Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ (3)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ 'ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ (2)'


Η νέα Εβραιογνωστικοχριστιανική θεολογία κάτω από τις νέες συνθήκες και τη συν­θ­λι­πτι­κή πί­ε­ση της επιβίωσης και του χρόνου μαζί με την αγραμματοσύνη του μι­κρού αρι­θμού των περι­θωριακών οπα­δών της απέβη πρόχειρη, βιαστι­κή, ακατάστατη, πα­ράλογη και αντιφατι­κή. Σε σύντομο χρο­νικό διάστημα εξε­λίχθη σε ένα αλλοπρόσαλ­λο μίγμα του Ιουδαϊ­σμού και πολ­λών άλλων ετερο­κλή­των θρη­σκευ­τι­κών, παγανιστι­κών, φι­λο­σοφι­κών, μυ­στικι­στι­κών, κλπ., τάσεων. Εκείνη την εποχή υπήρχαν πάρα πολλές τέτοιες τάσεις, πολ­λές από τις οποίες ήταν συγ­κριτικές. Έτσι επα­κο­λού­θη­σαν τε­ράστιες θεο­λο­γι­κές και ιστο­ρι­κές διαμάχες ανάμεσα σε Χριστιανούς από τη μια με­ριά και Εβ­ραίους ραβίνους (Φαρισαί­ους δηλαδή) και εθνι­κούς φιλοσόφους και ιστο­ρικούς από την άλλη. Οι επιθέσεις εκατέρω­θεν ήταν πολύ σφοδρές. Όπως οι αρχικοί Νοτζ­ρίμ Εβραιοχριστιανοί, έτσι τελικά και οι Χριστιανοί ποτέ δεν εγκατέλειψαν το όνειρό τους να είναι αυτοί οι απο­κλειστικοί εκπρό­σωποι του ορθού Ιουδαϊσμού. Αυ­τοί πίστευαν και ακόμα πιστεύουν ότι μόνο αυτοί κατανοούν και ερμηνεύουν σωστά τις Εβραϊκές γραφές. Αμέ­σως ετέθη και η απρο­σπέ­λαστη αμ­φι­σβή­τηση για την ιστο­ρι­κότητα του Ιησού η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει καταλήξει πουθενά, παρά τη σα­φή δήλωση του αυτοκράτορα Ιουλιανού, στο έργο του Κατά Γαλι­λαίων, ότι ο Ιη­σούς δεν είναι ισ­τορικό πρόσωπο. Για τον ζηλωτή Γιοκ­χαν­νάν (Ιω­άννης Βαπτιστής) και για τον Απόσ­τολο Παύ­λο θέ­μα ισ­το­ρι­κό­τη­τας δεν ετέθη. Όμως και γι’ αυτά τα δύο πρόσωπα δεν έχομε αποδείξεις ότι πρόκειται για ιστορικά πρό­σωπα. Βλέ­πετε λεί­πουν ικανά ιστορι­κά κριτήρια και για τους δύο. Είναι πρόσωπα εσω­τε­ρικής παράδο­σης των Εβραιοχρι­στιανών χωρίς να υπάρχουν ικανά αντικειμενικά ιστορι­κά κριτή­ρια δι’ αυτά. Έτσι ακόμα και σήμε­ρα γίνονται πολλές αντιπαραθέσεις περί των δύο αυτών ανδρών, αλ­λά χωρίς θε­τι­κή τελική απάν­τηση. Μετ’ ολίγον, δεν άρ­γη­­σαν και οι κα­τά τόπους φυ­σι­κές και βί­αι­ες δια­μάχες των Χριστιανών με τον κό­σμο και τις αρ­χές της Ρωμαϊ­κής Αυτοκ­ρα­τορίας, κλπ., για πολ­λούς και δια­φό­ρους λόγους που δεν είναι επί του πα­ρόντος.
Πολύ σύντομα είχαμε ως απο­τέλεσμα έναν πο­λύ μεγάλο αριθμό Χριστιανικών αιρέ­σε­ων. Η κάθε μια αγωνίζεται για απόκτηση οπαδών και επικράτηση. Τον 2ο αι­ώ­να παρ’ ολίγον να επικρατήσουν οι Γνωστικοί. Μέχρι το έτος 185 Κ. Ε., κατά το οποίο ο Ειρηναίος ει­σά­γει τον όρο «ορ­θόδοξος» και επι­τίθεται εναν­τίον τών κατά την άποψή του «αιρετι­κών» και τους αποκαλεί όρ­γα­να του διαβόλου, οι Χριστιανικές αι­ρέσεις υπολογίζον­ται άνω των εκατό. Σε τόσο μι­κρό χρο­νικό διάστημα η κάθε αίρεση έλε­γε ότι της κατέβαι­νε περί Ιη­σού και Χριστιανι­κής θε­ολο­γίας και σωτηριολογίας. Αυτό το γεγο­νός συνηγορεί υπέρ της μη ιστορι­κό­τη­τας του Ιησού. Δεν είναι δυνατόν για ένα ιστορικό πρόσωπο με τόση δη­μό­σια και τρο­μα­κτική δρά­ση σε τόσο μικρό χρονικό δι­άστημα και στον τόσο μικρό χώρο της Παλαιστίνης να προκύψουν τό­σο πολλές σφο­δρά αντιμαχόμε­νες, αντιδια­με­τρι­κές και αλληλομισούμενες απόψεις. Η ολοκληρω­τι­κή επικράτηση των «ορθο­δό­ξων» κα­τέστη δυ­νατή μόνο στις αρχές του 4ου αιώ­να επειδή το επέ­βαλλε ο αυτο­κράτορας Κων­σταντίνος με το επιτελείο του, όπως έχομε πολλές φορές τονίσει. Πα­ρά την διά εξου­σι­α­στικού κα­τα­ναγκασμού επικράτηση των ορθο­δόξων, οι οποίοι εδη­μιούργησαν την «κα­θ­α­για­σμένη τε­λική» μορφή του Χρι­στι­α­νι­­σμού και «την μίαν αγίαν, καθολικήν και αποστο­λικήν εκ­κλησίαν», επακο­λού­θη­σαν δι­ωγμοί εναντίον των άλλων αιρέσεων, σφαγές κατά των αρ­χαίων θρησκειών και ολοκληρω­τικές πολι­τισμικές κατα­στροφές. Οι δε αιρέ­σεις, φα­γω­μάρες και σχί­σματα αυ­τής της μά­στιγας αυξάνονται και πληθύνονται μέχρι και σήμερα κάτω από την θείαν πρόνοι­αν του Γιαχβέχ και την φώτιση και καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος!.

Μετά ταύτα, όπως προαναφέραμε, η Χριστιανική θρη­­σκεία άρχισε να παίρνει τη ση­με­ρι­νή μορ­φή της τον τέταρτο αιώνα με τον αυτο­κράτορα Με­γά­λο Κων­σταν­τίνο, τον Ευ­σέ­βιο και μια ομάδα συγ­χρόνων μελε­τητών. Οι Χριστιανοί την εποχή αυτή, κατά τους πολύ ευνοϊκούς υπολογισμούς του Gibbon που βασίστηκε μόνο στα στοιχεία της Ρώμης, δεν υπερ­έ­βαι­ναν το 5% του πλη­θυ­σ­μού της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μάλ­λον πρέπει να ήταν λι­γό­τε­ροι του 3%, κατά τους υπολογισμούς άλλων ιστορικών, δι­ότι στην ύπαιθρο δεν είχαν καμία επιτυχία.. Τώρα η μορφή του Χριστιανισμού καταν­τά πολύ περισ­σό­τερο μεταλ­λαγμέ­νη απ’ αυτήν που πήρε μετά την δεύτερη αποστασία τούς δύο προηγούμενους αιώ­νες. Παρ’ όλα ταύτα, δεν οριστικοποιήθηκε μέσα στον τέταρτο αιώνα αλλά εξε­λισσόταν και μεταλ­λασσόταν για πολλούς αιώνες μετά· μπο­ρούμε να πούμε μέχρι και σήμερα και ακό­μα δεν έχει τε­λειώσει. Ακόμα και σήμερα δεν ξέρομε τελικά πια είναι η συγ­κεκρι­μέ­νη μορφή του. Παρά την απόλυτη και θεϊκή αλήθειά του, εκα­τοντάδες σύνοδοι, συμβού­λια, εγκύ­κλιοι, αποφάσεις, διατάγματα, δόγ­μα­τα, σχί­σμα­τα, κλπ. άρ­χισαν τότε και συνε­χί­ζον­ται μέ­χρι σήμερα χωρίς να έχουν ξεμπερ­δέ­ψει την κατάσταση. Νόμοι και ολό­κλη­ρες νο­μοθε­σί­ες θεσπιζό­ταν για πολ­λούς αιώνες, ουσιαστικά μέχρι προ­σφάτως, για να εξα­ναγκά­σουν τον κό­σμο να γί­νουν και να παραμείνουν Χριστιανοί. Όπου αυτοί οι νό­μοι δεν απέ­διδαν τα ανα­με­νό­μενα αποτελέσματα τότε εφαρμοζόταν τα πρω­τοφανή βα­σα­νι­στή­ρια, η διά παν­τός τε­ρατώδους τρόπου θανατική εξόντωση και οι κυρι­ολεκτικοί κα­τα­στροφικοί δι­ωγμοί. Η καταβαράθρωση κάθε εκφράσεως και επιτεύγματος του αρ­χαίου κόσμου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη όπου επάτησαν οι Χριστιανοί ήταν ολο­κλη­ρωτική. Δεν υπήρχε κανένας σεβασμός, λύπη, οίκτος, αναστολή... Τα έκαναν όλα κερα­μι­δαριό. Πέραν μιας πο­λύ μικρής και ιδιάζουσας μερίδας του πληθυσμού, οι Χριστιανοί δεν έπει­σαν κανέναν διά της πειθούς. Παραλείπομε τις ενταύθα λεπτομέρειες, διότι αυτές αποτε­λούν ένα γνω­στό, τε­ράστιο, ιστορικό κεφά­λαιο το οποίο έχει στοιχειοθετηθεί και εξαν­τληθεί πλήρως στη διε­θνή έρευ­να.

Η κατάσταση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πιστών που ανήκουν σε όλα τα Χρι­στι­ανικά τμήματα και αιρέσεις από άποψη γνώσεως της Εβραιοχριστιανικής βί­βλου, της Χριστιανικής παραδόσεως, της ιστορίας της Χριστιανικής πορείας, της κατή­χη­σης, δογ­μα­τι­κής, λειτουργικής, αποστολικών κανόνων, κλπ. είναι από αξιοθρήνητη έως εκνευ­ρι­στι­κή. Αυτό ίσχυε καθ’ όλη τη Χριστιανική πορεία και ιστορία. Η συντρι­π­τική πλειο­ψη­φία των Χριστιανών πιστών όχι μόνο δεν κατέχει τίποτε από τα βασικά στοιχεία αυ­τών των θε­μά­των της πίστεώς των αλλ’ ούτε θέλει να μάθει. Εντοσούτω αυ­τοί οι πιστοί φανα­τικοί απαιτούν να επι­βάλλον­ται, να μην ακούνε τίποτα και όποτε τους βολεύει για ιδίους λό­γους να καταφεύ­γουν συ­νεχώς στην αίρεση. Η μέθοδος της συ­νεχούς συγχωρή­σεως, η οποία δημιουργεί συνεχή ανευθυνότητα, τους έρχεται πο­λύ βολική. Όταν δε κά­ποιος τους λέγει ορισμένα πράγματα τα οποία ακού­γον­ται πα­ράξενα ή μη θε­μιτά τότε εξανί­στανται και ισχυρίζονται ότι ψεύδεται. Αν όμως τους τα επιδείξει στις γραφές τους, τότε αρ­χίζουν να επικαλούνται άγνοια, άλλες έννοιες, ψευτο­αιτιολογήσεις, υπεκφυγές, κλπ. Κύριε δεν έχει ση­μα­σία τί γράφει εκεί μέσα! Εγώ πι­­στεύω! Ό,τι και να λες, εγώ πιστεύω. Πιστεύω διότι φο­βούμαι ή δεν ξέρω για­τί! Κλπ. Έτσι έχει προκληθεί μια τρομα­κτι­κή πνευ­ματική εξαθλίωση της κοινωνίας, η οποία στις μέρες μας έχει λάβει τρομακτικά επικίν­δυ­νες δια­στάσεις. Το τί θα προ­κύ­ψει εν­τός ολίγου απ’ αυτό το οικτρό χάλι, αποτε­λεί ένα σο­βαρό­τατο πρόβλημα υπάρ­ξεως.

Όπως και να έχει το ζήτημα, όλη η θεολογική δικαιολογία υπάρξεως του Χριστια­νι­σ­μού γράφεται επι­σήμως και διά πρώτη φορά στις Επιστολές του Παύλου, κυρίως Πρός Ρωμαίους, Α΄ και Β΄ Πρός Κορινθίους, Πρός Εβραίους κλπ. Με δυο λέξεις μπορεί να αποκρυ­σταλλωθεί ως εξής. «Ο Χριστιανισμός θεμελιώνεται στο προ­πα­το­ρικό αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας και την απολύτρωση του ανθρω­πί­­νου γέ­νους από την αμαρτία, την ολοκληρωτική αρχική κατάρα και την τρομακτική συνεχή οργή του Θεού Πατρός Γιαχ­βέχ διά της θυ­σίας τού Υιού του. Διά της πτώσεως των πρωτο­πλάστων η αμαρτία και η δράση του Σατανά και των διαβόλων του, ωσάν Πλατω­νι­κές ιδέες, εισήλθαν στον κόσμο και ο κόσμος πρέπει υποχρεωτικά να σωθεί, από την συνεχή και τρο­με­ρή οργή του Παναγάθου Θεού, ο οποίος εκτός από τον Αδάμ και την Εύα κατα­ράστηκε όλους τους απογόνους των και ολόκληρη την δημιουργία του «εις πάντας τους αιώνας».

Ο πρώτος θεολόγος και συγγραφέας του Χριστιανισμού, ο Απόστολος Παύ­λος υπερ­τονίζει το σημείο αυτό στις επιστολές του και η θεολογία του στρέφεται γύρω απ’ αυ­τό. Εκεί τίθεται η αρχή του όλου εγχει­ρή­μα­τος! Βλέπε π. χ. Πρός Ρω­μαί­ους 5: 6-21, κ.α. Ο καταραμένος όφις του μύθου του Παραδείσου και των Πρωτοπλάστων για τους Χριστιανούς είναι ο Σατανάς ο οποίος διαθέτει μυριάδες δια­βό­λων υπη­ρετών. Ο Σατανάς και οι διάβολοί του είναι τώρα πανταχού παρόντες στην τέλεια δη­μιουργία, αντιστρατεύονται τον Παντοδύναμο Θεό και πρέπει να κατατ­ρο­πωθούν. Έτσι ο Θε­ός Πατήρ «σω­τη­ρίαν ηρ­γά­σατο εν μέ­σω της γης». Από ‘δω και ‘μπρος αένα­ος αγών διε­ξάγεται κατά του Σατανά και των διαβόλων. Το σχέ­διο της σω­τη­ρίας αρ­χίζει σχε­δόν αμέσως μετά την πτώση στο βιβλίο της Γενέσεως. Ολό­κ­λη­ρη η διαστρευλωμένη χρισ­τιανική Πα­λαιά Διαθήκη περι­γράφει τα φοβερά και τρο­με­ρά βήματα αυτού του σχεδί­ου του Παν­τ­ο­δυ­νάμου. Αυτό κράτησε πέντε με έξη χιλι­άδες χρόνια κατά τους εξαιρε­τικά περίεργους υπολογισμούς που μας παρέχει η Παλαιά. Διαθήκη. Στην Καινή Δια­θήκη έχο­με τον τελι­κό εξευ­μενισμό της οργής του Φιλευσπλά­χνου. Αυτός επι­τεύ­χ­θη­κε διά της σταυ­ρικής θυ­σί­ας του «ομο­ου­σίου τω Πατρί» Υιού Του Θεού, Ιησού Χρισ­τού. Για το πως παίχ­θη­κε αυτό το θείο δράμα το οποίο και έκλεισε την τελευ­ταία σκη­νή του θεάτρου της σωτη­ρίας, η Και­νή Διαθήκη μας προσφέρει τέσσερις περι­γρα­φές. Από ‘δω και ‘μπρος η Θε­ό­τη­τα εισήλθε ενεργώς εντός του ιστο­ρικού γίγνε­σθαι της αν­θρωπό­τητας. (Πριν άραγε, απλώς έριχνε κα­μιά ματιά απ’ έξω όπως διεκήρυττε ο αρχιαιρεσιάρχης Μαρκίων;!). Τώ­ρα ο Γιαχβέχ, θρι­αμ­βευτής πλέον, έγινε ο πηδαλι­ούχος της ανθρώπι­νης ιστορίας. Αλή­θεια, μήπως έχετε με­λε­τή­σει πόσο θαυμάσια εξε­λίχθηκε η αν­θρώ­πινη ιστο­ρία από τότε που ο Γιαχ­βέχ πήρε το πη­δάλιο στα χέρια του; Από κει και πέρα αν πι­στέ­ψομε και κολλήσομε σ’ αυ­τή την «ιστορι­ούλα» σωθή­καμε και θα κληρονο­μή­σο­με την αιώνια βα­σιλεία των ου­ρανών στον παρά­δεισο και στους κόλ­πους του Αβρα­άμ... Αλλιώς, μας πήρε και μας σή­κω­σε!... Κα­τα­δικα­στήκαμε αιω­νίως στη φλεγόμενη αιώ­νια κόλαση του Σατανά και των διαβόλων με ακατάπαυστα βασανιστήρια που μόνο η νοσηρά φαντασία των χριστιανών μπορεί ή δεν μπορεί να διανοηθεί... Ο «καταρα­μέ­νος όφις» του μύ­θου του παραδείσου των πρω­το­πλάσ­των τον οποίον η χριστιανική θε­ολογία ταύτισε με τον Σατανά (ή τον αστέρα Εω­σφόρο, που είναι ο πλανήτης Αφροδίτη!) και οι υπη­ρέτες του διάβολοι (εκπεσόντες αστέρες, διάττοντες και κομήτες!) μας περι­μέ­νουν στο άσβε­στο πυρ της αιωνίου κο­λάσεως για να μας περιποι­ηθούν με κάθε βασα­νι­στή­ριο που μπορεί ή δεν μπορεί να φανταστεί κάθε νοσηρά φαντασία. Αυτή είναι η θε­ο­λογι­κή δι­καιο­λόγηση και καταξίωση του Χρι­στιανισμού όπως την δια­τύπωσαν οι φω­στήρες του. Αυ­τή έγινε και η αιτία κάθε βίας, μι­σαλ­λο­δο­ξίας, και συμ­φο­ράς!

Αυτά όλα είναι βεβαίως η βολική εξήγηση αυτού του αντιεπιστη­μο­νικού μύθου από τους Χριστιανούς και η θεολογική δικαιολόγηση της υπάρξεως του Χριστιανισμού. Αυτά όμως έγιναν και αιτία κάθε βίας, μι­σαλλοδοξίας, συμφοράς και καταστροφής. Είναι ένα απλούστατο παράδειγμα σχιζοφρε­νι­κής «λογικής» και καταστρο­φικής θεο­λογίας. Η Χριστιανι­κή θεολογία, εκτός από την ύπαρξη των απειραρίθμων και παν­τα­χού παρόν­των δια­βόλων, δικαιολογεί την ύπαρξη κάθε κακού στον κό­σμο (δισε­κα­τομ­μυρίων επι­βλα­βών ιών και μικροβί­ων, εκατομμυρίων ασθενειών, χιλιάδων φυ­σι­κών κατα­στροφών, συ­νεχών κατασπαράξεων ζώων από άλλα ζώα, απείρων αδικι­ών, πόνου, θλίψης, πέν­θους, λύπης, στεναγμού,... και ο κατάλογος συνεχίζεται επ’ άπει­ρον) διά της ατε­λεύ­τητης ορ­γής του Θεού της (Γιαχβέχ), ένεκα των ανθρω­πί­νων αμαρτιών και κυ­ρίως λό­γω του προ­πα­τορικού αμαρτήματος. Ο Θεός λόγω του προ­πα­τορικού αμαρ­τήματος του Αδάμ και της Εύας καταράστηκε εσαεί ολόκληρη τη δη­μιουργία Του. Εξακολουθεί συνεχώς να εξ­ορ­γίζεται μαζί της ένεκα νέων ανθρωπί­νων αμαρτιών ώστε να παίρνει συ­νε­χώς εκδί­κη­ση διά των απείρων κακών που δημι­ουρ­γεί. Σαν να μην έφταναν όλα αυ­τά, επιτρέπει και στον σα­τανά και στους διαβόλους υπηρέτες του να σκανδαλί­ζουν συνεχώς τους ανθρώ­πους, να τους ωθούν προς την αμαρ­τία, να τους προξενούν πολ­λά κακά και έτσι να υπο­νο­μεύουν συνεχώς την τέ­λεια δη­μι­ουργία τού Παντοδυνάμου. Π. χ. οι ασθένει­ες είναι προϊ­όν­τα των δαι­μό­νων (Ματθαίος 12: 43-45, Λουκάς 11: 24-26, θαυμάστε θεϊκήν σοφίαν: «Όταν το ακάθαρ­τον πνεύ­μα εξέλ­θη από του ανθρώπου, διέρ­χε­ται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και μη ευρί­σκον λέγει· υπο­στρέ­ψω εις τον οίκόν μου όθεν εξήλθον· και ελθόν ευρίσκει σεσα­ρω­μένον και κεκοσ­μημένον. τότε πορεύεται και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύμα­τα πο­νηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του αν­θρώ­που εκείνου χείρονα των πρώτων.», 13: 10-16, Πράξεις 8: 7, κλπ.), αλλά και αμαρτιών (όπως ομολογείται απαντα­χού στην Παλαιά Διαθήκη και στον Ιωάννην 5: 14 «... μη­κέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται.»). Με­τά όμως γυρνούν οι Χρι­σ­τια­νοί να μας ανα­κοι­νώ­σουν με απόλυ­τη βε­βαι­ότητα ότι «ο Θεός αγά­πη εστί» και ότι ήταν ο Χριστιανισμός εκείνος που έφε­ρε το μή­νυ­μα της αγάπης στον κόσμο. Μας λέ­νε επί­σης με «πλήρη γνώση και βε­βαιότητα» ότι όλα αυτά τα άπειρα και ανα­τ­ριχιασ­τικά κακά τα επι­τρέπει ή τα προκα­λεί ο Πανάγαθος διά παιδαγωγικούς ή δοκι­μασ­τι­κούς λό­γους ακόμα και επί ανθρώ­πων που δεν έχουν φταίξει σε τίποτα.

Οι Εβραίοι υπέ­κλεψαν τον μύθο της δημιουργίας του Αδάμ και της Εύας από την Με­σοποταμία, αλλά του αποδίδουν εντελώς διαφορετική έν­νοια. Ο μονα­δι­κός Θε­ός του Αβραάμ και του Μωυ­σέ­ως, Γιαχβέχ, είναι ο χριστιανικός Θεός. Αυτόν τον θεό οι Χριστιανοί κατάφεραν να με­ταλλά­ξουν σε Αγία Τριά­δα πέντε αιώνες περίπου μετά την γέννηση του Θε­αν­θρώπου και κα­τόπι πολ­λαπλών σκληρών δια­μα­χών και συνό­δων. Η Παλαιά Διαθήκη δεν μι­λάει πουθενά για Αγία Τριάδα όπως μας το πιστοποι­ούν και οι ίδιοι οι Εβραίοι που την έγρα­ψαν. Συγκεκριμένα μας λένε ότι, πουθε­νά και ουδέποτε στην Εβραϊκή θρησκεία και πα­ράδοση υπάρχει οιαδήποτε ιδέα περί τριαδι­κού θεού, πράγμα που παραδέχεται και το επιστημονικό σύγγραμμα Harpers Bible Dictionary, Madeleine S. Miller and J. Lane Miller, Seventh Edition, Harper Row, Publishers 1952-1961.
 Αυτή είναι εξω-Εβραϊκή σύλ­λη­ψη και απαντάται σε πολλές άλλες αρχαίες θρησ­κεί­ες από Αίγυπτο μέχρι Ινδίες. Ας κό­πτον­ται οι Χριστιανοί ότι η Παλαιά Διαθήκη υπαινίσ­σεται την τριά­δα σε δυο - τρία γνω­στά χωρία της Γενέσε­ως, τα οποία αυτοί σκοπίμως παρερ­μή­νευσαν όπως τους βό­λευε. Π. χ., Γένεσις 1: 26 «και εί­πεν ο Θεός· ποιήσωμεν άνθρω­πον κατ’ ει­κό­να ημετέ­ραν και καθ’ ομοίωσιν, και αρχέ­τω­σαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετει­νών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάν­των των ερπε­τών των ερπόν­των επί γης.». Εδώ σκοπίμως παρερμήνευσαν τον πληθυντικό μεγαλοπ­ρεπείας «ποιήσωμεν» της Εβραϊκής γλώσσας ή τον πληθυν­τι­κό της Εβραϊ­κής Τανάχ (Παλαιάς Δια­θή­κης) «Ελοχίμ=θεοί», η μάλλον του κα­τά εποχές Εβραϊκού πολυθεϊσ­μού. Ακόμα οι Χρι­στιανοί νομί­ζουν ότι σε μερι­κά ση­μεία στα οποία η Πα­λαιά Διαθή­κη αναφέ­ρει κατά κάποιον τρόπο τον αρι­­θμό «τρία» εν­νοεί την Αγία Τρι­ά­δα! Π. χ., Γένε­σις 18: 2 «[ο Αβραάμ] αναβλέ­ψας δε τοις οφθαλ­μοίς αυ­τού είδε, και ιδού τρεις άν­δρες ειστή­κει­σαν επάνω αυτού· και ιδών προσ­έ­δρα­μεν εις συν­άντησιν αυτοίς από της θύ­ρας της σκηνής αυ­τού και προσεκύ­νη­σεν επί την γην.», κλπ. Το πώς αυτό το «τρεις» εννοεί την Αγία Τριάδα των χριστιανών διαφεύγει της νοημοσύνης κάθε επιστήμονα ερευνητή και κάθε Εβραίου! Ο Μεσ­σίας ή Χρι­στός της Πα­λαιάς Δι­αθήκης και Ιουδαϊ­κής παρα­δό­σε­ως ήταν έμπνευση της Βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας. Απλώς, ήταν άν­θ­ρωπος Δαυ­ϊ­δι­κής κα­τα­γω­γής και όχι εξ Αγίου Πνεύματος, τον οποί­ον θα απέ­στελλε ο Για­χ­βέχ στους Εβραίους για να αποκαταστήσει το χαμένο κράτος Δαυίδ. Δεν ήταν ούτε Υιός του, ούτε ομοού­σιος ή ίδιος με τον Πατέρα Θεό Γιαχβέχ και όλα αυτά τα χριστιανικά δογ­ματικά ακα­ταλαβίστικα, τα οποία στους Εβραίους ήταν όχι μόνο άγνωστα αλλά και αποκρουστικά..
Για να μη μακρηγορούμε λοιπόν, ανα­φέρομε ότι οι περισσότερες αδίστακτες διαστρε­βλώσεις και εξωφρενικές πα­ρερ­μη­νείες των Εβρα­ϊ­κών κειμένων που έγιναν, ως επί το πλείστον επίτηδες, από τους Χριστιανούς συνί­στανται κυρίως στα εξής ση­μεία:

1)   Σε πάρα πολλές τρομερές παρερμηνείες διαφόρων γεγονότων ή ποιητικών κει­μέ­νων.
2)   Σε αλλαγές ή λάθος μεταφράσεις διαφόρων σημαντικών λέξεων.
3)   Κακή χρήση της Εβραϊκής ή Αρχαιο-Εβραϊκής γλώσσας ένεκα κακής ή ελλι­πούς γνώσεως αυτής και της Εβραϊκής παραδόσεως.
4)   Σε αλλοιώσεις ή απαλείψεις διαφόρων στίχων, παραγράφων και κεφαλαίων.
5)   Σε περίπου 300 προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης οι οποίες δηλώνομε κατη­γορηματικώς εδώ ότι εί­ναι: (α) είτε αν­ύπαρκτες, (β) είτε παραφρασμένες επί τούτου, (γ) είτε τεθι­μέ­νες εκτός θέμα­τος επί τούτου, (δ) είτε δήθεν αναφέ­ρον­ται στον Ιη­σού Χριστό των Ευαγγελί­ων ενώ αναφέρονται σε άλλα πράγματα, (ε) είτε κείμενα προς τα οποία οι ευαγγελιστές και οποιοιδήποτε άλλοι έγρα­ψαν και προσάρμοσαν εκ των υστέρων αν­τίστοιχα πλασματικά «συμβάντα» έτσι ώστε τα παλαιοδιαθηκικά κείμενα να φαν­τάζουν σαν προφητείες. Πλασ­το­γραφίες και αλχημείες δηλαδή!
Όλες οι υπο­τι­θέμενες προφητείες που αναφέρονται στην Καινή Διαθή­κη και υπάρχουν στην Παλαιάν ανα­φέ­ρονται σε εν­τελώς διαφορετικά πράγμα­τα και όχι στα θέματα των χριστιανικών αφηγήσεων. Έχουν γίνει πλήρεις με­λέ­τες και εκδοθεί πολλά συγγράμ­μα­τα από πά­ρα πολ­λούς επιστήμονες, με­τα­ξύ των οποίων υπάρχουν και πολλοί Εβραίοι επιστήμονες ή ραβίνοι, επί όλων αυτών των δήθεν προφη­τειών. Εξηγούν με κά­θε λεπτο­μέ­ρεια και πέ­ραν πάσης αμφι­βολίας σε τι αναφέρονται και τι θέ­λουν να πουν όλα αυτά τα εν­τελώς ξε­κομ­μένα από το περιβάλλον τους και παραφρασμένα αποσ­πά­σμα­τα, τα οποία στην Καινή Διαθήκη φιγουράρουν σαν προφητείες. Με μια καλή με­λέτη ο κα­θένας εύ­κο­λα μπο­ρεί να ανα­γ­νω­ρί­σει σε τι αναφέρονται και τι ακριβώς δι­ατυ­πώ­νουν. Ειδικά οι Εβραίοι οι οποίοι τα έγραψαν με τα χε­ράκια τους έχουν σα­φώς αναλύσει σε τι ανα­φέρονται και τι εννοούν. Δεν περίμεναν την υσ­τερόχ­ρονη χρισ­τι­α­νική αίρεση να τους τα δι­δάξει! Όπως είπαμε υπάρ­χουν πά­ρα πολλά βι­βλία και άρθρα, τα οποία επε­ξη­γούν όλα αυτά τα θέ­μα­τα, για να με­λε­τήσουν και να μάθουν οι εν­δια­φε­ρόμε­νοι αναγ­νώστες. Αρκετά ευρίσ­κον­ται στην βι­βλιογ­ραφία μας. Πρωτί­σ­τως όμως, ας μελετήσουν επισταμένως την ίδια την Πα­λαιά Δια­θή­κη σε συ­ν­άρτηση με την Ιστο­ρία των και­ρών και των συμ­βάν­των εκείνων, και ύστερα ή και ταυτόχρονα με­ρι­κές υποβοηθητικές αναλύσεις ερευνητών. Μετά ας εξετάσουν τα αντίστοιχα εδάφια της Καινής Διαθήκης και μετά πολύ εύκολα μό­νοι τους θα κατανοήσουν όλα όσα εμείς εδώ καταμαρτυ­ρούμε ή παραλείπομε.
Οι περί τους 25 καθηγητές των μεγαλύτερων πανεπι­σ­τη­μίων των Η.Π.Α. που έφτιαξαν την βιντεοταινία From Jesus to Christ, ομολογούν ότι αυτές οι προφητείες εγράφησαν μετά το +73 Κ. Ε. Τότε η χριστιανική αίρεση κατέφυγε στην Παλαιά Διαθήκη για να βρει και να παρουσιάσει τα έσχατα επιχει­ρήματά της προς τους ορθοδόξους Φαρισαίους και συνεχιστές τους Ιου­δαϊσ­μού, υπέρ του ισχυρισμού τους ότι αυτοί είχαν στις τάξεις τους τον πραγ­ματικό Μεσσίαχ, ο οποίος όχι μόνο είχε ήδη έλθει αλλά και επρόκειτο να ξα­νάρθει εντός ολίγου για δεύτερη φορά! Σ’ αυ­τή την σφοδρή και βιασ­τική αντι­παράθεση τα έκα­ναν μούσκεμα με την ακα­ταστασία τους και την σκοπιμότη­τά τους. Τελικά δεν έπεισαν σχεδόν κανέ­να Φαρισαίο ή οπαδό των Φαρισαί­ων.
Η χριστιανική αίρεση (αποκαλουμένη ως οδός ή αίρεσις των Ναζωραί­ων και δεισιδαιμονία στις Πράξεις 9: 2, 24: 5, 22, 25: 19), μετά την κατασ­τρο­φή του + 70-73, στην προσ­πάθεια της να αναλάβει αυτή τα ηνία του Ιου­δαϊ­σμού ανέτρεξε στην Πα­λαιά Διαθήκη και πλάσαρε ως προ­φητείες για τον δικό της Μεσσίαχ (υπάρξαν­τα ή μυθολογικό) όσα αποσπά­σμα­τα εβόλευαν την ακ­ροσφαλή κατάστασή της. Οι προφητείες αυτές ευρίσ­κον­ται εντός των Ευαγ­γελίων κυρί­ως, και ολίγες εντός των υπολοίπων βιβλίων. Μερικές εξ αυ­τών δεν υπάρχουν πουθενά στην Πα­λαιά. Όσες υπάρχουν, είναι παραφρασμέ­νες και αφορούν τον Ιουδαϊκόν λαό, τους αρχηγούς του, τον ίδιο τον προφήτη ή συγ­γενικά του πρόσωπα και άλ­λα διαφορετικά θέματα. Οι χριστιανοί απέ­σ­πα­σαν τα κεί­μενα αυτά, τα προσ­άρμοσαν ή τα παρά­φρασαν και μετά τα εκόλλη­σαν στον δικόν τους μυθολογικό Ιησού Χριστό. Σε άλλες περιπτώσεις έπλα­σαν και κατέγραψαν ένα φανταστικό συμ­βάν που να ταιριάζει και έτσι να φα­νεί ότι εκπ­λη­ρώθηκε μια δήθεν προφητεία κάποιου κειμένου της Παλαιάς.
Αξιοπαρατήρητο είναι το γεγονός ότι ενώ το όνομα Ιησούς (το οποίο σημαίνει ο Γιαχβέχ σώζει ή ο Γιαχβέχ σωτήρ μου) το συναντάμε πολλές φο­ρές μέσα στην Παλαιά Διαθήκη (π. χ. στον Ιησού του Ναυή, στον Ζαχαρία, κ. α.), παρ’ όλα ταύτα δεν αναγράφεται σε κα­νένα απ’ όλα αυτά τα ξεκομμένα δήθεν προφητι­κά αποσπα­σματάκια της Παλαιάς Διαθήκης τα οποία στην Και­νή αναφέρονται σαν δήθεν προφητείες περί του υπο­τι­θε­μένου προ­φητευθέντος Ιησού Χριστού. Με μια προσεκτική μελέτη εύκολα βλέπομε ότι αυτά τα απο­σπάσματα σε καμία περίπτωση δεν αναφέρονται στον Ιησού Χριστό, ού­τε καν τον υπονοούν! Αν κανείς αμφιβάλλει γι’ αυτό, δεν έχει παρά να αν­τι­παρα­βάλ­λει πιστά ολόκληρα τα κείμενα της Παλαιάς (και της Μασόρας) με τα αντίσ­τοιχα της Καινής! Μετά ας γράψει καθαρά και αντικειμενικά μια μεγάλη διατ­ριβή επ’ αυτού του εκτε­νούς και σπουδαίου θέματος, αφού εμείς αδυνα­τούμε να την παραθέσομε εδώ λόγω χώρου και χρόνου.
Σ’ αυτό το σημείο, επιθυμούμε να κάνομε και την εξής ερώτηση: Ενώ οι Χριστιανοί ισχυρίζονται (ψευδώς ή εσφαλμένως βεβαίως) ότι η Παλαιά Δι­αθήκη περιέχει εκατοντάδες προφητείες για τον Ιησού Χριστό, αυτές φτάνουν μέχρι και την σταύρωσή του! Μετά τί έγινε; Διατί δεν μας παρέχει καμιά προ­φητεία για την αποκαθήλωσή του, την ταφή του (εκτός ίσως μία), τον κενό τά­φο, την ανά­στα­σή του, τις Μυροφόρες, τις επα­νεμφανίσεις του, την ανάληψή του, την δευτέρα παρουσία του, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, κλπ; Τί συμ­βαίνει μ’ αυτά τα βαρύγδουπα «γεγονότα»; Δεν ήταν αυτά τα «γε­γονότα» άξια προφητειών από τον Μωυσή, όλους τους προφήτες, τους ψαλμούς, κλπ., ή γι’ αυτά η προ­φητική ικανότητα και θεοπ­νευστία στέρεψε; Αναμένομε την απάντηση των θεο­λόγων! Εμείς, κατόπιν εκτενής έρευνας, ξέ­ρομε την δική μας! Όπως φαίνεται ο μύθος της αναστάσεως κλπ. ανεπτύχθη μετά την συγγ­ραφή των προηγουμένων προφητειών ή στην Πα­λαιά Διαθήκη δεν βρέθηκαν κειμενάκια που να ταιριάζουν σ’ αυτόν.
Αυτά τα υποτιθέμενα συγκλονιστικά γεγονότα επλάσ­θη­σαν και προσε­τέθηκαν στις χριστιανικές αφηγήσεις αργότερα όταν πλέον η μόδα των προ­φητειών είχε λή­ξει και δεν είχε πλέον νόημα ή αποτέλεσμα! Η διαμάχη Χρισ­τιανών και Φαρι­σαίων εί­χε πλέον κρίνει του Φαρισαίους ως συντριπτικούς νι­κητές και ως τους νέους καθοδηγητές του Ιουδαϊκού λαού. Αυτή η πρόσθεση λοιπόν πρέπει να συνέβη μετά την τρομακτική αποτυχία της δεύτερης επανάσ­τασης των Ιουδαί­ων κατά των Ρωμαίων το +135. Τότε ακριβώς έγινε και το τελικό και αμετάκλητο σχίσμα Χρι­στι­ανισμού – Φαρισαϊσμού και δεν υπήρχε πλέον χρεία πε­ρισσοτέρων προφη­τει­ών για να πεί­σουν κανένα. Από τότε και μετά οι Χριστι­ανοί ξανάγραψαν τα Ευαγγέλια τους μπόλικες φορές και παρέ­μειναν με την εσχατολογία τους και την προσμονή της Δευτέρας Παρουσίας. Το τελικό αποτέλεσ­μα ήταν ότι τα Ευαγγελία τους δεν είναι θε­όπνευστα κείμε­να όπως επιμένει το δόγμα τους, αλλά μια κυ­ριολεκτική σαλάτα! Γι’ αυτό είναι τέσσερα και όχι ένα σωστό και πλήρες.
6)   Σε προσθήκες διαφόρων κεφαλαίων και 10-12 μεταβαβυλωνιακών βιβλίων στον κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης ως Δευτεροκανονικών, τα οποία ο Ιουδαϊ­σμός και υστερότερα ο Προτεσταντισμός απέρριψαν ως μη κανονικά και υπό­πτου προελεύσεως.
7)   Στην κατάταξη του ψευδεπιγράφου βιβλίου του Δανιήλ (που γράφτηκε κατά τα έτη 167-164 Π. Κ. Ε.) στους προφήτες, ενώ για του Εβραίους θε­ωρείται ύποπτο και διά τούτο το κατέταξαν απλώς στα γραπτά (αγιόγραφα) και όχι στους προ­φήτες.
8)   Στην καταστροφή πρωτοτύπων πηγών και στην κατόπι δημιουργία αναμαση­μά­­των, τα οποία σε πολ­λές περιπτώσεις που κατέστη δυνατόν, η έρευνα απέ­δειξε ότι διαστρέφουν τα αρχι­κά κεί­με­να. Π. χ., δεν έχομε το πρωτότυπο της μετά­φρα­σης της Παλαιάς Διαθήκης των Εβδομήκοντα(δύο) αλλά ότι μας πα­ρέ­δωσαν γι’ αυτήν μετά τον τέταρτο αιώνα, ούτε τις με­τα­φ­ράσεις του Συμμά­χου, του Ακύλα και του Θεοδοτίωνος (εκτός από ελάχιστα αποσπάσματά τους και αναφορές άλλων), την Ιτάλα, την Ιστορία του Ηγησίππου, τα γραπτά του Παπία, του Ωριγένους και χί­λια δυο άλλα συγγράμματα...

Έτσι λοιπόν οι κύριοι Χριστιανοί απολογητές και θεολόγοι χρησιμοποιούν τα Εβρα­ϊ­κά θρησκευτικά κείμενα οσάκις και όπως τους βολεύουν, ενώ όταν δεν τους βολεύ­ουν ισχυ­ρίζονται ότι οι Εβραίοι δεν τα έχουν εννοήσει ορθώς. Αυτοί δηλαδή που τα έγραψαν και τα έζησαν διά μέσου των αιώνων δεν καταλαβαίνουν τί γράψανε και δεν ξέ­ρουν τα βιώ­ματά τους, αλλά θα τους τα εξηγήσουν καλλίτερα οι αιρετικοί και οι πα­­ρείσα­κτοι. Όπως ανωτέρω αναλύσαμε οι Εβραίοι Νοτζρίμ και οι πρώτοι Εβραιο­χρι­στιανοί καιροφυλα­κτούσαν να αρ­πάξουν την θρησκευτική και πολιτική εξουσία του Ιουδαϊσμού χωρίς τελικά να τα κα­ταφέρουν. Από τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε. μέχρι και σήμερα όμως βλέπομε συνεχώς τους μεταλλαγμένους σε Χριστιανούς αποστάτες και τους μετέπειτα ιδιόρρυ­θμους και συνεχώς μεταλλασσομένους Χριστιανούς να ισ­χυρίζον­ται ότι αυτοί είναι οι μό­νοι σωστοί εκπρόσωποι και κληρονόμοι της θρη­σ­κείας των γονέων τους Ιουδαίων και ότι ο παγκόσμιος Ιουδαϊσμός οφείλει να γίνει μέ­ρος του Χριστιανισμού, είτε με το καλό είτε με την ωμή βία, αν επι­θυ­μεί να σωθεί. Ουδέποτε εγκατέλειψαν αυτήν την ιδέα και οι σω­τήριες βιαιοπραγίες των Χριστιανών κατά των Εβραίων αρχής γενομένης με τον ίδιο τον Κων­σταν­τίνο μέχρι και πρόσφατα είναι ίδιες και χειρότερες με αυτές που διέπραξαν κατά οποιασδήποτε άλλης αί­ρεσης ή θρησκείας. Ο Κωνσταντίνος πρώτος εξέδωσε ένα κατα­δι­καστικό μνημόνιο κατά των Εβραίων ως «θεοκτόνων». Εντός ολίγου ο Ιωάννης Χρυσόστομος ωρύεται εναν­τίον τους! Από τότε και μετά οι Χριστιανοί έγιναν τα κάκιστα παιδιά που εστρά­φη­σαν με πρωτοφανή βία, μίσος και φονικότητα κα­τά των γονέ­ων τους και προσ­πάθη­σαν πολλάκις να τους εκτοπίσουν και να τους επιβάλ­λουν αυτά που πισ­τεύουν! Έτσι εδημιούργησαν μια οικτρή, αμήχανη και καταστροφική ψυχολογία με­τα­ξύ των ιδίων και των γονέων τους!

Αν εξαιρέσομε το γεγονός ότι η σέκτα των Νοτζρίμ – Εβιωνιτών ήταν από την αρχή γνήσια υπόθεση και αίρεση του Ιουδαϊσμού εν συγκρίσει με τούς επικρατούντες Ιε­ρείς, Σαδδουκαίους και Φαρισαί­ους και ενδιαφερόταν μόνο για τα Ιουδαϊκά θρησκευ­τικά, κοι­νωνικά και πολιτικά θέματα, η ειρηνική συνύπαρξη του Χριστιανισμού με τον ραβινικό Ιουδαϊσμό μετά το 135 Κ. Ε. ήταν αδύνατη και για έναν άλλον λόγο. Ο Εβραϊσμός – Ιου­δαϊ­σμός ήταν θρησκεία διά το έθνος των Εβραίων από αρχαιοτάτων χρό­νων. Παρ’ όλον ότι μέσα σε μια χιλιετία εγνώρισε μεταβολές, εξελίξεις και προ­σ­αρμογές, οι Εβραίοι την έφτιαξαν μόνοι τους και την έκοψαν και έραψαν στα μέτρα τους. Δεν τους την επέβαλε κανένας έξωθεν. Σύμφωνα με το αυθαίρετο και απόλυτα ρατσιστικό αξίωμα που έθεσαν, ήταν ο «εκλεκτός λαός του μονα­δικού δικού των Θε­ού». Οι άλλοι λαοί ήταν «γκογίμ» δηλαδή αγέλη, που οι Εβδομή­κον­τα(δύο) κακώς μετέφρα­σαν διά της λέξε­ως «εθνι­κοί». Μόνο αν γινόταν δούλοι των Εβραίων ή υπο­δεέστεροί τους, ή έπαιρ­ναν ασυζητητί την Εβραϊκή φώτιση, μόνο τότε θα έβρι­σκαν κάποια χάρη δίπλα τους. Έτσι παρά τις θεολογικές δια­φο­ρές που οι διάφορες τάσεις των είχαν και παρά τις διαφο­ρετικές ερμηνείες και παρερμηνείες που έδι­ναν στον Νό­μο και τους Προφήτας, μόνο βάσει αυτού του γεγονότος δεν ήταν δυνατόν οι εθνικισ­τές Εβραίοι να δεχθούν έναν Χριστιανισμό υβρίδιο, ο οποίος αυτοα­ποκα­λεί­το «Νέον Ισραήλ» και που προσπα­θούσε να κατασπα­ράξει όλα τα έθνη ανε­ξαιρέτως κά­τω από μια καινοφανή, ιδιότυπη, αιρετική Εβραϊκή πί­στη που θα δε­χόταν αρχηγούς και εξ εθ­νικών. Πώς να δε­χ­τούν κάτι τέτοιο όταν είχαν υπάρ­ξει για αιώνες υποτε­λείς σε Ασσυ­ρίους, Βαβυλω­νί­ους, Πέρσες, Επιγόνους του Μεγά­λου Αλεξάνδρου και Ρω­μαίους; Ο εθνικισμός τους και η θρησκευτική αποκλει­στι­κό­τητά τους δεν τους το επ­έτρεπαν! Μελετώντας τις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επι­στολές βλέπομε κα­θαρά ότι ο Παύλος με το κήρυγμά και την δράση του, παρ’ όλον ότι χρη­σιμοποιού­σε κά­θε δόλο, ψεύ­δος, βία, πανουργία και στρεψοδικία, εί­χε μη­δα­μινά απο­­τελέσματα όχι μόνο μετα­ξύ των Εθνικών αλ­λά μεταξύ των Ιουδαίων τόσο της Παλαι­στί­νης όσο και της Διασ­πο­ράς. Η δράση του παρέμεινε παράνομη και εξωμοτική για τους Ιουδαί­ους, ύποπτη και ανόητη για τους μη Ιουδαίους, τα δε κυρήγματά του ανόητα και ανα­κόλουθα.

14. Ερμηνείες, Παρερμηνείες, Ψευτοδικαιολογίες ...

Οι ερμηνείες και οι παρερμηνείες των Αγίων Γραφών δίνουν και παίρνουν μέσα στην Ιερά Παράδοση, στην Κατήχηση, στην Απολογητική, στις Θεοφώτιστες Συνόδους, στους Ιερούς Κανόνες, κλπ. Δεν υπάρχει τίποτα το συγκεκριμένο αλλά ένας τεράσ­τι­ος κυ­κεώνας αντιφάσεων και μια διαρκής σύγχυση. Ό,τι θέλεις συμπεραίνεις και ό,τι θέ­λεις απορρίπτεις. Ό,τι θέλεις μπορείς να το βασίσεις κάπου, σε κάποιο χωρίο, κλπ. Δεν υπάρχει η μία και αληθινή ερμηνεία αλλά εκατομμύρια παρερμη­νείες με εκα­τομ­μύρια ψευτοδικαιολογίες! Ο Λόγος του αληθινού πανσόφου και παντο­δυ­νά­μου θε­ού κατάντησε θέμα ερμηνείας και εξηγήσεως από τους κοινούς θνητούς! Ήλθε στη γη έπαθε, απέ­θα­νε και ανέ­σ­τη και ακόμα δεν μας είπε ποια είναι τέλος πάντων η σω­στή ερμηνεία της αποκαλύψεώς του. Ή γιατί δεν μας τα είπε τελείως καθαρά, τουλά­χι­σ­τον τη δεύτερη φορά, ώστε να μην χρειάζεται απολύτως καμιά ερμηνεία; Πάν­σοφος και παντογνώστης ήταν, δεν θα του έπεφτε κόπος! Όλες αυ­τές οι ερ­μηνείες και οι πα­ρερμηνείες οφεί­λονται βεβαίως στο ότι οι ίδιες οι ιερές γρα­φές, Βί­β­λος, Παράδοσις, κλπ., γέμουν με χιλιάδες λάθη, αντιφάσεις, πα­ρα­λογισ­μούς, ανοησίες, βλακείες, υπερ­βολές, εκφο­βι­σ­μούς, αδικίες, βία, κ. ο. κ., και στο ότι η ιστορική τους αλή­θεια της μεν Βίβλου εί­ναι σχεδόν ανύ­παρκτη και επομένως είναι ένα τεχνητό μυ­θολό­γη­μα, της δε Παρα­δό­σεως είναι εντελώς υποκειμενική που υπηρετούσε κατά τό­πους και εποχές σκοπιμό­τητες, συμφέροντα, και πως τα έβλεπε τα θέματα ο κάθε ερμηνευτής, κλπ!

Έχομε ήδη καταγγείλει ότι ο πρώτος που χρησιμοποίησε δολιότητες, ψευδολογίες και ατιμίες ήταν ο Παύ­λος. Εκ­τός του ότι οι κα­τά συρροήν αντιφάσεις και στρεψο­δι­κίες του ιδίου ανέρχονται σε πολλές εκατον­τά­δες, (που έχουν εκτεθεί σε πολλούς διε­θνείς καταλό­γους), δεν έχετε άλλο να κάνετε παρά να μελετήσετε προσε­κτικώς όλες τις επιστολές του σε σχέση με την υπόλοιπη Καινή Διαθήκη και μεταξύ των. Ιδι­αι­τέ­ρως εξετάσετε: Πρός Ρωμαίους 3: 5, 7 που παραθέσαμε στην αρχή, Α΄ Πρός Κοριν­θίους 6: 12, 9: 19-23, 10: 23, 31, 35 (10: 35 έρχεται σε αν­τί­φαση με Πρός Γαλάτας 1: 10), Β΄ Πρός Κορινθίους 5: 13, 7: 16, 12: 16, Πρός Γαλάτας 2: 2, Πρός Φιλιπ­πη­σί­ους 1: 15-18, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 2: 11-12. Αφού δια­βά­σε­τε αυτά τα χωρία και τα κατα­λά­βετε βγάλετε τα συμ­πε­ρά­σματά σας και αποφασίσετε! Αλλά και ο Χριστός στον Μάρκο 4: 12 λέγει το απατηλό: «ίνα βλέποντες βλέπωσι και μη ίδωσι, και ακούοντες ακούωσι και μη συνιώσι, ...», κ. α.. Ακόμα για εξαπάτηση βλέπε: Γ΄ Βασιλειών 22: 23 «και νυν ιδού έδωκε Κύριος πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών σου τού­των, και Κύριος ελάλησεν επί σε κακά.», Ιεζεκιήλ 14: 9, κ. ά.

Πολλοί χριστιανοί ερμηνευτές, πατέρες και απολογητές προσπαθούν να δικαι­ολογή­σουν την χριστιανική απάτη και ψέμα με το «σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αυτά λένε επινο­ήθηκαν έτσι για να εξυπηρετήσουν καλούς σκοπούς. Από την άλλη όμως σου λένε «ου ψευδομαρτυρήσεις»! Πολλοί Πατέρες χρησιμοποίησαν κάθε δολιότητα και πολλοί έλε­γαν ότι το αμόρφωτο πλήθος («λεφούσι») χρειάζεται πολλούς μύθους (παραμύ­θια και σαχλαμάρες) για να μά­θει να πιστεύει και να συμμορφώνεται (βλέπε: Taylor, Diegesis, Chapter VI, etc.). Ση­μειώσε­τε ότι, ο Ευ­σέβιος Καισαρείας, εκείνος ο «μέγας επιμε­λητής και εκκ­λησιαστι­κός ισ­τορι­κός», ο δόκτωρ Ιερώνυμος, ο Αυ­γου­στίνος, εκεί­νος ο μοι­ραίος για την αν­θ­ρωπό­τη­τα και τον πολιτισμό και επονομασθείς Ιε­ρός, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, κ. π. ά., χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τα ίδια ανήθι­κα μέσα όπως ακριβώς κάνουν και οι κα­τά καιρούς, μέχρι και σήμερα, επώνυμοι και ανώ­νυ­μοι απο­λογη­τές και προπαγανδισ­τές του Χριστιανι­σμού. Τί λέτε, να είναι σύμ­πτω­ση;

Ο Παύλος πονηρός ων, εγκαινιάζει την παρερμηνεία ή ερμηνεία των γραφών κατά το δοκούν με το δολιότατο αξίωμα των Χρι­στι­α­νών θεο­λόγων και απολογητών ότι η Αγία Γραφή ερμη­νεύεται είτε κατά γράμ­­μα (δη­λαδή κυριολε­κτικώς) είτε αλληγορικώς (με­ταφορικώς) (π. χ. Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς γ΄: 6, Πρός Γαλάτας 4: 24). Αυτό τό πονη­ρό αξίωμα το τονίζει και ο Ωριγένης. Δεν μας λένε όμως κα­θό­λου τα κριτήρια διά των οποίων ξεχωρίζουν τα αλ­ληγορικά από τα κυρι­­ο­λεκτικά χω­ρία. Προφανώς ούτε και οι ίδιοι τα γνωρίζουν, εκτός βε­βαίως και πρόκει­ται για προ­­φανείς πε­ρι­π­τώ­σεις σχημά­των λόγου για τις οποίες δεν χρειαζόμαστε θεί­αν επιφοί­τη­ση.

Μια πε­ρί­π­τωση προφανούς μεταφοράς είναι η γνωστή «πα­ραβο­λή του σπο­ρέ­ως», Λουκάς 8: 4-15. Εδώ πράγματι ο Χρίστος λέγει μια εύκολη παρα­βολή (μεταφορά δη­λα­δή) με συμβολικά ή παρα­βολικά λόγια. Όσοι έχουν τελειώσει δημοτικό εύκολα κα­τα­λαβαίνουν τι θέλει να πει. Οι μα­θητές του όμως, ήταν τόσο καθυστερημένοι που του εζήτησαν την εξήγηση διότι όπως λέει δεν κα­ταλάβαιναν τι ήθελε να πει. (8: 9 «Επηρώτων δε αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· τις είη η παραβολή αύτη;»). Ας δεν βαριέται, το παραβλέπομε! Μια άλλη τετριμ­μένη μεταφορά είναι αυτό που λέει ο Ιησούς στον Νικόδημο, Ιωάννης 3: 3 «απεκρίθη Ιη­σούς και είπεν αυτώ· αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού.», δηλαδή «Ο Ιησούς απεκρίθη, “Αλήθεια αλήθεια σου λέγω, εάν δεν γεννηθή κανείς άνωθεν (αναγεννηθή), δεν μπορεί να ιδή την βασιλείαν του Θεού.”». Εδώ αφ’ ενός υπάρχει η επεξηγηματική λέξη «άνωθεν» και αφ’ ετέρου για τον ίδιο τον Νι­κόδημο έχομε τις μαρτυ­ρίες ότι: 3: 1 «ήν δε άνθρωπος εκ των Φα­ρι­σαίων, Νικό­δη­μος όνομα αυτώ, άρχων των Ιουδαίων.», και 3: 10 «απεκρίθη Ιη­σούς και είπεν αυ­τώ· συ ει ο δι­δάσ­καλος του Ισραήλ και ταύτα ου γινώσκεις;». Δη­λα­δή ο Νικόδημος ήταν μορ­φω­μένος Φαρισαίος, άρχων των Ιουδαίων και διδάσκα­λος του Ισραήλ. Παρ’ όλα ταύτα ο «βλάξ των βλακών» Νικόδημος δεν κα­ταλα­βαίνει τι πάει να πει και ρωτάει τον Ιησού ως εξής: 3: 4 «λέγει προς αυτόν ο Νικόδη­μος· Πώς δύ­ναται άνθρωπος γεν­νηθήναι γέρων ων; μη δύναται εις την κοιλίαν της μητρός αυτού δεύτερον εισελ­θείν και γεννηθήναι;». Τουτ’ έστιν: «Πώς μπορεί να γεννηθή ένας άνθρωπος όταν είναι γέ­ρων; Μήπως μπορεί διά δευτέραν φοράν να εισέλθη εις την κοιλίαν της μητέρας του και να γεννηθή;». Άκουσον – άκουσον! Αν είναι δυνατόν ένας γέρων, μορ­φω­μέ­νος, Φαρισαίος, άρχων και διδάσκαλος του Ισραήλ να κάνει μια τέτοια γελοιωδεστάτην ερώτηση και να ζητά εξήγηση σ’ αυτό το προφανές σχήμα λόγου; Και με την λέξη «άνωθεν» τί έγινε; Άραγε δεν την άκουσε; Ιδού τα χάλια των θεοπνεύστων ευαγγε­λι­κών κειμέ­νων! Τα αφήνο­με στην κρίση σας.

Δεν κα­τα­λα­βαίνομε γιατί ένας παντοδύναμος και πάνσοφος Θεός διατύπωσε την θε­ό­π­νευ­σ­τον και ιερά γρα­φή του με μια πλήρη ακαταστασία, ασυναρτησία, αντιφα­τικό­τη­τα, βλακεία και ανακολουθία αντί να την διατυπώσει με από­λυτη σαφήνεια και κυ­ριολεξία ώστε και κα­τανοητή να είναι από τους πάντες και τίποτα να μη καθίσταται θέμα ερμηνείας ή αιρέ­σεως ή πα­ρεξηγήσεως! Τώρα πως μπορούν και καταλαβαίνουν αυτό το γε­γο­νός οι διάφοροι απολογητές και ιε­ρο­κήρυκες είναι άξιον απορίας και ίσως (προσοχή: ίσως) μόνον αυ­τοί να μπορούν να μας το εξηγήσουν...

Εν παρόδω αναφέρομε ότι, λόγω της τρομερής υπερβολής, αντιφατικότητος και ανα­κο­λουθίας των λόγων και των πράξεων του Ιησού Χριστού που συνεχώς ευρίσκομε ακόμα και εν­τός των μικρών κειμένων των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων, ο πολύ γνω­στός Ιρ­λανδός δρα­μα­τουργός, μου­σι­κο­λό­γος και σπου­­δαί­ος κρι­τικός George Ber­nard Shaw (1856 - 1950) ορθά κο­φτά γρά­­φει, στον πρόλογο του έργου του Andro­cles, ότι ο Ιη­σούς ήταν τρελός (παρά­φ­ρων). Δεν είναι ολίγοι οι ερευνητές, συγ­γρα­φείς και κρι­τικοί που χα­ρα­κτηρί­ζουν τον Ιησού των Ευαγ­γε­λίων όχι μόνον ως ανακόλουθο αλ­λά και ως μα­νι­α­κό, τρελό, φρε­νοβλαβή [22], και διάφορα τέτοια «κοσμητι­κά» επίθετα. Ένας απ’ αυτούς εί­ναι και ο γνωστός, σπου­δαίος Βρετα­νός συγγραφέας και βιογρά­φος δόκτωρ Hugh Joseph Schonfield (1908? - 1988). Στο βι­β­λίο του The Passover Plot (Η Σκευ­ω­ρία του Πάσχα) χαρακτηρίζει τον Ιησού ως μανι­α­κό που διψούσε για εξουσία. Ο πο­λυμαθής Γάλλος συγ­γρα­φέ­ας και ερευνητής δό­κ­τωρ Paul-Louis Couch­oud (1879 - 1959) δεν χτυπάει τον ίδιο τον Ιησού ευθέως, αλ­λά χτυπάει με συ­ν­ώνυμα λόγια και επίθετα αυτούς που έπλασαν αυτές τις οικτρές ευαγγελικές μυθο­πλασίες πε­ρί Ιησού. Συγ­κε­κρι­μένα γράφει ότι, αυτές ανεπτύχθησαν μέσα σε νευ­ρω­τι­κά και αρ­ρωστημένα μυαλά.

{[22]: Μία πρόσφατη εκτενής εργασία του Εργαστηρίου Ψυχολογίας του Πανεπι­στη­μί­ου του Leuven της Ολ­λανδίας (Jezus de Messias. Was het Christendom een vergissing? Antwerpen, EPO), υπό την διεύθυνση του Dr. Herman H. Somers, απο­δεικνύει ότι τα κύρια πρόσωπα της Καινής Διαθήκης έπασχαν από παρα­φρενία. Ο δε λεγόμενος «Ιωάννης της Αποκαλύψεως» έπασχε από παραφρενία πολύ προχω­ρ­η­μέ­νης μορ­φής με συνδυασμό ψευδαισθητικού παραληρήματος.}

O Άγγλος φιλό­σοφος, συγγραφέας, επιστήμων και μαθη­ματικός Bertrand Russell (1872 – 1970) στο βι­βλίο του Why I am not a Christian, μεταφρασμένο στα Ελληνικά με τίτλο Γιατί δεν εί­μαι Χριστιανός, είναι πιο ήπιος από τους προηγου­μέ­νους και λέ­γει: Αν δεχθούμε τον Ιησού έτσι όπως τον παρουσιάζουν τα Ευαγγέλια, τό­τε βρίσκομε μερικά από τα πράγματα που είπε και μερικά από τα έρ­γα που έκανε να είναι ηθι­κά και καλά. Αλλά, βρίσκομε και με­ρικά πράγ­ματα που είπε και μερικά έργα που έκανε τα οποία είναι βλακείες και ανοη­σίες. Ακόμα ο Russell λέ­γει ότι μπορεί να θεωρήσει μερικά λόγια του Ιησού ως σοφά, αλλά ποτέ δεν θα τον θεωρούσε σο­φό­τε­ρο ή ηθι­κό­τερο από τον Σωκράτη, τον Κομφού­κιο, ή τον Βούδα, κ. ά. Από τα ίδια τα Ευ­αγγέλια, τη γνώση της ιστορίας και της νομοθε­σί­ας του καιρού εκεί­νου και με την βο­ή­θεια πολ­λών τέ­τοιων ανα­λυ­τών σχηματίζομε μια πο­λύ οικτρή εικόνα περί του Ιη­σού Χρι­στού των Ευ­αγγε­λί­ων.

Ο ερευνητής Kersey Graves στα βι­β­λία του: (1) The Precepts And Practical Life Of Jesus Christ, Kessinger Publishing, και (2) The Worlds Sixteen Crucified Saviors, Christianity before Christ, Sixth Edition, AUP Publishers, 1875-2001, or Kessinger Publishing Company, σελί­δες 393-409, καταγράφει και αναπτύσσει 34 ηθικά και θρη­σκευτικά σφάλματα μαζί με 25 επι­στημονικά λάθη του Ιησού των Ευαγγελίων πα­ρέ­χοντας και τις σχετικές επε­ξηγήσεις και δικαιολογήσεις των συμπε­ρασμάτων αυτών. Ακό­μα αναπτύσσει την σχι­ζοειδή ή μάλλον σχιζοφρενική φύση του Ιησού ως ανθρώ­που και του Ιησού ως θε­ού και κα­τα­τροπώνει τις χριστιανικές απο­λο­γητικές ψευτοδι­καιολογίες, επ’ αυ­τών των κραυ­γα­λέ­ων αντιφάσεων. Μερικά απ’ αυ­τά τα αναπτύσσο­με ή απλώς τα αναφέ­ρομε εδώ.

Αυτή την απανταχού αντιφατικότητα και ανακολουθία του Ιησού εκθέτει πολ­λαπλώς και ο συγγραφέας Θωμάς Μάρας στο βιβλίο του: Οι Αντιφά­σεις της Και­νής Διαθήκης, Εκ­δόσεις Δί­βρης, ή Εκδόσεις Σμυρ­νιώτη. Η μόνη θεολογική, υπο­θε­τι­κή, δικαιολογία που μπορεί να της δώσει είναι ότι ο Ιησούς ως θεός κάνει ό,τι θέλει χωρίς να ρωτά κανένα και χωρίς να δίνει εξηγήσεις σε κανένα. Δίνει εντολές για τους άλ­λους τις οποίες ο ίδιος παραβιάζει όπως και όποτε θελήσει! Τότε βε­βαία, ποια είναι η ηθι­κή ανω­τε­ρό­τητα ενός τέτοιου θεού έναντι των ανθρώπων που θέλει να δι­δάξει; Αποτε­λούν η αν­τίφαση και η ανακολουθία χαρακτηριστικά της τε­λειότητος του θεί­ου ή ιδι­ό­τη­τες της πανσοφίας και παντοδυναμίας; Ας μας απαντήσουν σαφώς και άνευ περι­τ­ροπών οι απολογητές.

Μερικοί χριστιανοί απολογητές (όχι όλοι) κατά καιρούς και περιστάσεις αναγνωρί­ζουν εν τίνι μέτρω την υπερβολή, το ανε­φάρ­μοστο, την αντιφατικότητα, την ανα­κο­λου­θία και τον συμβιβασμό πολλών λόγων, διδαγμάτων και πράξεων του Θεού της Βίβλου και του Ιη­σού των Ευαγγελίων όπως και την τεράστια αντίφαση μεταξύ της Παλαιάς Διαθήκης και Μωσαϊκού Νόμου από την μια μεριά και της Και­νής Δι­αθήκης από την άλλη. Βεβαίως, πρώτος ο Παύλoς στην Πρός Εβραί­oυς Επιστολήν 8: 6-7 μας λέ­γει κα­θα­ρά πως o Θε­ός έδω­σε την πρώ­τη τoυ δια­θή­κη στoυς αν­θρώπoυς ελ­λι­πή (βλέπε και Πρά­ξεις 13: 39) και με λά­θη (ό­χι άμε­μ­πτη) και γι’ αυ­τό χρειά­στη­κε με­τά να μας δώσει την άμε­μπτη δεύ­τερη. Υπάρ­χει άρα­γε λoγι­κή θε­o­λoγι­κή εξή­γη­ση σε αυ­τό τo νευ­ραλ­γι­κό ση­μείo; Την μό­νη «πει­στι­κή» δικαιολόγηση πoυ εί­χα την τύ­χη να ακoύ­σω μoυ την έδω­σε φω­να­χτά ένας πρωτoσύ­γ­κελoς τoυ oπoίoυ τo όνoμα δεν θα απα­θα­να­τί­σω εδώ: «Αυ­τό εί­ναι δι­κή τoυ δoυ­λειά! [τoυ Θεoύ, δη­λα­δή]». Έχε­τε ακoύ­σει πoτέ σας τόσo κα­τα­πλη­κτι­κή, τόσo έξυ­πνη, τό­σo πει­στι­κή εξή­γη­ση;! Τώ­ρα αν η δεύ­τε­ρη δια­θή­κη τε­λεί και αυτή υπό ανα­θε­ώ­ρη­ση, αυ­τό μόνo o Θε­ός τo ξέ­ρει, αφoύ εί­ναι δι­κή τoυ δoυ­λειά, και «τίς oί­δε τάς βoυλάς τoύ Θεoύ;» ή όπως μας λέει πάλι ο Παύλος «ανεξιχνίαστοι αι οδοί του Θε­ού» στην Πρός Ρωμαίους 11: 33. Όπως όμως φαίνεται αυτός ο σπουδαίος πρωτοσύγκελος εσ­κεμ­μέ­να και συνωμοτικά απέρριψε την κοινή λογική και τις αναφο­ρές που μας βε­βαι­ώνουν την σταθερότητα του Θεού στις αρχές Του, στα λόγια Του, στα έργα Του, κλπ., πράγμα που συχνά διαπράττουν και όλοι οι όμοιοί του. Π. χ. βλέπε:

Έξοδος 3: 14-15, 34: 6-7, Αρι­θμοί 23: 19, Δευτε­ρο­νό­μιον 32: 4, Α΄ Σαμουήλ Α΄ Βασιλειών) 15: 29, Ψαλ­μοί 19: 7-10 (ή 18: 8-11), 34: 10 (ή 33: 11), Ησαΐας 55: 11, Ιεζεκιήλ 24: 14, Μα­λαχίας 3: 6, Σο­φία Σειράχ 22: 23 (ή 24), Πρός Εβραίους 6: 18 (δεν ψεύδεται), 13: 8, Επιστολή Ιακώβου 1: 17, κλπ.

Ούτως, και οι απολογητές, και οι θεολόγοι, κ. ά., χρησιμοποιούν την αντίφαση και την ανεντιμότητα οσάκις την χρειάζονται ως μέσο διεξόδου, επειδή γνωρίζουν καλώς την άγνοια και την τυφλή πίστη και υποταγή του κοσμάκη!

Η χρι­στια­νι­κή θε­ο­λο­γία ακόμα μας δι­δά­σκει ότι ο Θε­ός έδω­σε αυ­τόν τον βάρβαρο και παράλογο νό­μο στον Μω­υ­σή επει­δή στην κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση που βρί­σκο­νταν τότε οι τότε ημιά­γ­ριοι Εβραίοι δεν θα μπο­ρού­σαν να κα­τα­λά­βουν και να δεχ­θούν έναν άλ­λο νό­μο που θα ήταν τέ­λειος. Δη­λα­δή ο πάν­σο­φος και πα­ντο­δύ­να­μος Θε­ός έκα­νε κά­ποιους συμ­βι­βα­σ­μούς τους οποί­ους έπρε­πε να διορ­θώ­σει με­τά από χί­λια χρό­νια και βά­λε. Αλ­λά και την επο­χή που έδω­σε την Και­νή Δια­θή­κη, η κοινω­νι­κή κα­τά­στα­ση των εκλε­κτών του Θε­ού δεν ήταν πο­λύ κα­λύ­τε­ρη. Λί­γη με­λέτη της σχε­τι­κής Ιστο­ρί­ας μας πεί­­θει γι’ αυ­τό. Αν πά­λι ο Θε­ός χρεια­ζό­ταν έναν λαό ο οποί­ος έπρε­πε να κα­τα­λα­βαί­νει τα σχέ­δια του, τό­τε δεν μπο­ρού­σε να βρει κά­ποιον άλ­λο με πιο ανε­βα­σμέ­νο πο­λι­τι­στι­κό και κοι­νω­νι­κό επί­πεδο; Ενώ, όπως δια­βά­ζομε στην Έξο­δον (π. χ. 4: 21, 9: 12, 10: 1, 20, 27, 11: 10, 13: 15, 14: 8 κα., το λέει και ο «μέγας!» Παύλος Πρός Ρω­μαίους 9: 17-18,), όπο­τε ήθε­λε σκλή­ρυ­νε την καρ­δίαν του Φα­ραώ για να τον τι­μω­ρή­σει με­τά αμεί­λι­κτα (σαν να του έστη­νε πονηρή πα­γί­δα!), με τον εκλε­κτό λαό του δεν μπο­ρού­σε να κά­νει όχι μό­νο την καρδίαν τους πιο μα­λα­κή αλ­λά ού­τε και το μυα­λό τους πιο ικα­νό και επι­δε­κτικό ώστε να κα­τα­λα­βαί­νουν ένα σω­στό και τέ­λειο νό­μο ευ­θύς εξ’ αρ­χής. Κά­τι τέ­τοια μα­σή­μα­τα και ανα­μα­σή­μα­τα ακού­με. Ψευτοδικαιολογίες αγαπητοί μου! Το τρα­γι­κό εί­ναι ότι ο πο­λύς λαός χά­φτει όλα αυτά τα καταστροφικά χω­ρίς να τα σκε­φτεί κα­θό­λου. Με­τά λοι­πόν ο Θε­ός εί­τε εν γνώ­σει του από την αρ­χή, εί­τε το έμα­θε στην πο­ρεία, απο­φά­σι­σε να δώ­­σει στους αν­θρώ­πους μια και­νούρ­για Δι­αθή­κη διά των δι­δα­σκα­λι­ών και πα­θη­μά­των του Υιού Του Ιη­σού Χρι­στού. Το μυ­στή­ριο εί­ναι ότι αυ­τή τη φο­ρά οι Εκλε­κτοί απέρ­ρι­ψαν τη Νέα Δια­θή­κη του Θε­ού τους και έτσι ανα­γκά­στη­κε ο Θε­ός τους να την πασά­ρει στους εθνι­κούς (π. χ. Λουκάς 20 : 9-18, Ιωάννης 1: 11, Πράξεις 13: 46-48, 18: 6 κ. α.). Τί ωραία που τα γράφουν, εε...! Ποιος να ξέ­ρει τώρα αν θα μας δώσει πά­λι και πότε κα­μιά πιο και­νούρ­για και πιο σω­στή ώστε αυ­τή τη φο­ρά να τη δε­χτού­νε ακόμη και οι Εκλε­κτοί του;

Παρ’ όλα ταύτα, στο Ευαγ­γέ­λιο του Ματ­θαί­ου 5: 17-18 και του Λου­κά 16: 17, βλέ­πο­με ότι ο Χρι­στός δη­λώ­νει κα­θα­ρά το εξής: «Μην νο­μί­σε­τε ότι ήλ­θα να κα­τα­λύσω τον νό­μο και τους προ­φή­τες. Δεν ήλ­θα να κα­ταρ­γή­σω αλ­λά να συμ­πλη­ρώ­σω (ή να τον τηρήσω). Αλή­θεια σας λέ­γω, έως ότου πα­ρέλ­θει ο ου­ρα­νός και η γη ού­τε ένα γιώ­τα ή ένα κόμ­μα δεν θα κα­ταρ­γη­θεί από τον νό­μο, μέ­χρις ότου γί­νουν όλα.». Ο Ιάκωβος μάλιστα στην Επιστολή του β΄: 10, έφτασε στην ακρότητα να μας πει ότι το να πα­ρα­βιάσεις μόνο μια εντολή του νό­μου είναι το ίδιο με το να παραβιάσεις όλο τον νόμο «όστις γαρ όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί, γέγονε πάντων ένο­χος.».

Βλέ­πο­με δη­λα­δή ότι ο Χριστός δεν κα­τα­λύ­ει ή κα­ταρ­γεί τί­πο­τα απ’ αυ­τόν τον άγριο, βάρβαρο και βλακώδη νό­μο· μό­νο να συ­μπληρώ­σει θέ­λει. Ο Μωσαϊκός Νόμος δη­λα­δή έχει ελ­λεί­ψεις που πρέ­πει να συ­μ­πλη­ρω­θούν. Άρα δό­θη­κε ελ­λι­πής από τον Θεό αρ­χι­κά (π. χ. Πράξεις 13: 39, Πρός Εβραίους 8: 6-7). Όταν όμως με­λε­τή­σομε το κε­φά­λαιο 5 του Ματ­θαί­ου πα­ρα­τη­ρού­με ότι σε με­ρι­κά ση­μεία διορ­θώ­νει τον νό­μο, δη­λα­δή κα­ταρ­γεί τα προ­η­γού­με­να και στη θέ­ση τους βά­ζει νέ­α, υπο­τί­θε­ται, πιο σω­στά (ή μάλ­λον σω­σ­τά αυ­τή τη φο­ρά, αλ­λά ποιος μπο­ρεί να ξέ­ρει;). Π. χ. βλέ­πε

Ματ­θαί­ος 5: 27-28, 31-32, 33-34, 38-39, 43-44, 15: 11, Μάρκος 2: 18-20, 7: 15, Λουκάς 11: 37-38, 13: 10-16, Ιωάννης 5: 8-11, 8: 4-11 κα.

Σε αυτά εδώ δεν έχομε μια απλή συ­μπλή­ρω­ση για κά­τι που λεί­πει ή εί­ναι ελ­λι­πές, αλ­λά κατάφορη διόρ­θω­ση και κα­τάρ­γη­ση, που ση­μαί­νει αντι­κα­τά­στα­ση του ήδη υπάρ­χο­ντος από κά­τι άλ­λο, το σω­στό — υ­πο­τί­θε­ται. Αυτό προ­φα­νώς έρ­χε­ται σε αντί­φα­ση με τους στί­χους Ματ­θαί­ος 5: 17-18, Λουκάς 16: 17, και με τις ίδιες τις δια­τά­ξεις του Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου εφό­σον τις αλ­λά­ζει. Έτσι και ο Ιη­σούς δεν είναι και αυτος άμοιρος αντιφάσεων και ανοησιών. Το πε­ρί­ερ­γο εί­ναι ότι και οι πα­λαιές και οι νέ­ες δια­τά­ξεις δό­θη­καν από τον ίδιο πάν­σο­φο και πα­ντοδύ­να­μο Θε­ό Πατέρα του Ιησού. Σ’ αυ­τά οι θε­ο­λό­γοι και οι απολογητές έχουν πα­ρα­σκευά­σει κά­τι στε­ρε­ό­τυ­­πες ψευ­το­δι­και­ολο­γί­ες για­τί δεν αντέ­χουν κα­μιά κρι­τι­κή, όπως τη σύ­ν­το­μη κριτι­κή ή την προ­βολή ερωτή­σεων που έχομε κά­νει εδώ. Μό­νο με διάφορες τέ­τοιες σο­φι­στεί­ες πα­ρη­γο­ρούν­ται, αλ­λά με το δί­κιο τους αφού αυ­τές πιά­νουν τό­πο στα αυ­τιά των αδαών και αφε­λών. Βλέ­πεις «ο κό­σμος πι­στεύ­ει στα αυ­τιά του πα­ρά στα μά­τια του!».

Προσπαθώντας λοιπόν οι θεολόγοι και οι απολογητές να υπερασπίσουν και να δικαι­ολογήσουν αυτά όλα τα αδικαιολό­γητα μας λένε ότι «ο Θεός Πατήρ (Γιαχβέχ) και ο Υιός του, Ιησούς Χρι­στός, εν γνώ­σει τους εδί­δαξαν μερικά λάθη ή απέκρυψαν ορι­σ­μένες αλήθειες, επειδή εγνώριζαν την απα­γο­ρευτική άγνοια και αμορφωσιά των αν­­θ­ρώπων των καιρών εκείνων και την ανικανότητά τους για να μάθουν όλα τα σωστά θεία και αληθή». Εάν αυτό είναι σωστό και ο Θεός της Βίβλου μαζί με τον Υιόν του εδί­δα­ξαν και αλήθειες και ψέ­μα­τα, τότε εγείρονται πάρα πολλές ερω­τήσεις. Πώς ημ­πορούμε να γνωρίζομε ποιο είναι ποιο; Με ποιον κανόνα μπορούμε να τα ξεχωρίζομε αφού ού­τε ο Πατήρ Θεός ούτε ο Υιός Θεός μας έδωσαν κα­νέναν; Ή πώς μπορούμε να καθο­ρί­σομε αν εδίδαξαν κάτι το αληθές και δεν είναι όλα ψέματα; Εάν αυτή η δικαι­ο­λογία ισχύει για την Εβραιο-Χριστιανική θρησκεία τότε γιατί να μην ισχύει και για τα λάθη, κλπ, που υπάρχουν σε όλες τις άλ­λες θρησκείες εναντίον των οποίων οι χρισ­τι­ανοί κόπτονται; Εάν αυτή ισχύει στην μια περίπτωση, γιατί να μην ισχύει και στην άλλη; Ποια είναι η ηθι­κή ανω­τε­ρό­τητα ενός τέτοιου θεού έναντι των ανθρώπων που θέλει να δι­δάξει; Αποτελούν η αν­τίφα­ση, η ανακολουθία και ο ασύστολος συμ­βιβα­σ­μός χα­ρακ­τη­ρι­στικά της τε­λειότητος του θεί­ου ή ιδιό­τη­τες της πανσοφίας και παντο­δυνα­μί­ας; Πάρα πολλές άλλες τέτοιες ερωτήσεις ανακύπτουν για τις οποίες παρακα­λούμε τους απο­λο­γητές να μας τις απαν­τήσουν σαφώς και να μας διαφωτίσουν! Ήδη όμως αυτές οι ερωτήσεις αποδεικνύουν πάρα πολλά...!

Μερικοί που υποτιμούν την νοημοσύνη μας για να δικαιολογήσουν πολλά ανόητα ή ανώμαλα χωρία των ιερών γραφών ισχυρίζονται ότι είναι συμβολικά. Η λέξη συμβο­λικά έχει γίνει πολύ της μόδας! Ενώ οι εντολές, λέξεις, έννοιες, κλπ., είναι σαφείς και μονοσήμαντες αυτοί βρήκαν την ψευτοδικαιολο­γία του συμβολικού. Ποτέ τους όμως δεν μας λένε τι συμβολίζουν και τι ηθικά δι­δάγ­ματα εξάγονται απ’ αυτές τις σαχλα­μάρες ή ανώμαλες ιστοριούλες! Και μην μας αναφέρει κανείς, φερ’ ειπείν, την «πα­ραβο­λή του σπο­ρέ­ως», Λουκάς 8: 4-15. Εδώ πράγματι ο Χρίστος λέγει μια εύκολη παρα­βολή με συμβολικά ή παραβολικά λόγια. Εύκολα καταλαβαίνουν όλοι τι θέλει να πει. Οι μαθητές του βέβαια ήταν τόσο καθυστερημένοι που του ζήτησαν και την εξήγηση. Τέλος πάντων, αυτό το παραβλέπομε. Σπανιότατα κάποιος ξεχασμένος, πα­λι­ός και μάλ­λον αιρετικός χριστιανικός θεολόγος μας παρέχει κάποιον συνήθως υπο­κειμενικό συμβολισμό σε κάτι απλό ή διφορούμενο, αλλά για να τον ξέρεις πρέπει να έχει τύχει να έχεις διαβάσει τα κείμενά του. Στην πλειονότητα τους όμως τα διάφορα χωρία των ιερών γραφών εί­ναι σαφή και δεν συμβολίζουν τίποτα απολύτως παρά εν­νοούν κυρι­ολεκτικά μόνο αυ­τά που γράφουν. Π. χ., τί να συμβολίζουν άραγε τα χω­ρία:

Έξοδος 23: 19 «τας απαρχάς των πρωτογεννημάτων της γης σου εισοίσεις εις τον οί­κον Κυ­ρί­ου του Θεού σου. ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυ­τού.», (εντολή του Αγίου και Θεϊκού Μωσαϊκού Νόμου!).
Λευιτικόν 27: 29 «και παν, ό εάν ανατεθή από των ανθρώπων, ου λυτρωθή­σεται, αλλά θανάτω θανατωθήσεται.», (εντο­λή του Αγίου και Θεϊκού Μω­σαϊκού Νό­μου!).
Ματθαίος 1: 18 «Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.», (δήλωση του Ματθαίου)!.
Ματθαίος 5: 28 «Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυ­μήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού.», (δήλωση του Ιη­σου Χριστού)!.
Β΄ Πρός Κορινθίους 12: 16 «Έστω δε, εγώ ου κατεβάρησα υμάς, αλλ’ υπάρ­χων πα­νούργος δόλω υμάς έλαβον.», (δήλωση του Παύλου)!

Ο κατάλογος τέτοιων χωρίων και στίχων μπορεί να συ­νε­χισθεί επί μακρόν και να κα­λύψει την συντρι­πτική πλειοψηφία των αγίων γραφών.!

Ακόμα, προκειμένου οι χριστιανοί θεολόγοι και απολογητές να δικαιολογήσουν ή να βρούνε κάτι να πούνε για θέματα τα οποία δεν υπάρ­χουν στη Βίβλο αλλά ανήκουν στη χριστιανική πίστη, κατα­φεύγουν σε από­κρυ­φες πηγές και παραδόσεις, μέχρι και Απόκρυφα Ευαγγέλια τα οποία ως γνω­σ­τόν έχουν τεθεί εκτός των κανόνων των ιερών βιβλίων. Διάφορες επιμέρους πί­σ­τεις και εορ­τές έχουν παρεισφρήσει στη χριστιανική θρησκεία λόγω ανεπιβεβαί­ω­των πα­ραδόσεων και αποκρύ­φων πηγών. Π. χ., όλα όσα γνωρίζομε περί των: Γονέων «αγίων θεοπατόρων Ιω­α­κείμ και Άν­νης», παιδικών χρό­νων, εισοδίων, κλπ., της Εβ­ραιο­πού­λας Μιργιάμ είναι γραμμένα με πάσα λεπτομέρεια σε μερικά απόκρυφα μη κα­νονικά Ευαγγέλια. Τα τέσσε­ρα κανονικά Ευαγγέλια δεν αναφέρουν απολύτως τίποτα γι’ αυτά τα θέματα. Η χριστιανική εκκλησία δικαι­ο­λο­γείται λέγοντας ότι αυτά προέρχονται από την Ιεράν Παράδοσιν ενώ στην πραγμα­τι­κότητα πίσω απ’ αυτές τις παραδόσεις κρύβονται τα Απόκρυφα Ευαγγέλια. Πολλές φορές βλέπομε και εικόνες με παρα­σ­τά­σεις απ’ αυτές τις παραδόσεις.
Εκτός των Αποκρύφων Ευαγγελίων στις από­κρυφες πη­γές συμπερι­λαμβά­νον­ται και χι­­­λιάδες επιφυλλίδες με:

1)   Σκέ­ψεις, παραισθήσεις, ιδιο­τρο­πίες και αποκα­λύψεις καλογήρων, καλογριών, ερημι­τών, ανα­χω­ρητών, στηλιτών, μοναχών, ευνούχων, ομφαλοσκόπων, κλπ.
2)   Βίους υπαρκτών και ανυπάρκτων αγίων.
3)   Θαυμα­το­λο­γίες, σατανολογίες και δαι­μονολο­γίες. (Διαβάστε το δήθεν απόκ­ρυφο βιβλίο Διαθήκη Σολομώντος ή Σολομωνική και συγκρίνετε το με την δαιμονο­λο­γία που υπάρχει σε όλη την Καινή Διαθήκη και με τους εξορκι­σ­μούς των Βασι­λεί­ου του «Μεγάλου» και Ιωάννου του «Χρυσοστόμου». Μό­λις πριν λίγα χρόνια εκυκλοφόρησε το βιβλίο Πόλεμος Κατά του Σατανά, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, κλπ.).
4)   Kάθε εί­δους δεισι­δαι­μο­νι­κές και νο­σηρές ιστοριούλες (π. χ. Τωβίτ, Βίος του Μεγάλου Αν­τωνίου, κ. ά.).

Οι απολογητές λοιπόν, πέ­ραν των γρα­πτών της Βί­βλου, των Πα­τέ­ρων [23], των Συνό­δων, κλπ., χρησιμοποιούν και αυτά τα ανυπό­στα­τα και διε­στραμ­μέ­να κεί­με­να οσάκις τα κρίνουν βοηθητικά ή βολικά. Άντε τώρα ένας υγιής νους να ασχο­λείται και να χά­σει την ζωή του με αυτήν την τεράστια πληθώ­ρα όλων αυτών των αυθαιρέτων, ανο­ή­των και ανυ­ποστάτων κειμέ­νων.

{[23] Η Ελληνική και Λα­τι­νική Πατρολογία έχει εκ­δοθεί από διαφό­ρους εκδοτικούς οί­κους. Π. χ., αυτή που επιμελήθηκε ο Αββά J. -P. Migne, η οποία περιέχει και αρκετά αιρετικά και απόκ­ρυ­φα βιβλία χωρίς να τα έχει ξεκαθαρίσει, αποτελείται από 162 Ελ­ληνικούς (Παρίσι, 1857-1886) και 217 Λατινικούς (Παρίσι, 1844-1864) τόμους. Σ’ αυτούς προ­στίθενται και άλλοι πέντε ή πε­ρισ­σό­τε­ροι τόμοι (εξαρτάται από την έκδο­ση), με τον τί­τλο Φιλο­κα­λία, που πε­ρι­έ­χουν τα έργα ή τα λόγια των λεγο­μέ­νων Νηπ­τι­κών Πα­τέρων, οι οποίοι ήταν ασ­κητές, ερημίτες και ανα­χωρητές. Αν κάτι αξί­ζει μέσα σ’ όλους αυτούς τους τόμους ήταν γνωστό από πριν και δεν περι­μέ­να­με ούτε τους «Αγί­ους Θεοφόρους» Πα­τέρες να το δογματί­σουν ούτε τους άπλυτους αναχω­ρη­τές της ερήμου να μας το ανακοινώσουν. Δεν μας εί­παν κάτι και­νούργιο που δεν το ξέ­ρα­με, αλ­λά απλώς ανα­μασούν γνωστά πράγματα μαζί με τις δικές τους αερολογίες.

Το συν­τριπτικά μεγαλύτερο μέρος αυτών των τόμων είναι σαν «την κόπρον του Αυγεί­ου» που χρειάζεται έναν νέον Ηρακλή για να την καθαρίσει. Αυτό συμβαίνει κυρίως για τους εξής λόγους:

1ος) Ολόκληρη η Πατρολογία πέραν από τις θεολογικές σάλτσες, ασυ­ναρ­τησί­ες, παρα­λογισμούς και αυθαιρεσίες είναι γεμάτη με χιλιάδες «μαργαριτάρια» τα οποία είναι: Ύβρεις, κα­τά­ρες, εξορκισμοί, σατανολογίες, διαβο­λολογίες, χλευασμοί, απαξία, κα­τα­στροφι­κοί κομ­πλεξι­σμοί, διαστροφές, κατα­στροφι­κές παρ­αινέσεις, ασ­κητικοί κα­νό­νες, δογματισμοί, αντιφάσεις, αι­ρετικές πα­ρεκ­κλί­σεις, λάθη, ψεύδη, ανο­ησίες, σαχ­λα­μάρες, απει­λές, αντι­παιδαγωγικό­τη­τα, τιμω­ρί­ες, χαιρεκακία, αμέ­τρη­τος και ασύστολος ανθελληνι­σμός, κλπ.
2ος) Η ορθόδοξη μετακωνσταντίνια εκκλησία δεν έχει φροντί­σει να ξεχωρίσει και μας δώ­σει τον κα­τά­λο­γο των μη αιρε­τι­κών και θεοπνεύστων Πατε­ρι­κών κειμένων από όλον αυτόν τον κυκε­ώνα των έρ­γων των Πατέρων της. Έτσι άλ­λα είναι εντελώς αιρετικά, άλ­λα ολί­γον αιρε­τι­κά, άλλα εί­ναι εντάξει ως προς τα μέτρα της, κ. ο. κ., με όλες τις δια­βα­θ­μίσεις αιρετικότητας, χωρίς να βρί­σκει κανείς άκρη ή συν­εν­νόη­ση. Αυ­τό συμ­βαίνει πολλές φορές και με τα κείμενα ενός και του αυ­τού Πα­τρός. Όπως μας λένε μερικοί θεολόγοι το ίδιο ισχύει και για ορισμένα κεί­με­να της Αγίας Γραφής, (αν είναι δυ­να­τόν!). Επειδή το θέ­μα αυ­τό είναι βεβαί­ως πάρα πολύ μακ­ρο­σκελές δεν θα επε­κ­τα­θούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες. Αναφέρομε μόνον ότι η ορθόδοξη με­τακωνσταντίνια εκκλησία κατέστρεψε τα περισσότερα γραπτά των τριών πρώτων αιώνων. Άλλα γραπτά πάλι, όπως π.χ. πολλά του του Ωριγένη, του Τατιανού κ. ά., τα.απεκήρυξε ως αιρετικά. Έβγαλε εκτός των κανόνων της τον ευνουχισ­μό, την επί­τηδες πρόκληση μαρτυρίου, την παντελή αποχή από την ερωτική πράξη μεταξύ νομί­μων συζύγων, και άλλες τακτικές και συνήθειες που οι χριστι­α­νοί των προηγουμένων αιώνων εφήρμοζαν πολύ συχνά. Επομένως ο μετακωνσταν­τί­νιος Χρι­στιανισμός δεν εί­ναι συνέχεια του προ­κωνσταντι­νίου, αλλά μια ριζοσπαστική αίρεσή του προσαρ­μο­σμένη στους σκο­πούς του Κωνσταντίνου και του κράτους που αυτός διαμόρφωσε, στις κατασ­τάσεις και απαιτήσεις των νέων καιρών, κλπ. Επίσης έχει πά­ρει τα μαθή­ματά της από την πρώ­ην αποτυχημένη εσχατολογία, την άρνηση των Ιου­δαίων να γί­νουν χριστιανοί και την πολεμική Ιουδαίων και Εθνικών. Αλ­λά και πάλι η αποτυχία αυτής της νέας αιρέ­σεως ήταν ολοκλη­ρωτική και παταγώδης.
3ος) Όλοι οι Πατέρες, Νηπτικοί και μη, ήταν άνθρωποι που μίσησαν τον εδώ κόσμο με σκοπό να κερδίσουν τον άλλον τον μελλοντικό, σύμφωνα με τις προτ­ρο­πές του ιδρυτή του Χριστιανισμού. Ουσιαστικά ήταν ανα­χωρητές, εσ­χα­τολό­γοι, άγαμοι, άτεκ­νοι, ανέραστοι, ευνούχοι, κατά πλει­οψηφίαν αγ­ράμ­ματοι και αμόρ­φωτοι. Οπότε ήλ­θαν αυτοί οι άπλυτοι, άξεστοι και πλήρως απα­ξι­ωτι­κοί για τον κόσ­μο και τον πολι­τισ­μό για να βάλουν τα γυ­αλιά στους φιλοσόφους, στους επιστήμονες, στους καλλιτέ­χ­νες και στους μορφωμένους! Τί ειρωνεία, αν είναι δυ­να­τόν! Έτσι μέσα στα γρα­πτά τους ευρίσκομε συνεχώς τετριμμένες κοινοτοπίες, απίθα­νες ασυναρ­τησίες, πρωτότυ­πες ανο­ησίες, τρανές βλα­κείες, άφθα­σ­τους κομ­π­λε­ξισ­μούς, καταστροφικές παραινέ­σεις, κλπ. Είναι καιρός πια η κοινωνία με υπευθυνό­τη­τα να μελετήσει και να καταγ­γείλει όλα αυτά τα κατασ­τ­ροφικά στοι­χεία και να αποτινά­ξει την θρησκεία που τα επι­βάλ­λει.}
Πέραν της τεράστιας σατανολογίας-δαι­μονο­λογίας και των σατανολο­γι­κών ύβρεων, όπως π. χ. «είσαι όργα­νο του σα­τα­νά», «ο διάβολος έχει εισέλθει μέσα σου» (κανένας incubus ή succubus άραγε;) και όλα αυτά τα βλακώδη και αηδιαστικά τοιαύτα, η πρό­κληση και καλλιέργεια μεταφυ­σικής αλ­λά και φυ­σικής φοβίας εύ­ρι­σκαν πολύ συ­χνά ειδική προτί­μη­ση ως μέσα πειθούς στους απο­λογητές. Αυτά όλα βεβαίως υπάρχουν εν αφθονία μέσα στην Καινή Διαθήκη και είναι θέσεις του Ιησού Χριστού και των Αποστόλων του. Συνεπώς ουδέν το παράξενο με αυτή την συνέπεια των Πατέρων και των απολογητών. Κατ’ αντίθεση με την αιωνία ανταμοιβή και ευτυ­χία δίπλα στον θρόνο του Γιαχ­βέχ ή στον πα­ράδεισο, η μετά θά­νατον αιώνια τι­μω­ρία της φλε­γόμενης κολάσε­ως και τα μαρτύρια τα οποία οι δαί­μο­νες πρόκειται αιωνίως να δια­πράττουν στους αντιρ­ρη­σίες, απίστους και αμαρτωλούς απαντώνται συ­χνάκις στους απολογη­τές. Εί­ναι πι­στεύω αρ­κε­τά γνωστά τα ειδε­χθή γραπτά του Τερτυλλια­νού κά. επί αυτού του θέματος. Αλλιώς να τα βρείτε και να βε­βαι­ωθείτε περί της πειστικής ευ­φράδειας αυτού του «σπουδαίου Χριστιανού θεολό­γου» του δευτέρου και τρίτου αιώνα. Τώρα πώς όλα αυτά συμ­βιβάζονται με την άπειρη αγάπη και τελειό­τητα του Θεού, ένας θε­ός ξέρει!

15. Υποτιθέμενα κοινωνικά επιτεύγματα και ηθική διδασκαλία

Στον κοινωνικό τομέα ουδέποτε ο Χριστιανισμός κατάργησε τη δουλεία και δεν κα­λυτέ­ρευσε τη θέση της γυναίκας στα μέρη όπου επεκράτησε. Αντιθέτως, με την Πα­λαιά Δια­θήκη, τον Παύλο, τους πατέ­ρες (π. χ. Ιερός Αυγουστίνος, ο ημιΕβραϊκής κα­­ταγωγής Ιω­άν­νης Χρυ­σόστομος, κ. ά.), κλπ. θεσμοθετεί την δουλεία και της παρέχει θεο­λογικό υπόβα­θρο. Από τους ίδιους, η γυναίκα μετατρέπεται σε υποδεέστερο και κομπλεξικό υπο­χεί­ριο... Από κοινωνικής, ψυχολογικής, κλπ. απόψεως όπου επικρά­τησε ο Χριστιανι­σμός τα έκανε μαντάρα. Προέκυψε: Πόνος, θλίψη, φόβος, τρόμος, δεισιδαι­μο­νία, αναχωρητι­σμός, φό­νος, κατα­στροφή, αθλιότητα, βασανιστήρια, αγ­ραμ­­ματοσύνη, βρωμιά, απλυσιά, αρρώστια, αντιε­ρωτι­σμός, μυστικο­κοπάθεια, νεύ­ρω­ση, καχυποψία, μισαλλοδοξία, ενοχή, δυστυχία, εκμε­τάλλευση, αιρέ­σεις, εξοστρα­κι­σ­μοί, αφορισμοί, θρησκευτικοί αλλά και μη θρη­σκευ­τι­κοί πόλε­μοι, εκα­τομ­μύρια αθώα θύματα και όλο το κακό συν­α­πάντημα Τα πράγματα έγιναν τρισχειρότερα από ότι ήταν πριν!

Ο Ιη­σούς είχε το όραμα ενός αποκαλυπτικού ονειροπόλου, και το μήνυμά του ήταν άμε­σα εσχατολογικό. Όπως είδαμε παραπάνω, όλη η Καινή Διαθήκη γέμει από απο­κα­λυ­πτι­κά και εσχατολογικά χωρία. Διά τούτο, τα κηρύ­γ­μα­τα του Ιησού («Κυριακά Λόγια») δεν εί­χαν και ούτε έχουν πρακτι­κή αξία και εφαρ­μογή στην καθη­με­ρινή ζωή. Ήταν λόγια με κύρια χαρακτηριστικά την άμεση εσχατολογία, την απαξία, τον φόβο και τις απειλές. Ως εκ τούτου, ο Ιησούς κα­θί­σταται εντελώς μη πρακτικός στις πε­ρισ­σότερες συμβουλές του. Έτσι, αυτές ουδέ­ποτε εφ­αρμό­σθηκαν ακόμα και από τον ίδιο τον Ιησού την ίδια την εκκλη­σία και τους πιστούς. Ο μεν Χρι­στιανι­σμός δεν έλυ­σε κανένα από τα προβλήμα­τα των οποί­ων τη λύ­ση επαγ­γέλ­θηκε, ούτε ο κόσμος έγινε μία ποί­μνη με έναν ποι­μένα όπως καυ­χι­έ­ται ο Ιωάν­νης 10: 16, 17: 21-22, η δε εκκ­λη­σία έγι­νε δε­κά­δες χι­­λι­ά­δες κομ­μά­τια, τα οποία αλληλοσπα­ράχ­θηκαν. Όπου επε­κρά­τη­σε ο Χριστιανι­σμός τα έκα­­νε μαντάρα και επήλθε πόνος, θλί­ψη, παρα­φρο­σύνη και καταστρο­φή. Είναι παράλο­γο να πούμε ότι ο σύγ­χρονος κό­σ­μος κάνει κάποια χρή­ση των οδηγιών, συμ­βου­λών και εν­το­λών του Ιησού Χρι­στού. Το μόνο λοιπόν επιχεί­ρη­μα των απο­λο­γη­τών που μένει, ύστερα απ’ αυτό το χάλι, εί­ναι η προσδοκία της Δευ­τέρας Πα­ρουσίας, η θεία αντα­πό­δο­ση, η αιωνιότητα της κο­λάσεως έναντι του αιωνίου παραδείσου και ο εκ­φοβισμός. Τίποτα άλλο· καμία γνώ­ση, καμία λογική. Έτσι ακ­ρι­βώς με φοβέριζε μια φορά κάποιος φα­νατικός Χρι­στιανός δεισιδαίμων με τη φράση: «Η αιω­νι­ό­τητα είναι πολύ μα­κρά χρο­νική διάρκεια για να την χά­σεις...».

Όπως προαναφέραμε ο Χριστιανοί εμόστραραν πολλές ήδη εν ενεργεία ηθικές αρχές άλ­­­λων θεωριών ως ιδικές τους. Οικειοποιήθηκαν τις περισσότερες και σημαντικό­τε­ρες ηθι­κές αρ­χές του Εβραίου Φαρισαίου Χιλλέλ του Πρεσβυτέρου. Ονόμασαν ετσι­θε­λι­κά τον Αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Σωκράτη «χριστιανό προ Χρι­στού», ένεκα της ηθι­κής του, την οποία υπεράσπισε με την ίδια τη ζωή του. (Πρώτος ο Ιουστίνος τον ονομάζει “πρόδρομο του Ιησού Χριστού” στην Δευτέρα Απολογία του, 10, PG 6.461.). Οι ιε­ρα­πό­στολοι Ιη­σου­ίτες που πρωτο­γνώ­ρι­σαν την κοινωνία της Κίνας, κατά τον 16ον και 17ον αι­ώνα, δεν πί­στευαν στα μάτια τους ότι μια τέ­τοια κοινωνία που δεν είχε ακούσει τίποτα πε­ρί Ιησού Χρι­στού είχε φτάσει από χι­λιά­δες χρό­νια πριν σε ένα πολύ αναπτυγμένο κοινωνικό και ηθικό σύστημα που είχε πολ­λές αρ­χές όμοιες με Χριστια­νικές αντίστοιχες. Βλέπετε η ηθι­κή ήταν μονοπώλιο του θε­ού των Χριστιανών. Τότε λοιπόν αναγκαστικά βρήκαν την εξής «σο­φή εξήγη­ση»: Ο Γιαχ­βέχ είχε απο­κα­λύψει στους Κινέ­ζους διά μαγικού, μυ­στι­κού τρόπου την ηθι­κή την οποί­αν ήδη εί­χαν. Έτσι οι Κινέζοι, για 3500 χρόνια και βάλε, ζούσαν σε ένα Γιαχ­βικο­χρι­στι­α­νι­κό ηθι­κό σύ­στημα χωρίς να το έχουν πάρει πρέφα! (Βλέπε κάτι ανά­λο­γο για τον Μωσαϊκό Νόμο και τους Εθνικούς στον Παύ­λο, Πρός Ρω­μαί­oυς 2: 14-16,.).

Εκτός από την Παλαιά Διαθήκη, διάφορα απόκρυφα, ψευδεπίγραφα και υστερόγραφα βι­βλία οι απολογητές ισχυρίζονται ότι και πολλοί ονομαστοί εθνικοί προφήτευσαν την έλευση του Ιησού Χριστού. Μεταξύ αυτών περιλαμβά­νουν:

1.    Τους Κινέζους φιλοσόφους και κοινωνιολόγους Κιγγ, Τσε Σου και τον μεγάλο Κομφού Τσου –Κομφούκιο–.
2.    Τους Λαούς: Σιαμαίους, Κεϋ­λανούς, Ιάπωνες, Πέρσες, Αιγυ­πτίους, και Ινδούς –βλέπε: Μαυρικίου, Ιστορία των Ινδιών τόμος Β΄: 52–.
3.    Τους Έλληνες φιλοσόφους Σωκράτη και Πλάτωνα –λόγω των αποσπασ­μά­των: Αλκιβιάδης Β΄: 13-14, Απολογία Σω­κράτους ΙΗ΄. Ε΄: 31-32, Πολιτεία Β΄. 40: 4-5–, καθώς και τον τραγικό ποιητή Αισχύλο –λόγω του αποσπάσματος: Προμηθεύς Δεσμώτης 1025-1030–.
4.    Τον Ρω­μαίο ποιητή Βιργίλιο –λόγω του αποσπάσματος: Εκλογαί IV. V. 4–.
5.    Μέρη της Αιγυπτιακής μυθολογίας –περί Ίσιδος, Όσιρι και Ώρου, τους Σιβυλ­λι­κούς Χρησμούς, κλπ.–.
6.    Μέρη της Ελληνικής μυθολογίας –π. χ. τον μύθο της Πανδώρας, κλπ.–.

Και ο κατάλογος συνεχίζεται... Δεν υπάρχουν μεγαλύτερα ψέματα και χειρότερες δια­σ­τροφές απ’ αυτούς τους ισχυρισμούς! Είναι άξιοι χλευασμού και καγχασμού!

Είναι άξιον απορίας και ψυχολογικής αναλύ­σεως η επιμο­νή και το πάθος των Χρισ­τι­ανών απολογητών για εφεύ­ρε­ση προφητειών και δικαι­ολογιών αδιαφορώντας για κά­θε δια­στρέβλωση των νοημά­των, των περιεχο­μένων και της ιστορίας των κειμέ­νων. Καμία νοσηρά φαντα­σία δεν θα έβγαζε τέτοια συμπεράσματα αποσπών­τας λίγες γραμμές από κείμενα εδώ κι’ εκεί για να ανα­κα­λύ­ψει δήθεν προφητεί­ες περί του Ιη­σού Χριστού και της ελεύσεώς του. Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό των Χριστιανών να ιδιο­ποιούνται διάφορα κείμενα, γεγονό­τα και φαι­νό­μενα ενώ δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτούς. Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ σύνηθες και απο­δει­κνύει άλλη μια φορά κατά πόσο είναι αληθινά αυτά που ισχυρί­ζονται. Ακόμα και οι προφη­τείες της Παλαιάς Δι­αθή­κης δεν αναφέ­ρονται σε κανένα Χριστιανικό Ιη­σού Χριστό. Είναι καθαρή η διασ­τροφή και η δια­στρέ­βλω­ση των κειμέ­νων αυτών από τους Χριστιανούς. Το γεγονός αυτό έχει κα­ταδειχθεί από πολλούς αμε­ρόλη­πτους ερευ­νητές και ο καθένας μπο­ρεί να βεβαιωθεί αν μελετήσει ολόκληρα τα αν­τίστοιχα κεί­μενα από την Παλαιά Διαθήκη κατά λέξη και τα αν­τιπαραβάλει με τις δήθεν προ­φητείες που «αναγράφονται» στην Καινή. Έχουν δίκιο οι Εβραίοι ραβίνοι και οι Εβ­ραίοι με­λε­­τη­τές των γραφών τους όταν διαμαρτύρονται. Η Μασόρα και οι Εβρα­ϊκές εξη­γή­σεις αυτών των κειμένων και αφηγήσεων είναι πολύ σα­φείς και καθαρές. Δεν έχουν καμιά σχέση με τους Χρι­σ­τια­νούς και τις θεολογίες τους. Ένα πολύ περίεργο και ενδιαφέρον γε­γονός είναι και το εξής: Η Παλαιά Διαθήκη δεν πε­ριέχει απολύτως κα­μία προφητεία για κανένα από τα τρομερά «γεγονότα» της ανά­στα­σης, των επα­νεμ­φανίσεων, της ανάληψης, της δευ­τέ­ρας παρουσίας, του ευαγγελισμού, της βάπτι­σης, της ιδρύσεως της εκκλησίας, κ.ά. Η Καινή δεν αναφέρει καμιά προφητεία από την Παλαιά γι’ αυτά τα βαρύγδουπα ση­μεία της δράσεως του Μεσσία. Τί συνέβη άραγε και όλα ετούτα τα εκκω­φαντικά «συμβάντα», τα άφησε απροφήτευτα: Δεν είναι πράγ­ματι άξιον περιεργείας και εξη­γήσε­ως; Τί έχετε να μας πείτε κύριοι χριστιανοί απολογητές και θεολόγοι; Πε­ριμένο­με τις απαντήσεις σας!

Με την ευκαιρία του Κομφουκίου θα μιλήσομε λίγο για τον Χρυσό Κανόνα. Ο «χρυ­σούς κα­νών» απαντάται στον Κομφούκιο και υπό παθητική και υπό ενεργη­τι­κή μορ­φή. Οι Χριστιανοί κομπάζουν ότι ο Κύριός τους μας τον παράδωσε διότι μόνο ο Θεός ήταν δυ­νατόν να διατυπώσει κάτι τέτοιο ενώ οι άνθρωποι μόνοι τους δεν θα μπο­ρού­σαν να σκε­φτούν μια τόσο απλούστατη ρήση. Συγ­κε­κριμένα ο Κομφούκι­ος περί τα έτη 550-500 Π. Κ. Ε. γράφει (μετα­φράζω από αγγ­λι­κό κείμενο): «Κάνε στον άλλον ό,τι νο­μί­ζεις ότι αυτός πρέπει να κάνει σε σένα· και να μην κάνεις στον άλλον ό,τι νομί­ζεις ότι δεν πρέ­πει να γίνεται σε σένα. Αυτός εί­ναι ο μόνος νόμος που χρει­ά­ζεσαι. Αυτός [ο νόμος] εί­ναι το θεμέλιο και η αρχή όλων των υπολοί­πων.». Τώρα από περι­έρ­γεια συγκρίνατέ τον με αυτόν που έχει ο Ματ­θαί­ος 7: 12 «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άν­θρωποι, ούτω και υμείς ποιήτε αυ­τοίς· ούτος γαρ εστιν ο νό­μος και οι προ­φήται.», και ο Λου­κάς 6: 31 «και καθώς θέ­λετε ίνα ποι­ώ­σιν υμίν οι άν­θ­ρωποι, και υμείς ποι­είτε αυτοίς ομοίως.». Ποιος τα λέει λοι­­πόν πιο καλά, πιο πλήρη και ποιος ήταν ο πρώτος;

Ο μέγας διανοητής και ερευ­νητής Άγγλος Bertrand Russell στο βιβλίο του Why I am not a Christian, το οποίο υπάρ­χει και σε Ελληνική μετάφραση με τίτλο Γιατί Δεν Εί­μαι Xριστιανός, Εκδόσεις Αρσενίδη, μας λέει ότι αυ­τός ο κα­νό­νας υπήρ­χε και στον Βούδα, ο οποίος ήταν σύγχρο­νος του Κομφου­κί­ου. Ακόμα, υπήρχε στους Βραχμά­νους των Ινδιών ήδη τον 4ο αιώνα Π. Κ. Ε. με την μορφή: «Αυτή είναι η επιτομή του καθήκοντος: Μην κάνεις τίποτα στους άλλους το οποίο θα προξενούσε πόνο εάν γι­νόταν πάνω σου.». Στους Ζωροάστρες εμφανίζεται πολύ πρωιμότερα, περί το 1500 Π. Κ. Ε. με την μορφή: «Η μόνη φύση που είναι καλή είναι εκείνη που απέχει από το να κάνει στον άλλον οτιδήποτε είναι κακό για την ίδια.». Στους Έλ­ληνες Σωκράτη και Πλά­τωνα ευ­ρίσ­κο­με ισοδύναμες φρά­σεις και παραι­νέ­σεις. Π. χ., ο Σω­κρά­της στον Κρί­τω­να του Πλά­τω­νος (49a-b) λέγει: «Αν πρόκειται να αδι­κή­σω ή να αδικηθώ, τότε θα προτι­μή­σω να αδικηθώ παρά να διαπράξω αδικία.», και στον Γοργία (474b) «Εγώ γάρ δή οίμαι καί εμέ καί σέ καί τούς άλλους ανθρώπους τό αδικείν τού αδι­κείσθαι κά­κιον ηγείσθαι».

Ο ρα­βίνος Χιλλέλ ο Πρε­σβύ­τερος και η σχολή του κατά τα έτη 50 Π. Κ. Ε. μέχρι τα έτη του υποτιθε­μέ­νου Ιησού (απέθανε περί το έτος 10 Κ. Ε.) εδίδασκε το γνω­στό: «Ό σύ μισείς, ετέρω μή ποιήσης. Ούτος έστι ο νόμος όλος, τα δε λοιπά σχόλια γίγνον­ται!» (Ταλ­μούδ, Σαββάτ 31α). Αυτό επί­σης απαν­τάται και στο δαιμονολογικό βιβλίο το πα­ραμύθι του Τωβίτ (από­κρυφο για τους Εβραίους και τους Προτε­στάν­τες, κανο­νι­κό για τους Ορθοδόξους και Καθολι­κούς), 4: 15 «καί ό μισείς, μηδενί ποιή­σης.». (Σε μερικές εκ­δόσεις και στον Τωβίτ απαντάται υπό τη μορφή: «Ό σύ μισείς, ετέρω μή ποιήσης»). Ο Χιλ­λέλ ο Πρε­σ­βύτε­ρος εδί­δασκε ότι: Αυτό το ρητό αποτελού­σε την επι­τομή ολοκ­λήρου του νόμου. Αυτό μό­νο αρ­κούσε. Όλοι οι άλλοι νόμοι ήταν υποδε­έ­στε­ροι και απλώς σχόλια.

Δεν υπάρχει λοιπόν αμ­φιβολία ότι οι υστε­ρόχρονοι συγ­γραφείς των Ευαγγελίων υπέ­κ­λεψαν αυτόν τον κα­νό­να και μας τον πα­ρουσίασαν ως βγαλμένο μόνο από το στόμα του Ιησού. Ο Παύλος ο οποί­ος γρά­φει πριν τους Ευ­αγ­γε­λιστές δεν ανα­φέρει αυτόν τον «βα­ρύγδουπο» κα­νόνα. Εάν ένας τέτοιος κα­νόνας ήταν «καινοφα­νής» και τόσο βαθύς και δύσκολος που μόνο ο Ιη­σούς, ως Θεός, θα μπορούσε να συλλά­βει και να δια­τυπώσει, δεν νομί­ζετε ότι ο Παύλος κάπου έπρεπε να τον αναφέ­ρει; Μπορούμε επίσης να υποστη­ρί­ξο­με σε κά­ποιο βαθμό, όπως και τα ανω­τέ­ρω με­γάλα πνεύ­ματα υπεστήριξαν, ότι αυτός ο κανόνας, κατά μάλ­λον ή ήττον, θα έθετε σε αχρη­στία πολ­λούς από τους άλ­λους νόμους, αν όχι όλους, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρ­μο­ζό­ταν από όλους. Στην περί­π­τωση όμως που ο «έτε­ρος» δεν τον εφαρ­μόζει δεν μπορείς εσύ μο­νομερώς πλέον να τον εφαρμόζεις συ­νε­χώς. Καταντάς κορόιδο και συνεχώς αδικη­μένος. Σ’ αυ­τό το ση­μείο λοι­πόν, της αδικίας που προέρχεται από τους άλλους, χρει­α­ζό­μαστε τους υπό­λοι­πους νόμους, κλπ.

Εκτός απ’ όλους τους ανωτέρω χρυσούς κανόνες του Κομφουκίου, του Βούδα, των Βραχμάνων, των Ζωροαστρών, του Τωβίτ, του Χιλλέλ του Πρεσβυτέρου και Σωκρά­τους – Πλάτωνος, o Kersey Graves στα βιβλία του: (1) The Three Pillars Of The Christian Faith: The Miracles, Prophesies, And Precepts, Kessinger Publishing, και (2) The Worlds Sixteen Crucified Saviors, Christianity before Christ, Sixth Edition, AUP Publishers, 1875-2001, σελίδες 348-349, καταγ­ρά­φει ισοδυνάμους ή σχεδόν ισοδυνάμους χρυσούς κανόνες και των ακολούθων σοφών: Πιττακού Μυτι­λη­ναίου 650 Π. Κ. Ε., Θαλή Μιλησίου 464 Π. Κ. Ε., Sextus του Πυ­θα­γορείου 406 Π. Κ. Ε., Αριστοτέλη 385 Π. Κ. Ε., Αριστίππου 365 Π. Κ. Ε., Ισοκράτη 338 Π. Κ. Ε. Ο χρυ­σούς κανών δη­λα­δή, υπήρ­χε πολύ πριν τον Ιησού Χριστό και τον δι­α­τύπωσαν πολ­λοί. Αν ψάξομε την προ Χριστού, αλλά και την μετά Χριστό, βιβλιογραφία θα τον βρούμε και σε πολλούς άλλους σοφούς. Από την συχνή επανάληψή του καταλαβαίνομε βε­βαίως ότι οι διάφοροι ηθικοί άνδρες έπρεπε να τον βροντοφωνάξουν εφ’ όσον η αυ­θαιρεσία και η κακοήθεια είναι γνωρίσματα του ατελούς ανθρώπου. Πλην όμως, από τις πολυάριθμες, ανεξάρτητες, ισοδύναμες ή σχεδόν ισοδύναμες και κατά τις διάφο­ρες εποχές διατυπώσεις του καταλαβαίνομε ότι ο «χρυσούς κανών» ήταν κοινή αντί­λη­ψη και μια τετριμμένη λογική δήλωση ή εντολή. Δεν ήταν τίποτα το δύσκολο για να το ανακαλύψομε ή να το μάθομε ή να το προ­φέ­ρομε και για το οποίο οπωσδήποτε χρειαζό­μασταν «τον Θεό να κατεβεί στη γη» για να μας το πει! Ήταν μια κοινοτοπία!

Συχνά ακούμε και άλλο ένα απολογητικό επιχείρημα που συνήθως προφέρουν οι απ­λοϊκοί. Μας λένε ότι η Χριστιανική Εκκλησία έχει να παρουσιάσει πολλούς αγίους ανθρώπους που θυσιάστηκαν ανιδιοτελώς για τους φτωχούς και τους αναξιοπαθούν­τες, συντηρεί φιλανθρωπικά και ευαγή ιδρύματα, δια­πράττει αγαθοεργίες, συμμετείχε στους αγώνες του έθνους, κλπ. Δεν αρνούμαστε ότι αυτά μόνο σε μικρό βαθμό είναι αληθή. Λέμε σε μικρό βαθμό διότι κατά το μέγα μέρος αυτά τα καλά έρ­γα είναι μεμο­νωμένα, ενώ τα θεολογικώς και μη θεολογικώς δι­καιολογημένα κακά και φαύλα που έχει διαπρά­ξει κατά συρροήν ανά τους αιώνες είναι ασυγκρί­τως περισσότερα και χει­ρότερα από όλες τις αγαθοεργίες της μαζί. Τα κακά και τα φαύλα τα έχομε καταγγεί­λει ήδη πολ­λαπλώς, οπότε ας περιοριστούμε στις αγαθοεργίες και να εξετάσομε τι συμπέρασμα βγαίνει απ’ αυτές.

Μπροστά σε όλο τον κλήρο και όλους τους μοναχούς, όλοι όσοι έκαναν αγαθοεργίες εί­ναι πολύ ολίγοι. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα είναι καλά μεν, αλλά αποτελούν ένα πολύ μι­κρό μέρος του προϋπολογισμού της χριστιανικής εκκλησίας, των εξόδων της και των ανεκτιμήτων θησαυρών που έχει καταχω­νιάσει στα θησαυροφυλάκιά της. Πρέπει να πούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτά έγιναν με ανήθικες και κατα­πι­εσ­τι­κές μεθόδους, καταναγκασμό και υστεροβουλία. Δεν ήταν πάντοτε οι αγαθοεργίες μερικών χριστιανών αγνές και τίμιες! Αν ολίγοι κληρικοί συμμετείχαν ή θυ­σιάστηκαν στους αγώνες του έθνους, αυτό το έπραξαν ως Έλληνες με ελληνική εθνική συνεί­δη­ση και για να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους που υπέφεραν κάτω από την μπότα του κατακτητή, όχι κατ’ εντολήν αλλά κατά παράβαση των χρισ­τιανικών επιταγών. Ο Χριστιανισμός δεν είναι εθνική θρησκεία αλλά κοσμο­πο­λιτική που θέλει να καπε­λώ­σει όλο τον κόσμο το ίδιο. Άσχετα προς τις συνεχείς παραβιάσεις των ανοήτων και αντιφατικών χριστιανικών επιταγών, ως χριστιανός οφείλεις να μην φο­νεύεις ακόμα και εν αμύνη, να μην εκδικείσαι ο ίδιος αλλά να αφήνεις την εκδίκηση στον Γιαχβέχ, να μην ευλογείς τα όπλα του εθνι­κού στρατού αλλά να είσαι ειρηνοποιός, να αγαπάς τους εχθρούς σου, να στρέφεις και την αριστεράν, να φροντίζεις αποκλειστικά για να σώσεις την ψυχή σου και να εισέλθεις στην βασιλεία των ουρανών, κλπ. Αυτά λένε οι ιερές χριστιανικές γραφές, οι δογματικές, οι πατέρες, κλπ.

Το τελικό και ουσιαστικό ζήτημα όμως είναι το αν ο Χριστιανισμός είναι αληθής και όχι μια φτιαχτή, ψευδής και καταστροφική θρησκεία. Με το να κάνει μερικές αγαθο­εργίες και να επιδει­κ­νύει μερικά άτομα υψηλού ηθικού αναστήματος, αυτό σημαί­νει ότι τα δόγ­ματα και οι μεταφυσικές διδασκαλίες του έγιναν αυτομάτως αληθείς; Λόγω των αγαθοερ­γιών, αλήθεψαν άραγε όλα τα τέρατα και σημεία και οι προφητείες της Βίβλου; Προ­φανώς όχι. Αγα­θοεργίες και άτομα υψη­λού ηθικού αναστήματος απαν­τώνται παντού και σε σχεδόν όλες τις ομάδες, θρησ­κείες, αθέους, κλπ. Άρα, εί­ναι όλοι αυτοί εξ ίσου αληθείς; Αν εγώ ισχυρίζομαι ότι «ο ήλιος ανατέλλει από την δύση και όποιος δεν το παραδέχεται πρέπει να φεύγει από την μέση», έχω δίκιο επει­δή κά­νω μερικές αγαθο­εργίες;
Όπως έχομε πολλές φορές τονίσει και αποδείξει ο Χριστιανισμός είναι μια φτιαχτή, ψευδής και ιδιαζόντως καταστροφική κοσμοπολιτική θρησκεία. Όσες αγαθοεργίες και αν έκανε ή πρόκειται να κάνει δεν αποδεικνύουν ότι αυτά που διατείνεται και δι­δά­σκει είναι τα αληθή, ούτε ημπορούν να αναπληρώσουν τον φρικτό πόνο που έχει επιφέρει και τις γιγαντιαίες καταστροφές και ζημιές που έχει διαπρά­ξει κατά την ισ­τορική του πορεία. Έχομε ξαναπεί ότι στον κόσ­μο ήλθε με σκοπό να τον σώσει από την κατάρα του οργισμένου Εβραϊκού θεού Γιαχβέχ και να μας διδάξει την δήθεν «αληθινή» μεταφυσική του. Τί έχο­με λοιπόν; Η με­ταφυσική του Χριστιανισμού ξαφ­νικά αλήθεψε λόγω μερικών καλών έργων; Επί πλέον η χρισ­τια­νι­κή ηθική και κοι­νω­νιολογία επί του πρα­κτέ­ου εί­ναι πολύ μακράν του ό,τι καλλί­τερο υπάρ­χει και οι εντο­λές που αφορούσαν την διάπ­ραξη κα­λών έργων προϋπήρχαν και υπάρχουν σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες, χριστιανικές και μη. Δεν κατέβηκε ο Θεός στη γη και εσ­ταυρώθηκε για να μας αποκαλύψει τα ήδη γνωστά! Ήλθε λένε για να μας σώσει από την κατάρα που εξέδωσε κατά του Αδάμ, της Εύας και όλης της φύσεως που δημι­ούργη­σε....!

Επικροτούμε και συγχαίρομε το πραγματικό υψηλό ηθικό ανάστημα κα­θώς και τις τί­μι­ες μη υστερόβουλες αγαθοεργίες, απ’ όπου και αν προέρχονται· και πράγματι προ­έρχονται από πολλά σημεία και όχι μόνο ένα. Αυτά όμως δεν απο­δεικνύουν το ψευ­δο­θεώρημα ότι ο Χριστιανισμός είναι αληθής, συ­νεπής και εποικο­δομητική θρησ­κεία, ούτε δικαιολογούν στο παραμικρό την επί δεκαεπτά αιώ­νων ιδια­ζόντως εγκλη­ματική, εκβιαστική και καταστροφική δράση και ιστορία του.

16. Μερικά συμπεράσματα

Αυτά τα δόλια μέσα, που μόλις ανωτέρω και εν συντομία αναπτύξαμε, εκτός από τους παλαιούς και νέους απο­λο­γητές, τα βρίσκομε πλήρως κατοχυρωμένα εντός σχεδόν όλης της Καινής Δια­θή­κης καθώς και σε πάρα πολλούς (αν όχι όλους τους) Πατέρες, όπως π. χ. τον κομ­πλεξικό και ψεύ­τη Αυγουστίνο, τον δόλιο Ιε­ρώ­νυμο, τον πλαστογράφο και δια­σ­τ­ρεβλωτή της ιστο­ρί­ας τον δόλιο Ευσέβιο Καισα­ρείας, και πά­ρα πολλούς άλλους όλων των χριστιανικών ομάδων και αιρέσεων. Από την Καινή Δι­αθήκη, π. χ., μελε­τήστε προσεκτικά το παρακάτω μικρό δεί­γμα ανα­φο­ρών και εμβα­θύ­να­τε:

Πράξεις 9: 22, Πρός Ρω­μαί­oυς 3: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμα­ρτω­λός;» (το μόνο αληθές που μας είπε ο Παύλος!), Α΄ Πρός Κo­ρι­ν­θί­oυς 6: 12, 9: 19-23, 10: 23, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 5: 13, 12: 16, Πρός Φι­λιπ­­πη­σίους 1: 15-18.

Μόνοι σας μπορείτε να βρείτε πάρα πολλές άλλες τέτοιες αναφορές σε ολόκληρη τη Βί­βλο, την Πατρολογία, την Ιερά Παράδοση, την Κατήχηση, τη Λειτουργική και την Εκκλη­σιαστική Ιστορία. Αρκεί να μελετήσετε! Δυστυχώς σήμερα παρά τα τόσα μέσα τεχνο­λο­γί­ας και τα τόσα βιβλία που εκδίδονται ή υπάρχουν στις βιβλιοθήκες και συλ­λογές δεν υπάρχει προθυμία για μελέτη και έρευνα αυτών των σοβαρών θεμάτων. Ας είναι καλά τα κόμιξ, τα παράξενα, τα άνευ ουσίας μυθιστορή­ματα, κλπ. Οι σαχλα­μά­ρες δηλαδή!

Εν κατακλείδι και προς χάρη των θρήσκων αναφέρομε ότι: Μια θρησκεία κρίνεται βά­σει των αρχι­κών αξιωμάτων (δογμάτων) της και μετά βάσει της λογικής συνεπείας που περι­έχουν και αναπτύσσουν οι γρα­φές της, τα πεπραγμένα της και η ιστορική διαδρομή της. Δεν μπορεί κανείς να πιστεύει 2 + 3 = 7 επειδή αυτός που το φωνάζει μπορεί να περ­πα­τά επάνω στα νερά. Είτε μπορεί να περπατά επάνω στα νερά είτε όχι το 2 + 3 = 5 και όχι 7. Ακόμα κρίνεται και από τη συμβο­λή της στη δημιουργία ανω­τέ­ρου πολιτισμού και στην επίτευξη της ευτυ­χί­ας στη ζωή επί της Γης. Τις κατασ­τ­ρο­φές πολλών και διαφόρων πολι­τισμών (ελληνικός, Ελληνορωμαϊκός, των Μάγια, κ. ά.), τα εκατομμύρια φόνων, κλπ. που διέ­πραξε ο Χριστιανισμός κατά την ιστορική του πο­ρεία, εν ονόματι της «αλη­θεί­ας» του και της υπο­χρεωτικής σωτηριολογίας του, τις αλ­λο­πρόσαλλες αντιφάσεις των γραφών και τη βιαιοτάτη ιστορική διαδρομή του, κλπ., δεν θα τα σχολιάσομε εν­ταύθα αλλά θα τα αφή­σομε στην κρίση του αντι­κει­μενικού κριτή που τα γνωρίζει καλά. Στους υπό­λοι­πους ευχόμεθα να τα ερευνήσουν και μελετήσουν. Εμείς έχομε εξα­γά­γει τα συμπε­ρά­σματά μας, πολλά των οποίων (μακράν όμως όλων όσων έχομε εξαγάγει) έχομε εκθέσει στα επί μέρους κεφάλαια του παρόντος βιβλίου.

Ο Χριστιανισμός απέ­τυχε την εξέταση κάθε λογικής ως μη έχων ο ίδιος δική του εγ­γενή λογική. Έτσι απέβη η μεγαλύτερη συμφορά – το χειρότερο κα­κό που έχει γί­νει ποτέ στην παγκό­σ­μια ιστορία. Η έλλειψη κάθε λογικής και η σωρεία χιλιάδων αντι­φάσεων, ανοησιών και παραλογισμών εδημιούργησαν έναν τεράστιο αρι­θμό χιλιάδων αντιμα­χομένων αι­ρέσεων καθώς και την ωμή βία ως το κύριο μέσο διαδό­σεως αυτής της καταστροφικής μά­στιγας. Αποτέλεσμα: Εκατομμύρια αθώα θύματα, ολοκλη­ρωτι­κές κα­ταστροφές πο­λιτισμών και λαών και τώρα ένας αλλόκοτος κόσμος αλαλούμ βυ­θι­σ­μένος στην αδι­κία, την ανοησία, τη δεισιδαιμονία και τη βλακεία. Εκτός τού­των, σή­μερα ακό­μα ζού­με τις κατα­στρο­φι­κές συνέπειες όχι μόνο του Χριστιανισμού, αλλά και της πα­τρι­κής του θρησκείας, του Εβρα­ϊ­σμού, καθώς και της αδελφής του θρησ­κείας του Μου­σουλ­μανισμού. Για τη δημι­ουρ­γία της Μουσουλμανικής μάστιγας ευθύ­νονται οι τρο­μερές φαγωμάρες των Εβραιο­γνωστικοχρι­στι­α­νι­κών αιρέσεων της Αραβίας του 7ου αιώνα μαζί με την τοπική Αραβική δεισιδαιμονία. Τότε ο δαι­μό­νιος άνθρωπος Μωχάμετ συν­έ­λα­βε την ιδέα να δημιουργήσει μια νέα ιουδαιο­χρι­στιανική αίρεση ως ενοποιητικό καμ­βά των διαφόρων διαμαχομένων, θρησκευτικών και εθνι­κιστικών Αραβικών φα­τρι­ών. Αυτή η αίρεση με την πά­ροδο του χρόνου εξε­λί­χθη στον σημερι­νό Μουσουλμανισμό των μουφτήδων, του μεγίστου των προφητών Μω­χάμετ, του Κορανίου και της Σαρίας.

Αν οι Χριστιανοί είχαν λίγο φιλό­τιμο μέσ’ ‘το πε­τσί τους και αίσθημα ευθύνης, έπ­ρε­πε πλέον να κηρύξουν εαυ­τούς εκτός υπάρξεως και να ομολογήσουν την παταγώδη αποτυχία τους, αντί να αναπροσαρ­μό­ζουν συ­νεχώς αυτή την καταστροφική θρη­σκεία «της θεόπνευστης και απόλυτης αλή­θει­ας». Αφού όπως φω­νασκούν είχαν και έχουν την από­λυτη θεϊκή αλήθεια στα χέρια τους, τό­τε γιατί δεν μέ­νουν σταθε­ροί σ’ αυτήν αλλά συ­νεχώς κά­νουν διορ­θω­τι­κές και προσαρμοστικές κινήσεις; Γιατί δεν εφαρ­μό­ζουν τους χριστιανικούς κα­νόνες στην ιδιωτική ζωή τους κατά γράμ­μα; Αυτό ευαρεσ­τεί τον Θεόν Πατέρα (η την Αγία Τριάδα, αν θέλετε) και τους εξασφαλίζει σίγουρο εισιτήριο για τον Παράδεισο! Αυτές οι κινή­σεις, βεβαίως, δεν γίνονται για να ανακα­λύψουν νέες αλήθει­ες τις οποί­ες ο Θε­ός Πατήρ (Γιαχβέχ) είχε ξεχάσει ή αργοπόρησε να τους τις μετα­δώ­σει. Μόνο και μόνον αποσκο­πούν στο συμ­φέ­ρον τους, στο σύμπ­λεγμά τους, στην κα­θυ­πόταξη, απο­βλά­κωση και απόλυ­το έλεγχο των οπαδών τους· σε ένα συμ­φέ­ρον, μια δεισιδαιμονία, μια ψυχολογική ανω­μαλία, έναν συμ­π­λεγματισμό δη­λα­δή· τί­ποτα άλ­λο! Ιδού λοιπόν τί σημαί­νει κατα­στρο­φι­κή θρησκεία σε όλο της το με­γαλείο!

17. Παραινέσεις

Δεν μέ­νει λοι­πόν τί­πο­τα άλ­λο από το να ανα­λο­γι­σθού­με κα­λά και να εμ­βα­θύνομε σ’ αυ­τά που μας λέ­νε: Ματ­θαί­ος 7: 17-18, 12: 33 και Λου­κάς 6: 43-44:

«Έ­τσι κά­θε δέν­­δρον κα­λόν πα­ράγει καρ­πούς κα­λούς, και το σά­πιο δέν­δρον πα­ρά­γει καρ­πούς κα­κούς. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν ένα κα­λό δέν­δρο να φέ­ρη καρ­πούς κα­κούς, ού­τε ένα σά­πιο δέν­δρον να φέ­ρη καρ­πούς κα­λούς». «...διό­τι από τον καρ­πό γνω­ρί­ζε­τε το δέν­δρον.».

Καλεί­στε λοιπόν και εσείς, όσοι επιθυμείτε να εί­­στε υπεύθυνοι πολί­τες του πλανήτη Γης, να μελε­τήσετε τη μακροσκελή και απέριττη βι­βλιογραφία που υπάρχει επ’ αυ­τών των θεμάτων και να βγάλετε τα δικά σας συμπε­ρά­σματα. Μετά, δεν νομίζετε ότι οφείλετε να πάρετε αποφάσεις και στάσεις σύμφωνες με τα συμπεράσματα αυτά;

Διά δε τους Έλληνες αφιερώνω το παρακάτω τετράστιχο του θλιβερού και μελαγ­χο­λι­κού επιγραμ­μα­τογράφου Παλλαδά του Αλεξανδρέως (365-420 Κ. Ε.), ο οποίος με τα σο­βαρά και σκω­πτικά συνάμα επιγράμματά του περιγράφει όλη τη θλίψη και την οικτρή κατά­σταση, πραγματική συμφορά, που δημιουργήθηκε στην Ελ­ληνική οικου­μένη με την επι­κράτηση του Χριστιανισμού (με απλά και ακριβή λόγια της Εβραιο­γνωστικοχρισ­τιανικής μάστιγας) κατά τα χρόνια της ζωής του. Αυτό εν πολλοίς αντι­προσωπεύει και την ση­μερινή κατάσταση όχι μόνο λόγω του Εβραιογνωστικοχριστι­ανισμού αλλά και λόγω όλων των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών καταστάσε­ων της σύγχρονης εποχής μας, με­ρι­κές των οποίων προέκυψαν από την ψυχολογία και την σχιζοφρένεια που αυτή η μάσ­τιγα δημιούργησε κατά την καταστροφική ιστο­ρική διαδρομή της.

Άρα μή θανόντες τώ δοκείν ζώμεν μόνον,
Έλληνες άνδρες, συμφορά πεπτωκότες
όνειρον εικάζοντες είναι τόν βίον;
ή ζώμεν ημείς, τού βίου τεθνηκότος;



18. Βιβλιογραφία

Εκτός του ότι, εντός του πα­ρόν­τος κεφαλαίου, χρησιμοποιήσαμε από ολίγο έως πολύ (έχομε δώσει τις σχε­τικές αναφορές τις περισσότερες φορές, αλλά όχι όλες):

1.    την Βίβλο (Παλαιά και Καινή Διαθήκη),
2.    την Πατρολογία και Φιλοκαλία,
3.    την Εβραϊκή Μασόρα και Ταλμούδ,
4.    τα Απόκρυφα Ευαγγέλια και διάφορα άλλα Απόκρυφα Βιβλία,
5.    τα σπουδαία Έργα του Ιωσήπου Φλαβίου,
6.    πολλά συγγράμματα για τους Παπύρους της Νεκράς Θαλάσσης (εκ των οποίων πολλά έχουν μεταφραστεί και στην Ελληνική γλώσσα),
7.    τα πάρα πολύ σημαν­τικά βι­βλία των οποί­ων τους τίτλους και τους συγ­γρα­φείς κα­ταγρά­ψα­με και σας παρακαλούμε να τα σημειώσετε προσεκτικά ή να συμβου­λευ­τείτε άλλους οι οποίοι τα γνωρίζουν,

νο­μί­ζο­με φρόνιμο να παρα­θέσομε και την παρακάτω βι­βλι­ο­γραφία η οποία θα βοη­θή­σει τον ερευνητή και με­λε­τητή όχι μόνο επάνω στα θέ­ματα που περι­έχονται στο πα­ρόν άρθρο αλλά και σε πολ­λά περισσότερα. Αυτή πάλι η βι­βλι­ο­γρα­φία σας παρα­πέμ­πει σε πε­ρισ­σότερη πιο εκτεταμένη και λεπτομερή, κ.ο.κ.


19. Μερική ξενόγλωσση βιβλιογραφία

1.        Acharya S, The Christ Conspiracy, the Greatest Story Ever Sold, AVP, 1999.
2.        Acharya S, Krishna, Buddha and Christ Unveiled, AVP, 2004.
3.        Robert Ambelain, Jesus ou le Mortel Secret des Templiers, Laffont, 1970.
4.        Robert Ambelain, La Vie Secrete de Saint Paul, Laffont, 1971.
5.        Robert Ambelain, Les Lourds Secrets du Golgotha, Laffont, 1974.
6.        Robert Ambelain, Le Secret d’ Israel, Laffont, 1995.
7.        Dan Barker, Losing Faith in Faith, From Preacher to Atheist, FFRF Inc., 2003.
8.        Gary Bretton-Granatoor, A Jewish Response to Cults, UAHC Press, 1997.
9.        Walter Richard Cassels, Supernatural Religion, Watts, 1874-1902.
10.     Walter Richard Cassels, A Reply to Dr Lightfoot’s Essays, Longmans, Green and Co., 1889.
11.     Tim Callahan, Bible Prophecy, Failure or Fulfillment?, Millennium Press, 1997.
12.     Tim Callahan, Secret Origins of the Bible, Millennium Press, 2002.
13.     Earl Doherty, The Jesus Puzzle, Did Christianity begin with a mythical Christ?, CHP, 1999.
14.     Helen Ellebre, The Dark Side of Christian History, Morningstar and Lark, 1996.
15.     Alvar Ellegard, Jesus, One Hundred Years before Christ, The Overlook Press, 1999.
16.     Eusebius, Ecclesiastical History, Loeb Clas­sical Library.
17.     Sigmund Freud, Die Zukunft einer Illusion.
18.     Gerald Friedlander, The Jewish Sources of the Sermon on the Mount, Kessinger Publishing.
19.     Richard Elliott Friedman, Who Wrote the Bible?, Harper Collins, 1989.
20.     Kersey Graves, The Three Pillars Of The Christian Faith: The Miracles, Prophesies, And Precepts, Kessinger Publishing.
21.     Kersey Graves, The World’s Sixteen Crucified Saviors, Christianity before Christ, Sixth Edition, AUP Publishers, 1875-2001,
22.     Hyman E. Goldin, The Case of the Nazarene Reopened, The Lawbook Exchange Ltd., 1948-2003.
23.     James A. Haught, Holy Horrors, An Illustrated History of Religious Murder and Madness, Prometheus Books, 1990.
24.     Randel Helms, Gospel Fictions, Prometheus Books, 1989.
25.     Randel Helms, Who Wrote the Gospels? Millennium Press, 1997.
26.     A. H. M. Jones, Constantine and the Conversion of Europe, University of Toronto Press 2001.
27.     Julian, Against the Galilaeans (Κατά Γαλιλαίων), Loeb Classical Li­brary.
28.     Todd E. Klutz, Testament of Solomon (Σολομωνική), Continuum Interna­tio­nal Pub. Group Publishing Inc.
29.     Todd E. Klutz, Rewriting the Testament of Solomon, Library of Se­cond Temple Studies, 53, 2005.
30.     Klauss Koch, The Prophets, The Assyrian Period, Fortress Press, 1983.
31.     Klauss Koch, The Prophets, The Babylonian and Persian Periods, Fort­ress Press, 1984.
32.     D. G. Kousoulas (Έλλην Καθηγητής), The First Christian Emperor, Τhe Life and the Times of Constantine the Great, Rutledge Βooks Ιnc., 1997.
33.     Francis Legge, Forerunners and Rivals of Christianity from 330BC to 330 AD, Kessinger Publishing.
34.     Harold Leidner, The Fabrication of the Christ Myth, Survey Books, 1999.
35.     John W. Loftus, From Minister to Honest Doubter, Why I changed my mind, 2005.
36.     Lucian, Passing of Peregrinus, Loeb Cla­s­si­cal Library.
37.     Lucian, Philopatris, Loeb Classical Library.
38.     Gerd Ludemann, The Great Deception, and what Jesus really said and did (translated from German), Prometheus Books, 1999.
39.     Dennis R. MacDonald, The Homeric Epics and the Gospel of Mark, Yale University Press, 2000.
40.     Joseph McCabe, The Myth of the Resurrection and other Essays, Pro­metheus Books, 1993.
41.     G. R. S. Mead, Did Jesus Live 100 B.C.?, Kessinger Publishing.
42.     Doron Mendels, The Rise and Fall of Jewish Nationalism, Jewish and Christian Ethnicity in Ancient Palestine, Eerdmans, 1992.
43.     Philostratus, The Life of Apollonius of Tyana, Loeb Classical Library.
44.     Uta Ranke-Heineman, Eunuchs for the Kingdom of Heaven (translated from German), Doubleday, 1990.
45.     John Μ. Robertson, Pagan Christs, Barnes & Noble Books, 1903-1993.
46.     John Μ. Robertson, A Short Ηistory of Christianity, Watts, 1913.
47.     Kathy Rudy, Sex and the Church, Beacon Press, 1997.
48.     Albert Schweitzer, The Quest of the Historical Jesus, Introduction by James M. Robinson, Collier Books, 1968.
49.     Robert Taylor, The Diegesis, Kessinger Publishing, or Health Rese­arch.
50.     Robert Taylor, Syntagma of the Evidence of the Christian Religion, Kessinger Publishing.
51.     Charles Templeton, Farewell to God, My reasons for rejecting the Christian faith, M&S, 1999.
52.     Joseph Wheless, Forgery in Christianity, Kessinger Publishing.
53.     Joseph Wheless, Is it God’s Word?, Kessinger Publishing.
54.     Joseph Wheless, The Church that was Founded on Lies and Forgeries, Christian Frauds, Forgeries and Fakeries Exposed, Haldeman-Julius Publications.
55.     Andrew D. White, A History of the Warfare of Science with Theology in Christendom, 2 vol, Great Mind Series Prometheus Books 1896-1993.
56.     Robert R. Wilson, Prophesy and Society in Ancient Israel, Fortress Press, 1984.
57.     Hayyim Ben Yehoshuah, Refuting the Missionaries, (Research posted on Web­).



20. Μερική Ελληνική βιβλιογραφία

58.     E. Dermenghem, Χριστιανισμός και Ισλαμισμός, Μετάφραση από τα Γαλ­λικά του Δος Λε­ωνίδα Παυλίδη, Σύγχρονη Σκέψη 21, Εκδόσεις Γκοβόστη.
59.     Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων (Adversus Haeresies).
60.     Κέλσος, Αληθής Λόγος, Εκδόσεις Θύραθεν, 2000.
61.     Γιάνη Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, 2 τόμοι, Εκδό­σεις Μπουκουμάνη, 1975.
62.     Γιάνη Κορδάτου, Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1973.
63.     Εμ. Γιαροσλάβσκυ, Μετάφραση από τα Ρωσικά, Πως Γεννιόνται, Ζουν και Πεθαίνουν οι Θεοί και οι Θεές, Εκδόσεις «Γνώσεις», και Μάριος Βερέττας.
64.     Παν. Μαρίνη, Ελληνισμός καί Χριστιανισμός, Εκδόσεις Νέα Θέσις, 2003.
65.     Παν. Μαρίνη, Φωνή Εξυπνισμού εν τώ Αιώνι τής Νυκτός, Εκδόσεις Νέα Θέσις, 2005.
66.     Νικ. Γ. Πετροπούλου, Η Δίκη του Χριστού, ΄Εκδοσις Β΄, Αθήναι, 1965.
67.     Πορφύριος, Κατά Χριστιανών, Εκδόσεις Θύραθεν, 2000.
68.     Κυριάκος Σιμόπουλος, Μυθοπλαστία όλες οι Θρησκείες της Οικου­μέ­νης, Εκδόσεις Στάχυ, 1999.
69.     Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο Μύθος των «Μεγάλων» της Ιστορίας, Εκδό­σεις Στάχυ, 2000.
70.     Αργύρης Δημ. Τσακαλίας, δ. Θεολογίας, Βίβλος Ακατάλληλη δι’ Ενη­λί­κους, Εκδόσεις Μάριος Βερέττας, 1998.
71.     Σίγκμουντ Φρόϋντ, Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, Μετάφραση από τα Γερμανικά της Μί­νας Ζωγράφου-Μεραναίου, Εκδόσεις Μάρη.
72.     Ωριγένης, Κατά Κέλσου, Αποστολική Διακονία, τμ. 9 και 10, 1956-1957.
73.     Οι Χριστιανικές Γραφές, Απόδοση από τη Μετάφραση Νέου Κόσμου. (Η Βίβλος κατά τους Μάρτυρες του Ιαχωβά.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου