­γος αυ­τός μπο­ρεί να συ­νε­χι­σθεί ακό­μα κα­τά πολύ.
Βλέ­πο­με δη­λα­δή ακό­μα μια φο­ρά ότι αυ­τοί οι «ωραί­οι θε­ϊ­κοί και κα­λοί» νό­μοι δεν εύρισκαν εφαρ­μογή στους βα­σι­λιά­δες και στους ισχυ­ρούς. Όσο για τους αδυ­νά­τους και τις πα­ρα­με­λη­μέ­νες γυ­ναί­κες, «ο νό­μος εί­ναι νό­μος»!
Μια φο­ρά συ­ζη­τού­σα το θέ­μα αυ­τό της μοι­χεί­ας με έναν θρη­σκευό­με­νο Εβ­ραίο που πή­γαι­νε ανελ­λι­πώς στη συ­να­γω­γή και με­λε­τού­σε την Εβρα­ϊ­κή Βί­βλο με τους ραβί­νους. Όταν του ανά­φε­ρα αυ­τά τα διάφορα πα­ρα­δείγ­μα­τα, μου εί­πε καθα­ρά ότι η μοι­χεία ήταν αμάρ­τη­μα μό­νο για τις γυ­ναί­κες. Οι άν­δρες μπο­ρού­σαν να κά­νουν ότι ήθε­λαν εκτός από τους λί­γους πε­ριο­ρι­σμούς που εί­δα­με παραπά­νω.
 Η κυρίως απαγόρευση λοιπόν έγκειτο στον αποκλεισμό της νομικής μορφής γάμου με αλλοδαπή. Έτσι αυτή η απαγόρευση διασφάλιζε την Φυλετική Καθαρότητα της Άρχου­σας Τάξεως αποκλείοντας τη νομιμοποίηση των τέκνων της αλλοδαπής.]

ΝΟ­ΜΟΣ ΔΙΑ­ΖΥ­ΓΙΟΥ


Μό­νον ο άν­δρας, ο οποί­ος έχει λά­βει σύζυ­γο, και συμ­βεί «ώ­στε αυ­τή να μην ευ­ρί­σκει κα­μί­αν χά­ρη στα όμ­μα­τά του» [κοι­νώς, «του ξί­νι­σε»] μπο­ρεί χω­ρίς πε­ρισ­σό­τε­ρη φα­σα­ρία «να γρά­ψει ένα πιστο­ποι­η­τι­κό δια­ζυ­γί­ου,... και να την εξω­πε­τά­ξει από το σπί­τι του.». Η πε­ρι­φρο­νη­θεί­σα σύ­ζυ­γος, εν τού­τοις, εί­χε ένα δυ­να­τό κα­τα­φύ­γιο ανα­κου­φί­σε­ως: «μπο­ρού­σε να πά­ει και να γί­νει γυ­ναί­κα ενός άλ­λου αν­δρός». Αλ­λά και ο τε­λευταί­ος άν­δρας μπο­ρού­σε με τη σει­ρά του να τη μι­σή­σει και να την πε­τά­ξει έξω από την πόρ­τα με ένα άλ­λο «πι­στο­ποι­η­τι­κό δια­ζυ­γί­ου». «Με­τά από αυ­τό όμως αυ­τή έμε­νε κη­λι­δω­μέ­νη με ατι­μα­σί­α». Αυ­τή η γυ­ναί­κα με­τά και τη δεύ­τε­ρη εκ­δίωξη γι­νόταν ένα εί­δος «πε­ρι­πλα­­νω­μέ­νης Ιου­δαί­ας» και δεν μπο­ρού­σε πια να γυ­ρί­σει πί­σω στον πρώ­ην άν­δρα της (Δευ­τε­­ρο­νό­μιον 24: 1-4).

[Αγα­πη­τοί αναγνώστες πώς σας φαί­νε­ται αλήθεια αυ­τός ο θε­ϊ­κός νό­μος δια­ζυ­γί­ου;]

Μάλ­λον μια τέ­τοια γυ­ναί­κα θα εί­χε δυ­σκο­λία να βρει έναν τρί­το άν­δρα. Αλ­λά κατ’ ου­δε­μία διάταξη του θε­ϊ­κού νό­μου δεν μπο­ρούσε μια σύ­ζυ­γος να έχει δια­ζύ­γιο [με δι­κή της πρω­το­βου­λί­α], ή «να εκ­δώ­σει πιστο­ποι­η­τι­κό δια­ζυ­γί­ου» στον σύ­ζυ­γό της. Αλ­λά επει­δή από τον Θεό «ε­νώ­θη­κε μα­ζί» με τον άν­δρα της κα­νείς μα κα­νείς – εκτός του αν­δρός της – δεν μπορού­σε να την απο­χω­ρί­σει απ’ αυ­τόν.

[«Ό ούν ο Θε­ός συ­νέ­ζευ­ξεν, άν­θρω­πος μή χωριζέτω.» Ματθαίος 19: 6 και Μάρ­κος 10: 9. Άλ­λη μια αντί­φα­ση! Αλλά και οι διατάξεις περί διαζυγίου στην Καινή Δια­θή­κη, Ματ­θαίος 5: 31-32, 19: 1-12, Μάρκος 10: 1-12, Λουκάς 16: 18, Πρός Ρω­μαίους 7: 2-3, Α΄ Πρός Κορινθίους 7: 10-16, 39, εκτός του ότι είναι αντιφατικές με­τα­ξύ τους σε πολ­λά ση­μεία, ανατρέπουν πλήρως τον εδώ νόμο του Μωυσέως.
Στον Ματ­θαίο 19: 8, ο Ιησούς Χριστός δικαι­ο­λογεί τον Μωυσή λόγω της «σκληροκαρδίας» των Εβραίων. Τί ωραία, σοφότατη, θεϊκή και προ πάντων παντοδύ­ναμη δικαιολο­γία που βρήκε! Όπως αναγράφει το Λευιτικόν 26: 46, οι Αριθ­μοί 36: 13, κλπ., εδώ έχομε να κάνομε ξεκά­θαρα με τον Νόμον του ίδιου του Θεού, απλώς γραμ­μένον διά της χειρός του Μωυσέως  Σ’ όλη την Πεντάτευχον βλέπομε ξεκάθαρα ότι δεν ήταν ο Μωυσής που έδω­σε αυτόν τον νόμο στους Εβραίους αλλά ο ίδιος ο Θεός Γιαχβέχ μέσω του Μωυ­σέως. Δεν ήταν ο Μωυσής που υπαγόρευσε αυτόν τον Νόμο αλλά ο ίδιος ο Θεός! Οπότε γι­ατί εδώ ο Ιησούς Χριστός προσπα­θεί να δικαιολογήσει τον Μωυσή αφού δεν φταίει σε τίποτα; Αν ο Ιη­σούς ήταν Θεός και επομένως συνε­πής, σ’ αυτό το ση­μείο έπρεπε να δικαιολογήσει τον ίδιο τον Πατέρα Θεό και τον εαυτόν του μαζί, αφού και αυτός είναι ίδιος με τον Τριαδικό Θεό! Τί να πρωτοθαυ­μά­σει κανείς μ’ αυτή τη Γιαχβική σοφία... και την Χριστιανική θεολογία!
(Μην ξεχνάτε ότι, τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή έχουν δοθεί ή εμπνευστεί από τον ίδιο πάν­σο­φο, παν­τοδύναμο και αληθινό Πατέ­ρα Θεό Γιαχβέχ ή την Αγία Τριάδα αν θέλετε!).
Αντίθετα προς τον Μωσαϊκό Νόμο λοιπόν, ο οποίος εδόθη στον Μωυσή από τον «Πατέ­ρα» Θεό του Ιησού Χριστού για να τον φορτώσει στον Εβραϊκό λαό όπως υποτίθεται και πιστεύεται στον Εβραιο­χρισ­τι­α­νισ­μό, ο Ιησούς κατήρ­γη­σε πλήρως το δια­ζύγιο (εκτός ίσως, προσοχή και πάλι ίσως, λόγω μοιχείας) και την παν­τρειά για δεύ­τερη φορά (Ματ­θαίoς 5: 31-32, 19: 1-12, Μάρ­κoς 10: 1-12 και Λoυ­κάς 16: 18). Βρήκε λοιπόν «την σκληροκαρδία του εκλεκτού λαού του» (Ματ­θαί­ος 19: 8, Μάρ­κος 10: 5) σαν δήθεν δικαιολογία για τον Μωυσή και όχι για τον εαυτόν του, τη στιγμή κα­τά την οποίαν, όπως προαναγράψαμε, ο νόμος αυτός εδόθη από τον ίδιο τον Θεό στον Μωυ­σή! Πολύ θεϊκή δικαιολογία ανε­κάλυψε λοιπόν ο Ιη­σούς Χρι­σ­τός! Δεν νο­μίζετε; Δηλαδή ο Παντοδύναμος Θεός υπεχώρησε μπροστά στην σκληροκαρδία των Εβραίων και τους έκανε σκόντο! Πάρα πολύ ωραία!
Θα ήταν συνεπέστερα, αλλά όχι και καλλίτερα, να έλεγε στα ίσια ότι τώρα μου κατέβηκε και ως Θεός που εί­μαι αλλάζω αυτά που είχα δώ­σει πριν μερικό καιρό, αντί να προσπαθεί να βρει δικαιολογί­ες και να ρίξει την ευθύνη σε άλλους· και το χει­ρότε­ρο, βρήκε σαν δικαιολογία αυτή τη σαχ­λαμάρα της υπο­χωρήσεως του ίδιου του Παντοδυνάμου Θεού Πατρός, αλ­λά ρίχνοντας το βάρος στον εκλεκτό και αγαπητό προφήτη του, τον Μωυ­σή... Πού πήγε η θεϊκή του ιδιότητα και παντοδυναμία εδώ; Τί να πει κανείς με δ’ αύ­τα!
Τώρα πάν­τως με την Νέα Διαθήκη και τα συμπληρώματα τού Θεϊκού Νόμου όπως και να έχει το πράγμα, δεν μπο­ρείς να ξαναπαν­τρευ­τείς αν έχεις χη­­ρέ­ψει ή χω­ρί­σει, ακό­μα και για θε­μι­τούς λό­γους. Ού­τε μπο­ρείς να χω­ρί­σεις τον ή την σύ­ζυγο που πή­ρες αλλά δεν σου ταίριασε. Αν έκα­νες λάθος, «σύ όψει», δι­όρ­θω­ση δεν υπάρ­χει. Η κατα­πιε­στι­κή και αντικοι­νω­νι­κή θεολογική τακτική σε όλο της το με­γαλείο!]

ΝΟ­ΜΟΣ ΤΗΣ ΖΗ­ΛΟ­ΤΥ­ΠΙΑΣ


Με θε­ϊ­κή έμπνευ­ση ο Γιαχβέχ εφεύ­ρε και διέ­τα­ξε μια και­νούρ­για δο­κι­μή, ένα εί­δος ιε­ρα­τι­κής «δί­κης με οδυ­νη­ρή δο­κι­μα­σί­α» για πε­ρι­πτώ­σεις όπου «το πνεύ­μα της ζη­λο­τυ­πί­ας αφύ­πνι­ζε» τον σύ­ζυ­γο και αυ­τός υπο­πτευό­ταν ότι η γυ­ναί­κα του πλά­για­σε σω­μα­τι­κά με άλ­λον άν­δρα, «και αυ­τό έγι­νε κρυ­φά από τα μά­τια του συ­ζύ­γου της,... και δεν υπήρ­χε κα­νέ­νας μάρ­τυ­ρας ενα­ντί­ον της...».
Συ­γκε­κρι­μέ­να στους Αριθ­μούς 5: 11-31 με­τα­ξύ άλ­λων δια­βά­ζομε τα εξής γι’ αυ­τήν τη μέ­θο­δο του «ύ­δα­τος της ζη­λο­τυ­πί­ας»:

«Τό­τε ο άν­δρας θα φέ­ρει τη γυ­ναί­κα του προς τον ιε­ρέα... και ο ιε­ρέ­ας θα φέ­ρει αυ­τήν κο­ντά και θα τη βά­λει μπρο­στά στον Γιαχβέχ, και ο ιε­ρέ­ας θα βά­λει νε­ρό μέ­σα σ’ ένα πή­λι­νο δο­χεί­ο· και από το χώ­μα που βρί­σκε­ται στο πά­τω­μα της Σκη­νής του Μαρ­τυ­ρί­ου ο ιε­ρέ­ας θα πά­ρει και θα το βά­λει μέ­σα στο νε­ρό... το πι­κρό νε­ρό που πε­ριέ­χει και προ­ξε­νεί την κα­τά­ρα· και ο ιε­ρέ­ας θα την ορ­κί­σει με όρ­κο και θα πει στη γυ­ναί­κα: «Ε­άν κα­νέ­νας άν­δρας δεν έχει «κοι­μη­θεί» μα­ζί σου... κλπ.». Και με­τά ο ιε­ρέ­ας θα πει στη γυ­ναί­κα: «Ο Γιαχβέχ να σε κα­τα­ρα­στεί και να σε κα­τα­στή­σει αποκρου­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα ανά­με­σα στο λαό σου, όταν ο Γιαχβέχ δώ­σει και κά­νει να σα­πί­σει ο μη­ρός σου και να πρη­σθεί η κοι­λιά σου· και αυ­τό το νε­ρό που περιέ­χει την κα­τά­ρα θα ει­σχω­ρή­σει εντός των εντέ­ρων σου, και θα κά­νει την κοι­λιά σου να πρη­σθεί και τον μη­ρό σου να σα­πί­σει· και η γυ­ναί­κα πρέ­πει να πει: Αμήν – Αμήν (δη­λα­δή, γέ­νοι­το – γέ­νοι­το)».
«Και ο ιε­ρέ­ας —(με­τά από διάφορα προ­γε­γραμ­μέ­να ξόρ­κια)— θα εξα­να­γκάσει τη γυ­ναί­κα να πιει αυ­τό το νε­ρό... Τό­τε θα συμ­βεί το εξής: Εάν εί­ναι όντως μο­λυ­σμέ­νη και έχει δια­πρά­ξει προ­σβο­λή κα­τά του κυ­ρί­ου και συ­ζύ­γου της, τό­τε το νε­ρό που πε­ριέ­χει την κα­τά­ρα θα ει­σέλ­θει μέ­σα της και θα γί­νει πι­κρό, και θα πρη­σθεί η κοι­λιά της και ο μη­ρός της θα σα­πί­σει, και η γυ­ναί­κα αυτή θα κα­να­ντή­σει κα­τά­ρα ανά­με­σα στο λαό της. Και εάν η γυ­ναί­κα δεν εί­ναι μολυ­σμέ­νη... τό­τε θα εί­ναι ελεύ­θε­ρη και θα συλ­λά­βει σπέρ­μα. Αυ­τός εί­ναι ο νόμος της ζη­λο­τυπίας.».

Ί­σως κά­ποιος πα­ρα­κι­νη­θεί να σκε­φτεί ότι αυ­τή η δό­ση του βλα­βε­ρού ιε­ρού νε­ρού» θα ήταν πο­λύ απο­τε­λε­σμα­τι­κή για να πά­θει μό­λυν­ση και να πρη­σθεί η κοι­λιά της, και να σα­πί­σει το υπο­γά­στριο της (αυ­τό θα πει «μη­ρός» εδώ) είτε ήταν ένο­χη εί­τε αθώ­α, και ως εκ τού­του αυ­τός ο θε­ϊ­κός τρό­πος δια­πι­στώ­σε­ως της ενο­χής ή της αθω­ό­τη­τάς της να εί­ναι πο­λύ χει­ρό­τε­ρος από την ίδια την αρ­χι­κή υπο­ψία ή την προ­σβολή.

[Ου­δέν σχό­λιον... Τί να πρω­το­πεί κα­νείς για έναν τέτοιο νό­μο ενός παν­σόφου, δικαίου, καλοπροαιρέτου και πα­ντο­γνώ­στη Θε­ού...! Αυ­τός κι’ αν εί­ναι δει­σι­δαι­μο­νί­α! Αλ­λά η δει­σι­δαι­μο­νία εί­ναι υπέρ­τε­ρη από κά­θε θε­ο­πνευ­στί­α... Αυτή η τέλεια, θεϊκή μέθοδος εφαρμοζόταν με­ρικές φορές και στη χριστια­νική Ευρώπη του σκοτεινού χριστιανικού Μεσαίωνα.].

ΝΟ­ΜΟΣ ΔΙΑ ΕΞΕ­ΤΑ­ΣΗ ΠΑΡ­ΘΕ­ΝΙΑΣ


 Νο­μο­θε­τή­θη­κε ότι: «Ε­άν οποιοσ­δή­πο­τε άν­δρας λά­βει μια γυ­ναί­κα» και απο­γο­η­τευ­τεί απ’ αυ­τήν και ανα­φέ­ρει ότι «δεν τη βρή­κα παρ­θέ­να» τό­τε ο πα­τέ­ρας της και η μά­να της θα πρέπει να «πα­ρου­σιά­σουν τα διαπι­στευ­τή­ρια τής (αυ­τές οι λέ­ξεις «τα διαπι­στευ­τή­ρια τής» δεν υπάρ­χουν στο Εβρα­ϊ­κό κεί­με­νο) — παρ­θε­νί­ας τής νε­α­ρής κο­πέ­λας στους πρε­σβύ­τε­ρους της πό­λε­ως στην πύ­λη.».
 Τό­τε αυ­τοί οι άγιοι «εξυ­πνά­κη­δες» πρέ­πει να κά­νουν ένα εί­δος σε­βα­σμί­ου γλυ­κο­κοι­τάγ­μα­τος επά­νω και μέ­σα στο σώ­μα της, inquisitio de ventre inspiciendo [ανα­ζή­τη­ση (ψά­ξι­μο) διά κολπικής εξε­τά­σε­ως, ή εξετάσεως των εντο­σθί­ων], και σύμ­φω­να με το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 13-21

 «... εάν η νε­α­ρή κο­πέλα δεν βρε­θεί να εί­ναι παρθέ­να, τό­τε θα τη φέ­ρουν έξω από τη θύ­ρα του σπι­τιού του πα­τέ­ρα της και οι άν­δρες της πό­λε­ως θα τη λι­θο­βο­λή­σουν με λί­θους μέ­χρι να πε­θά­νει.».

[Τί πα­νέ­μορ­φο θέ­α­μα θα ήταν αυ­τή η εκτέλεση για τους γο­νείς της πα­θού­σας «δι­καί­ως» ή «α­δί­κως»; Όπως όμως έλε­γαν οι Λα­τί­νοι: «Dura Lex sed Lex» (σκλη­ρός νό­μος αλ­λά νό­μος). Αν επί πλέον η κοπέλα ήταν κόρη ιερέα και ευρέθη μη παρ­θένα, είτε επρόκειτο να παντρευτεί είτε όχι, τότε την έκαιγαν ζωντανή σύμφω­να με την διάταξη του Λευιτικού 21: 9. Πάρα πολύ ωραία! ...]

ΝΟ­ΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑ­ΓΙ­ΚΗΣ ΜΕ­ΤΑΒΙ­ΒΑ­ΣΕ­ΩΣ


Αυ­τή η επι­κε­φα­λί­δα εί­ναι η κα­λύ­τε­ρη που θα μπο­ρού­σε να βρε­θεί για να εκ­φρά­­σει τις ιε­ρο­τε­λε­στί­ες και τα ξόρ­κια μα­γι­κής φύ­σε­ως, που εφευ­ρέ­θη­καν και προ­δια­γρά­φτη­καν από τον Γιαχβέχ και που εφαρ­μό­ζο­νταν από τους ιε­ρείς, για να εξορ­κί­σουν αρ­ρώ­στιες και αμαρτίες από τον άγιο λαό και να με­τα­βι­βά­σουν αυτά τα δεινά σε μάλ­λον αθώα ζώ­α.
Ο θε­ϊ­κός «νό­μος για τη λέ­πρα και τη λευ­κο­πλα­σί­α» στο Λευιτικόν 14 [και 13] είναι ένα τέ­λειο δείγ­μα εξορ­κι­σμών ια­τρο­μα­γεί­ας για τον κα­θαρ­μό του θε­ρα­πευο­μέ­νου λε­πρού και των ρού­χων, σπι­τιού και υπαρ­χό­ντων του.
Νο­μο­θε­τή­θη­κε ότι ο ιε­ρέ­ας, πρό­κει­ται να πά­ρει δύο ζω­ντα­νά πτη­νά, κέ­δρι­νο ξύ­λο, ται­νία από στριμ­μέ­νο κόκ­κι­νο νή­μα και κλω­να­ρά­κι υσσώπου. Με­τά θα σκο­τώ­σει το ένα από τα πτη­νά «μέ­σα σε πή­λι­νο δο­χείο πά­νω από τρε­χού­με­νο νερό». Θα βου­τή­ξει το ζω­ντα­νό πτη­νό και τα άλ­λα τρία «φε­τι­χι­κά» μέ­σα στο αί­μα του σκο­τω­μέ­νου πτη­νού· θα ρα­ντί­σει τον λε­πρό επτά φο­ρές, και με­τά θα «α­φήσει το ζω­ντα­νό πτη­νό ελεύ­θε­ρο να πε­τά­ξει μέ­σα στην πεδιάδα φορ­τω­μέ­νο με την αρ­ρώ­στια. Τό­τε ο λε­πρός, κα­θα­ρός πλέ­ον από την αρ­ρώ­στια, πρέ­πει να «ξυρί­σει όλα τα μαλ­λιά της κε­φα­λής του, τα γέ­νια του και τα φρύ­δια του [τίποτ’ άλ­λο άρα­γε;]», και θα φέ­ρει στον ιε­ρέα δυο αρ­σε­νι­κά αρ­νά­κια, μια αμνά­δα, λάδι κτλ., ως προ­σφο­ρά οφειλήματος.
Ο ιε­ρέ­ας θα σκο­τώ­σει ένα από τα δυο αρ­νά­κια, και κα­τό­πι θα πά­ρει λί­γο αί­μα από την προ­σφο­ρά του οφει­λή­μα­τος και μ’ αυ­τό θα αλεί­ψει την άκρη του δεξιού αυ­τιού, και τον αντί­χει­ρα του δε­ξιού χε­ριού, και το με­γά­λο δά­χτυ­λο του δε­ξιού πο­διού του πρώ­ην λε­πρού, θα βυ­θί­σει το δε­ξί του δά­χτυ­λο μέ­σα σε λίγο λά­δι χυ­μέ­νο μέ­σα στο αρι­στε­ρό του χέ­ρι, και με­τά «θα ρα­ντί­σει το λά­δι με το δά­χτυ­λό του επτά φο­ρές μπρο­στά στον Γιαχ­βέχ» με­τά θα χύ­σει το υπό­λοιπο του λα­διού επά­νω στο κε­φά­λι του λε­πρού και presto! [αμέ­σως, ταχύτατα!] «θα εί­ναι κα­θα­ρός».
Ο­λό­κλη­ρη η πα­ρά­στα­ση πρό­κει­ται να επα­να­λη­φθεί με πε­ρισ­σό­τε­ρο αί­μα και εξ­ορ­κι­σμούς για να απο­λυ­μαν­θούν το σπί­τι και τα αντι­κεί­με­να του λεπρού. Αλλά ού­τε μια λέ­ξη μέ­σα σ’ όλες αυ­τές τις ια­τρι­κές συ­ντα­γές «του Με­γά­λου Ια­τρού» που ονο­μά­ζε­ται «Κύ­ριος ο Θε­ρά­πων» για την πρό­λη­ψη ή την από­λυ­τη ία­ση της λέ­πρας, ή οποιασ­δή­πο­τε άλ­λης μά­στι­γας, ασθέ­νειας, επι­δη­μί­ας κλπ. στην Αγία Γη.
[Τί να πρω­το­γρά­ψομε γι’ αυ­τήν τη μέ­θο­δο θε­ρα­πεί­ας λέ­πρας και απο­λυ­μάν­σε­ως αντι­κει­μέ­νων και σπι­τιού ενός λε­πρού. Τα αφή­νομε στην κρί­ση σας. Εί­ναι να απο­ρεί κα­νείς που οι ιε­ρό­συ­λοι για­τροί σή­με­ρα δεν εφαρ­μό­ζουν αυ­τήν τη μέ­θο­δο!... Τί φο­βε­ρή ιε­ρο­συ­λί­α!]

Ο ΝΟ­ΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑ­ΒΟ­ΛΟ­ΛΑΤΡΕΙΑΣ


Μια παρόμοια επι­νό­η­ση για την απαλ­λα­γή του αγί­ου λα­ού από την αμαρ­τία εις βά­ρος κά­ποιου ζώ­ου εί­ναι αυ­τή της θυ­σί­ας του «α­πο­διο­πο­μπαί­ου τρά­γου» στον δι­άβολο, [δηλαδή του τράγου που θυσιάζεται στον «αποδιοπομπαίο», τουτέστιν στον Σατανά], όπως προβλέπει ένας από τους πιο πα­ρά­ξενους νό­μους του Γιαχβέχ, όπως θε­­σπί­στη­κε στο Λευιτικόν 16. Η φρά­ση «α­πο­διο­πο­μπαί­ος τρά­γος» εί­ναι λά­θος όρος των με­τα­φρά­σε­ων [όπως των Εβδο­μήκοντα(δύο), κ. α.] ο οποί­ος χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να απο­κρύ­ψει ό,τι ονο­μά­ζει το New Standard Bible Dictionary [Νέο Κα­θιε­ρω­μέ­νο Λε­ξικό της Βί­βλου] «ί­χνος πρω­τό­γο­νης Ση­μι­τι­κής Δαι­μο­νο­λο­γί­ας» (Βλέ­πε: Encyclopedia Biblica, Vol. I, col. 395).
[Ο Σύμμαχος έγραφε «απερχόμενος», ο Ακύλας «απολυόμενος» και πολύ θα θέ­λαμε να ξέραμε τί έγραφε ο Θεοδοτίων. Εκτός από μερικά αποσπάσματα και οι τρεις με­ταφράσεις, όπως και το υποτιθέμενο «Διά Τεσσάρων» του Τατιανού και τα Τετ­ραπλά έως Εν­νεαπλά του Ωριγένη εξαφανίστηκαν μετά τον Κωνσταντίνο και τον Ευσέβιο. Γιατί άραγε;]
Η λέ­ξη που χρη­σι­μο­ποιεί­ται στην Εβρα­ϊ­κή Βί­βλο, και που μπή­κε στο πε­ρι­θώ­ριο του Authorized Bible Version, αλ­λά ει­λι­κρι­νώς απο­κα­θί­στα­ται στο κεί­με­νο του Revised Bible Version, εί­ναι Αζα­ζήλ, ένα Εβρα­ϊκό όνο­μα για τον διάβολο, ο οποί­ος λα­τρευό­ταν από τους αρ­χαί­ους Εβραίους. Η «προ­σφο­ρά αμαρ­τί­ας» στον Γιαχβέχ έπ­ρε­πε να συ­νο­δεύ­ε­ται και με προ­σφορά στον με­γά­λο αντα­γω­νι­στή του τον Σα­τα­νά. Νομο­θε­τή­θη­κε λοι­πόν ότι, με­τά από πο­λυά­ριθ­μες τε­λε­τές :

«Ο ιε­ρέ­ας θα πά­ρει δύο τρά­γους και θα τους φέ­ρει ενώ­πιον του Γιαχ­βέχ,... και ο Αα­ρών θα ρί­ξει τα ζά­ρια πά­νω στους δύο τρά­γους, το ένα ζά­ρι για τον Γιαχ­βέχ και το άλ­λο ζά­ρι για τον Αζα­ζήλ.».

Τό­τε με­τά από πα­ρα­τε­τα­μέ­νους και ισχυ­ρούς εξορ­κι­σμούς και ρα­ντί­σμα­τα από το αί­μα του πρώ­του τρά­γου, ο οποί­ος εί­χε θυ­σια­στεί για τον Γιαχβέχ, ο ιε­ρέ­ας θα φέ­ρει πλη­σί­ον του τον ζω­ντα­νό τρά­γο του δια­βό­λου, όπως το βλέ­πομε στο Λευιτικόν 16: 23-26:

«Και ο Αα­ρών θα θέ­σει και τα δυο του χέ­ρια πά­νω στο κε­φά­λι του ζω­ντα­νού τρά­γου και θα εξο­μο­λο­γη­θεί επά­νω του όλες τις αδι­κί­ες των τέ­κνων του Ισ­ρα­ήλ,... βά­ζο­ντάς τις πά­νω στο κε­φά­λι του τρά­γου,... και ο τρά­γος θα φέρει επά­νω του όλες τις αμαρ­τί­ες των... και θα αφή­σει τον τρά­γο να φύ­γει στην άγρια φύ­ση... για τον Αζα­ζήλ.».

Αυ­τή η τε­λε­τή δει­κνύ­ει ότι ο λα­ός του Γιαχβέχ λά­τρευε επί­σης τον διάβολο και θυ­σί­αζε σ’ αυτόν. Συ­νέ­χι­σε να κά­νει τέ­τοιες θυ­σί­ες του­λά­χι­στον μέ­χρι της επο­χής του Ρο­βο­άμ, ο οποί­ος και «χει­ρο­τό­νη­σε ιε­ρείς για τους δια­βό­λους», όπως το βλέ­πομε στο 2 Πα­ρα­λει­πο­­μέ­νων 11: 15 [του­λά­χιστον όπως το δια­τυ­πώ­νουν οι Μασ­σο­ρί­τες]. (Α­κό­μα βλέ­πε: Λευιτικόν 17: 7 και Δευ­τε­ρο­νό­μιον των Μασ­σο­ρι­τών 32: 16.).
Αρ­γό­τε­ρα ένα πιο δρα­μα­τι­κό σχή­μα επι­νο­ή­θη­κε και νο­μο­θε­τή­θηκε από τον Γιαχ­βέχ για να απαλλάσσει τον άγιο λαό του από τις αμαρ­τί­ες του. Διέ­τα­ζαν δυο φτε­ρω­τές γυ­ναί­κες με «φτε­ρού­γες σαν τις φτε­ρού­γες πε­λαρ­γού» να συ­γκε­ντρώ­νουν όλες τις αμαρ­τί­ες που μπο­ρού­σαν να τσα­κώ­σουν, και μετά να τις ζυ­μώ­νουν μέ­σα σ’ ένα «τά­λα­ντο μο­λύβ­δου». Αυ­τή η μά­ζα λοι­πόν επρό­κει­το με­τά να δο­θεί σε «μια γυ­ναί­κα που κα­θό­ταν μέσ’ τη μέ­ση ενός εφάχ» (εί­δος με­γά­λου δο­χεί­ου που χρησιμοποιούταν σαν μέ­τρο χω­ρη­τι­κό­τη­τας). Τότε οι δυο φτε­ρω­μέ­νες γυ­ναί­κες «σή­κω­ναν ψη­λά το εφάχ με­τα­ξύ γης και ου­ρανού» και πε­τού­σαν μα­ζί με το εφάχ μα­κριά στη χώ­ρα Σι­νάχ [αγνοείται αυτή η χώ­ρα], όπου έχτι­ζαν ένα εί­δος φυ­λα­κής για την πα­ντο­τι­νή του φυ­λά­κι­ση. Αυ­τά ανα­φέ­ρο­νται στο βι­βλίο του Ζα­χα­ρία [Μασ­σο­ρι­τών και Προτεσ­ταντών] 5: 5-11.
[Τα σχό­λια πε­ριτ­τεύ­ουν. Βγά­λε­τε μό­νοι σας συ­μπέ­ρα­σμα...].

Ο ΝΟ­ΜΟΣ ΤΩΝ ΜΑ­ΓΙΣ­ΣΩΝ


  Μέ­σα στην πρώ­τη φουρ­νιά των θε­ϊ­κών νό­μων που ενε­χει­ριά­στηκαν [στον Μωυ­σή], ήταν και ο εξής, που νο­μο­θε­τή­θη­κε ανά­με­σα στις φλό­γες και στα αστρα­πόβρο­ντα του όρους Σινά. Στην Έξο­δον 22: 18 έχο­με:

«Φαρ­μα­κούς ου πε­ρι­ποι­ή­σε­τε» («Μά­γους - μάγισσες δεν θα αφή­σε­τε να ζουν»).

Αλ­λά ακό­μα πιο συ­γκε­κρι­μέ­να νο­μο­θε­τή­θη­κε στο Λευιτικόν 20: 27:

«Α­νήρ ή γυ­νή οι οποί­οι ήθε­λαν γί­νει εγ­γα­στρί­θυ­μοι ή μά­γοι ψάλλο­ντες μα­γι­κάς ωδάς, θα τι­μω­ρη­θούν και οι δύο διά θα­νά­του. Θα τους εκτε­λέσε­τε διά λιθο­βολισμού. Εί­ναι ένο­χοι.».

Αυ­τό επε­ξετά­θη­κε για να συ­μπε­ρι­λά­βει και ολό­κλη­ρο το αλ­λό­κο­το τσούρ­μο των υπαρκτών και μη πνευ­μα­τι­στών του όρους Brocken, [α­πό τον Faust του Goethe, όπου ένα πλήθος «αλλοκότων» ατόμων, μαγισσών και δαιμόνων εμφανίζε­ται και συγκεντρώ­νε­ται στο όρος Brocken της οροσειράς Harz της Γερμανίας κα­τά τη νύχτα της εορτής της Αγίας Βαλ­πούρ­γης (Walpurgis). Εκεί και τότε αυτό το πλήθος εκτρέ­πεται σε ορ­γιαστικούς εορτα­σμούς και παλυ­πάταγες ορχήσεις – εξ ού η παροιμιώδης έκφραση: «Βαλπούργια Νύ­χτα»], όπως μας πλη­ρο­φο­ρεί το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 18: 10-11:

«Με­τα­ξύ σας δεν θα ευ­ρε­θεί κα­νέ­νας... ο οποί­ος θα χρη­σι­μο­ποιεί μα­ντεί­ας ή πα­ρα­τη­ρεί ση­μεία και οιω­νούς, διά να εξα­κρι­βώ­σει το μέλ­λον, ή μά­γος που θα ψάλ­λει μα­γι­κάς ωδάς, ού­τε άν­θρω­πος που θα φαί­νε­ται ομι­λών από την κοι­λί­αν, ού­τε τε­ρα­το­σκό­πος που θα πα­ρα­τη­ρεί τέ­ρα­τα στον ου­ρα­νό διά να προ­λέ­γει το μέλ­λον, ού­τε άλ­λος πνευ­μα­τι­στής που θα ερω­τά τους νε­κρούς.».

Αυ­τός ο κα­τά­λο­γος και οι επα­να­λαμ­βα­νό­με­νες θα­να­τη­φό­ρες νο­μο­θε­τή­σεις εναν­τί­ον κα­κο­ποιών για τους οποί­ους συ­νε­χώς γκρι­νιά­ζουν, προ­δί­δει την εξα­πλω­μέ­νη λα­τρευ­τι­κή τρέλα και τις πεί­σμω­νες πρα­κτι­κές που εδώ κα­ταδικάζονται. Έτσι ο Γιαχ­βέχ ο ίδιος και οι αλάν­θα­στοι πά­πες, σύ­νο­δοι και ανα­ρίθ­μη­τοι «θε­ο­λό­γοι» συ­μ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­­νου και του δι­κού μας John Wesley [Βρε­τα­νός κλη­ρι­κός θε­ο­λό­γος (1703-1791) ο οποί­ος θε­με­λί­ωσε την αί­ρε­ση των Με­θο­δι­στών το 1738], έχει σε­βα­σμί­ως επι­βε­βαιώ­σει την πραγ­μα­τι­κή ύπαρ­ξη των μα­γισ­σών και μά­γων. Με­ρι­κά εκα­τομ­μύ­ρια ατυ­χών γε­ρο­ντισ­σών και αν­θρώ­πων με εμ­μο­νές κα­τα­βασ­α­νί­στη­καν και εκτε­λέ­στη­καν ή εκά­ησαν ζω­ντα­νοί μέ­χρι θα­νά­του και τώ­ρα η γη εί­ναι ευ­τυ­χώς απε­λευ­θε­ρω­μέ­νη από την ολέ­θρια πα­ρου­σία τους.
[Ε­δώ μι­λά­ει η θεμελίωση της ιστο­ρί­ας του φό­βου, τρό­μου και φρί­κης που γέννη­σε βα­σα­νι­στή­ρια που δεν βά­ζει ο νους φυ­σιο­λο­γι­κού αν­θρώ­που. Μην ξεχνάτε την μαύρη βί­βλο κατά των μαγισσών και μάγων, το οικτρό εγχειρίδιο Malleus Maleficarum (η Σφύ­ρα κατά των Κακοπραγούντων). Με­λε­τή­στε αυ­τή την Ιστο­ρία από διάφορα κα­λά συγ­γράμματα προς γνώ­ση και συμ­μόρ­φω­ση και εις μνή­μην όλων αυ­τών των εκα­τομ­μυ­ρί­ων αθώ­ων θυ­μά­των...].

EX POST FACTO
[κα­τό­πιν του πρα­χθέ­ντος, εκ των υστέ­ρων, αναδρομικής ισχύος]

ΝΟ­ΜΟΙ ΘΑ­ΝΑ­ΤΟΥ


Οι θε­ϊ­κοί νό­μοι ορί­ζουν τις τι­μω­ρί­ες θα­νά­του και λι­θο­βο­λι­σμού με λί­θους [μα κα­λά με τί άλλο;] μέ­χρι θα­νά­του, σχε­δόν για κά­θε αδί­κη­μα μέ­σα στον ιε­ρό κώ­δι­κα. Αλ­λά υπάρ­χουν άλ­λες δια­τά­ξεις τε­λείως ex post facto για πρά­ξεις που εί­χαν ήδη γί­νει, οι οποί­ες επι­βάλ­λουν την ίδια ποι­νή θα­νά­του για τε­τριμ­μέ­νες και ελα­φρές μι­κρο­α­δι­κί­ες, όπως φαί­νεται.
Καθ’ ον χρό­νον ο Εκλε­κτός Λα­ός ήταν στην άγρια έρη­μο, οι Αριθμοί 15: 32-36 μας πλη­ρο­φο­ρούν ότι:

«βρέ­θη­κε άν­δρας να μα­ζεύ­ει ξύ­λα κα­τά την ημέ­ρα του Σαβ­βά­του. Και αυ­τοί... τον έφε­ραν ενώ­πιον του Μω­υ­σέ­ως και του Αα­ρών, και ενώ­πιον του λα­ού· και τον έβα­λαν σε φυ­λα­κή, για­τί δεν γνώ­ριζαν τι να κά­μουν μ’ αυ­τόν. Και ωμί­λη­σε ο Γιαχβέχ προς τον Μω­υ­σή και εί­πε: Ο άν­θρω­πος αυ­τός πρέ­πει να τι­μω­ρη­θεί οπωσ­δή­πο­τε με θά­να­το· και όλος ο λα­ός θα τον λι­θο­βο­λή­σει με λί­θους έξω από το στρα­τόπεδο.».

Το σύ­νταγ­μα κά­θε πο­λι­τεί­ας των Η.Π.Α. απα­γο­ρεύ­ει τιμω­ρία σύμ­φω­να με τους νό­μους που ετέ­θη­σαν σε εφαρ­μο­γή με­τά τη διάπραξη της αδι­κί­ας. [Ασφαλώς κάθε ευνο­μούμενη πολιτεία απαγορεύει τιμωρία σύμφωνα με τους νόμους που ετέθησαν σε εφαρ­μογή μετά τη διάπραξη της αδικίας!]
Αρ­γό­τε­ρα ένας γε­νι­κός νό­μος για τις πε­ρι­πτώ­σεις της θα­να­τικής ποι­νής θε­σπί­στη­κε, ακο­λου­θώ­ντας το προ­η­γού­με­νο που ανω­τέ­ρω εγκα­θι­δρύ­θη­κε, όπως δη­λώ­νε­ται στην Έξο­δον 35: 2, [και επίσης 10: 10-11, 16: 23-36, 31: 12-18, 34: 21] και απαν­ταχού [π.χ. Λευιτικόν 23: 1-3, Δευτερονό­μιον 5: 14-15, όπου εδώ ο στίχος 15 ο οποίος δήθεν δικαιολογεί αυτή την εντολή έρχεται σε κατά­φορη αντίφαση με την δικαιο­λο­γία που δίδεται στον στίχο της Εξόδου 10: 11]:

«Έ­ξη ημέ­ρες θα ερ­γά­ζε­σθε, και κα­τά την έβδο­μη ημέ­ρα θα κα­τα­παύ­ε­τε τις ερ­γα­σί­ες σας, διό­τι αυ­τή θα εί­ναι το Άγιον Σάβ­βα­τον, ημέ­ρα ανά­παυ­σης για χά­ρη του Γιαχβέχ. Εκεί­νος που θα ερ­γα­στεί κατ’ αυ­τήν την ημέ­ρα θα τι­μω­ρη­θεί με θά­να­το.».

Μια άλ­λη φο­ρά ένας άν­δρας «α­νά­φε­ρε το όνο­μα του Γιαχβέχ και το βλα­στή­μη­σε». Και αυ­τός «βλή­θη­κε στη φυ­λα­κή μέ­χρις ότου η σκέ­ψη του Γιαχβέχ εκ­δηλω­θεί σ’ αυ­τούς» και όπως μας με­τα­φέ­ρει το Λευιτικόν 24: 10-14 και 23:

«... και Γιαχβέχ ωμί­λη­σε προς Μω­υ­σή, λέ­γων: εκ­βά­λε­τε αυ­τόν που βλα­στή­μη­σε έξω από το στρα­τό­πε­δο... και όλος ο λα­ός ελι­θο­βό­λη­σεν αυ­τόν.».

Ό­ταν το θύ­μα πέ­θαι­νε διά λι­θο­βο­λι­σμού, το σκλη­ρό διάταγμα βά­σει του οποί­ου το θύ­μα έφευ­γε από τη μέ­ση δη­μιουρ­γού­σε ένα προ­η­γού­με­νο για ένα γε­νικό νό­μο θα­να­τι­κής ποι­νής για το επι­πό­λαιο πα­ρά­πτω­μα. Στο Λευιτικόν 24: 16 βλέ­που­με:

«Ό­ποιος βλα­στη­μή­σει το όνομα του Γιαχβέχ θα θα­να­τω­θεί οπωσ­δή­πο­τε, και όλη η συ­να­γω­γή του λα­ού θα τον λι­θο­βο­λή­σει οπωσ­δή­πο­τε.».

Ε­κτός από αυ­τά τα συγκε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα επι­βλη­θεί­σας θα­να­τι­κής ποι­νής βά­σει των ex post facto νό­μων και δια­τα­γών του Θε­ού, φαί­νε­ται να υπάρ­χει ένα εί­δος γε­νι­κού συ­γκε­ντρω­τι­κού –omnium gatherum– νό­μου που επι­βάλ­λει θά­να­το δι’ απ­αγχο­νισμού για ένα εί­δος αο­ρί­στων πρά­ξε­ων οι οποί­ες μπο­ρούν να εκ­δι­κα­στούν από τους ιε­ρείς και τους πρεσβύ­τε­ρους ως «α­μαρ­τί­ες που αξί­ζουν θά­να­το», όπως π. χ. απα­ντά­ται στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 21: 22. Φυ­σι­κά τέ­τοια κα­τα­δί­κη λάμβανε χώρα με­τά την διάπραξη [του αδι­κή­μα­τος], αλ­λά χω­ρίς να υπάρ­χει κα­νέ­νας σχε­τι­κός νόμος πά­νω σ’ αυ­τό το αδί­κη­μα.

[Στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 21: 22-23 αναφέρεται ότι όποιος καταδικασθεί και θανα­τω­θεί κρεμάμενος επί ξύλου πρέπει να καταβιβασθεί και να ταφεί την ίδια ημέρα δι­ό­τι αλλιώς «μιαίνεται η γη» καθώς το Δευ­τε­ρο­νό­μιον δηλώνει: «κεκατηραμένος υπό Θεού πας ο κρεμάμενος επί ξύ­λου». Οι Χριστιανοί συνεχώς ευρίσκουν «προφητεί­ας» περί του Χριστού στην Πα­λαιά Διαθήκη, όμως ιδού τώρα και μία Ραβινική: Ορι­σ­μένοι ραβίνοι λέγουν ότι πραγμα­τικά υπήρξε ο Ιησούς, παρ’ ότι ουδέν περί αυτού αναφέρει η Ιουδαϊκή παράδοση, και ότι υπήρξε όργανο παρα­πλανήσεως των πισ­τών. Τούτο, όπως λέγουν, το προείπε ο Θεός Γιαχβέχ και μία τοιαύτη πρόρρηση είναι η προαναφερθείσα. Προσέξετε λοιπόν τώρα τις εξής δύο αλληλοσυγκρουόμενες δυ­ϊ­σ­τι­κές – «γνωστικές» απόψεις: Μερικοί Ρα­βίνοι λέ­γουν: Ο Γιαχβέχ είναι ο Αγαθός Θε­ός, ενώ ο Χριστός που πιθανώς είναι ο ίδι­ος ο Αρ­χαί­κα­κος Όφις είναι ο «αποδιο­πομ­παίος». Μερικοί Γνωστικοί όμως –όπως οι Οφί­τες, ο Μαρ­κίων, ο Τατιανός, κ. ά.– λέ­γουν: Ο δη­μιουργός Γιαχβέχ είναι ο κακός Θεός, ενώ ο Χρι­στός που εί­ναι πιθανώς ο ίδιος «ο πλήρης των πληρών Όφις» (ομιλούν διά τον αυτόν Όφιν που ευρίσκεται στον Πα­ρά­δεισον) είναι ο απεσταλμένος του αγαθού Θεού, ο οποίος είναι άλ­λος από τον Γιαχ­βέχ και επιπολάζει του κόσμου.]

Ignorantia Juris Non Excusat

ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΔΕΝ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΑΙ


Η ανω­τέ­ρω αρ­χή ανή­κει στη Ρω­μα­ϊ­κή Νομο­θε­σία η οποία απο­δί­δει ενο­χή για πα­ρα­βί­α­ση προ­ϋ­πάρ­χο­ντος νό­μου, ακό­μα και αν ο νό­μος ήταν άγνω­στος στον δια­πρά­­ξα­ντα την πα­ρά­βα­ση. Ο Νό­μος του Γιαχβέχ ενο­χο­ποιεί ακό­μα και την άγνω­στη και χω­ρίς πρό­­θε­ση αδι­κί­α, όπως το βλέ­πομε στο Λευιτικόν των Μασ­σο­ρι­τών 5: 17:

«Ε­άν κα­νείς αμαρ­τή­σει και δια­πρά­ξει κά­τι από αυ­τά που απα­γο­ρεύ­ο­νται να γί­νουν από τον νό­μο του Γιαχβέχ, αν και ακό­μα δεν το ήθε­λε, παρ’ όλα ταύ­τα αυ­τός εί­ναι ένο­χος, και θα φέ­ρει το βάρος της αδι­κί­ας τους.».

Lex Talionis

ΝΟΜΟΣ ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΕΩΣ


Ο ακρο­γω­νιαί­ος λί­θος του Θεϊ­κού κώ­δι­κα εί­ναι ο Νό­μος της αντα­πο­δό­σε­ως [αν­τεκ­δι­κή­σε­ως] που εμ­φα­νί­ζεται σε τρία μέ­ρη: Έξο­δος 21: 23-25, Λευιτικόν 24: 17-21, Δευ­τε­ρο­νό­μιον 19: 21.

«Θα δώ­σεις ψυ­χήν αντί ψυ­χής, οφθαλ­μόν αντί οφθαλ­μού, οδό­ντα αντί οδόν­τος, χεί­ραν αντί χει­ρός, πό­δαν αντί πο­δός, έγκαυ­μα αντί εγκαύ­μα­τος, μώ­λω­πα αντί μώ­λω­πος.».

Ο νό­μος αυ­τός όμως, δεν εί­ναι πρω­τό­τυ­πος, με τον Γιαχβέχ να τον έχει πρω­το­φα­νε­ρώ­σει στον Μω­υ­σή, διό­τι εί­ναι φα­νε­ρά μια συλ­λο­γή Νό­μων, 195, κτλ., του αρχαί­ου κώ­δι­κα του Χα­μου­ρα­μπί, που θε­σμο­θε­τή­θη­κε από τον Θεό Βηλ και απο­κα­λύ­φθη­κε από τον Θεό του Ηλί­ου Σα­μάς, όπως πε­ρι­γρά­φε­ται και δη­λώ­νε­ται σ’ αυ­τόν τον κώ­δι­κα.
[Μετά όμως ο ίδιος Θεός διά του Υιού του, Ιησού Χριστού, μας προτρέπει να στρέφομε και την άλλη πλευρά: Ματθαίος 5: 39 «Εγώ δε λέγω υμίν μη αντισ­τή­ναι τω πονηρώ· αλλ’ όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλ­λην·»! Αλλά στον Ιωάννη 18: 22-23 ο ίδιος δεν τηρεί αυτή την εντολή: «ταύτα δε αυτού ειπόντος εις των υπηρετών παρεστη­κώς έδωκε ράπισμα τω Ιησού ειπών· ού­τως αποκρίνη τω αρχιερεί; απεκρίθη αυτώ ο Ιη­σούς· ει κακώς ελάλησα, μαρτύρη­σον περί του κακού· ει δε καλώς, τι με δέρεις;»! Σχολιάσετε μόνοι σας.]

ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΕΛΑΣΣΟΝΕΣ ΘΕ­ΙΟΙ ΝΟ­ΜΟΙ

Ε­άν κά­ποιος από τους Εκλε­κτούς βρει μια φωλιά που­λιών, Ο Γιαχβέχ δια­τά­ζει ότι η μά­να και τα αυ­γά της ή τα μι­κρά της δεν θα παρ­θούν μα­ζί, αλ­λά μπο­ρούν να της κλέ­ψουν τα αυ­γά της ή τα μι­κρά της χωρι­στά με πλή­ρη Θε­ϊ­κή επι­δο­κι­μα­σί­α, διό­τι όπως μας λέ­ει το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 6-7 «έ­τσι θα ζή­σεις ευ­τυ­χής και μα­κρο­χρό­νιος επί της γης.».
[Να λοι­πόν ένα σί­γου­ρος τρό­πος για ευ­τυ­χία και μα­κρο­βιό­τη­τα. Βρες μια τέτοια φω­λιά και πρά­ξε όπως μας λέ­ει ο πάνσοφος Θε­ός Πα­τήρ, κτλ.].
Ε­άν δύο άν­δρες χειροδικούν στον δρό­μο, «και η γυ­ναί­κα του ενός πλη­σιά­σει για να ελευ­θε­ρώ­σει τον άν­δρα της από τα χέ­ρια του άλ­λου που τον κτύπησε, και με τα χέ­ρια της τον αρ­πά­ξει από τα απόκρυ­φα μέ­λη του (στα Εβρα­ϊ­κά, με­μπουσίμ, έχει λι­γό­τε­ρη ευ­φω­νι­κή ση­μα­σί­α), τό­τε θα της κό­ψεις το χέ­ρι. Το μά­τι σου δεν θα τη λυ­πη­θεί.». Έτσι μας τα λέ­ει η θε­ϊκή ­σο­φία του Δευ­τε­ρο­νο­μί­ου 25: 11-12.
[Τί να πρω­το­πού­με για τού­τους εδώ τους θε­ϊ­κούς νό­μους! Αλ­λά αφού εί­ναι δοσμένοι από τον αληθινό Θεό, αυ­τοί πρέ­πει να ισχύ­ουν οπωσδήποτε παντού και πάντοτε! Ή μή­πως κά­νομε λά­θος!].
Ε­άν ένας άν­θρω­πος έχει «γιο απει­θή, φι­λό­νι­κο και υβρι­στή που δεν υπα­κούει» τον πα­τέ­ρα ή τη μη­τέ­ρα του, ή εί­ναι λαί­μαρ­γος και ακρα­τής, ή μέ­θυ­σος, τότε οι γο­νείς του θα τον φέ­ρουν στους πρε­σβύ­τε­ρους της πό­λης και θα τον καταγ­γεί­λουν σ’ αυ­τούς, και συ­νε­χί­ζει το Θε­ό­δο­το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 21: 18-21 «και τό­τε όλοι οι άν­δρες της πό­λε­ως θα τον λι­θο­βο­λή­σουν μέ­χρι θα­νά­του... και οι Ισ­ρα­η­λί­τες θα ακού­σουν το συμ­βάν και θα φο­βη­θούν», και πο­λύ κα­λά θα κάνουν!
[Να για­τί χα­λά­ει η κοι­νω­νία σή­με­ρα. Δεν εφαρ­μό­ζει αυ­τόν τον κα­τα­πλη­κτι­κό Νό­μο του Θε­ού... Μα καλά τί νομοθετούν τα χριστιανικά έθνη και τί η κνέσσετ;].
Έ­νας άν­δρας που εί­χε την κα­κο­τυ­χία να κου­τσου­ρευ­τεί σε­ξουα­λι­κώς εί­ναι διά πα­ντός αφο­ρι­σμέ­νος από την αγί­αν κοι­νω­νία του Γιαχβέχ, όπως μας το δηλώ­νει ρη­τά το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 23: 1 ή 2 (ε­ξαρ­τά­ται από την έκ­δο­ση):

«Ε­κεί­νος που τραυ­μα­τί­στη­κε στους όρ­χεις (έ­χει όρ­χεις σπα­σμέ­νους ή κομμέ­νους), ή το από­κρυ­φό του μέ­λος (Ε­βρα­ϊ­στί: Σοπ­κά(χ)) εί­ναι σπα­σμέ­νο ή κομ­μένο, δεν θα ει­σέλ­θει στη συ­νά­θροι­ση του Γιαχβέχ.».

[Αυ­τό πά­λι έρ­χε­ται σε κα­τά­φο­ρη αντί­φα­ση με τον Ησα­ΐα 56: 3-5. Δια­βά­στε το από το άγιο θεόπνευστο βιβλίο.].
Κατ’ αυ­τόν τον τρό­πο ο άν­δρας που πι­θα­νώς γεν­νή­θη­κε με αυ­τό ή άλ­λο σω­ματι­κό ελάτ­τω­μα, ενώ δεν φταί­ει, έγι­νε τα­μπού, όπως μας εξη­γεί το Λευιτικόν 21: 16-23:

«... εκεί­νος ο οποί­ος έχει κά­ποιο σω­μα­τι­κό ελάττωμα, κά­ποιαν ανα­πη­ρί­α, ο οποί­ος εί­ναι τυ­φλός, ή χω­λός, ή έχει κο­λο­βή και αντι­φυ­σιο­λο­γι­κώς μι­κρή μύ­τη, ή έχει κομ­μέ­να τα αυ­τιά, ή άν­θρω­πος με σπα­σμέ­νο χέ­ρι ή σπα­σμέ­νο πό­δι, ή εί­ναι κυρ­τός, ή έχει στίγ­μα­τα στο πρό­σω­πό του, ή έχει πρη­σμέ­να και μα­δη­μένα βλέ­φα­ρα, ή έχει άγρια ψώ­ρα, ή λει­χή­νες, ή εί­ναι μο­νόρ­χις ή μη­δε­νόρ­χις, δεν θα πλη­σιά­σει στο θυ­σια­στή­ριο για να προ­σφέ­ρει θυ­σί­ες και δεν θα προ­σφέρει τα δώ­ρα του στον Γιαχβέχ.».

[Τί πα­νά­γα­θος και φιλεύσπλαχνος εί­ναι αλή­θεια αυ­τός ο Θε­ός Πα­τήρ Γιαχβέχ; Το βλέ­πε­τε και μό­νοι σας. Εμείς τί να πού­με;...].
Ε­πί­σης «έ­να μπά­σταρ­δο παι­δί δεν θα προ­σέλ­θει στη συ­νά­θροι­ση του Γιαχβέχ, αυ­τό και οι από­γο­νοί του μέ­χρι δε­κά­της γε­νε­άς», όπως μας το δη­λώ­νει το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 2 ή 3. Ολό­κλη­ρες οι φυ­λές των Αμ­μα­νι­τών και των Μω­α­βιτών ήταν κα­τα­ρα­μέ­νες, όπως μας το λέ­ει το Δευ­τε­ρο­νό­μιον 22: 3-6: «Αμ­μα­νί­της και Μω­α­βί­της δεν επι­τρέ­πε­ται να προ­σέλ­θει στη συ­νά­θροι­ση του Γιαχβέχ έως και δε­κά­της γε­νε­άς. Δεν θα ζη­τή­σεις την ει­ρή­νη και την ευ­η­με­ρία με αυτούς όλες τις ημέ­ρες και διά πα­ντός.». Το σφάλ­μα τους ήταν ότι πριν με­ρι­κούς αιώ­νες, εκεί­νοι οι μυ­θι­κοί προ­πά­το­ρες τους, ο Αμ­μάν και ο Μω­άβ, ήταν χω­ρίς να το θέ­λουν από­γο­νοι αι­μο­μι­ξί­ας των δύο θυ­γα­τέ­ρων του [α­γί­ου] Λωτ με τον πα­τέ­ρα τους αφού προ­η­γου­μέ­νως τον μέ­θυ­σαν οι ίδιες, όπως μας πε­ρι­γρά­φει τα γε­γο­νό­τα η θε­ό­πνευ­στη απο­κά­λυ­ψη στη Γέ­νε­σιν 19: 30-38.
[Ε­πο­μέ­νως οι Αμ­μα­νί­τες και οι Μω­α­βί­τες ήταν «ξα­δέλ­φια» τών Εβραί­ων. Και η πολ­λή, ενά­ρε­τη και κα­λή Ρουθ ήταν Μω­α­βί­τισ­σα, αλ­λά τα κα­τά­φε­ρε να πα­ντρευ­τεί τον Εβραίο βα­σι­λιά Βο­όζ, προπάππο του εκλεκτού βασιλέως Δαυίδ, κλπ.].
Ο «ξέ­νος μέ­σα στη πε­ρι­φέ­ρεια» του Ισ­ρα­ήλ, πα­ρά τις ορι­σμέ­νες αρ­χές «ε­νός νό­μου» για Ιου­δαίο ή Εθνι­κό, υπέκει­το σε με­ρι­κές πε­ρί­ερ­γες δια­κρί­σεις. Στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 23: 19-20 ή 20-21 δια­βά­ζου­με: «δεν θα δα­νεί­σεις με τό­κο στον αδελ­φό σου (Εβραίο)... στον ξέ­νο μπο­ρείς να δα­νεί­σεις με τό­κο.» [βλέπε και Έξοδος 22: 25-26]. Οι Εκλε­κτοί απα­γο­ρευό­ταν να φά­νε πτώ­μα νε­κρού ζώ­ου που βρέ­θη­κε κα­τά τύ­χη, για τους προφα­νείς λό­γους. Αλ­λά όπως μας λέ­ει το θε­ϊ­κό Δευ­τε­ρο­νό­μιον 14: 21: «Θα το δώσεις στον ξέ­νο που βρί­σκε­ται εντός των πυ­λών σου για να το φά­ει, ή μπο­ρεί­τε να το που­λή­σε­τε σε μη Ισ­ρα­ηλί­τη.». Όπως έχομε δει οι Εκλε­κτοί δεν μπο­ρούσαν να αγο­ρά­σουν Εκλε­κτούς για δού­λους εκτός μό­νο για επτά χρό­νια δη­λα­δή «μέ­χρι του Ιω­βη­λαί­ου έτους». Αλ­λά ο Γιαχβέχ θε­σπί­ζει νό­μο ότι μπο­ρούν να αγο­ρά­ζουν ει­δω­λο­λά­τρες και ξέ­νους που ζουν ανά­με­σά τους για ισό­βια δου­λεί­α, όπως μας λέ­ει το Λευ­ι­τικόν 25: 44-45.
Στο όρος Σι­νά ο Γιαχβέχ ξό­δε­ψε μέ­ρος των 40 ημε­ρών για την πα­ρα­σκευή ενός εί­δους «ιε­ρού ελαί­ου του χρί­σμα­τος» και ενός ιδιαι­τέ­ρου εί­δους «ιε­ροτά­του» αρώ­­μα­τος, και στην Έξο­δον 30: 31-38 δια­τά­ζει για το κα­θέ­να απ’ τα δύο ότι: «Ό­ποιος φτιά­ξει κά­τι σαν και αυ­τό, για να το οσφραί­νε­ται ο ίδιος, θα εξο­λο­θρευ­τεί μέ­σα από τον λαό.».
Μέ­σα στις τρο­με­ρές σκηνές του φλε­γο­μέ­νου Σι­νά, και ξα­νά σαν την τε­λι­κή απα­γό­ρευ­ση των «Δέ­κα Εντο­λών», που ανα­φέ­ρονται στην Έξο­δον 34: 10-27, και ακό­μη ξα­νά για Τρί­τη φο­ρά, ο Γιαχβέχ εκ­δί­δει τη φο­βε­ρή και τρο­με­ρή εντο­λή: «Δεν θα μα­γει­ρέ­ψεις αρ­νά­κι με το γά­λα της μά­νας του.». Αυ­τό λοι­πόν το βλέ­πομε τρεις φο­ρές: Έξο­δος 23: 19, 34: 26 και Δευ­τε­ρο­νό­μιον 14: 21.
[Αυτόν τον Νόμο πρέ­πει να τον γνω­ρί­ζουν καλά οι μά­γει­ρες μην τυ­χόν και κά­νουν αυ­τό το φο­βε­ρό λά­θος. Γι’ αυ­τό και δό­θη­κε τρεις φο­ρές. Αν ακό­μα δεν έχετε φά­ει αρ­νά­κι μα­γει­ρε­μέ­νο στο γά­λα της μά­νας του τό­τε δεν έχε­τε ιδέα τι θα πει φα­γη­τό. Βε­βαί­ως η απα­γό­ρευ­ση εί­ναι μό­νο για αρ­νά­κι και για το γά­λα της μά­νας του. Για άλ­λο ζώο ή γά­λα άλ­λου ζώ­ου (π.χ. γυ­ναί­κας, αφού και οι γυ­ναί­κες εί­ναι σαν τα ζώα για τον Γιαχβέχ απ’ ό,τι έχομε ήδη δει) ο νόμος δεν εί­ναι απα­γο­ρευ­τι­κός. Επο­μέ­νως δεν θα τι­μω­ρη­θεί­τε εάν κά­νε­τε άλ­λον συν­δυα­σμό στο μα­γεί­ρε­μά σας.
Μεταξύ των κα­τα­πλη­κτι­κών, δικαίων και σο­φών νό­μων του Γιαχβέχ μελε­τή­στε ακόμα:

1.    Νόμος θεϊκός! Ο απερίτμητος θα εξολοθρεύεται: Γένεσις 17: 14 και απερί­τμητος άρσην, ος ου περιτμηθήσεται την σάρκα της ακροβυστίας αυτού τη ημέρα τη ογδόη, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του γένους αυτής, ότι την διαθήκην μου διεσκέδασε.
2.    Τον ενδιαφέροντα Νόμο κατά της κτηνοβασίας: Έξοδος 22: 19 «παν κοι­μώ­με­νον μετά κτήνους, θανάτω αποκτενείτε αυτούς.», Λευιτικόν 18: 23, «και προς παν τετράπουν ου δώσεις την κοίτην σου εις σπερματισμόν, εκμιανθήναι προς αυ­τό. και γυνή ου στήσεται προς παν τετράπουν βιβασθήναι, μυσαρόν γαρ εστι.» και 20: 15-16 «και ος αν δω κοιτασίαν αυτού εν τετράποδι, θανά­τω θανατού­σθω, και το τετράπουν αποκτενείτε. και γυνή, ήτις προσελεύ­σε­ται προς παν κτή­νος βι­βα­σθήναι αυτήν υπ’ αυτού, αποκτενείτε την γυναίκα και το κτήνος· θανάτω θανα­τούσθωσαν, ένοχοί εισίν.». Κλπ.
3.    Τον πολύ ενδιαφέροντα Νόμο κατά της ομοφυλοφιλίας: Λευι­τι­κόν 18: 22 «και μετά άρσενος ου κοιμηθήση κοίτην γυναικείαν, βέλυγμα γαρ εστι.», 18: 29 «ότι πας, ος εάν ποιήση από πάντων των βδελυγμάτων τούτων, εξολοθρευ­θήσονται αι ψυχαί αι ποιούσαι εκ του λαού αυτών.» και Λευι­τι­κόν 20: 13 «και ος αν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφό­τεροι· θα­νάτω θανατού­σθωσαν, ένοχοί εισιν.», και Δευτερονόμιον 23: 18-19 «Ουκ έσται πόρνη από θυ­γατέρων Ισραήλ, και ουκ έσται πορνεύων από υιών Ισραήλ· ουκ έσται τελεσφό­ρος από θυγατέρων Ισραήλ, και ουκ έσται τελεισ­κόμενος από υιών Ισραήλ. ου προσοίσεις μίσθωμα πόρνης ουδέ άλλαγμα κυ­νός (= ομοφυλοφίλου) εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου προς πάσαν ευχήν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου εστί και αμφότερα.».
Στην Καινή Διαθήκη οι ομοφυλόφιλοι (αναφερόμενοι ως κύ­νες = σκύ­λοι, μερικές φορές) δεν πρό­κειται να εισέλθουν εις την Βασιλείαν των Ουρα­νών και θα μεί­νουν εκτός της Ουρανίας Πόλεως. Βλέπε: Πρός Ρωμαίους 1: 18-27, Α΄ Πρός Κο­ρινθίους 6: 9-11, Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 8-11, Αποκάλυψις 22: 14-15, κ. α.
4.    Τον Νόμο ειδικά κατά της ετεροφυλενδυσίας ή παρενδυσίας: Δευτερονό­μι­ον 22: 5 «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στο­λήν γυ­ναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου εστί πας ποιών ταύ­τα.».
5.    Τον Νόμο περί εκτρώσεως: Για την καταστροφή του εμβρύου προς τιμωρία βλέ­πε: Γένεσις 32: 24 «Εγένετο δε μετά τρίμηνον ανηγγέλη τω Ιούδα λέγον­τες· εκπε­πόρνευκε Θάμαρ η νύμφη σου και ιδού εν γαστρί έχει εκ πορ­νείας. Εί­πε δε Ιού­δας· εξαγάγετε αυτήν, και κατακαυθήτω.». Ακόμα βλέπε: Έξο­δος 21: 22-25 «εάν δε μάχωνται δύο άνδρες και πατάξωσι γυναίκα εν γαστρί έχουσαν και εξέλ­θη το παιδίον αυτής μη εξεικονισμένον, επιζήμιον ζημιωθή­σε­­ται· καθότι αν επι­βάλη ο ανήρ της γυναικός, δώσει μετά αξιώματος· εάν δε εξεικονισμένον ή, δώ­σει ψυχήν αντί ψυχής, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χείρα αντί χειρός, πόδα αντί ποδός, κατάκαυμα αντί κα­τα­καύ­μα­τος, τραύμα αντί τραύματος, μώλω­πα αντί μώλωπος.». Ωσηέ 14: 1 των Εβδο­μήκον­τα­(δύο) (ή 13: 16 σε άλ­λες εκ­δό­σεις) «Αφανισθήσεται Σαμά­ρεια, ότι αντέστη προς τον Θεόν αυτής· εν ρομφαία πεσούνται αυτοί, και τα υπο­τίτθια αυτών εδαφισθήσονται, και αι εν γαστρί έχου­σαι αυτών διαρ­ρα­γή­σονται.». Πάρα πολύ ωραία!
6.    Ορίστε και δύο πάνσοφοι θεϊκοί Νόμοι για καλλιέργειες: Δευτερονόμιον 22: 9-10 «Ου κατασπερείς τον αμπελώνα σου διάφορον, ίνα μη αγιασθή το γένη­μα και το σπέρμα, ό εάν σπείρης μετά του γενήματος του αμ­πελώνός σου. ουκ αρο­τ­ριάσεις εν μόσχω και όνω επί το αυτό.
7.    Να και ένας τρομερός θεϊκός Νόμος για ενδυμασία: Δευτερονόμιον 22: 11-12 «ουκ εν­δύση κίβδη­λον, έρια και λίνον, εν τω αυτώ. Στρεπτά ποιήσεις σεαυτώ επί των τεσ­σά­ρων κρασπέυδων των πε­ριβολαίων σου, α εάν περιβάλη εν αυ­τοίς.».
8.    Υπάρχουν ακόμα πολλοί τόσο «σοφοί» νόμοι μέσα στο ιερό βιβλίο που διε­ρωτάσαι αν είναι δυνατόν αυτοί να γράφτηκαν όχι από θεό αλλά από ανθρώ­πους που ήταν με τα καλά τους! Όπως είπε ο συγγραφέας στην αρχή δεν φιλο­δοξεί να εξετάσει ούτε το ένα δέκατο όλων των νομικών διατάξεων εντός του Μωσαϊκού Νόμου. Πιστεύομε όμως ότι συλλάβατε το νόημα. Όποιος έχει πε­ρισσότερο ενδιαφέρον δεν έχει παρά να μελετήσει όλο τον Μωσαϊκό Νόμο από μια καλή Παλαιά Διαθήκη.]

LENVOI (ΤΟ ΡΕ­ΦΡΑΙΝ, εν κατακλείδι)


Με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων και μο­να­δι­κών προ­στα­γών που ευρίσκονται στον Μω­σα­ϊ­κό κώ­δι­κα, το Λευιτικόν 26: 46 και οι Αριθ­μοί 36: 13 το­νί­ζουν: «Αυ­τές εί­ναι οι εν­το­λές και οι κρί­σεις και οι νό­μοι, που έκα­νε ο Γιαχβέχ με­τα­ξύ αυ­τού και των τέκ­νων του Ισ­ρα­ήλ στο όρος Σι­νά διά της χει­ρός του Μω­υσέ­ως.». [Ά­ρα εί­ναι σα­φές ότι ο Νό­μος αυ­τός δό­θη­κε από τον ίδιο τον Θεό Γιαχβέχ και όχι όπως πολ­λοί πονηροί ή αμε­τα­νό­η­τοι πά­νε να βγά­λου­νε τον Θεό εκτός...]. Μό­λις πριν τον πρό­ω­ρο θά­να­τό του, στο Δευ­τε­ρο­νό­μιον 27: 11-26, «ο Μω­υ­σής επρό­σταξε το λαό του κα­τά την ημέ­ραν εκεί­νη λέ­γων... Επι­κα­τά­ρα­τος να εί­ναι κά­θε άν­θρω­πος ο οποί­ος δεν μέ­νει στα­θε­ρά υπά­κουος σε όλες τις εν­το­λές αυ­τού του Νό­μου και δεν τη­ρεί αυ­τές. Και όλος ο λα­ός όφει­λε να πει: Αμήν!». [Δη­λα­δή: Γέ­νοιτο, μα­κά­ρι να γί­νει έτσι! Πά­ρα πο­λύ ωραί­α!].
Ό­λος ο Νό­μος αυ­τός ήταν η ερ­γα­σία Άπει­ρης Σο­φί­ας — κα­τά τη διάρ­κεια 40 ετών — ενός Θε­ού που ξε­χώ­ρι­ζε για τη δι­καιο­σύ­νη του, που την απά­λυ­νε με έλε­ός του. Εάν με­ρι­κοί ρέ­πουν στο να κρι­τι­κά­ρουν σκλη­ρά τη νο­μο­θε­σία της πο­λι­τεί­ας Tenne­ssee και τον πρό­σφα­το «Νό­μο της μαϊμούς, Monkey Law», (βλέ­πε ενη­με­ρω­τι­κή ση­μεί­ω­ση (2) στο τέ­λος του βι­βλί­ου) αυ­τά εδώ τα δείγ­μα­τα του Νό­μου του Κυ­ρί­ου πρέ­πει να κα­τα­στή­σουν αυ­τές τις κρι­τι­κές αρ­κε­τά πιο ήπιες αφού πρό­κει­ται για νο­μο­θε­σί­ες αν­θρώ­πων, και έχο­ν­τας κα­τά νουν αυ­τές τις προ­η­γού­με­νες που μό­λις εί­δα­με και οι οποί­ες προ­έρ­χο­νται από τη θεία αποκά­λυψη.
[Ας μην ξε­χνά­με ότι ο συγ­γρα­φέ­ας αυ­τού του εγ­χει­ρι­δί­ου, ο αξέ­χα­στος Joseph Wheless, γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε στην πο­λι­τεία Tennessee των ΗΠΑ. Στο τέ­λος λοι­πόν συ­γκρί­νει τη νο­μο­θε­σία της πο­λιτεί­ας αυ­τής του Βα­θέως και όπως εθεωρείτο οπισθοδρομικού Νό­του με τη Θε­ό­δο­τη Νο­μο­θε­σία του Μω­υ­σή. Ως δι­κη­γόρος και δι­κα­στής ήταν ίσως ο κα­ταλ­λη­λό­τε­ρος ερευ­νη­τής για να κά­νει αυ­τή τη σύ­γκρι­ση μα­ζί με την ανά­λυ­ση που πε­ριέ­χει αυ­τό το βι­βλια­ρά­κι. Αν και παράβλεψε πολλούς άλλους ανόητους, σκλη­ρούς και βάρβαρους νό­μους και πολλές βλακείες και θηριωδίες της Πεντατεύχου, του Μωυσέως όπως υποτίθεται, και ολόκληρης της Βίβλου νο­μί­ζω ότι όλα όσα κατά­γρα­ψε και ανάλυσε εδώ υπε­ραρ­κούν για την απο­γύ­μνω­ση αυ­τού του φο­­­βε­ρού, απάν­θρω­που και αιμοσταγούς Νό­μου που λέ­­γε­ται Μω­σα­ϊ­κός. Σχεδόν σε κά­θε παράγραφο στερεοτύπως διαβάζομε: «λιθοβολήσουσιν εν λίθοις», «θανάτω θα­νατούσθω ή θανατούσθωσαν», «εξαλείψω εν φόνω μαχαίρας», «ρομφαία...» και πολ­λά παρεμφερή τοιαύτα μερικά από τα οποία έχομε ήδη καταγράψει στα προηγούμενα μέ­ρη του παρόντος βιβλίου.
Αγαπητοί αναγνώστες, πέραν των σχετικώς ολίγων χωρίων που αναγράφομε εδώ, σας συστήνομε να μελετήσετε ολόκληρη την Πεντάτευχο εις την οποία θα βρείτε όλες τις 613+214+365 = 1292 δια­τάξεις αυτού του «απίστευτα Θεοδότου» Μωσαϊκού Νό­μου τον οποίον ο Ιη­σούς Χριστός όχι μόνο δεν καταλύει αλλά τηρεί ή συμπληρώ­νει, όπως πολύ εμφατικά δηλώνει στα Ευαγγέλια (βλέπε: Ματ­θαί­ος 5: 17-18 και Λου­κάς 16: 17.). Θα κάνε­τε όμως πολύ καλλίτερα αν μελετήσετε προσεκτικά και συγ­κ­ρι­τικά ολό­κληρη την θεόπνευστη Γιαχβικοχριστιανική Βίβλο να δείτε μόνοι σας τί νό­η­μα θα εξ­άγετε. Για να μην μακρηγορούμε εδώ και για να δείτε μόνοι σας τι εστί θεϊκή σοφία σας πα­ρακαλούμε εσείς να μελετήσετε τουλάχιστον και τα εξής επί πλέον κε­φά­λαια από μια καλή έκ­δοση της Βίβλου ή μια πιστή μετά­φ­ρασή της:
Έξοδος 4, 7, 17, 21, 34, 35,
Λευιτικόν 3, 11, 12, 15, 18, 20, 22, 24, 26.
Αριθμοί 17, 22, 31
Δευτερονόμιον 7, 13, 14, 17, 19, 22, 28
Πέραν τούτων σε όλη την έκταση της υπολοίπου Βίβλου θα δείτε πως εφαρμόστηκαν κατά τόπους και κατά περιόδους αυτοί οι πολιτισμένοι νόμοι του μόνου, αληθινού, πανσόφου, πανα­γάθου και ελεήμονος θεού, ο οποίος όλος αγάπη εστί.
Οι θεο­φώ­τι­στοι Χριστια­νοί και οι περισσό­τεροι φανατικοί Εβραίοι πι­στεύ­ουν ότι ο Μωσαϊκός Νό­μος εδό­θη από τον ίδιο τον Θεό κατευ­θείαν στον Μω­υ­σή (εί­ναι δόγμα τους). Οφείλουν όμως «λόγον διδόναι» εις πάντα τα έθνη κάτι που απο­φεύ­γουν να πρά­ξουν εδώ και χιλι­ε­τί­ες. Νο­μί­ζω ότι αυ­τή η πί­στη εί­ναι μια από τις χει­ρό­τε­ρες προ­σβο­λές για έ­να Θεό πάν­σο­φο, πα­νά­γα­θο, πα­ν­το­δύ­να­μο, κλπ. Εσείς τί νο­μί­ζε­τε; Απα­ντή­σε­τε ει­λι­κρι­νά, του­λά­χι­στον στους εαυ­τούς σας και μετά διατηρήσετε την ανάλογη στάση πάνω στα θέματα αυ­τά. Εάν όμως οι Γνωστικοί πιστεύουν τα αληθή, τότε τω όντι είναι θεόπνευστος ο Μω­σα­ϊκός Νόμος «αίμασι γάρ χαίρει ο τού κόσμου δεσπότης»!].

Ε­ΠΙ­ΛΟ­ΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΤΗ
Με­τά τη με­λέ­τη των προ­η­γου­μέ­νων θε­μάτων θα θέ­λα­με να πα­ρου­σιά­σομε εν συν­το­μία τί σχέ­ση έχουν όλα αυ­τά με την Και­νή Δια­θή­κη και τη χρι­στια­νι­κή θρη­σ­κεία.
Πρώ­τα απ’ όλα η (οι) χρι­στια­νι­κή (-κές) εκ­κλη­σία (-σί­ες) έχει (-ουν) θε­σμο­θε­τή­σει δόγ­μα­τα ότι τό­σον η Πα­λαιά όσο και η Και­νή εί­ναι ισό­τι­μες και έγκυ­ρες πη­γές της χρι­στια­νι­κής πί­στης. Εί­ναι και οι δύο έρ­γα θε­ό­πνευ­στα και η Καινή έρ­χε­ται σαν συ­νέ­χεια και συμ­πλή­ρω­ση της Πα­λαιάς. Η Πα­λαιά βρί­σκει τη δι­καί­ω­σή της στην Και­νή. Ο πρώ­τος θε­ο­λό­γος της χρι­στια­νι­κής πί­στε­ως, ο απόστο­λος Παύ­λος, μας δια­βε­βαιώ­νει στη Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ον επι­στο­λή, κε­φά­λαιο 3, στί­χος 16, ότι «πά­σα γρα­φή είναι θε­ό­πνευ­στος». Όσο για τις δι­κές του γρα­φές μας λέ­ει στην Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους 11: 23, στην Πρός Γα­λά­τας 1: 11-12 κλπ. ότι τις πα­ρέ­λα­βε από τον Κύ­ριο Ιη­σού Χρι­στό «δι’ απο­κα­λύ­ψε­ως». Ακό­μα στην Πρός Γα­λά­τας 3: 15-29, αφού μας λέ­ει κα­θα­ρά ότι ο Μω­σα­ϊ­κός Νό­μος εί­ναι νό­μος δί­καιος και αγα­θός που πα­ρα­δό­θη­κε με τη με­σο­λά­βη­ση των αγ­γέ­λων (στί­χοι3: 17-19, βλέπε και Πράξεις 7: 53) μας εξη­γεί ακό­μη για­τί ο Μω­σα­ϊ­κός Νό­μος έγι­νε για μας «παι­δα­γω­γός εις Χρι­στόν» (στί­χος 24). Μιλά υπέρ του Νόμου και ότι είναι άγιος επίσης στην Πρός Ρωμαίους 2: 13 και 7: 1, 12.Τί να πού­με τό­τε εμείς για ένα τό­σο «κα­λό, άγιο» νό­μο που μας φέρ­νει σαν παι­δα­γω­γός στον υιόν του μόνου αληθινού Θεού τον Ιησού Χρι­στό;! Αφού το λέ­ει ο θεί­ος Παύ­λος έτσι πρέ­πει να εί­ναι! Ύστε­ρα από όσα εί­δα­με, για να δε­χθεί κα­νείς κά­τι τέ­τοιο πρέ­πει να υπο­φέ­ρει από κά­τι... Αλ­λά αφού το λέ­ει η θρη­σκεί­α, η μό­νη και αλη­θι­νή, πρέ­πει να το πι­στεύ­ομε χω­ρίς κα­μιά αν­τίρ­ρη­ση ή ερώ­τη­ση...! Αλλά ο ίδιος ο Παύλος που πρέ­πει σίγουρα να υποφέ­ρει από κάτι έρχεται πολλές φορές σε αντίφαση με τον εαυ­τόν του και μας λέει ότι ο Νόμος δεν εδόθη τέλειος και ακόμα τον καραργεί: π.χ. Πράξεις 13: 39, Πρός Ρωμαίους 7: 1-6, 10: 4-5, Πρός Γαλάτας 2: 16, 21, 3: 25, 5: 2, Β΄ Πρός Κορινθίους 3: 13, Πρός Εφεσίους 2: 15, Πρός Φιλιππησίους 3: 2-3, Πρός Κολασσαείς 2: 14, Πρός Εβραίους 8: 6-7, ακόμα και ο Λουκάς 16: 16.
Ένα χτυπητό παρά­δειγμα αλλοπροσαλλοσύνης και αντιφάσεων σχετικώς με τον Μω­σαϊκό Νόμον αποτελούν οι παρακάτω στίχοι. Είναι πραγματικά για γέ­λια! Μελετείστε τους με τη σειρά που τους παραθέτομε και εξάγετε μόνοι σας τα συμπε­ρασματά σας.

Πρά­ξεις ιγ΄: 39, [Ο Παύλος λέγει ότι η πίστη στον Ιησού συμπληρώνει την ισχύν και την ατέλεια του Νόμου: ] και από πάντων ων ουκ ηδυνήθητε εν τω νόμω Μωϋσέως δικαι­ω­θή­ναι, εν τούτω [τω Ιησού] πας ο πιστεύων δικαιού­ται.
Ματ­θαί­ος ε΄: 17-18, [Ο Ιησούς επιβεβαιώνει την πλήρη ισχύν του Νόμου μέ­χρι Δευ­τέρας Παρουσίας: ] Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ου­ρα­νός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νό­μου έως αν πάντα γένη­ται. (Και Λουκάς 16: 17.)
Πρός Ρω­μαί­ους στ΄: 14, [Ο Παύλος καταργεί τον Νόμο] αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει· ου γαρ εστε υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν.
ζ΄: 1, [Ο Παύλος αντιφάσκει πλήρως προς τον προη­γούμενο στίχο!] Ή αγνοεί­τε, αδελφοί· γινώσκουσι γαρ νόμον λαλώ. ότι ο νόμος κυριεύει του αν­θρώπου εφ’ όσον χρόνον ζη;
ζ΄: 6, [Ο Παύλος σχεδόν αμέσως αναιρεί ό,τι είπε πριν διά του αντίθετου: ] νυ­νί δε κατηρ­γήθη­μεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ωστε δου­λεύ­ειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος.
Πρός Γα­λά­τας γ΄: 10, [Ο Παύλος και πάλι επιβεβαιώνει την διαχρονική ισχύν του Νόμου και των διατάξεών του: ] Οσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατά­ραν εισί· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις γεγραμ­μένοις εν τω βιβλίω του νό­μου του ποιήσαι αυτά·
Πρός Ρω­μαί­ους δ΄: 14-15, [Ο Παύλος πριν ήλθε σε κατάφορη αντίφαση με τον εαυτόν του εφ’ όσον είχε ήδη ‘πεί: ] ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκέ­νω­ται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία· ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται· ου γαρ ουκ έστι νόμος, ου­δέ παράβασις.
Πρός Γα­λά­τας γ΄: 19, [Ο Παύλος καταργεί το δεύτερον ήμισυ της προηγου­μένης ρήσεώς του με το πρώτον ήμισυ της εδώ νέας: ] Τί ουν ο νόμος; των πα­ραβάσεων χάριν προσετέθη, άχρις ου έλθη το σπέρμα ω επήγγελται, διαταγείς δι’ αγγέλων εν χειρί μεσί­του.
Α΄ Ιω­άν­νου γ΄: 4, [Ο Ιωάννης αγανακτισμένος επιλαμβάνεται του προβλήμα­τος που δημιουργεί η τρομερή ανωμαλία του Παύλου και θέτει τα πράγματα καλλίτε­ρα.] Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρτία εστίν η ανομία.
Πρός Ρω­μαί­ους ζ΄: 12, [Εδώ ο Παύλος εξαίρει τον Νόμο ξεχνώντας όλα τα άλλα που έχει πει εναντίον του] ώστε ο μεν νόμος άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.
[και συνεχίζει με την πνευματική ισχύν του Νόμου] ζ΄: 14, οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπραμένος υπό την αμαρτίαν.
Πρός Γα­λά­τας γ΄: 22-23, [Ο Παύλος αρνείται αυτά που είπε ο Ιησούς και αυ­τά που είπε ο ίδιος στους Εβραίους της Ρωμης και έτσι στους Εβραίους της Γαλα­τίας ανακοινώνει ότι ο Νόμος τους κρατούσε στα δεσμά της αμαρτίας αλλά η αποκαλυφθείσα πίστη στον Ιησού αχρηστεύει τον Νόμο] αλλά συνέκ­λεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χρισ­τού δοθή τοις πιστεύουσι. Προ δε του ελθείν την πί­στιν υπό νόμον εφρουρούμε­θα συγκεκ­λεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν αποκαλυ­φθήναι.
Πρός Ρω­μαί­ους γ΄: 19, [Ο Παύλος όμως, στους Εβραίους της Ρώμης είχε πει ότι ο Θεός Γιαχβέχ έδωσε τον Νόμον για να βουλώσει κάθε στόμα και όλος ο κόσμος να γίνει ένοχος μπροστά στον Θεό!] Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λαλεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσ­μος τω Θεώ,

Οι ανα­φο­ρές στον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο που εί­ναι σπαρ­μέ­νες μέ­σα στην Και­νή Δια­θή­κη εί­ναι πά­ρα πολ­λές. Τις πιο πολ­λές φο­ρές η ανα­φο­ρά γί­νε­ται μό­νο με τη λέξη «νό­μος» χω­ρίς το επί­θε­το Μω­σα­ϊ­κός! Μάλ­λον επι­τυ­χώς διό­τι αυ­τός ο νό­μος εί­ναι πράγ­μα­τι ένα μω­σα­ϊ­κό αλ­λο­πρό­σαλ­λο, οπό­τε το Μω­σα­ϊ­κός εξυ­πα­κού­ε­ται. Ο Νόμος αυτός είναι φοβε­ρά απάνθρωπος, σκληρός, βάρβαρος και βλακώδης σε πάρα πολλά σημεία. Έτσι και οι ίδιοι οι ρα­βίνοι είχαν διάφορα προβλήματα, αντιφατικές απόψεις και αντίθετες σχολές περί του θεοδότου αυτού νόμου για το πως να τον ερμηνεύουν και να τον εφαρμόζουν. Τον πρώτον αιώνα Π. Κ. Ε και Κ. Ε., π.χ. υπήρχε η σχολή του Χιλλέλ του Πρεσβυτέρου (παππού του Φαρι­σαί­­ου Γαμα­λιήλ του βιβλίου των Πράξεων) που ερ­μήνευε τον νό­μο σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου και η σχολή του Σαμμάς (ή Σαμ­μαΐ) που επέμενε στο γράμμα του νό­μου αφού ο νόμος ή­ταν θε­ϊκός. Ίσως και σ’ αυτό να οφείλεται η ήπια αντι­μετώπιση των Εβραιοχριστιανών από τον Γαμαλιήλ, όπως ομολογούν οι Πράξεις 5: 32-42.
Πρωτύτερα (167-164 Π.Κ.Ε.) ο Αν­τί­ο­χος Δ΄ ο Επιφανής, ό­πως μας λένε τα βι­β­λία των Μακκαβαίων, έβρισκε την ευκαιρία να κάνει τις στρα­τι­­ω­τι­κές επιθέσεις του κατά των Εβραίων τα Σάβ­βα­τα επειδή αυτή την η­μέρα οι Εβραίοι απα­­γο­­­ρευ­όταν ακό­μα και να κι­νηθούν πέραν μιας μι­κρής απόστασης. Μέ­χρι που δεν έπαιρνε άλλο και μια μέρα ξύ­πνη­σε ο Ιούδας ο Μακ­κα­βαίος και εδήλωσε τε­λεία και παύλα με τα Σάβ­βατα. Και ο Ρωμαί­ος στρατηγός Πομπήιος όταν κατέλαβε την Πα­λαιστίνη και την Ιε­ρου­­σαλήμ (63 Π.Κ.Ε.) έτριβε το κεφάλι του για­τί δεν μπορούσε να κα­τα­λάβει αυτή την πα­­ραξενιά της απόλυτης αργίας του Σαβ­βά­του μαζί με τις υπόλοιπες πα­ραξενιές της Εβρα­­ϊκής θρησκείας (π.χ. το άβατον του ναού, την περιτομή, τις διακρίσεις κατά των γυναικών κλπ).
Προ­τού ανα­φερ­θού­με σε δύο ση­μαν­­τι­κές ανα­φο­ρές θέ­λομε να το­νί­σομε το εξής. Η χρι­στια­νι­κή θε­ο­λο­γία μας δι­δά­σκει ότι ο Θε­ός έδω­σε αυ­τόν τον τέ­τοιο νό­μο στον Μω­υ­σή επει­δή στην κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση που βρί­σκο­νταν τότε οι τότε ημιά­γ­ριοι Εβραίοι δεν θα μπο­ρού­σαν να κα­τα­λά­βουν και να δεχ­θούν έναν άλ­λο νό­μο που θα ήταν τέ­λειος. Δη­λα­δή ο πάν­σο­φος και πα­ντο­δύ­να­μος Θε­ός έκα­νε κά­ποιους συμ­βι­βα­σ­μούς τους οποί­ους έπρε­πε να διορ­θώ­σει με­τά από χί­λια χρό­νια και βά­λε. Αλ­λά και την επο­χή που έδω­σε την Και­νή Δια­θή­κη, η κοινω­νι­κή κα­τά­στα­ση των Εκλε­κτών του Θε­ού δεν ήταν πο­λύ κα­λύ­τε­ρη. Λί­γη με­λέτη της σχε­τι­κής Ιστο­ρί­ας μας πεί­­θει γι’ αυ­τό. Αν πά­λι ο Θε­ός χρεια­ζό­ταν έναν λαό ο οποί­ος έπρε­πε να κα­τα­λα­βαί­νει τα σχέ­δια του, τό­τε δεν μπο­ρού­σε να βρει κά­ποιον άλ­λο με πιο ανε­βα­σμέ­νο πο­λι­τι­στι­κό και κοι­νω­νι­κό επί­πεδο; Ενώ, όπως δια­βά­ζομε στην Έξο­δον (π.χ. 4: 21, 9: 12, 10: 1, 20, 27, 11: 10, 13: 15, 14: 8 κα., το λέει και ο «μέγας!» Παύλος Πρός Ρω­μαίους 9: 17-18,), όπο­τε ήθε­λε σκλή­ρυ­νε την καρ­δίαν του Φα­ραώ για να τον τι­μω­ρή­σει με­τά αμεί­λι­κτα (σαν να του έστη­νε πα­γί­δα πονηρή!), με τον Εκλε­κτό λαό του δεν μπο­ρού­σε να κά­νει όχι μό­νο την καρδίαν τους πιο μα­λα­κή αλ­λά ού­τε και το μυα­λό τους πιο ικα­νό και επι­δε­κτικό ώστε να κα­τα­λα­βαί­νουν ένα σω­στό και τέ­λειο νό­μο ευ­θύς εξ’ αρ­χής. Κά­τι τέ­τοια μα­σή­μα­τα και ανα­μα­σή­μα­τα ακού­με. Το τρα­γι­κό εί­ναι ότι ο πο­λύς λαός τα χά­φτει χω­ρίς να σκε­φτεί κα­θό­λου. Με­τά λοι­πόν ο Θε­ός εί­τε εν γνώ­ση του από την αρ­χή, εί­τε το έμα­θε στην πο­ρεία, απο­φά­σι­σε να δώ­­σει στους αν­θρώ­πους μια και­νούρ­για Δια­θή­κη διά των δι­δα­σκα­λι­ών και πα­θη­μά­των του Υιού Του Ιη­σού Χρι­στού. Το μυ­στή­ριο εί­ναι ότι αυ­τή τη φο­ρά οι Εκλε­κτοί απέρ­ρι­ψαν τη Νέα Δια­θή­κη του Θε­ού τους και έτσι ανα­γκά­στη­κε ο Θε­ός τους να την πασά­ρει στους εθνι­κούς (π.χ. Λουκάς 20 : 9-18, Ιωάννης 1: 11, Πράξεις 13: 46-48, 18: 6 κα.). Ποιος ξέ­ρει αν θα μας δώσει πά­λι και πότε κα­μιά πιο και­νούρ­για και πιο σω­στή ώστε αυ­τή τη φο­ρά να τη δε­χτού­νε ακόμη και οι Εκλε­κτοί του;
Ακόμα, στο Ευαγ­γέ­λιο του Ματ­θαί­ου 5: 17-18 και του Λου­κά 16: 17, βλέ­πο­με ότι ο Χρι­στός δη­λώ­νει κα­θα­ρά το εξής: «Μην νο­μί­σε­τε ότι ήλ­θα να κα­τα­λύσω τον νό­μο και τους προ­φή­τες. Δεν ήλ­θα να κα­ταρ­γή­σω αλ­λά να συμ­πλη­ρώ­σω (ή να τον τη­ρή­σω). Αλή­θεια σας λέ­γω, έως ότου πα­ρέλ­θει ο ου­ρα­νός και η γη ού­τε ένα γιώ­τα ή ένα κόμ­μα δεν θα κα­ταρ­γη­θεί από τον νό­μο, μέ­χρις ότου γί­νουν όλα.». Βλέ­πο­με δη­λα­δή ότι ο Χριστός δεν κα­τα­λύ­ει ή κα­ταρ­γεί τί­πο­τα απ’ αυ­τόν τον νό­μο· μό­νο να συμπ­λη­ρώ­σει θέ­λει. Ο νό­μος δη­λα­δή έχει ελ­λεί­ψεις που πρέ­πει να συ­μ­πλη­ρω­θούν. Άρα δό­θη­κε ελ­λι­πής από τον Θεό αρ­χι­κά (π.χ. Πράξεις 13: 39, Πρός Εβραίους 8: 6-7). Αλλά ο Ιάκωβος στην Επιστολή του β΄: 10, έφτασε στην ακρότητα να μας πει ότι το να πα­ρα­βιάσεις μόνο μια εντολή του νό­μου είναι το ίδιο με το να παραβιάσεις όλο τον νόμο «όστις γαρ όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί, γέγονε πάντων ένο­χος.». (Χριστιανική Λογική!).
Όταν όμως με­λε­τή­σομε το κε­φά­λαιο 5 του Ματ­θαί­ου πα­ρα­τη­ρού­με ότι σε με­ρι­κά ση­μεία διορ­θώ­νει τον νό­μο, δη­λα­δή κα­ταρ­γεί τα προ­η­γού­με­να και στη θέ­ση τους βά­ζει νέ­α, υπο­τί­θε­ται, πιο σω­στά (ή μάλ­λον σω­στά αυ­τή τη φο­ρά, αλ­λά ποιος μπο­ρεί να ξέ­ρει;). Π.χ. βλέ­πε Ματ­θαί­ος 5: 27-28, 31-32, 33-34, 38-39, 43-44, 15: 11, Μάρκος 2: 18-20, 7: 15, Λουκάς 11: 37-38, 13: 10-16, Ιωάννης 5: 8-11, 8: 4-11 κα. Εδώ δεν έχομε μια απλή συ­μπλή­ρω­ση για κά­τι που λεί­πει ή εί­ναι ελ­λι­πές, αλ­λά διόρ­θω­ση και κα­τάρ­γη­ση, που ση­μαί­νει αντι­κα­τά­στα­ση του ήδη υπάρ­χο­ντος από κά­τι άλ­λο, σω­στό — υ­πο­τί­θε­ται. Αυτό προ­φα­νώς έρ­χε­ται σε αντί­φα­ση με τους στί­χους Ματ­θαί­ος 5: 17-18, Λου­κάς 16: 17, και με τις ίδιες τις δια­τά­ξεις του Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου εφό­σον τις αλ­λά­ζει. Το πε­ρί­ερ­γο εί­ναι ότι και οι πα­λαιές και οι νέ­ες δια­τά­ξεις δό­θη­καν από τον ίδιο πάν­σο­φο και πα­ντοδύ­να­μο Θε­ό. Σ’ αυ­τά οι θε­ο­λό­γοι έχουν πα­ρα­σκευά­σει κά­τι στε­ρε­ό­τυ­­πες ψευ­το­δι­και­ολο­γί­ες για­τί δεν αντέ­χουν κα­μιά κρι­τι­κή, όπως τη σύ­ντο­μη κριτι­κή που έχομε κά­νει εδώ. Μό­νο με διάφορες τέ­τοιες σο­φι­στεί­ες πα­ρη­γο­ρούνται, αλ­λά με το δί­κιο τους αφού αυ­τές πιά­νουν τό­πο στα αυ­τιά των αφε­λών. Βλέ­πεις «ο κό­σμος πι­στεύ­ει στα αυ­τιά του πα­ρά στα μά­τια του!».
Ο Χρι­στια­νι­σμός εκπή­γα­σε ως αί­ρε­ση από τον Ιου­δα­ϊ­σμό. Γι’ αυ­τό βα­σί­ζε­ται στην Πα­λαιά Δια­θήκη και το­νί­ζει «εν εκ­κλη­σί­αις ευ­λο­γεί­τε τον Θε­όν Κύ­ριον εκ πη­γών Ισ­ρα­ήλ». Ο ορ­θό­δο­ξος Ιου­δα­ϊ­σμός κα­τα­δί­ω­ξε την αί­ρε­ση αυ­τή μέ­χρι το 135 Κ. Ε., όταν δηλα­δή έλη­ξε η δεύ­τε­ρη επα­νά­στα­ση των Ιου­δαί­ων ενα­ντί­ον των Ρω­μαί­ων με πατα­γώ­δη απο­τυ­χία και με τον θά­να­το του αρ­χη­γού της (ψευ­δο)μεσ­σία Συμεών Μπαρ Κόκ­χμ­πα(χ) (ή Μπαρ Κοσσίμπα, δηλαδή Υιός Αστέρος). Με­τά, η Ιου­δα­ϊ­κή επι­κρά­τεια εξα­φα­νί­στη­κε και δυο αιώ­νες αργό­τε­ρα τα πράγ­μα­τα αν­τι­στρά­φη­καν. Τώ­ρα οι Χρι­στια­νοί κα­τα­δί­ω­καν του Ιου­δαί­ους παρ’ όλο που συγ­χω­ρού­σαν και αγα­πού­σαν τους εχθρούς τους και διάφορα τέτοια τοιαύτα (Ματθαίος 5: 39, 44, Λου­κάς 6: 27-28, 35, Πρός Ρωμαίους 12: 14, 17-21). Ο Θεός του Μω­υ­σέ­ως εί­ναι ακρι­βώς ο Θε­ός Πα­τήρ των Χρι­στια­νών που υπο­σχέ­θη­κε στους Πρω­το­πλά­στους ότι θα στεί­λει εν και­ρώ τον Υιόν του για να θυ­σια­στεί προς χά­ριν του αν­θρω­πί­νου γέ­νους, να το ελευ­θε­ρώ­σει από την αρ­χι­κή κα­τά­ρα και να το σώ­σει από την αιώ­νια τι­μω­ρία της κο­λά­σε­ως ώσ­τε να κλη­ρο­νο­μή­σει την αιώ­νια βα­σι­λεία του Θε­ού στον ου­ρα­νό (τον Πα­ρά­δει­σο) με­τά θά­να­τον.
Ο Χρι­στια­νι­σμός υπάρ­χει εδώ και 2000 χρό­νια πε­ρί­που, κά­που 300 χρό­νια στο πε­­ρι­θώ­ριο της κοινω­νί­ας ή διω­κό­με­νος και για κά­που 1700 χρό­νια έχει το πά­νω χέ­ρι εκεί όπου εδραιώ­θη­κε, επειδή έτσι το θέ­λη­σε ο φροκτός Κων­στα­ντί­νος ο «Μέ­γας». Ο Χριστια­νι­σμός με οποια­δή­πο­τε μορφή και αν επι­βλή­θη­κε, τώ­ρα και τό­σα χρό­νια, δεν έλυ­σε κα­νέ­να από τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα των οποί­ων τη λύ­ση επαγ­γέλ­θη­κε. Στα μέ­ρη που επι­κρά­τη­σε, ού­τε ο κό­σμος έγι­νε μία ποί­μνη (Ιωάννης 10: 16), ού­τε η αγά­πη υπε­ρί­σχυ­σε, ού­τε οι εντο­λές και η δι­δα­σκα­λία του στην πρά­ξη έγι­ναν οι απα­ρά­βα­τοι κα­νό­νες του κοι­νω­νι­κού βί­ου. Τί λέ­τε εσείς ανα­γνώ­στες; Πέ­φτω έξω σ’ αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα; Ή μή­πως ο Χριστια­νι­σμός δεν έγι­νε εκα­το­ντά­δες αι­ρέ­σεις που φα­γώ­θη­καν με­τα­ξύ τους χει­ρό­τε­ρα κι’ από τα άγρια σκυ­λιά;
Πα­ρα­κά­τω ανα­γρά­φω ένα με­ρι­κό κα­τά­λο­γο ανα­φο­ρών από την Και­νή Δια­θή­κη (για­τί από την Πα­λαιά χά­νεις τον μπού­σου­λα!) για την απο­μυ­θο­ποί­η­ση ορι­σμέ­νων μύ­θων που τό­σο επιδει­κτι­κά οι θε­ο­λό­γοι δια­φη­μί­ζουν σαν με­γά­λους άθλους του Χρι­στια­νι­σμού. Μό­νο θα πα­ρα­κα­λέ­σω τον ανα­γνώ­στη να έχει πα­ρα­πλεύ­ρως την Και­νή Δια­θήκη και να με­λε­τή­σει όχι μό­νο τούς στί­χους που ανα­φέ­ρω αλ­λά και ολό­κλη­ρα τα κε­φά­λαια μέ­σα στα οποία βρί­σκο­νται. Ακό­μα κα­λύ­τε­ρα ας με­λε­τή­σει ολό­κληρη την Και­νή. Έτσι δεν θα έχουν να μας δια­τυ­μπα­νί­ζουν τη φτη­νή δι­καιο­λο­γία ότι βγά­ζομε τους στί­χους έξω από το πε­ρι­βάλ­λον τους. Ύστε­ρα μια κα­λή γνώ­ση της Ιστο­ρί­ας του τί επα­κο­λού­θη­σε θα δια­φω­τί­­σει πλή­ρως τον κα­θέ­να.

Α) Μύ­θος Ελευ­θέ­ρας Εκλο­γής και της μη Επι­ση­μο­ποι­η­μέ­νης Βί­ας.
Ε­κτός από τα φο­βε­ρά και τρο­με­ρά που αφη­γεί­ται η Πα­λαιά Δια­θήκη και η Και­νή εί­ναι γε­μά­τη από χω­ρία φό­βου και τρό­μου, απει­λών, θα­να­τώ­σε­ων, γέ­εν­νας πυ­ρός, κό­λα­σης των δια­βό­λων, κατάρων, σκό­τους εξω­τέ­ρου, κλαυθ­μού και βρυγ­μού (τριγ­μού) οδό­ντων, λι­μ­νών πυ­ρός και θεί­ου και πολ­λών τέ­τοιων μαρ­γα­ρι­τα­ριών που απα­ντώ­νται σχε­δόν πα­ντού. Όλα αυ­τά εί­ναι κα­τάλ­ληλα επι­λεγ­μέ­να για να φο­βά­σαι, να πι­στεύ­εις και να υπο­τάσ­σε­σαι στη νέα θρησκεί­α. Ο μη πι­στός θα κα­τα­δι­κα­στεί πά­ει και τε­λεί­ω­σε (Ματ­θαίος 12: 33-45, Μάρ­κος 16: 16, Λου­κάς 12: 46, Ιω­άν­νης 3: 18 και 36, στον Παύ­λο και Απο­κά­λυ­ψη και πα­ντού). Αλ­λά έχομε και άμε­σες δια­τυ­πώ­σεις και εντο­λές κα­θα­ρής και ωμής βί­ας (Ματ­θαί­ος 7: 19 και 10: 34-38. Λου­κάς 12: 45-53, 14: 23 «...ανά­γκα­σον ει­σελ­θείν...». που έγινε το περίφημο «cogito intrare» του Ιερού Αυγουστίνου στα λατινικά, 19: 27 («...και κα­τα­σ­φάξατε αυτούς έμπροσθέν μου...». αυ­τό εί­ναι κραυγαλέο και πρέ­πει να το δια­βά­σετε), 22: 36, 38. Ιω­άν­νης 15: 6 (φω­τιά για την ιε­ρή εξέ­τα­ση). Πρός Εβραίους 10: 28-31 (κα­θα­ρός Γιαχ­βι­σμός της Πα­λαιάς Δια­θή­κης) κλπ.

Β) Μύ­θος Κα­ταρ­γή­σε­ως της Δου­λεί­ας.
Ό­πως εί­δα­με, ο Νό­μος του Θε­ού στην Πα­λαιά Δια­θή­κη έχει «κα­τα­πλη­κτι­κές» δια­τά­ξεις για τη δου­λεία και τους δού­λους. Αλ­λά και η Και­νή δεν πά­ει πί­σω. Η φι­λο­λο­γία με διάφορα σχή­μα­τα λό­γου και πα­ρα­βο­λές, στις οποί­ες αναφέρονται οι δούλοι με τους κυρίους τους, α­πο­τε­λούν ειδι­κή προ­τί­μη­ση. Όταν με­λε­τή­σομε προ­σε­κτι­κά αυ­τά τα χωρία, εί­ναι ν’ απο­ρή­σομε για­τί να υπάρ­χει αυ­τή η ιδιαί­τε­ρη προ­τί­μη­ση με τη δου­λεία και τους δού­λους. Ιδιαιτέρως θαυμά­στε Ματθαίος 18: 23-35 (με βασανι­σ­τήρια) και Λουκάς 12: 45-48 (με ξυλοδαρμούς). Αλ­λά για να δού­με από κο­ντά τί πα­ραγ­γέλ­λει άμε­σα πλέ­ον ο πρώ­τος δι­δά­ξας της Και­νής Δια­θή­κης, ο Από­στο­λος των Εθνών, Παύ­λος. Σας πα­ρα­κα­λού­με να με­λε­τή­σε­τε:

1.    Πρός Ρω­μαί­ους 14: 4
2.    Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους 7: 20-24
3.    Πρός Γα­λά­τας 3: 28
4.    Πρός Εφε­σί­ους 6: 5-8
5.    Πρός Κο­λασ­σα­είς 3: 22-25, 4: 1
6.    Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον 6: 1-2
7.    Πρός Τί­τον 2: 9-10

Ό­λη η επι­στο­λή Πρός Φι­λή­μονα γρά­φτη­κε από τον Παύ­λο προς τον πλού­σιο Χρισ­τι­α­νό Φι­λή­μονα για να μην κα­κο­με­τα­χει­ρι­στεί τον δρα­πέ­τη δού­λο του Ονί­ση­μο κλπ... Δεν του έγρα­ψε ο Παύ­λος να του χα­ρί­σει την ελευ­θε­ρία και ως πλού­σιος που ήταν να του πλη­ρώ­σει τα με­ρο­κά­μα­τα που του εί­χε κά­νει τζά­μπα κλπ.
Έ­χομε επί­σης τα ίδια στην Α΄ Πέ­τρου 2: 18-20. Τα ίδια βρί­σκομε και στους Χριστιανούς θε­ο­φό­ρους πα­τέ­ρες. Τί να κά­νου­με; Σόι πά­ει το βα­σί­λειο! Εσείς τί λέ­τε; Πεισθή­κα­τε;

Γ) Μύ­θος Ισό­τη­τας της Γυ­ναί­κας και Κα­λυ­τε­ρεύ­σε­ως της Κοι­νω­νι­κής της Θέ­σε­ως.
Γι’ αυ­τό το θέ­μα σας πα­ρα­κα­λού­με να με­λε­τή­σε­τε:

1.    Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους 7: 1-4, 25-40, 11: 3-16, 14: 34-35
2.    Πρός Εφε­σί­ους 5: 22-33
3.    Πρός Κο­λασ­σα­είς 3: 18-19
4.    Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον 2: 9-15
5.    Α΄ Πέ­τρου 3: 1-7

Η με­λέ­τη των αγί­ων θε­ο­φό­ρων πα­τέ­ρων για τη γυ­ναί­κα εί­ναι να σε κά­νει να αυ­το­κτο­νή­σεις, αν εί­σαι γυ­ναίκα! Δεν υπάρ­χει πιο αη­δια­στι­κή περίπτωση αι­σχί­στου ψυ­χο­λο­γι­κού συ­μπλέγ­μα­τος από αυ­τήν των πα­τέ­ρων. Αί­σχος και φρί­κη!

Για αιώ­νες κύ­μα­τα Χριστιανών γίνονταν ασκη­τές, ανα­χω­ρη­τές, ερη­μί­τες, στη­λί­τες, πη­γα­δί­τες, τρωγλο­δύ­τες, κα­λό­γε­ροι, μο­να­χοί, μο­να­στές, ησυ­χα­στές, ρα­κέν­δυ­τοι. Άφη­σαν το σώ­μα τους μέσ’ τη βρόμα και την αρ­ρώ­στια ώστε με­ρι­κοί σκου­λή­κια­σαν εν ζω­ή. Άλ­λοι ευ­νού­χι­σαν εαυ­τούς (όπως ο χαλ­κέ­ντε­ρος Ωρι­γέ­νης ο Αλε­ξαν­δ­ρεύς, ο Δωρό­θεος Τύρου, ο Μελίτων Σάρδεων, η ομά­δα των Βα­λε­σί­ων της Αι­γύπ­του, οι αίρεση των Εγκρατιστών, κ.ά., κα­τά τον Ματ­θαίο 5: 28-30, 18: 8-9, το κραυ­γαλέο 19: 12, και Μάρ­κος 9: 43-47, κλπ.). Ήδη από τον πρώ­το αιώ­να ο ευ­νου­χι­σμός των ανδρών και η δια­τή­ρη­ση της παρ­θε­νί­ας στις γυ­ναί­κες θε­ω­ρού­νταν με­γά­λες αρε­τές, ώστε να έχομε τον ανεκ­δι­ή­γη­το πα­τέ­ρα Τερ­τυλ­λια­νό (155-220 Κ.Ε.) να καυ­χιέ­ται γι’ αυ­τούς και να τους εκ­θειά­ζει. Όλα αυ­τά τα έκα­ναν μό­νο και μό­νο για να κλη­ρο­νο­μή­σουν την αιώ­νια ζωή στην εξώ­κο­σμη βα­σι­λεία των ου­ρα­νών. Δη­λα­δή, για να κερ­δί­­σεις την αιώ­νια ευ­τυ­χία μπρο­στά στον πα­τέ­ρα Θεό, πρέ­πει να μην τρως, να μην πί­νεις, να μη μέ­νεις σε σπί­τι, να μη γλε­ντάς, να μη συ­νου­σιά­ζε­σαι, να μη χαί­ρε­σαι, να μη μα­­­θαί­­νεις, να μην απο­λαμβάνεις τί­πο­τα, να υπο­φέ­ρεις, να πονάς, να εί­σαι άρ­ρω­στος, να βρομάς, να απο­βλα­κώνεσαι, να αρ­νιέσαι κά­θε χα­ρά της επί­γειας ζω­ής κλπ. Τί να κά­νου­με; «Η βλα­κεία δεν ηττάται!.». Κα­νέ­να επιχεί­ρη­μα βα­σι­σμέ­νο στη λο­γι­κή δεν μπο­ρεί να εξου­δε­τε­ρώ­σει τη βλα­κεί­α, αφού λο­γι­κή και βλα­κεία εί­ναι πράγ­μα­τα μη συ­γκρί­σι­μα, ασύμ­βα­τα... Την απάρ­νη­ση της εδώ ζω­ής την το­νί­ζει ο Παύ­λος στις επι­στο­λές του και ο Καπ­πα­δό­κης Ελληνι­στής Βα­σί­λειος «ο Μέ­γας» σ’ εκεί­νο το μι­κρό (και άχρη­στο) βι­βλια­ρά­κι «Πρός τούς Νέ­ους: Όπως άν έξ’ Ελ­λη­νι­κών Ωφε­λοί­ντο Λόγων». (Ο Βα­σί­λει­ος ασκή­τευε από και­ρού εις και­ρόν και έγρα­ψε κα­νό­νες του μο­ναστι­κού βί­ου. Στος τέλος μετάνοιωσε και διά τον χρόνο των σπουδών εις τας Αθή­νας! Τον εθεώρησε χαμένο! Τέτοιο μυαλό κουβαλούσε!...) Αυ­τά λοι­πόν απο­τε­λούν την χρι­στια­νι­κή αρετή και σου πα­ρέ­χουν το ει­σι­τή­ριο για τον πα­ρά­δει­σο.
Αλ­λά και με­τά την επι­κρά­τη­ση αυ­τής της θρη­σκεί­ας και ψυ­χο­λο­γί­ας, οι σφα­γές που έγι­ναν από τα χρι­στια­νι­κά έθνη για λό­γους: θρη­σκευ­τι­κούς, πο­λι­τικούς, οι­κο­νο­μι­κούς, πο­λι­τι­στι­κούς, φυ­λε­τι­κούς, ιδε­ο­λο­γι­κούς κλπ. ενα­ντί­ον άλ­λων χρι­στια­νι­κών εθνών και εθνών άλ­λων θρη­σκειών δεν εί­χαν ού­τε προ­ηγού­με­νο, ού­τε επό­με­νο. Εκ­τός από τις σφα­­γές πολ­λών εκα­τομ­μυ­ρί­ων αθώ­ων θυμά­των εί­χα­με και τη σχε­δόν ολι­κή απαλοιφή της αρ­χαί­ας γνώ­σης και τέ­χνης από τις οποί­ες η αν­θρω­πό­τη­τα και ο πο­λι­τι­σμός εί­χαν πά­ρα πολ­λά να ωφελη­θούν (α­φή­νο­ντας για τα μου­σεία και την Ιστο­ρία τις αρ­χαί­ες θρη­σκεί­ες, δει­σι­δαι­μο­νί­ες, πο­λέ­μους και βλα­κεί­ες).
Ε­πί­σης οι τε­ρά­στιες χρι­στια­νι­κές φα­γω­μά­ρες, πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες, αι­ρέ­σεις, τρο­μα­κτι­­κές πιέ­σεις και βα­σα­νι­στή­ρια που έκα­ναν οι Χριστιανοί στα μέρη όπου επε­κρά­τη­σαν φέ­ρουν ένα πο­λύ με­γά­λο μέ­ρος της ευ­θύ­νης για τη δη­μιουρ­γία και την τα­χεία εξά­πλω­ση της άλ­λης μά­στι­γας της αν­θρω­πό­τη­τας, του Μου­σουλ­μα­νι­σμού, και την πτώ­ση των μι­σών χρι­στια­νι­κών πε­ριο­χών στα χέρια των νε­ο­φώτιστων μου­σουλ­μά­νων. Από το Ιράκ και Αρα­βία μέ­χρι το Μα­ρό­κο και την Ισπα­νία εί­χα­με ακραιφ­νείς χρι­στια­νι­κές πε­ριο­χές και τις κοι­τί­δες του Χρι­στια­νι­σμού που μέ­σα σε 50 χρό­νια έγι­ναν ισλα­μι­κές (με πο­λύ μι­κρές χρι­στια­νι­κές μειο­νό­τη­τες κά­που-κά­που). Ως γνω­στόν ο Ισλα­μι­σμός βα­σί­στηκε και αυ­τός στην Πα­λαιά Δια­θή­κη και στην Και­νή. Τι σύ­μπτω­ση!...
Δεν μέ­νει λοι­πόν τί­πο­τα άλ­λο από το να ανα­λο­γι­σθού­με κα­λά και να εμ­βα­θύ­νομε σε αυ­τά που μας λέ­ει ο Ματ­θαί­ος 7: 17-18, 12: 33 και Λου­κάς 6: 43-44: «Έ­τσι κάθε δέν­­δρον κα­λόν πα­ράγει καρ­πούς κα­λούς, και το σά­πιο δέν­δρον πα­ρά­γει καρ­πούς κα­κούς. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν ένα κα­λόν δέν­δρον να φέ­ρη καρ­πούς κα­κούς, ού­τε ένα σά­πιο δέν­δρον να φέ­ρη καρ­πούς κα­λούς». «...διό­τι από τον καρ­πόν γνω­ρί­ζε­τε το δέν­δ­ρον».
Ή όπως μια φο­ρά πο­λύ έξυ­πνα οι αρ­χαί­οι ημών πρό­γο­νοι σε μια δί­κη στη Σι­κε­λία με δέ­ος ανε­φώ­νη­σαν:

«Έκ κα­κού κό­ρα­κος κα­κόν ωόν».



1)   Isaac Marcus Jost (1793-1860)
Γερ­μα­νο­-Εβραίος Ιστο­ρι­κός. Τα κυ­ριό­τε­ρα έρ­γα του εί­ναι:
Α) Geschichte der Israeliten seit der Zeit der Maccαbäer bis auf unsere Tage (1820-1828) (Ι­στο­ρία των Ισραηλιτών από τον και­ρό των Μακ­κα­βαί­ων μέ­χρι τις μέ­ρες μας), 9 τό­μοι.
Β) Geschichte des Judenthums und seiner Sekten (1857-1859) (Ι­στο­ρία του Ιου­δα­ϊ­σμού και των αι­ρέ­σε­ών του), 3 τό­μοι.
(Αυ­τό εί­ναι το σύγ­γραμ­μα στο οποίο ανα­φέ­ρε­ται ο Joseph Wheless στην αρ­χή του βι­βλί­ου.).
Ο Jost χρη­μά­τι­σε μέ­λος εκ­δο­τι­κών επι­τρο­πών πολ­λών ιστο­ρι­κών πε­ριο­δι­κών ει­δι­κευ­μέ­νων στην Εβραιο-Ιου­δα­ϊ­κή ιστο­ρία και θρη­σκεί­α. Απέρ­ρι­πτε τον Ιου­δα­ϊ­κό εθνι­κι­σμό και την Ιου­δα­ϊ­κή θρη­σκεία όπως και κά­θε θρη­σκεί­α. Ήταν όμως θε­ϊ­στής.

2)   Monkey Law
Ή­ταν ο Νό­μος της Πο­λι­τεί­ας Tennessee που απα­γό­ρευε τη δι­δα­σκα­λία της Θε­ω­ρί­ας της Εξε­λί­ξε­ως του Charles Darwin και άλ­λων σε όλα τα σχο­λεία της εν λό­γω πο­λι­τεί­ας. Ο Νό­μος αυτός προ­σε­βλή­θη από τον κα­θη­γη­τή γυ­μνα­σί­ου-λυ­κεί­ου John Tho­mas Scopes, ο οποίος ήταν δάσκαλος της βιολογίας και προπονητής της ομάδας αμερικα­νικού football του σχολείου της μικρής πόλης Dayton. Ο Scopes επίτηδες ισ­χυρίστη­κε ότι δί­δα­ξε τη θε­ω­­ρία της εξε­λί­ξε­ως στο σχο­λείο του, πα­ρά τη ρη­τή απα­γό­ρευ­ση του Νό­μου. Στο δι­κα­στή­ριο, τον Ιού­λιο του 1925, κύ­ριος ενά­γων και υπε­ρα­σπι­στής του Νό­μου ήταν ο πο­λι­τι­κός των Δημο­κρα­τι­κών (τρεις φορές υποψήφιος για την προ­εδρία, αλλά αποτυχών) Wil­l­iam Jen­nings Bryan. Οι λόγοι του ήταν, ως συ­νή­θως, ψη­φο­θη­ρι­κοί αφού η αδα­ής και θρη­σκό­λη­πτη πλειοψη­φία του λα­ού ήταν υπέρ του Νό­μου, αλλά ήταν και θρη­σκολη­πτι­κοί καθώς διακατείχετο από ατυ­χείς θρησκευ­τικές και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις. Εκείνη την εποχή οι ΗΠΑ έβραζαν από θρη­σκευ­τικές διαμά­χες και φανατισμό, πράγμα που ισχύει και σήμερα. Υπε­­ρα­σπι­στής του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου ήταν ο πασίγνω­στος, φι­λε­λεύ­θε­ρος, σκεπτικιστής δι­κη­γό­ρος Clarence Darrow (που έγρα­ψε το άρ­θρο στο τέ­λος αυ­τού τού βι­βλί­ου και ήταν φί­λος του Joseph Wheless). Εκεί βρή­κε την ευκαιρία να γελοι­ο­ποιήσει τον Bryan και τις πίστεις του. Για τα προσχήματα όμως, ο Scopes κρί­θη­κε ένο­χος από το δι­κα­στή­ριο και τι­μω­ρή­θη­κε με ένα ευ­τε­λές χρη­μα­τι­κό πρό­στι­μο. Η κα­τα­δί­κη του τελικά αν­τε­στρά­φη δύο χρόνια αρ­γό­τε­ρα κατά την έφεση, ένεκα τε­χνι­κών λό­γων όπως προ­φα­σί­στη­καν. Ο Νόμος μετά απ’ αυτά τα γε­γο­νότα τέθηκε στο περιθώριο. (Ο Bryan συμπ­τωμα­τικώς απέ­θα­νε μια εβδο­μά­δα με­τά τη δί­κη. Όπως είπαν μερικοί σκεπτικιστές, ο Θεός έριξε ένα βέλος για να σκοτώσει τον Dar­row αλλά αστόχησε και σκότωσε τον Bryan.). Η δί­κη αυ­τή έμει­νε στα χρο­νι­κά των ΗΠΑ, όπως και στα παγ­κόσμια χρο­νι­κά, υπό τον τί­τλο Monkey Trial (Η Δί­κη της Mαϊμούς ή του Πιθήκου). Το κανάλι PBS της Αμερι­κα­νικής τηλεόρασης έχει κυκλοφορήσει και μία τηλεοπτική ταινία με τίτλο “Monkey Trial”. (Μή­πως αυ­τή η ιστο­ρία σας θυ­μί­ζει άλ­λες πα­ρό­μοιες;).

3)   Westminster Catechism
Εί­ναι η κα­τή­χη­ση που προ­σφέ­ρει στους νε­ο­φωτί­στους της η Πρε­σβυ­τε­ρια­νή Εκ­κλη­σί­α. Πρό­κει­ται για ένα με­γά­λο συγ­γρα­φικό έρ­γο που πε­ριέ­χει όλα όσα δι­δά­σκουν οι Πρε­σβυ­τε­ρια­νοί στα κα­τη­χη­τι­κά σχο­λεία τους. (Α­πο­τε­λούν και αυ­τοί μια από τις εκα­το­ντά­δες αν όχι χι­λιά­δες αι­ρέ­σεις της μό­νης αλη­θι­νής θρη­σκεί­ας, του Χρι­στια­νισ­μού!...).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου