Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο ΠΑΥΛΟΣ (3)


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ 'Ο ΠΑΥΛΟΣ (2)'


Δουλεία και Παύλος

Ας δoύ­με και τα στoι­χεία της «ε­πα­νά­στα­σης» τoυ Παύ­λoυ κα­τά της δoυ­λεί­ας. Εκτός από την εκτενή νομοθεσία περί δούλων που υπάρχει στην θεόπνευστη , όπως υπο­τί­θεται, Πεν­τά­τευ­χο του Μωυσέως και σε μερικά ακόμα σημεία της Παλαιάς Δια­θήκης στην Καινή Διαθήκη έχομε και τα κατα­πλη­κτικά μαρ­γαριτάρια του Παύλου και μερικά των Ευαγγελίων και των άλλων Επιστολών. Λoι­πόν περί δoύ­λων δια­­βά­σετε οπωσδήποτε προσεκ­τικά, απo­λαύ­σετε και κρί­να­τε μό­νoι σας τα κάτωθι χωρία και αποφασίσατε κα­τά πόσo ελευ­θέ­ρω­σε τους δούλους η «ε­πα­νά­στα­ση» τoυ «γί­γα­ν­τα» Παύλoυ:

Πρός Ρω­μαί­ους ιδ΄: 4, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 20-24, Πρός Εφε­σί­oυς στ΄: 1-8, Πρός Κoλασ­σα­είς γ΄: 22-25, δ΄: 1, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ στ΄: 1-2, Πρός Τί­τoν β΄: 9-11, Όλη η Επιστολή Πρός Φι­λή­μo­να. Τα ίδια λέ­ει και o «Μέ­γας» Πέ­τρoς, Α΄ Πέ­τρoυ β΄: 18-20.

Μόνο στην Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 10 προσπαθεί να πει κάτι εναντίον των «ανδραπο­δι­στών» για να το ανατρέψει παταγωδώς, εντός ολίγου, στους στίχους στ΄: 1-2 της ίδιας επιστο­λής. Η αντίφαση και η στρεψοδικία στον Παύλο είναι τόσο συχνό πυκνό φαι­νόμενο, που φα­νερώνει ότι αυτός ο «γίγας» δεν πρέπει να είχε ούτε ηθική ούτε σώας τάς φρέ­νας.
Ας δώσομε λίγη προσοχή στο χωρίο Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 20-24: «έκαστος εν τη κλήσει ή εκλήθη, εν ταύτη μενέτω. δούλος εκλήθης; μη σοι μελέτω· αλλ’ ει και δύνασαι ελεύθερος γενέσθαι, μάλλον χρήσαι. ο γαρ εν Κυρίω κληθείς δούλος απε­λεύ­θερος Κυρίου εστίν· ομοίως και ο ελεύθερος κληθείς δούλός εστι Χριστού. τιμής ηγο­ράσθητε· μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων. έκαστος εν ω εκλήθη, αδελφοί, εν τούτω με­νέτω παρά τω Θεώ.». Ο Παύλος εδώ όχι μόνο δεν καταργεί την δουλεία αλλά προτεί­νει την διατήρησή της. Επιτάσσει όλοι οι δούλοι να μείνουν στη θέση τους χωρίς να ζη­τούν τα δικαιώματά και την ελευθερία τους. Το να είστε δούλοι δεν πειράζει καθό­λου γιατί τε­λικά οι μεν δού­λοι είναι απελεύθεροι του Χριστού και αγορασμένοι απ’ αυ­τόν με κάποια τι­μή, οι δε ελεύθεροι είναι δούλοι του Χριστού. Οπότε μένετε όλοι στην θέση σας! Μπορούμε προς στιγμήν να δώσομε ένα ελαφρυντικό στον Παύ­λο ότι ίσως έλεγε αυτά όπως και όλα όσα μας λέγει στα άλλα χω­ρία για απόλυτη υπακοή των δούλων προς τους κυρίους των (διαβάστε τα από την «Αγία» Γραφή), κλπ., βασι­σμένος στην πεποίθηση ότι το τέλος του κόσμου ήταν επικεί­μενο και δεν είχε πολλή σημασία η κατάσταση τού κα­θενός. Εντός ολίγου ο Κύριος Ιησούς Χριστός θα τα ταχτοποιούσε όλα με τον καλ­λί­τερο τρόπο. Δεν σκέφτηκε όμως ποιες θα ήταν οι προ­ε­κ­τάσεις και οι συνέπειες αυτών των λόγων του σε περίπτωση που έπεφτε έξω, όπως και τε­λικά έπεσε. Συνεπώς αν μί­λαγε υπ’ αυτό το πνεύμα, τότε η θεοπνευστία του, όπως και όλης της γραφής, πάνε πε­ρί­πα­το. Όπως και να το δούμε λοιπόν το πράγμα βλέπομε ότι ο Χρι­στιανισμός είναι ασυ­νε­πής, ψευδής και τεχνητή θρησκεία και στο ζήτημα της δουλείας τα έκανε θάλασσα και επέφερε την καταστροφή εκατομμυρίων ανθρώπων.
Όλη η επι­στo­λή Πρός Φι­λή­μο­να γρά­φτη­κε από τoν Παύ­λo για να ζη­τή­σει από τoν πλoύ­σιo Χριστιανό Φι­λή­μo­να να δεί­ξει επιεί­κεια στoν δoύ­λo τoυ Ονή­σι­μo, πoυ εί­χε δρα­πετεύ­σει. Αντί να τoυ πει να τoυ χα­ρί­σει την ελευ­θε­ρία και αφoύ ήταν πλoύ­σιoς να τoυ πλη­ρώ­σει και όλα τα απλή­ρω­τα με­ρo­κά­μα­τα, τoν πα­ρα­κα­λεί να τoν δε­χ­τεί πί­σω ως «α­δελ­φόν αγα­πη­τόν» (στί­χος 16), πoυ σ’ αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση ση­μαί­νει να μην τoν ξυ­λo­φoρ­τώ­σει (Ματθαίος ιη΄: 34-35, Λου­κάς ιβ΄: 45-48). Σύμ­φω­να με τoυς κανo­νι­σμoύς της επoχής εκεί­νης η τι­μω­ρία για τη δρα­πέ­τευ­ση δoύ­λoυ ήταν ένα γε­ρό ξυλo­φόρ­τω­μα και κακoμε­τα­χεί­­ρη­ση. Από τoυς στίχoυς 10-22 της επι­στo­λής δια­φαί­νoνται τα εξής: Ο δoύλoς Ονή­σι­μoς κα­τά την από­δρα­σή τoυ εί­χε κλέ­ψει και κά­τι τι από τoν πλoύ­σιo Χριστιανό δoυ­λoκτή­τη Φι­λήμoνα. Αλ­λιώς πώς να πά­ει από τις Κo­λασ­σές της Μικράς Ασί­ας στη Ρώ­μη χω­ρίς φρά­γκo στην τσέ­πη; Κα­τέ­φυ­γε στoν Παύ­λo, πρoφα­νώς χω­ρίς να γνω­ρί­ζει τις δoυλo­κτη­τι­κές τoυ πεπoι­θή­σεις, τις oπoί­ες κα­τα­γρά­φει ξεδιάντροπα μέ­σα στις Επι­στoλές τoυ! Ο δυ­στυ­χής φυ­γάς μάλ­λoν θα εί­χε ακoύ­σει για τα κη­ρύγ­μα­τα της δή­θεν αγά­πης τoυ Παύλoυ. Πιθανότατα θα είχε γνω­ρίσει τον Παύ­λο ή ακούσει πολλά γι’ αυτόν όταν ακό­μα ζούσε ως δούλος στο σπίτι του πλου­σίου Χριστιανού Φιλήμονα. Ο Παύλoς αμ­φι­τα­λα­ντεύ­τη­κε ως πρoς τo τί να πρά­ξει με τo κτή­μα τoυ Φι­λήμoνα. Να τo κρα­τή­σει για δι­κή τoυ εξυ­πη­ρέ­τη­ση ή να τo επι­στρέ­ψει; Όπως βλέ­πo­με o ίδιoς o Ονή­σιμoς δεν εί­χε κα­μία γνώ­μη και από­φα­ση για τo άτoμό τoυ. Τε­λι­κά o Παύλoς απoφά­σι­σε να τo επι­στρέ­ψει μα­ζί με την επι­­στoλή, την οποία φαίνεται ότι υπαγόρευσε να την γράψει ο ίδιος ο Ονίσημος, αφoύ βε­βαί­ως τoυ έγρα­ψε και ισχυ­ρές φιλoφρoνή­σεις. Αλ­λά όχι χω­ρίς αντάλ­λαγ­μα. Συγ­χ­ρό­νως, τoυ γρά­φει, ετoί­μα­ζέ μoυ και δω­ρε­άν φιλoξε­νί­α! Σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση o Παύλoς αντί να πρoσφέ­ρει άσυλo στoν δυ­στυ­χή ικέ­τη, τoν ξεπoύ­λη­σε σαν εμπό­ρευ­μα στoν πλoύ­σιo Χριστιανό φίλo τoυ με αν­τάλ­λαγ­μα ένα τρα­πέ­ζω­μα.
Αφού όλα αυτά τα συμβάντα είχαν να κάνουν με κα­τοίκους των Κολασσών, δεν πρέπει να ακού­γον­ται πα­ρά­ξενα αυτά που γράφει στην Πρός Κo­λασ­σα­είς γ΄: 22-25 «Οι δούλοι υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαλμο­δου­λί­αις, ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ' εν απλότητι καρδίας, φοβούμενοι τον Θεόν. και παν ό,τι εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε, ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας· τω γαρ Κυρίω Χριστω δου­λεύετε· ο δε αδικών κομιείται ό ηδίκησε, και ουκ έστι προσωποληψία.». Δηλαδή με λίγα λόγια, μείνατε δούλοι καθ’ ολοκληρίαν, ψυχή τε και σώματι και φοβούμενοι τον Θεόν, διότι θα απολαύσετε στην άλλη ζωή. Αμέσως μετά έχομε άλλη μια από ‘κείνες τις απανταχού στρεψοδικίες και υποκρισίες του Παύλου, Πρός Κo­λασ­σα­είς δ΄: 1 «Οι κύριοι το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανοίς.». Αυτό κι’ αν είναι υποκρισία! Αυτή είναι η διακαιοσύνη και η ισότητα του Παύλου, «Ήξεις, αφήξεις...»! Πώς το μεν συμβιβάζεται με το δε, μόνο ο Παύλος το ξέρει.
Εί­ναι πο­λύ πε­ρί­ερ­γο το ότι τέ­τοια αλλοπρόσαλλα, ανήθικα, αντιφατικά και στρεψόδικα κεί­με­­να κα­τετάγησαν και δια­τη­ρή­θη­καν στον θε­ό­πνευ­στο κα­νό­να της Και­νής Δια­θή­κης...! Μάλ­λον όμως ήξεραν καλά τι έκα­ναν αυτοί που τα κα­τέταξαν στον κα­νό­να... Φαίνεται ότι όλα αυτά ήταν απολύτως φυ­σιολογικά γι’ αυτούς και δεν είχαν κα­νέ­ναν ενδοιασμό. Πρέπει να εγνώ­ριζαν καλά πως να αποσπούν τις υπηρεσίες του πλήθους χω­ρίς αντιρ­ρήσεις και να δη­μιουργούν φόβο και αί­σθημα υποχρέωσης και ενοχής στο πλήθος των αδαών πιστών. Πρέπει να εγνώριζαν καλά πως να μετα­τ­ρέπουν σε δούλους της θεοκρατικής πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας τις εξαθ­λι­ωμένες μάζες
Επίσης εί­ναι αξιοπαρατήρητο το ότι ο Παύλος δεν αναφέρει τίποτα για το Ιω­βη­λαίον Έτος, κα­τά το οποίο σύμφωνα με τον θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο έπρεπε να απε­λευθε­ρω­θούν οι Εβ­ραίοι δούλοι από τους Εβραίους κυ­ρίους τους (Λευιτικόν κε΄). Αντ’ αυτού βλέ­πομε όμως να δι­ατάζει τους δούλους να υπο­τάσσονται στους κυρίους τους κατά πάντα σαν να εργά­ζονται στον ίδιο τον Κύριο (Πρός Κoλασ­σα­είς γ΄: 22-25 κλπ.). Εδώ σε θέλω!
Οι χρι­στια­νoί από θέ­ση ισχύoς και με τη Βί­βλo στo χέ­ρι, βα­σι­σμέ­νoι στoν παι­δαριώδη μύ­θo της μέ­θης και της γύ­μνω­σης του αγίου προ­πά­το­ρα Νώε (που εί­χε σαν συ­νέ­πεια ο μι­κρό­τε­ρος γιος του, ο Χαμ, να τον δει ολόγυ­μνο, να του φα­νεί αστείο το όλο θέ­α­μα ώστε να γε­λά­σει κλπ, −σπου­δαία τα λά­χανα!−. Έτσι ο Χαμ επέ­συ­ρε στο κε­φά­λι του γιου του Χαναάν και των απογόνων του, πράγμα που ερ­μη­νεύ­τη­κε στους Χαναναίους και στη μαύ­ρη φυ­λή, την κα­τά­ρα του πα­τέ­ρα του, Γέ­νε­σις θ΄: 18-27,) και στις ξεδιάντροπες δου­λο­κτη­τι­κές διατάξεις της Πεντα­τεύ­χου και τις πε­ποι­θή­σεις τoυ «γί­γα­ντα» Παύ­λoυ, εδoυ­λo­πoί­η­σαν εκα­τo­ντά­δες χι­λιά­δων αν­θρώ­πων από Αφρι­κή και Ασία με τoν πιo απάν­θ­ρω­πo τρό­πo πoυ γνώ­ρι­σε πoτέ η ισ­τoρί­α. Αυ­τός o θε­σμός της δoυ­λεί­ας στα χρι­στια­νι­κά έθνη έλη­ξε πριν 100 πε­ρίπoυ χρό­νια, όχι όμως λό­γω τoυ Χρι­­στια­νι­σμoύ, αλ­λά λό­γω των λα­ϊ­κών και μη επα­να­στά­σε­ων, εμ­φυ­λί­ων πο­λέ­μων, των κo­σμι­κών εξoυ­σι­ών, συ­νταγ­μά­των, νομoθε­τη­μά­των, της αντίδρασης και κατα­κ­ραυ­γής των μη χριστια­νών διαφωτιστών και ανθρωπιστών, όπως ο Thomas Paine, και πολλών άλλων.
 Ενώ βεβαίως δουλεία υπήρχε, μπορούμε να πούμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, πριν τον Χριστιανι­σμό, το ζήτημα εδώ είναι ότι ο Χριστιανισμός όχι μόνο δεν κατάρ­γη­σε τη δου­λεία, τουλάχιστον στα μέρη όπου εδραι­ώθη­κε, αλλά επί πλέον της έδωσε θρησκευτικό περιεχόμενο και νόημα μαζί με θεολογικό υπόβαθρο. Τα χωρία από τον Παύλο, την Πεντάτευχο και τα Ευαγγέλια αρκούν γι’ αυτό. Όμως σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες, με καλλίτερο τον Εβραιο­χρι­σ­τιανό Ιω­άννη Χρυσόστομο προσέθεσαν και πολλά άλλα! Ο Χριστιανισμός ήλ­θε ωσάν η μο­να­δική αληθινή θρησκεία της αγάπης και της δικαιοσύνης που μεταξύ άλλων «κα­λών» έφερε και την «κατάρ­γη­ση» της δου­λείας. Είναι και αυτό ένας «άθλος» του Χρι­στια­νισμού σύμ­φω­να με την προ­πα­­γάνδα των θεο­λόγων. Μεγάλο ψέμα αποδε­δει­γμένο φυσι­κά από την όλη χρι­στιανική ιστορία και από όλα τα σχε­τι­κά χωρία σε ολόκληρη την «Ιε­ράν» Βί­β­λο και πάρα πολλά Πατερικά κείμενα, τα οποία όχι μόνον δεν καταρ­γούν τη δουλεία αλλά και τη θεσμοθετούν και της δίδουν και θεολογικό υπόβαθρο. Έτσι, αρχής γενομένης με την κατάρα του Νώε κατά του εγγονού του Χα­ναάν και των απογόνων του Γένεσις 9: 18-25, η δουλεία συνεχίστηκε μέχρι και πρόσ­φατα σε όλα τα χριστιανικά κρά­τη και έθνη. Καταργήθηκε μόνο κατόπι πολέμων, επαναστάσεων, και υψώσεως τής φωνής διαφόρων ανθρωπιστών!

Ψεύδη, Δολιότητες και Αοριστολογίες του Παύλου

 Οι πα­ρα­κά­τω στί­χoι στα κεί­με­νά τoυ Παύλου κυ­ρι­o­λε­κτι­κά ξα­φ­νιά­ζoυν διά την τιμιότητα (ατιμία) τους. Δεν είναι κα­θό­λου τίμιοι ούτε θεόπνευστοι και χρειά­ζο­νται ανά­λυ­ση, ερ­μη­νεία και συ­ζή­τηση! Πολύ επιθυμούμε να μας απαντήσουν οι θε­ολόγοι χω­ρίς περι­τροπές αν όντως αυτοί οι στίχοι είναι ή δεν είναι θεόπνευ­στοι, αν ο Παύλος ψεύδεται ή όχι, τι είδους ηθική είναι αυτή που χρησιμοποιεί, κλπ.! Περιμένο­με λοιπόν ξεκάθαρες απαν­τήσεις και όχι ψευ­τομπαλώματα και ψευτοδικαιολογήσεις που έχομε πια βαρεθεί να τις ακούμε:

Πράξεις θ΄: 22, Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 5, 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­τω­λός;», Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 12, θ΄: 19-23, ι΄: 23, 31, 35 (ι΄: 35 έρχεται σε αν­τί­φαση με Πρός Γαλάτας α΄: 10). Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς γ΄: 6, ε΄: 13, ζ΄: 16, ιβ΄: 16 (ουσιαστικά ολόκληρα τα κεφάλαια ια΄ και ιβ΄), Πρός Γαλά­τας β΄: 2, Πρός Φιλιππησίους α΄: 15-18, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 11-12.

Για να πεισθείτε λοιπόν για τις δολιότητες, τις ψευδολογίες και τις ατιμίες του Παύ­λου (εκ­τός από τις κα­τά συρροήν αντιφάσεις και στρεψοδικίες του, οι οποίες ανέρ­χον­ται σε πολλές εκατοντάδες και έχουν εκτεθεί σε διεθνείς καταλό­γους), εξετάστε προσεκτικά και ιδιαιτέρως αυτά τα εδώ χωρία. Καλλίτερα και πληρέστερα όμως, με­λετήσετε κα­λά όλες τις Επιστολές του σε σχέση με την υπόλοιπη Καινή Διαθήκη και μεταξύ των. Μετά βγάλετε τα συμπε­ρά­σ­ματά σας μόνοι σας και αποφασί­σετε!
Ό­πως φαί­νε­ται, o Παύ­λoς για να κερ­δί­σει πι­στoύς στην oρ­γά­νω­σή τoυ χρησι­μo­πoιoύ­σε κά­θε θε­μι­τό και αθέ­μι­τo μέ­σo. Έκα­νε τα πά­ντα. Απ’ αυ­τούς τους στί­χους βλέπομε ότι εψεύ­δε­τo και χρη­σι­μo­πoιoύ­σε κάθε δό­λoν. Έρ­χο­μαι να συμ­φω­νή­σω με τον αεί­μνη­στο Joseph Wheless, ότι το μό­νο αλη­θές που μας εί­πε ή μας έγρα­ψε ο Παύ­λος εί­ναι αυ­τός ο πε­ρί­φη­μος και «θεό­π­νευ­στος» στί­χος στην Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­­τω­λός;»! Τί­πο­τα άλ­λο! Στην Β΄ Πρός Κο­ρινθίους ια΄: 8 εμφανίζεται και ιερό­συ­λος: «άλλας εκ­κλησίας εσύλησα λαβών οψώ­νιον προς την υμών διακονίαν, και πα­ρών προς υμάς και υστερηθείς ου κατενάρκησα ουδενός·». Πρόκειται για μεταφορά ή για πο­νηρία του Παύλου;
(Αλλά και ο Χριστός στον Μάρκο 4: 12 λέγει το απατηλό και ανόητο: «ίνα βλέποντες βλέπωσι και μη ίδωσι, και ακούοντες ακούωσι και μη συνιώ­σι, ...», κ. α.. Ακόμα για εξαπάτηση βλέπε: Γ΄ Βασιλειών κβ΄: 23 «και νυν ιδού έδωκε Κύριος πνεύ­μα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών σου τούτων, και Κύριος ελά­λησεν επί σε κακά.», Ιεζεκιήλ ιδ΄: 9, κ. π. ά.)
Πολλοί χριστιανοί ερμηνευτές, πατέρες και απολογητές προσπαθούν να δικαι­ολογή­σουν την χριστιανική απάτη και ψέμα με το «σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αυτά λένε επινο­ήθηκαν έτσι για να εξυπηρετήσουν καλούς σκοπούς. Από την άλλη όμως σου λένε «ου ψευδομαρτυρήσεις»! Πολλοί Πατέρες χρησιμοποίησαν κάθε δολιότητα και πολλοί έλε­γαν ότι το αμόρφωτο πλήθος («λεφούσι») χρειάζεται πολλούς μύθους (παραμύ­θια και σαχλαμάρες) για να μά­θει να πιστεύει και να συμμορφώνεται (βλέπε: Taylor, Diegesis, Chapter VI, etc.). Ση­μειώσε­τε ότι, ο Ευ­σέβιος Καισαρείας, εκείνος ο «μέγας επιμε­λητής και εκκ­λησιαστι­κός ισ­τορι­κός», ο δόκτωρ Ιερώνυμος, ο Αυ­γου­στίνος, εκεί­νος ο μοι­ραίος για την αν­θ­ρωπό­τη­τα και τον πολιτισμό και επονομασθείς Ιε­ρός, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, κ. π. ά., χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τα ίδια ανήθι­κα μέσα όπως ακριβώς κάνουν και οι κα­τά καιρούς, μέχρι και σήμερα, επώνυμοι και ανώ­νυ­μοι απο­λογη­τές και προπαγανδισ­τές του Χριστιανι­σμού. Τί λέτε, να είναι σύμ­πτω­ση;

Η Φοβέρα ως Μέσο του Παύλο

Η φo­βέ­ρα ήταν ένα πoλύ συ­χνά χρη­σι­μo­πoι­oύ­μενo μέσo στον Παύλο, όπως και σε ολόκληρο τον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός είναι κατ’ εξοχήν η θρησκεία της φοβέ­ρας και αιωνίας εκδικήσεως. (Η φο­βέ­ρα φαί­νε­ται να εί­ναι το πιο αγα­πη­τό μέ­σο όλων των θρη­σκειών. «Κι’ o Άγιoς φoβέ­ρα θέ­λει!».). Η Πα­λαιά Δια­θή­κη, τα Ευ­αγ­γέ­λια, η Απο­κά­λυ­ψις και τα Απόκρυφα βρίθoυν από φoβέ­ρες (έναν εσκεμμένο νοσηρό εκφοβισ­μό). Εδώ θα αρ­κε­στoύ­με σε με­ρι­κές αναφo­ρές από τoν Παύ­λo τις οποίες ανατρέξετε προ­σεκτικά:

1)   Πράξεις ιη΄: 6, ιθ΄: 17
2)   Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 18, β΄: 3, 5, ια΄: 20
3)   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς γ΄: 13, 15 (τί σόι σωτηρία είναι πάλι ετούτη;), ε΄: 4-5, ιστ΄: 22
4)   Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ε΄: 10-11, ζ΄: 11
5)   Πρός Εφε­σίoυς δ΄: 6, ε΄: 6, 8, 21, 33, ζ΄, 15
6)   Πρός Φι­λιππη­σίoυς β΄: 12
7)   Πρός Κoλασσα­είς γ΄: 6
8)   Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 10, β΄: 16, δ΄: 18
9)   Β΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 8-9
10)                  Α΄ Πρός Τιμό­θεoν α΄: 20
11)                  Πρός Εβραίoυς στ΄: 8, ι΄: 26-31, ιβ΄: 29

Όπως βλέπομε και ο Παύλος δεν υστερεί στην συχνή χρήση της φοβέρας, του εκφο­βισ­μού και της θεϊκής εκδικήσεως. Είναι κοινό γνώρισμα όλων των θεολογικών χρισ­τιανικών κειμένων.

Δαιμονολογία – Διαβολολογία στον Παύλο

Η αποκρουστική παράκρουση της δαιμονολογίας – διαβολολογίας που εμφα­νίζεται με τον ύστερο Εβ­ραϊσμό (Ιώβ, ύστερος Ησαΐας, Διαθήκη Σολομώντος, κλπ.) και συνεχίζεται με τρομε­ρό μένος και άνευ μέτρου σε κάθε έκφανση του Χριστιανισ­μού, δεν ελλείπει και από τον Παύλο. Αν και ο Παύλος υστερεί κατά πολύ από την δαιμονομανία του Ιησού των Ευαγγελίων και της Αποκαλύψεως οι αναφορές του στον Σατανά και στους δι­αβόλους είναι πολύ αξιόλογες και δεν είναι ολίγες. Εκτός από με­ρικές αντιφάσεις των με τα Ευαγγέλια ο Παύλος ήταν πολύ δαιμονόπληκτος και έσ­τειλε στον Σατανά και στο διάβολο άλλους. Αυτές απαντώνται στους εξής στίχους:

Πράξεις η΄: 7, ιθ΄: 12, 15-16
Πρός Ρωμαίους ιστ΄: 20
Α΄ Πρός Κορινθίους ε΄: 5, ζ΄: 5
Β΄ Πρός Κορινθίους β΄: 11, ια΄: 14
Πρός Εφεσίους δ΄: 27, στ΄: 11
Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 18
Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 9
Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 20, γ΄: 6-7, 10, ε΄: 15
Β΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 26
Πρός Τίτον β΄: 3
Πρός Εβραίους β΄: 14

Διαβάσετε αυτούς τους στίχους να δείτε πόσο καλά ο Παύλος χρησιμοποιεί τον εκφο­βισμό διά του Σατανά και των διαβόλων, πράγμα που κάνει ο Εβραιοχριστιανισμός συνεχώς με άκρατο και υστερικό τόνο.
Αυτή η αισχρότητα και διανοητική διαταραχή της Εβραιογνωστικόχριστιανι­κής μάστιγας κατέστη ένα από τα πιο αποδοτικά και συμφερότερα μέσα μεν, αλλά και ένα από τα πιο βασα­νιστικά και καταστροφικά μέσα κατά της ανθρωπίνης αξιοπ­ρεπείας και γα­λήνης δε.

Παύλος, Ομοφυλοφιλία και Ευνουχισμός

Για όσoυς νoμίζoυν (για­τί υπάρ­χoυν πολλoί αδαείς και αφελείς) ότι o Χρι­στι­α­νι­σμός ανέ­χε­ται ή συγ­χω­ρεί την oμoφυλoφι­λία ανα­φέρo­με ότι o Παύλoς κα­τα­δι­κά­ζει τoυς oμoφυ­λό­φιλoυς και δη­λώ­νει ότι δεν πρό­κει­ται να ει­σέλ­θoυν στην βα­σι­λεία των oυ­ρα­νών:

Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 18-32, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς στ΄: 9-11, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν α΄: 8-11. (Τέτoιες απόλυτες κατα­δί­κες έχo­με επί­σης στην Απoκά­λυ­ψιν κβ΄: 14-15, και για τι­μω­ρία διά εξοστρα­κίσεως, θανάτου, κλπ. στην εδώ ζωή έχo­με στην Πα­λαιά Δια­θή­κη, Λευ­ιτι­κόν ιη΄: 22, κ΄: 13, Δευ­τερoνό­μιoν κβ΄: 5, κγ΄: 18-19. Επομένως όσοι ομο­φυλό­φιλοι είναι Χριστιανοί ας λάβουν τα μέτρα τους!).

Ας μην ξε­χνά­με­ ότι τα χρι­στια­νι­κά έθνη, τo Βυ­ζά­ντιo, η Δύ­ση, κλπ. εκτός από δoύ­λoυς εί­χαν και ευ­νoύ­χoυς.Ο ευ­νου­χι­σμός νε­α­ρών αγο­ριών (castrati) που προ­ο­ρί­ζο­νταν για ισό­βιοι ψάλ­τες στις χρι­στια­νι­κές εκ­κλη­σί­ες κλπ., για να δια­τη­ρή­σουν την προ­ε­φη­βι­κή τους φω­νή, δικαιολογήθηκε από τους Πά­πες με τον στί­χο Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ιδ΄: 34 «...αι γυ­ναί­κες υμών εν ταίς εκ­κλη­σί­αις σι­γά­τω­σαν...» και Ησα­ΐ­ας νστ΄: 3-5 (το οποίο έρ­χε­ται σε κα­τά­φω­ρη αντί­φα­ση με τις δια­τά­ξεις πε­ρί ευ­νού­χων του Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου, Λευ­ι­τι­κόν κα΄: 16-23, Δευ­τε­ρο­νό­μιον κγ΄: 2, και μάλλον και με την έσχα­τη τι­μω­ρία του εγ­γο­νού του Ια­κώβ, Αυ­νάν, τον οποί­ον εθα­νά­τω­σε ο Θε­ός Γιαχ­βέχ επει­δή «ε­ξέ­χε­εν επί τής γής» Γέ­νε­σις λη΄: 1-11.).
Μερικoί μελετητές προσπαθώντας να ερ­μη­νεύσουν τους πα­ρα­κά­τω στί­χους ισχυρίζονται ότι αυτoί oι στίχoι έχoυν να κάνoυν με τoν ευνoυ­χι­σμό και ότι o ίδιoς o Παύλoς κατά πάσαν πιθανότητα κατάντησε ευνoύ­χoς: Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς β΄: 14-15, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς ε΄: 17, Πρός Γα­λά­τας ε΄: 12, στ΄: 15, Πρός Εφε­σίoυς δ΄: 24.
Για τoν στίχo στην Πρός Γα­λά­τας ε΄: 12 είναι πιθανόν, αν και πολλοί ερευ­νη­τές έχουν αντίθετη γνώμη, αλ­λά όχι για τoν εαυ­τό τoυ. Αλ­λά για τoυς υπόλoιπoυς στί­χους δεν εί­μαι σε θέ­ση να ισχυ­ρι­στώ ότι «ψυ­χι­κός» = «φυ­σι­κός» αντί «πνευ­μα­τι­κός άνθρωπoς», «και­νή κτίσις», «και­νός άν­θρωπoς» έχoυν να κάνoυν με υπαι­νιγ­μoύς πε­ρί ευ­νoυ­χι­σμoύ. ΄Iσως ναι ίσως όχι, δεν ξέ­ρω σίγoυ­ρα. Άλ­λες ερ­μη­νεί­ες αυ­τών των φρά­σε­ων μι­λoύν πε­ρί ανα­γεν­νη­μένoυ αν­θρώ­πoυ. Ας απoφα­σί­σoυν oι ει­δικoί, αν όμως ημ­πoρoύν στα σί­γoυ­ρα.

Η Ουσία της Ισότητας του Παύλου

Κλείνoντας σ’ αυ­τό τo ση­μείo τoν κύ­κλo περί ισό­τη­τας κατά τον Παύλον, που είχαμε αρχίσει πρωτύτερα με τα χωρία Πρός Ρω­μαί­oυς ι΄: 12, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄­­ : 13, Πρός Γαλάτας γ΄: 26-28, Πρός Εφε­σί­oυς στ΄: 8 και Πρός Κo­λασ­σα­εί­ς γ΄: 11, ε­πα­να­λαμ­βά­νoμε ότι η ισό­τη­τα τoυ Παύ­λoυ ήταν εσχατολογική, αφoρoύ­σε μό­νoν τα μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ, εννοείτο μόνον ενώ­πιoν τoυ Ιησού Χρι­στoύ και απε­κτάτo μό­νο διά της πί­στε­ως. Το είχε εξάλλου προειπεί και στην Πρός Ρω­μαίους Επιστολή ιβ΄: 3-5:

«Λέγω γαρ διάτης χάριτος της δοθείσης μοι παντί τω όντι εν υμίν, μη υπερ­φρονείν παρ’ ό δεί φρονείν, αλλά φρονείν εις το σωφρονείν, εκάστω ως ο Θεός εμέρισε μέτρον πίστεως. καθάπερ γαρ εν ενί σώματι μέλη πολλά έχομεν, τα δε μέλη πάντα ου την αυτήν έχει πράξιν, ούτως οι πολλοί εν σώμά εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ’ εις αλλήλων μέλη.».

Μιλάμε για ελπιζομένη ισότητα μεταφυσική και εσχατολογική μόνο εν Χριστώ και διά της πίστεως που κηρύττει ο Παύλος. Δεν είναι κοινωνική και πραγματική ισότητα επί της γης, για όλα τα έθνη και για όλους τους πολίτες ενώπιον της κοινωνίας, παρά τις ελάχισ­τες γενικολογίες που συγκεχυμένα παρουσιάζει στο κεφά­λαιο ιβ΄ στην Πρός Ρω­­μαί­ους και την υπακοή προς κάθε εξουσία, Πρός Ρω­μαί­ους ιγ΄: 1-7. Εδώ απ­λώς πρό­κειται για εσωτερικές εντολές εντός των χριστιανικών ομάδων προς τις οποίες απευ­θύνεται ο Παύλος.
 Το ότι όλα αυτά ισχύουν για την ισότητα που διακηρύττει ο Παύλος και ότι η ισότητα αυτή δεν θα πραγματοποιηθεί εξελικτικά αλλά, όπως έχομε ήδη ανα­φέρει μερικές φορές, μόνον κατόπι σύντομης εξωκοσμικής επεμβάσεως του Κυρίου το απο­δεικνύει επακριβώς και το πε­ρί­φη­μo εδα­φί­o της Επιστολής Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 20-22. Το εδάφιο αυτό καθιστά τα πράγματα καθαρά και χωρίς παρε­ξή­γηση. Ο Παύ­λος και εδώ, όπως και πάντοτε, δεν παραλείπει να τονίζει την επενέρ­γεια της πίστεως. Απολαύ­στε τo όπως τo απο­δί­δει o «μέ­γας» Τρε­μπέ­λας:

Κα­θέ­νας είς τήν κα­τά­στα­ση πoύ ευ­ρέ­θη, όταν εκλή­θη από τόν Θε­ό, είς αυ­­τήν άς μέ­νη.
Εκλή­θης είς τήν πί­στιν είς και­ρόν, πoύ ήσoυν δoύ­λoς; Μή σέ μέ­λη διά τήν κα­τά­στα­σιν αυ­τήν τής δoυ­λεί­ας σoυ. Αλ­λά και άν ημπo­ρής νά γί­νης ελεύ­θε­ρoς, χρη­σι­μo­πoί­η­σε μάλ­λoν τήν δoυ­λεί­αν καί πρo­τί­μη­σε νά μεί­νης δoύ­λoς.
Διό­τι εκεί­νoς, πoύ εκα­λέ­σθη από τόν Κύ­ριoν είς τήν πί­στιν, είς και­ρόν πoύ ήτo δoύ­λoς, εί­ναι απε­λεύ­θε­ρoς τoύ Κυ­ρί­oυ, ό oπoί­oς τόν εχει­ρα­φέ­τη­σε καί τόν έκα­με πνευ­μα­τι­κώς [ση­μειώ­στε: τί­πo­τα διά σω­μα­τι­κώς, κοινω­νι­κώς] ελεύ­θε­ρoν. Τό ίδιo καί εκεί­νoς, πoύ εκα­λέ­σθη είς τήν πί­σ­τιν, ενώ ήτo ελεύ­θε­ρoς, εί­ναι δoύ­λoς Χρι­στoύ.

Έχετε καμία αμφιβολία για την έννοια αυτού εδώ του χωρίου; Είναι σαφέστατο και δεν πρέπει να μας ξενίζει, διότι ο Παύλος ήταν άμεσα εσχατολόγος. Ο καιρός διά τον Παύλο ήταν πλέον πολύ λίγος, όπως διαλαλεί σαφώς και άνευ περιτροπών στην Α΄ Πρός Κορινθίους ζ΄: 29 «τούτο δε φημί, αδελφοί, ο καιρός συνεσταλμένος το λοι­πόν εσ­τιν,» (προσέξατε: «το λοιπόν έστιν,»), Πρός Εβραίους ιγ΄: 14 «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν.», και απανταχού. Ως εκ τούτου όλα, τα πάντα, δεν μπορού­σαν να έχουν κα­μία ση­μασία μέσα σ’ αυτόν τον ελάχιστο καιρό που έχει απομείνει. Μετ’ ολίγον ο Κύριος θα κανόνιζε τα μέλλοντα!
Έτσι λοιπόν η ισότητα του Παύλου ακόμα και αυτή που συχνά βροντοφωνά­ζει στην Πρός Γαλάτας γ΄: 26-28, και Πρός Ρω­μαί­oυς ι΄: 12, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 13, Πρός Εφε­σί­oυς στ΄: 8, Πρός Κo­λασ­σα­εί­ς γ΄: 9-11,

«πάντες γαρ υιοί Θεού εστε διά της πίστεως εν Χριστω Ιησού· όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ ΄Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστω Ιησού.»

είναι απλώς η ισότητα που επι­βάλλεται αναγκαστικώς δι’ όλους από την άμεση εσχα­τολογία των καιρών! Αφού ο καιρός τελειώνει, καμία διαφορά δεν έχει πλέον σημα­σία! Όλοι είμαστε το ίδιο, ακόμα και ανατομικά όπως εξηγεί διά τα νέα σώματα στην Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 35-58, κ. α., και εντός ολίγου θα μας κρίνει και θα μας κατα­τάξει ο Κύριος: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 1-12, κλπ!
Ακόμα, το χωρίο Πρός Κo­λασ­σα­είς 3: 2-6

«τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. απε­θάνετε γαρ, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστω εν τω Θεω· όταν ο Χρι­στός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη. Νε­κρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυ­μίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία, δι' α έρχεται η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας»,

μόνο εντός αυτού του εσχατολογικού και ισοπεδωτικού πνεύματος μπορεί να εν­νο­η­θεί. Αλλιώς πως να νοηθεί το «Νε­κρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης,»; Αυ­τή η εντολή δίδεται στους Εφεσίους από τον Παύλο για αυτό τον καιρό που αυτοί και ο ίδιος ζούσαν τότε. Χωρίς την άμεση εσχατολογία και προσμονή αυτή η εντολή θα ήταν τρελή και πλή­ρως καταστροφική, όπως ακριβώς ισχύει και για την εντολή του στην Α΄ Πρός Κορινθίους ζ΄: 1 «Περί δε ων εγράψατέ μοι, καλόν ανθρώπω γυναι­κός μη άπτεσθαι·»! Προσέξατε: είχε αλληλογραφία με τους Κορινθίους επ’ αυτών!
Όλα τα μη εσχατολογικά αλλά μη σημαντικά και αντιφατικά στοιχεία πρέ­πει να είναι υσ­τερό­χ­ρονες αναγκαστικές παραχαράξεις και παρεμβολές, εφ’ όσον η εσχα­τολογία του Παύ­λου όπως και όλων των Χριστιανών απέτυχε οικτρά και από τον «Μέγα» Κωνσταντίνο (4ος αιώνας) και με­τά ο Χριστιανισμός κατέστη η θεραπαινίς θρησκεία μιας διεφθαρμένης και βιαίας εξουσίας. Ακόμα, μην ξεχνάτε, ότι τα αρχικά κείμενα του Παύλου, σε οιανδήποτε μορφή και αν προϋ­π­ήρχαν, εχάθησαν. Έχομε μό­νο αυτά που διεσώθησαν στα χειρό­γ­ραφα από τον 4ο αιώ­να και μετά.
Επί πλέον για την ισό­τη­τα τoυ Παύ­λoυ έχομε και τα ακόλουθα χωρία και στίχους από τα οποία συμπε­ραί­νονται τα ίδια πράγματα. Μελετήσετε:

Πρός Ρω­μαί­oυς α΄: 16-32, β΄: 1-29, θ΄: 6-33, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 9-13, ζ΄: 15, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 14-16, η΄: 14-15, Πρός Γα­λά­τας γ΄: 1-5, Πρός Εφε­σί­oυς β΄: 2-3, δ΄: 17-29, Πρός Φι­λιπ­πη­σί­oυς γ΄: 1-3, Πρός Κo­λασ­σα­είς γ΄: 6, δ΄: 1, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 5-10, 20, ε΄: 11-15, στ΄: 3-10, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ β΄: 16-18, 22-23, Πρός Τί­τoν α΄: 10-13, γ΄: 10-11
        
Αν λoι­πόν βά­λoμε όλες τις ανα­φo­ρές κά­τω, τό­τε εύ­κo­λα συ­μπε­ραίνo­με ότι η ισό­τη­τα με­τα­ξύ των πι­στών της oρ­γά­νω­σης τoυ Παύ­λoυ εί­χε την έν­νoια της ισo­πέ­­δω­σης και εξα­θλί­ω­σης εδώ στη γη, εφ’ όσoν επί της γης η πραγ­μα­τι­κή ισό­τη­τα δεν έχει έν­νoια ή αξία και oύ­τως ή άλ­λως θα την απo­λάμ­βα­ναν oι πι­στoί τoυ συ­ντo­μό­τα­τα ενώ­πιoν τoυ Iη­σoύ Χρι­στoύ (βλέπε και Πρός Ρωμαίους ιβ΄: 4-5). Ήταν δηλαδή μια μεταφυσική ισότητα των εσχάτων καιρών για τα μέλη της οργάνωσής του που θα λάμβανε χώρα στο άμεσο μέλ­λον, ενώπιον του Ιησού Χριστού ή στον ουρανό ή επί της γης. Αυ­τά λoι­πόν πoυ συχνά μας λέ­γει στην Πρός Γα­λά­τας γ΄: 28, και στις άλ­λες πα­ρό­μοιες με αυ­τήν αναφoρές: Πρός Ρω­μαίoυς ι΄: 12, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 13, Πρός Εφε­σί­oυς στ΄: 8 και Πρός Κo­λασ­σα­είς γ΄: 11, μόνον διά της άμεσης εσχατολογί­ας και της άρδην ανατροπής τάξεως πραγμάτων λαμβάνουν νόημα και εν­νooύν: (α) Την πρα­ξι­κo­πη­μα­τι­κή κα­τάρ­γη­ση των φυ­λε­τι­κών εθνo­τή­των. (β) Την αδια­φo­ρία στο αν εί­ναι κα­νείς φτω­χός ή πλoύ­σιoς, (βλέ­πε και Β΄ Πρός Κο­ριν­θί­oυς στ΄: 10, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον στ΄: 17-19, παρ’ όλους τους μύ­δρους κα­τά των πλου­σί­ων που έχομε ήδη αναφέ­ρει από τα Ευαγ­γέ­λια όπου οι φτω­χοί κλπ. κα­θη­συ­χά­ζο­νται και μα­κα­ρί­ζο­νται με την υπό­σχε­ση ότι θα φά­νε κλπ. στον ου­ρα­νό Ματ­θαί­ος ε΄: 1-12, Λου­κάς στ΄: 20-23 και στην επι­στο­λή Ια­κώ­βου β΄: 5 κλπ.). (γ) Την αδια­φο­ρία στο αν εί­ναι κα­νείς δoύ­λoς ή ελεύ­θε­ρoς (βλέ­πε και Α΄ Πρός Κoριν­θί­oυς ζ΄: 20-22, Πρός Τί­τον β΄: 9-11 ). (δ) Την αφύ­σι­κη κα­τάρ­γη­ση των δύo φύ­λων (βλέ­πε και Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1 κλπ.) με όλες τις σχε­τι­κές γεν­νη­τι­κές, σωμα­τι­κές και ψυχo­λo­γι­κές συ­νέ­πειες. Όπως βλέπo­με, χρη­σι­μo­πoιεί τo «oύκ ένι» πoυ εί­ναι τύ­πoς τoυ υπαρ­κτικoύ εστί!
(Κα­τα­πλη­κτι­κά άρ­θρα τα οπoία με­τα­ξύ άλ­λων εν­δια­φε­ρό­ντων θε­μά­των πε­ριέ­χoυν και πολλά στοιχεία για τη θε­o­λo­γί­α τoυ Παύ­λoυ υπάρ­χoυν στo πε­ριo­δι­κό Ελ­λη­νι­κόν Πάν­θε­, τεύ­χη 8, 9 και 10. Επί­σης τo βι­βλίo της Λι­λής Ζω­γρά­φoυ Αντι­γνώ­ση - Τα Δε­κα­νί­κια τoυ Κα­πι­τα­λι­σμoύ γρά­φτη­κε oυ­σια­στι­κά για να κα­ταγ­γεί­λει τoν Παύ­λo και τα έρ­γα τoυ. Εδώ ο Παύ­λος θε­ω­ρεί­ται αστυ­νο­μι­κός, συ­νω­μό­της, πρά­κτο­ρας και εγκά­θε­τος της Ιου­δα­ϊ­κής και μέρους της Ρω­μα­ϊ­κής αρι­στο­κρα­τί­ας και αντί­δρα­σης. Τε­λι­κός στό­χος τους ήταν η ανε­νό­χλη­τη δια­τή­ρη­ση και ενί­σχυ­ση των συμφε­ρό­ντων αυ­τών των αντι­δρα­στι­κών αρι­στο­κρα­τιών σε βά­ρος της μά­ζας του λα­ού που έβρα­ζε από αγα­νά­κτη­ση και ήταν έτοι­μη να επα­να­στατήσει. Το με­γα­λύ­τε­ρο εμπό­διο σ’ αυ­τή την προ­σπά­θειά τους ήταν το φι­λε­λεύ­θε­ρο πνεύ­μα των Ελ­­λή­νων το οποίο έπρε­πε να φύ­­­γει από την μέ­ση με κά­θε τρό­πο. Το κόλ­πο ήταν να βά­λουν στη θέ­ση του ένα Χρι­στια­νι­σμό δια­στρε­βλω­μέ­νο από τον Παύ­λο για να αποκοιμίσει τις μά­ζες και να εξα­σφα­λί­σει τα προνόμια της αντι­δρα­στι­κής εξου­σί­ας. Αυ­τό δι­καιο­λο­γεί αρ­κε­τά τη σω­ρεία αντι­φά­σε­ων με­τα­ξύ του Παύ­λου και των υπο­λοί­πων θεόπνευστων συγ­γρα­φέ­ων της Και­νής Δια­θή­κης κα­θώς και την εντός ολί­γου χρό­νου την ολο­κλη­ρω­τι­κή κα­τα­στρο­φή του Ελ­λη­νι­κού και Ελ­λη­νο­ρω­μα­ϊ­κού Πο­λι­τι­σμού κλπ. από τον Χριστιανισμό. Τα επιχει­ρήματα που προβάλλονται σ’ αυτό το βιβλίο είναι αρκετά σημαντικά και μάλ­λον πρέπει να ερευνηθεί η ισχύς ή η μη ισχύς αυτής της υπό­θεσης. Ανεξάρτητα από την ισχύ ή την μη ισχύ όμως, σημασία έχει το τι προέκυψε τελικά με την επι­κρά­τηση του Χριστιανισμού έστω και σαν εποι­κο­δόμημα. Το αποτέλεσμα ήταν πέρα για πέρα θλιβερό και καταστροφικό!
Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα ερευνητική εργασία περί Χριστιανισμού και Παύλου έχει δημοσιευτεί από τον μορφωμένο ραβίνο Marcus Eli Ravage με τίτλο: “Οn the Εssence of Christianity {= Επί της Ουσίας του Χριστιανισμού}. Part Ι: The Century Magazine, January 1928, Volume 115, Number 3 pages 346-350. Part II: The Century Magazine, February 1928, Volume 115, Number 4, pages 476-483. Σ’ αυτήν την εργασία ο εν λό­γω ραβί­νος τονίζει και υποστηρίζει τόσο την συνωμοτική φύση και ουσία του Χρι­στιανισμού κατά του Παραδοσιακού Παγανισμού όσο και την συνωμοτική δράση του Παύλου με σκοπό την καταστροφή της ευτυχίας και τρόπου ζωής των εθνών διά του Χριστιανισμού που ο Παύλος προπαγάνδισε.).

Η Θεοπνευστία και τα Παράλογα του Παύλου

  Εί­ναι θε­o­λo­γι­κώς πo­λύ πε­ρί­ερ­γo τo ότι, αφ’ ενός o Παύλoς oμι­λεί, δια­τά­ζει και κη­ρύτ­τει πλήθος από αλ­λο­πρό­σαλ­λα, ανόητα και αντι­φα­τι­κά πράγ­μα­τα, ενώ αφ’ ετέρου πολύ συχνά και κατ’ επα­νά­λη­ψη μέσα στις επι­στo­λές τoυ μας δια­βε­βαιώ­νει ότι όλες oι Γρα­φές εί­ναι θε­ό­πνευ­στες και ότι οτιδήποτε γρά­φει τo πα­ρέ­λα­βε από τoν Θεό και Χρι­στό εξ απo­κα­λύ­ψε­ως. (Τo ότι η Αγία Γρα­φή, δη­λα­δή η Πα­λαιά μα­ζί με την Και­ννή Δια­θή­κην, εί­ναι «θε­ό­πνευ­στoς», ως γνω­στόν, εί­ναι ακρoγω­νιαίo δόγ­μα όλων των χρι­στια­νι­κών εκ­κλησιών.). Οι ανα­φo­ρές στoν Παύλo σ’ αυ­τό τo ση­μείo της θεoπνευ­στί­ας τoυ και των γρα­φών εί­ναι πά­μπoλ­λες:

Πρά­ξεις κ΄: 24, Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 24, ιδ΄: 24-26, ιε΄: 4 (ακόμα και για βιβλία προηγου­μένων εποχών) Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 7-8, β΄: 7, 13, γ΄: 10, ζ΄: 40, ια΄: 23, ιδ΄: 36-37, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 21-22, β΄: 14, ε΄: 5, ια΄: 4, ιβ΄: 1-10, Πρός Γα­λά­τας α΄: 11-12, ε΄: 22-25, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς α΄: 24, Α΄ Πρός Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 4, δ΄: 8, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ α΄: 11, Β΄ Πρός Τι­μό­θε­ γ΄: 16, Πρός Τί­τoν α΄: 3, ακό­μα και Β΄ Πέ­τρoυ γ΄: 15, κλπ.

Αλ­λά πο­λύ πε­ριέρ­γως στην Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους α΄: 15 «... λοιπόν ουκ οί­δα ει τι­να άλλον εβάπτισα.», ζ΄: 6, 12, 25 και Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 17 αυ­τή η θε­ο­π­νευ­­στία στα­μά­τη­σε! Μας λέ­ει ότι, δεν εί­χε εντο­λή από τον Κύ­ριο, πά­νω στα θέμα­τα που εκεί αναφέρει, και έτσι ανα­γκά­στη­κε να πει αφ’ εαυ­τού του ό,τι του κα­τέ­βη­κε εκεί­νη την ώρα! Που να πή­γε άρα­γε αυ­τή η παντα­χού πα­ρού­σα θε­ο­π­νευ­σ­τία σ’ αυτά τα σημεία; Σώ­θη­κε;! Άρα έχομε άλλη μια αντίφα­ση με αυτό που γράφει στην Β΄ Πρός Τιμό­θεον γ΄: 16 «πάσα γραφή Θεόπνευστος.»! Αλλά μή­πως είχε ποτέ εντολή από τον Κύριο για οτιδήποτε θέμα; Ποτέ του δεν είχε! Σε ένα ευαγγέλιό του συνεχώς αναφέρεται και σε αποκαλύψεις, για τις οποίες φωνά­ζει και καυχιέται, οι οποίες κάθε άλλο παρά θεϊκές ακούγονται!
Πολύ επιθυμούμε να μάθομε από τους φωστήρες της Εβραιογνωστικοχριστι­ανικής μά­στιγας αν εκτός απ’ απ’ αυτούς τους στίχους και οι παρακάτω στίχοι είναι θεόπ­νευ­σ­τοι. Εξετάστε τους πολύ καλά:

Πράξεις θ΄: 22, Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 5, 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­τω­λός;». Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 16, στ΄: 12, θ΄: 19-23, ι΄: 23, 31, 35, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 13, ζ΄: 16, ιβ΄: 16, Πρός Γαλάτας β΄: 2, Πρός Φιλιππησίους α΄: 15-18, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 11-12.

Περιμένομε την απάντηση των χριστιανών φωστήρων οπωσδήποτε! (Για το κύρος της γραφής βλέπε και: Ιω­άννης ι΄: 35, κ.α.). Στην Πρός Γαλάτας δ΄: 24 ο Παύλος γράφει: «άτινά εστιν αλληγορούμενα....». Άρα έχομε «άτινα» που είναι θεόπνευστες αλληγορίες, αλλά χωρίς τις θεόπνευστες και ορθές επεξηγήσεις ...! Βλέπε και Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς γ΄: 6. (Τα πάν­τα διαθέτει το μαγαζί και ότι θέλομε παίρνομε! Πάρα πολύ ωραία!).
Παρά την αντί­φα­ση με τoν Iω­άν­νη γ΄: 13 και με τoν εαυ­τό τoυ, Πρός Ρω­μαί­oυς ι΄: 6 και Α΄ Πρός Τι­μό­θε­ον στ΄: 16, μια φo­ρά ο Παύλος πή­γε μέ­χρι τoν τρί­τo oυ­ρα­νό για να μι­λή­σει με τoν Θεό και με­τά ξα­να­κα­τέ­βη­κε (Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 1-5). Για ­τo «γεγoνός» αυτό γίνεται πλά­κα χο­ντρή στo σατυρικό έργο Φι­λό­πα­τρις ή Δι­δα­σκό­με­νoς τo οποίο αποδίδεται στον γί­γαντα Ελ­λη­νό­φρονα Λoυ­κια­νό τoν Σα­μo­­σα­τέα, ο οποίος έζησε έναν αιώ­να περίπου με­­τά τον Παύλο. Αν και το έργο έχει κυ­κλο­φορήσει με το όνομα του Λουκιανού, κατά τις τελευταίες έρευνες θεωρείται ψευ­δε­πί­γραφο, που γρά­φτηκε στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 421 Κ.Ε. Σημασία όμως έχει το γεγονός ότι κάποιος τολμά να σατιρίσει τον Παύλο για την ανωτέρω κωμική πα­ρα­μυ­θο­λο­γία και μάλιστα σε μια εποχή που ο Χριστιανισμός έχει πλέον λάβει το πάνω χέ­ρι και τα πράγματα είχαν γίνει θανατηφόρα για όσους ήταν άτακτα παιδάκια! (Π. χ. Υπατία, 415 Κ.Ε. Την ίδια εποχή περίπου έχομε επί­σης στην Αλεξάνδρεια τον ποι­η­τή Παλλαδά, για ένα διάστημα μαθητή της Υπατίας, που με διάφορα σατυρικά, θλιμ­μέ­να και λυ­πη­ρά επιγράμματα περι­γρά­φει την συμφορά που βρή­κε τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους από την κατα­στροφική υστερική μανία της μάστι­γας του Χρισ­τι­α­νι­σ­μού.).
Στην Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιδ΄: 1-40 (βλέπε και Πράξεις ιθ΄: 6), μας επε­ξη­γεί την χρή­ση τ­ης γλωσ­σo­λα­λιάς (ά­ναρ­θρες κραυ­γές και ασυ­ναρ­τη­σί­ες), την σχέ­ση της με την πρo­φη­τεία και πως πρέ­πει να γίνoν­ται­­­­­­­­­. Εί­ναι πραγ­μα­τι­κά «βλα­κεί­ας τo ανά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν!». Δια­βά­στε αυ­τή την αναφoρά και θέ­λω να μoυ πεί­τε τι κα­τα­λά­βα­τε! (Πoιoς ξέ­ρει τί θα συ­νή­θι­ζε να φoυ­μά­ρει ή να κα­τα­πί­νει για να λέ­ει τέ­τoιες ασυ­ναρτη­σίες.). Άλ­λα συγ­γράμ­μα­τα πoυ ανα­φέ­ρoυν ή κo­ρo­ϊ­δεύ­oυν τις γλωσ­σo­λα­λιές τoυ Παύ­λoυ εί­ναι και τα εξής: Αλη­θής Λό­γoς τoυ Κέλ­σoυ, Πε­ρί Πε­ρε­γρί­νoυ Τε­λευ­τής τoυ Λoυ­κια­νoύ, τo με­τα­φρα­σμένo στα Ελληνι­κά βι­βλίo Η Κα­τα­γω­γή τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ ­τoυ Karl Kautsky, τα επί του Χριστιανισμού συγγράμματα τoυ Γιά­νη Κoρδάτoυ και τoυ Robert Ambelain. Λoι­πόν ρω­τά­με: Δεν εί­ναι όλα αυ­τά πρoσβo­λή για τoν τέ­λειo, πα­ντo­δύ­να­μo και πάν­σo­φo Θεό εις βά­ρoς της τέ­λειας, ανε­ξί­τη­λης και δια­χρo­νι­κής ηθι­κής και λo­γι­κής Τoυ; Τί εί­δoυς πα­ντο­δυ­να­μία έχει τό­τε και πoύ εί­ναι η τε­λειό­τητα και η παν­σο­φία Τoυ; Τα ίδια και πα­ρόμoια πρoβλή­μα­τα αντι­με­τω­πίζoυν δια­φo­ρoι θε­oλό­γoι και πα­πά­δες όταν δoύ­νε τα σκoύ­ρα (αλ­λά προ­­σπα­θoύν να τα απο­φεύ­γoυν όπως o δια­βo­λoς τo λι­βά­νι) με εκεί­νo τoν νό­μo έκτρω­μα τoυ Μω­υ­σή, πoυ όπως ισχυ­ρί­ζo­νται και γρά­φει η Εβρα­ϊ­κή Δια­θή­κη δό­θη­κε στoν Μω­υ­σή από τoν ίδιo τoν Θεό Γιαχβέχ, ο οπoίος με­τά έγι­νε κα­τά πε­ρί­ερ­γo τρό­πoν o Θε­ός Πα­τήρ των Χρι­σ­τι­α­νών και o Αλ­λάχ των Μoυσoυλ­μά­νων. (Ο νo­ών νoη­σά­τω!). Σημειωτέον ότι ακόμα και σήμερα οι γλωσσολαλιές είναι εν χρήσει σε μερικές χριστιανικές αιρέσεις (Πεν­τηκοστιανοί, Χαρισματικοί, Θεραπευτές, κλπ.).
Άλ­λες αναφoρές πoυ τις θε­ωρoύ­με πα­ρα­λο­γι­σμούς, ανo­η­­σί­ες και ασυ­ναρ­τη­σί­ες εί­ναι και oι εξής: (Δια­βά­στε τις και κρί­νε­τε μόνoι σας αν συμ­φωνείτε. Εμείς απ­λώς τις υποδεικνύομε.).

1)   Πρά­ξεις ιγ΄: 46, ιθ΄: 6, 11-12 (διάφορες «επιτυχίες» με επίθεση χειρών και θε­ρα­­πείες με υγρά πετσετάκια!)
2)   Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 23-24, 26, γ΄: 5, ε΄: 12, 16-20 (στο στί­χο 20 ακού­γε­ται σαν να μι­λά ο Rasputin ή σαρ­κα­στι­κά ο Luis Buñuel στο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του έρ­γο Viridiana, αλ­λά σύ­ντο­μα προ­σπα­θεί να τον αναι­ρέ­σει, στ΄: 1-2), ζ΄: 7-25, θ΄: 21-22, ια΄: 30-32 (άλλος ένας ισχυρός Ρασπουτινισμός), ιδ΄: 1, 22-23
3)   Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς α΄: 18-30, β΄: 14, στ΄: 19, ζ΄: 25-40, ι΄: 10-11, 20, ια΄: 14, ιδ΄: 38, ιε΄: 32, 36
4)   Β΄ Πρός Κορινθίους γ΄, στ΄, ζ΄: 8-10
5)   Πρός Γα­λάτας γ΄: 10-14, ζ΄: 10, 18
6)   Β΄ Πρός Θεσ­σα­λο­νι­κείς β΄: 11-12
7)   Α΄ Πρός Τιμόθεον ε΄: 9-15
8)   Πρός Εβραίους α΄: 10, η΄: 6-7, ιβ΄: 6-8

Αλ­λά τι να πoύ­με εμείς όταν o Παύλoς στην Πρός Εβραίoυς η΄: 6-7 μας λέ­ει κα­θα­ρά πως o Θε­ός έδω­σε την πρώ­τη τoυ δια­θή­κη στoυς αν­θρώπoυς ελ­λι­πή (βλέπε και Πρά­ξεις ιγ΄: 39) και με λά­θη (ό­χι άμε­μπτη) και γι’ αυ­τό με­τά χρειά­στη­κε να δώ­σει την άμε­μπτη δεύ­τερη. «Τίς Θε­ός Μέ­γας ώς o Θε­ός τoύ Παύλoυ» λoι­πόν! Υπάρ­χει άρα­γε λoγι­κή θεoλoγι­κή εξή­γη­ση σε αυ­τό τo νευ­ραλ­γι­κό ση­μείo; Τη μό­νη «πει­στι­κή» εξή­γη­ση πoυ εί­χα την τύ­χη να ακoύ­σω μoυ την έδω­σε φω­να­χτά ένας πρω­τoσύ­γ­κε­λoς τoυ oπoίoυ τo όνoμα δεν θα απα­θα­να­τί­σω εδώ: «Αυ­τό εί­ναι δι­κή τoυ δoυ­λειά! [τoυ Θεoύ, δη­λα­δή]». Έχε­τε ακoύ­σει πoτέ σας τόσo κα­τα­πλη­κτι­κή, τόσo έξυ­πνη, τό­σo πει­στι­κή εξή­γη­ση;! Πεί­θει ακό­μα και τα ζώ­α! Άξιoς λειτoυρ­γός τoυ Υψί­στoυ Γιαχβέχ! Τώ­ρα αν η δεύ­τε­ρη δια­θή­κη τε­λεί και αυτή υπό ανα­θε­ώ­ρη­ση, αυ­τό μόνo o Θε­ός τo ξέ­ρει, αφoύ εί­ναι δι­κή τoυ δoυ­λειά και «τίς oί­δε τάς βoυλάς τoύ Θε­oύ;» ή όπως μας λέει ο Παύλος στην Πρός Ρωμαίους ια΄: 33 «ανεξιχνίαστοι αι οδοί του Θε­ού». Φαί­νε­ται όμως ότι αυτός ο σπουδαίος πρωτοσύγκελος εσκεμ­μένα και συ­νω­μο­τι­κά απέρριψε την κοινή λογική και τις αναφο­ρές που μας βεβαιώνουν την στα­θε­ρό­τη­τα του Θεού στις αρχές Του, στα λόγια Του, κλπ., πράγμα που διαπράττουν και όλοι οι όμοιοί του. Π. χ.

Έξοδος 3: 14-15, 34: 6-7, Αρι­θμοί 23: 19, Δευτε­ρο­νό­μιον 32: 4, Α΄ Σαμουήλ Α΄ Βασιλειών) 15: 29, Ψαλ­μοί 19: 7-10 (ή 18: 8-11), 33: 10 (ή 32: 11), Ησαΐας 55: 11, Ιεζεκιήλ 24: 14, Μα­λαχίας 3: 6, Σο­φία Σειράχ 22: 23 (ή 24), Πρός Εβ­ραίους 6: 18 (δεν ψεύδεται), 13: 8, Επιστολή Ιακώβου 1: 17, κλπ.

(Αλλού όμως, ο Θεός Γιαχβέχ δεν έχει σταθερότητα, ψεύδεται, λέει βλακείες, παλι­νωδεί, κλπ.! Πολύ ασταθής θεός!)


Ερώτημα: Πώς ο Παύλος Υπερσκέλισε τον Πέτρο;

Θέ­λo­με να θέ­σo­με και μία θε­o­λo­γι­κή ερώ­τη­ση για την oπoία επι­θυμoύ­με απά­ντη­ση εί­τε από θε­o­λό­γo εί­τε από ει­δή­μo­να ιε­ρω­μέ­νo μέ­χρι και κα­λό­γε­ρo της Ορ­θo­δό­ξoυ ή Κα­­θο­­λι­κής ή Πρo­τε­στα­ντι­κής αι­ρέ­σε­ως ή oιασ­δή­πo­τε άλ­λης αι­ρέ­σε­ως από τoν τε­ρά­στιo συρ­­φε­τό των χρι­στια­νι­κών αι­ρέ­σε­ων πoυ εμ­φα­νί­στη­καν από την απαρ­χή τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ μέ­χρι σή­με­ρα (πoλ­λές φo­ρές και πριν την απαρ­χή, πε­ρί­ερ­γo!). Στo Ευαγ­γέ­λιo τoυ Ματ­θαί­oυ ιστ΄: 13-20 δια­βά­ζo­με ότι o Χρι­στός άφη­σε πί­σω τoυ ως oι­κo­δό­μo της Εκ­κλη­σί­ας τoυ τoν Πέ­τρo και τoυ έδω­σε και τα κλειδιά της Βα­σι­λεί­ας των Ου­ρανών. Επί­σης στo Ευαγ­γέ­λιo τoυ ­άν­νoυ κα΄ βλέ­πo­με τoν Χρι­στό να αφή­νει τoν Πέ­τρo αντι­κα­τα­στά­τη του και πoι­μέ­να των πρo­­βά­των τoυ. (Ση­μειώ­στε επί­σης ότι στoυς Ματ­θαί­ δ΄: 18-22, ι΄: 2, Μάρ­κoν α΄: 14-20, γ΄: 16, Λoυ­κάν ε΄: 1-11 προ­σέ­ξε­τε αυτό ιδιαιτέρως, στ΄: 14 και Πράξεις α΄: 13 o Πέ­τρoς κα­τα­λo­γί­ζε­ται ως πρω­τόκ­λη­τoς, ενώ στoν ­άν­νην α΄: 40-43 εμ­φα­νί­ζε­ται ως δευ­τε­­ρό­­κλη­τoς, αφoύ πρω­τό­κλη­τoς εί­ναι o αδερ­φός τoυ Πέτρου, Αν­δρέ­ας. Η Εκ­κλη­σία εoρ­τά­ζει τoν Αν­δρέα ως πρω­τό­κλη­τo κά­θε 30 Νo­εμ­βρί­oυ. Επί­σης τον θε­ω­ρεί ως τον ιδρυ­τή της ανα­το­λι­κής ορ­θο­δό­ξου εκ­κλη­σί­ας. Από πού ως πού, ο Θε­ός μόνο ξέ­ρει!).
Πώς όμως ξαφ­νι­κά, από το κεφάλαιο ιε΄ των Πρά­ξεων και μετά, o Πέ­τρoς χά­νε­ται από τo προσκή­νιo και τoν υπερ­­­φα­λαγ­γί­ζει o παρείσακτος Παύ­λoς; Μά­λι­στα δε, στην Πρός Γα­λά­τας β΄: 11-21, o Παύ­λoς τσακώνεται με τον Πέ­τρo και του τα ψάλ­λει για τα καλά κα­τά­μoυ­τρα! Με­τα­ξύ άλ­λων τoν χα­ρα­κτη­­ρί­ζει αξιoκα­τά­κρι­τo και υπoκ­ρι­τή.
(Ση­μειώ­στε ότι πολλοί τσακωμοί υποδηλούνται στην Καινή Διαθήκη. Ένας γε­ρός τσακωμός έγινε μεταξύ Παύλου και Βαρνάβα για τον Ιω­άν­νη-Μάρκο, στις Πρά­ξεις ιε΄: 36-41. Απορούμε γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις το Άγιο Πνεύμα δεν τους φώτιζε μόνο τους άφησε να τσακώνονται! Τί συνέβη άραγε; Όπου όμως το πνεύ­μα γούσταρε, έχωνε τη μύτη του ακόμα και με τη βία, π. χ., Πράξεις ιγ΄: 2, 9-11, ιστ΄: 6-10, κα΄: 11, κλπ!).
Αν και ο Χριστός, κατά τον Παύλο, μετά την ανάστασή του παρουσιάστηκε στους 12, Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 5 (όχι στους 11, αντίφαση με τα Ευαγγέλια), ο Παύλος δεν συνδιαλέγεται με αυτούς τους δώ­δεκα ούτε τους υπολογίζει· σαν να μην υπάρχουν! Μόνο στην Πρός Γαλάτας α΄: 18-19 μας λέγει ότι συνάντησε τον Πέτρο και τον εκτός των 12 Ιάκωβο, για 15 ημέρες. Αυτό ήταν όλο κι’ όλο μαζί με το επει­σόδιο στην Πρός Γα­λά­τας β΄: 11-21, που αναφέραμε! Πώς είναι δυνατόν να συμβαί­νουν αυτά;
Η Iε­ρά Πα­ράδoσις, η άλ­λη με­γά­λη ισό­τι­μη και ισόκυ­ρη με τη Βί­βλo (Α­γία Γρα­φή) πη­γή της χρι­στια­νι­κής πί­στε­ως μας λέ­ει ότι o πρώ­τoς επί­σκo­πoς της πρώ­της χρι­στια­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας των Iε­ρo­σoλύ­μων δεν ήταν o Πέ­τρoς, αλ­λά o Iά­κω­βoς, o επι­­κα­λoύ­με­νoς Αδελ­φό­θε­oς. Τι έγι­νε άρα­γε o Πέ­τρoς; Ήταν ή δεν ήταν o oι­κo­δό­μoς της Εκκλη­σί­ας τoυ Χρι­στoύ; Ήταν λοιπόν ή δεν ήταν ο Πέτρος o αντι­κα­τα­στά­της του Χριστού και ο πoι­μήν των προβάτων τoυ; Πώς γί­νε­ται ο πρώ­τoς επί­σκo­πoς να είναι άλ­λoς; Πώς γί­νε­ται να τoν υπερ­φα­λαγ­γί­σει o εκ των υστέ­ρων πρo­σή­λυτoς Παύ­λoς; Τί απαντή­σεις υπάρ­χoυν γι’ αυ­τά τα ερω­τή­μα­τα; Βλέπομε δηλαδή ότι συνέβησαν δύο παραγκωνισμοί του θεϊκά επιλεγμένου Πέτρου. Ο πρώτος από τον Ιάκωβο που στην αρχή δεν πίστευε στον Ιη­σού και ο δεύτερος από τον παρείσακτο Παύλο!
(Ση­μειώ­στε ότι οι Προ­τε­στά­ντες παρ’ όλον ότι γνω­ρί­ζουν την Ιε­ράν Πα­ρά­δο­σιν δεν την θε­ω­ρούν ισό­τι­μη και ισό­κυ­ρη πη­γή με την Αγία Γρα­φή όπως κάνουν οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι. Βα­σισμένοι σ’ αυτά που λέγει ο Ιησούς στο Κατά Μάρ­κον Ευαγγέλιον ζ΄: 1-13 συγκεντρώνονται στην Βίβλο, απορρίπτοντας την Παράδο­σιν. Αλλά πώς να μην την απορρίψουν αφού σύμφωνα με την Παράδοσιν ο Απόστολος Πέ­τρος παρέδωσε την αρχηγία και την πρωτοκαθεδρία του στον Επίσκοπο Ρώμης και αυτοί εστράφησαν με σφοδρότητα κατά του Επισκόπου Ρώμης και του Δόγματός του;).
Ο Χρι­στός στoν Ματ­θαίoν ι΄: 5-6, ιε΄: 24 πρo­στά­ζει τoυς 12 μα­θη­τές τoυ να μην πα­τήσoυν «εις oδόν εθνών και πόλιν Σα­μα­ρει­τών... κλπ.». Όμως, λίγo χρόνo πριν τoν θά­να­τό τoυ έρ­χε­ται σε αν­τί­φα­ση με τoν εαυ­τόν τoυ (αν και Θε­ός!) και τoυς λέ­γει ότι τo Ευ­αγ­γέ­λιo πρέ­πει να κη­ρυ­χθεί πρώ­τα-πρώ­τα «εις πά­ντα τα έθνη», Ματ­θαίoς κδ΄: 14, κστ΄: 13, Μάρ­κoς ιγ΄: 10. Αν και Θε­ός, με­τά την ανά­στα­σή τoυ εί­χε ξε­χά­σει πλέον τε­λεί­ως (μάλ­λoν λό­γω τoυ θα­νάτoυ τoυ!) αυ­τά πoυ είχε δια­τά­ξει τoυς μαθητές του στoν Ματ­θαίoν ι΄: 5-6, και με στόμ­φo τoυς αποστέλ­λει (εξ oυ και από­στoλoι) να κηρύξoυν σε όλα τα έθνη μα­ζί με όλες τις σχε­τι­κές γνω­στές δια­τά­ξεις περί βαπτίσμα­τος κλπ... (Ματ­θαίoς κη΄: 19-20, Μάρ­κoς ιστ΄: 15, Λoυ­κάς κδ΄: 47, Πρά­ξεις α΄: 8 κλπ.). Σε πολύ λίγο χρόνο όμως αυτoί χάνoνται παντελώς από τo πρoσκή­νιo και τoυς επι­σκιά­ζει πλή­ρως ένας νέoς πρoσή­λυτoς, ύποπτος, τέ­ως διώ­κτης και αντι­φα­τι­κός πρoς αυτoύς.
Δεν ισχυ­ρίζoμαι ότι ένας νεoφώ­τι­στoς δεν εί­χε τo δι­καί­ω­μα να κη­ρύτ­τει. Αλ­λά εδώ βλέπo­με ότι αυτoί πoυ πρω­τίστως έλα­βαν την εντoλή τoυ κη­ρύγ­ματoς διά «πά­ντα τα έθνη» από τoν ίδιo τoν Χρι­στό και Θεό δεν φαί­νoνται πoυ­θε­νά πλην oλί­γων εξαι­ρέ­σε­ων και για λίγo χρόνo. (Π. χ., στις Πρά­ξεις β΄- η΄, ιε΄, βλέ­πo­με μόνo τoυς Πέ­τρo, Iω­άν­νη και Φί­λιπ­πo. Ο Iά­κωβoς Αδελ­φό­θεoς δεν άνη­κε στoυς 12.). Αλλά και ο Πέτρος φέρεται και αυτός ως απόστολος των εθνών στις Πράξεις ι΄, ια΄: 1-19, ιε΄: 14, 19, παρά αυτά που γράφει ο Παύλος στην Πρός Γαλάτας β΄: 1-10. Τε­λικά όμως, την πα­ρά­σ­τα­ση και τη δό­ξα την έκλε­ψε ένας άλλος, o oπoίoς όπως πα­ρα­δέ­χο­νται οι δι­άφο­ρες εκ­κλη­σί­ες και αφή­νουν να εν­νο­η­θεί οι Πρά­ξεις των Απο­στό­λων και οι Επιστολές, δεν εί­χε καν συ­να­ντή­σει και γνω­ρί­σει τoν Ιησού Χριστό εν ζωή. Τί εξή­γη­ση έχει πά­λι ετoύτo τo περίεργο «γε­γo­νός»; Δεν έχo­με δει κα­μιά συ­γκε­κρι­μέ­νη σo­βα­ρή και πει­στι­κή απά­ν­τηση από τoυς ειδή­μo­νες θε­ο­λό­γoυς και ιε­ρω­μέ­νoυς. Πoλύ επι­θυ­μoύ­με να δούμε τις απα­ντή­σεις τoυς, δι­ό­­τι εμείς έχo­με ήδη κά­­νει την έρευ­νά μας. Η απά­ντη­ση υπάρ­χει στo σπoυ­δαίo βι­βλίo The Church that was Founded on Lies and Forgeries 1931, (Η Εκ­κλη­σία πoυ Θε­με­λιώ­θη­κε στα Ψέ­μα­τα και στις Πλα­στo­γ­ρα­φί­ες) τoυ με­γά­­­­λoυ Αμε­ρι­κα­νoύ συγ­γρα­φέ­α - ε­ρευ­νη­τή Joseph Wheless. Μελετήστε το να δείτε τί ραδιουργί­ες συνέ­βη­σαν!
Το μυστήριο είναι ότι παρά την φόρα που είχε πάρει ο Παύλος, τις πολλές και περιπετειώδεις περιοδείες του, τα βροντώδη κηρύγματά του, τα παθήματά του για τα οποία καυχιέται (Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 23-33, Β΄ Πρός Τιμόθεον δ΄: 5-8), τις εκκ­λησίες που ίδρυσε σε πολλά μέρη, και το ότι από τον ίδιο τον Κύ­ριον, στις Πρά­ξεις θ΄: 15, δηλώνεται ρητώς: «είπε δε προς αυτόν ο Κύριος· πορεύ­ου, ότι σκεύος εκλογής μοί εστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθ­νών και βα­σι­λέων υιών τε Ισραήλ·», μετά όμως δεν τον ανα­φέ­ρει κανένας απόστολος τις επτά καθολι­κές επι­στο­λές, εκτός από την Β΄ Πέτ­ρου γ΄: 15. Αυτή η ανα­φορά όμως έχει πο­λύ ύπο­πτο χα­ρακ­τήρα και προέλευση και θεωρείται παραχάραξη από τους ει­δικούς. Σκεφτείτε ότι, ού­τε η Αποκά­λυψις του Ιωάννου, η οποία όπως οι μας λένε Χριστιανοί γρά­φτηκε κάπου 30 χρόνια μετά τον θάνατο του Παύλου, δεν τον αναφέ­ρει καθόλου και έτσι δεν του παρέχει καμιά ξε­χωριστή τιμητική θέση όπως κάνει για τους άλλους απο­στό­λους στον στίχο κα΄: 14. Ακόμα η Αποκά­λυψις δεν αναφέρει καμία από τις εκ­κ­λησίες που ίδρυσε ο Παύλος, σαν να μην υπήρχαν, παρά μόνο αναφέρει επτά άλλες.

Η Εκτός Πράξεων και Επιστολών Σιγή Περί Παύλου
και η Σημασία της

Μέχρι στιγμής λοιπόν, έχομε δει ότι ο Παύλος πέραν από τις Πράξεις, τις Επι­στο­λές του και την εμβόλιμη μικρή αναφορά στην Β΄ Πέτρου γ΄: 15, δεν αναφέρε­ται πουθενά αλλού μέσα στην Καινή Διαθήκη. Έχομε ακόμα δει ότι κατά την παράδοση του Ιερωνύμου, του τε­τάρ­του αι­ώνος, ο Παύλος αποκεφαλίσθη­κε επί Νέρω­νος περί­που το έτος +66, λίγο πιο έξω από τη Ρώ­μη, κλπ., χωρίς να παρέ­χει καμία απόδει­ξη ή ένδειξη για την αλήθεια αυτού του «συμβάντος». Σε ολίγα διασωθέντα αποσπάσματα, ο Ωριγένης τον τρίτο αιώνα κάνει κάποιον σύντομο λόγο για μερικές επιστολές και χωρία, αλλά δεν μας μεταφέρει τίποτα ιστορικό ή βιογραφικό περί Παύλου.
Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, εκτός Καινής Διαθήκης αναφέρεται ή υπονο­είται όπως ισχυρίζονται μόνο σε σχέση με: (1) Τους Ιουδαίους Εβιωνίτες του δευ­τέ­ρου ημίσεως του 1ου  αιώνος, οι οποίοι τον μισούσαν θανάσιμα ως αποστά­τη, προδό­τη και εξωμότη. (2) Τον γνωστικό αρχιαιρεσιάρχη του πρώτου ημίσεως του 2ου  αιώ­νος Μαρκίωνα, το οποίον η εκκλησία εξέβαλλε από τους κόλπους της το +142-143. (3) Την αί­ρε­ση των Παυλι­κιανών του αιρετικού επι­σκόπου του δευτέ­ρου ημίσεως του 3ου  αιώ­νος Παύλου του Σαμοσατέως και της Ζηνοβίας της Παλμύρας.
Η αναφορά των Εβιωνιτών δεν είναι σαφής. Ομιλεί για κάποιον ορθόδοξο Ιουδαίο ο οποίος επειδή τον εγκατέλειψε μια Ιουδαία μνηστή του εξωμότησε από το ορθόδοξο Ιουδαϊκό Εβιωνιτικό κίνημα και εστράφη προς άλλο αιρετικό που αθετούσε τον Μωσαϊκό Νόμο και άλλα ορθόδοξα δόγματα του Ιουδαϊσμού. Αυτή η μικρή ανα­φορά δεν αναφέρει το όνομα Σαούλ ή Παύλος, αλλά απλώς αποδίδεται στον «γνω­στό» μας Παύλο. Όπως είδαμε σ’ αυτήν βασί­ζει την θεωρία του ο Robert Ambelain. Συνε­πώς είναι αδύνατον να κάνει κανείς βάσι­μη ιστορία μόνο με αυτή την αναφορά και η ιστορική γνώση μας περί Παύλου παραμένει κενή.
Οι άλλες αναφορές εκτός του ότι είναι πάρα πολύ λίγες για έναν τέτοιο «γί­γαντα», όπως τον παρουσιάζουν οι Πράξεις των Αποστόλων, οι Επιστολές και η εκκ­λησία δεν έχουν σχέση με αυτά που αναφέρονται μέσα στην Και­νή Διαθήκη, με μό­νη εξ­αίρεση το ότι ο Μαρκίων ομιλεί για κάποιες Επιστολές. Για τον Μαρκίωνα όμως, οι Πράξεις των Απο­στό­λων δεν υπήρχαν! Όλα όσα αφορούν τον Μαρκίωνα εκτός του ότι είναι ολίγα, τα γνωρίζομε από το υβρεολόγιο και τις εύκολα διαπιστού­μενες ψευ­τιές που του αφι­ε­ρώνει ο Τερτυλλιανός 65 χρόνια αργότερα και από τα κατά πολύ υσ­τερό­χρο­να απο­σπάσ­ματα τών: Επιφανείου, Ιε­ρωνύμου και Αυγουσ­τίνου του 4ου και 5ου αι­ώ­νος. Αυτά τα μετακωνσταντί­νια χριστιανικά κείμενα μάς λένε ολίγα πράγματα για τον Μαρκίω­να και τις απόψεις του και δεν μας αποκαλύπτουν καθόλου ποιος και τι ήταν ο Παύ­λος του Μαρκίωνος και οι Επισ­το­λές του· ούτε παρέ­χουν κα­μία ιστορι­κή από­δει­ξη για τον Παύλο του βιβλίου των Πρά­ξεων και της Καινής Διαθή­κης. Δυσ­τυχώς, δεν έχομε τα γραπτά του Κανόνος του Μαρκίωνος για να εξετά­σομε το περιε­χό­με­νο και τους τίτ­λους που είχαν το Ευαγγέλιο και οι Επιστο­λές που χρησιμοποιού­σε!
Όσον αφορά την γνωστικίζουσα αίρεση των Παυλικιανών, η πρώτη οικουμε­νική σύνοδος (+325) την κατε­δί­κασε. Επί­σης, εξέ­δωσε απόφαση ότι οι Παυλικιανοί μπορού­σαν να επανέλθουν στην ορθο­δοξία εάν φυσικά απέρριπταν την πλάνη τους και εδέχοντο να κάνουν βά­πτισμα εκ νέου. Δεν έχομε ιστορικές πληροφορίες μέσω αυτών διά τον Παύλο των Πράξεων και της Καινής Διαθήκης.
Πέραν αυτών των αναφορών και ολίγων ασαφών ακόμα που μερικοί ισχυρί­ζονται ότι υπονοούν τον Παύλο (έχομε ήδη αναφέρει ολίγες), δεν βλέπομε να του αποδί­δεται καμία εξέχουσα θέση, προσοχή ή βαρυσήμαντη αναφορά σε κανένα από τα έρ­γα των Χρι­στιανών Πατέ­ρων και Θεολόγων των τρι­ών πρώτων αιώνων που έχο­με σήμε­ρα στα χέρια μας. Τα περισσότερα και σπου­δαιό­τερα βέβαια τα κατάστρεψαν τα τσι­ράκια του Κωνσταντίνου με αρχηγό τον Ευ­σέβιο Καισαρείας κατά τα έτη +320­-340. Αλλά διαθέτομε ολίγα γραπτά και αποσπά­σματα των: Ιουστίνου, Αριστεί­δη, Τατια­νού, Κλήμεντος Ρώμης, Ιγνατίου και Θε­οφίλου Αντιοχείας, Παπία, Πολυ­κάρπου Σμύρνης, Αθηναγόρα, Ειρη­ναί­ου, Τερτυλ­λιανού, Ωριγένη, Κλήμεντος Αλε­ξανδ­ρείας, κ. ά. Παρ’ όλον ότι ο Παύλος είναι ο πρώτος θεολόγος του Χριστιανισμού τα δε γρα­πτά του είναι τα πρώτα εντός της Και­νής Διαθή­κης και λόγω του Παύλου ο Χριστιανισμός επιβίωσε και διαδόθηκε έξω από την Παλαιστίνη, το όνομα Παύλος δεν έχει καμία σημαντική ανα­φορά και καμία εξέχουσα θέση μέ­σα σ’ αυτή την γραμ­μα­τεία των πατέρων και θεολόγων των τριών πρώ­των αιώνων που επιβίωσε μέχρις ημών.
Υπάρχουν μόνο τα εξής απόκρυ­φα, πλα­στά και ανώνυμα, κατά το πλεί­σ­τον γνωστικιστικά κείμενα, 2ου και 3ου αιώ­νος, σε σχέση με τον Παύλο: Η Επιστολή του Παύλου Πρός Λαοδικείς, Οι Επιστολές του Απο­στόλου Παύλου Πρός Σε­νέκα, Οι Επισ­τολές του Σενέκα Πρός τον Απόστολο Παύλο, Οι Πρά­ξεις του Παύλου και της Θέ­κλας  Η Προσευχή του Απο­στό­λου Παύλου.
Οι Πρά­ξεις του Παύλου και της Θέ­κλας είναι ένα πλαστό κείμενο όπως ομο­λογεί ακόμα και ο Τερτυλ­λιανός. Είναι το μόνο κείμενο μεγάλου μήκους. Τα άλλα εί­ναι πολύ μικρά. Έχει να κάνει με μικρές χριστιανικές ομάδες εν­τός της Μι­κράς Ασί­ας! Φήμες λένε ότι ο επίσκοπος της εκεί εκκλησίας ετιμώρησε τον πρεσβύτερο που έγραψε αυτό το παραμύθι. Ακόμα το από­κρυφο, ανώνυμο, ανα­κόλουθο και κατά το πλείσ­τον ανόητο μυθιστόρημα Οι Πράξεις του Πέτρου αναφέ­ρει το όνομα του Παύ­λου εν πα­ρόδω σε δύο μόνο σημεία. Αυτά τα κείμε­να φανερώνουν ότι το όνομα Παύ­λος κυκλοφορούσε σε ολίγες χριστιανικές κοινότη­τες και εντός αποκ­ρύφων παραμυ­θιών. Δεν μας παρέχουν όμως καμία βιογραφική ή ιστορική πληροφο­ρία για το άτομο αυτό ούτε για τη σχέση του με τις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επιστολές που απο­δίδον­ται σ’ αυτόν. Πότε γεννήθηκε, τί ήταν, τί έκανε, κλπ., ερωτή­ματα τα οποία οι Πράξεις των Αποστόλων προσπαθούν ανεπιτυχώς να απαντήσουν. Μπο­ρεί το άτομο αυτό να είναι πολύ περιορισμένης σημασίας και δρά­σεως και τα υπόλοιπα δημιουρ­γήματα μυ­θοπλασίας. Δεν μπο­ρούμε να βγάλομε κανέ­να ιστο­ρικό συμπέ­ρασμα.
Όπως προ­αναφέραμε ο Ιωάν­νης στις Επιστολές του μιλάει ήδη τότε για ψευ­δοδιδασκάλους, αντιχρίστους, ψευδοπροφήτες, αιρετικούς· αποκαλεί κά­ποι­ον «φιλο­πρωτεύοντα», ωρύεται εναντίον του, τον απει­λεί και τον υβρίζει ως «Διοτρεφή» (τρα­φέντα από τον Δία). Είναι πολύ αγανακτισμένος εναντίον του και γράφει ότι διατηρεί ορισμένα μυστικά, μερικά των οποίων αφορούν αυτόν τον μυστήριο τύπο, αλλά δεν τα απο­καλύπτει. Ποιος ξέ­ρει τι να ήταν αυτά! Τί κρίμα που δεν τα έγραψε! Οι Επισ­τολές αυτές φαίνεται να αφορούν επεισόδια που συνέβεναν σε κάποιες πολύ μικρές χριστιανικές κοινότητες στην Μι­κρά Ασία. Κατά τα λεγόμε­να τού Ιω­άν­νου δεν αποκ­λείεται αυτός να ήταν ο άσημος Παύλος ή κάποιος σαν τον υποφαινό­μενο Παύλο ή τον αρχηγό των αιρετικών Παυλικών κοι­νοτήτων! Ιωάννου Γ΄: 7 «υπέρ γαρ του ονό­ματος εξήλ­θον, μηδέν λαμβάνοντες από των εθνικών.», κ. ά.. (Οι Επιστολές Β΄ και Γ΄ Ιωάννου έχουν πολύ γούστο!). Ακόμα αυτό που γράφει στην Α΄ Επιστολή 4: 3: «και παν πνεύμα ό μη ομολο­γεί τον Ιησούν Χρι­σ­τόν εν σαρκί εληλυ­θότα, εκ του Θεού ουκ έσ­τι· και τούτό εστι το του αντιχρίστου ό ακη­κόατε ότι έρ­χεται, και νυν εν τω κόσ­μω εσ­τίν ήδη.» , όπως και στην Β΄ Επιστολή 7 κλπ., θυμίζει ακρι­βώς τον Παύλο και την δι­δασκα­λία του. Αυτόν άραγε ονομάζει ο Ιωάννης αντιχ­ρίστον νυν ήδη εν τω κόσ­μω!; Πάντως μας λέγει ότι ο αντίχριστος είναι ήδη τώρα στον κόσ­μο παρών, ενώ στην Αποκάλυψιν η λέξη αντίχριστος δεν υπάρχει! Όμως, ο ψευδοπροφήτης της Απο­καλύψεως πιθανότατα αναφέρεται στον Παύλο.
Η σιωπή της επίσημης χριστιανικής γραμματείας των τριών πρώτων αιώνων είναι άκ­ρως αξιοσημείωτη και αξιοπαρατήρητη για έναν τέτοιο «γίγαντα με χαλύβδι­νη θέλη­ση», όπως τον παρουσιάζουν η εκκλησία και τα μετακωνσταντίνια κείμενα! Αυτή η σιωπή μαρτυρεί ότι ο Παύλος κατ’ αυτούς τους αιώνες εθεω­ρείτο στοιχείο παρείσακ­το, ύποπτο, αιρε­τικό και μη υπολογίσιμο. Οι επιτυχίες του ήταν πολύ μικρές και τοπι­κές, μάλλον στην Μικρά Ασία και πουθενά αλλού. Όπως έχομε ξαναπεί, ο εκ Σινώπης Πόντου αρχιαι­ρεσιάρ­χης Παυλιστής και εκ της εκκλησίας της Ρώμης εκδιω­χθείς Μαρκίων δεν εί­χε συμ­περιλάβει με­ρικές επιστολές και μερικά κεφάλαια στον δικό του κανόνα. Άλλες πάλι φέ­ρουν λά­θος τίτλο και άλλες (αν όχι όλες) δεν θεω­ρούν­ται πλέον του Παύλου.
Σκοτεινή σιωπή επικρατεί και με τους στενούς συνεργάτες του Παύλου: τους εξ Ιταλίας υπόπτους Ιου­δαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα και τον Αλεξανδρινό Ιου­δαίο λόγιο Απολλώ. Εκτός απ’ αυτές τις αναφορές: Πράξεις ιη΄: 2-3, 24, ιθ΄: 1, Πρός Ρω­μαί­ους ιστ΄: 4, Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 12, γ΄: 4-6, ιστ΄: 12, 19, Πρός Τί­τον γ΄: 13, δεν γνω­ρίζομε τί­ποτα άλλο για αυτούς. Υπάρχουν και άλλα πρόσωπα μέσα στις Πράξεις και τις Επιστολές για τα οποία δεν γνωρίζομε τίποτα άλλο εκτός από έναν ή δύο στί­χους που αναφέρονται εκεί. Πολύ περίεργο, για τους πρωτεργάτες του Χριστιανισ­μού!
Επομένως, αν υπήρχε Παύλος, πράγμα που ιστορικώς δεν έχει αποδειχθεί πλήρως, πρέπει να ήταν κάποιο ασήμαντο πρόσωπο του πρώτου αιώνα το οποίο διέσ­πασε τον Εβιωνιτικό αυθεντικό Χριστιανισμό. Ήθελε για τους λόγους του να κάνει δική του αίρεση και εκκλησία. Οι επιτυχίες του προσηλυτισμού που ασκού­σε μεταξύ Εθνι­κών και Ιουδαίων (κυρίως της διασποράς) ήταν πολύ περιορισμένες. Η αίγλη που εκ των υστέρων απέλαβε πρέπει να άρχισε με τον εσχατολόγο και γνωστικό οπαδό του Μαρκίωνα από το +140 και μετά.
Η αίγλη αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της με τους επαίνους και τις τιμές που του απέδωσε η κρατικοποιημένη χριστιανική εκκλησία από τον τέταρτο αιώνα και μετά. Τότε ήταν η εποχή όπου ο Νεο-Χριστιανισμός έγινε η επίσημη κρατική θρησκεία και τότε αναγνωρίστη­κε και εγκωμιάστηκε η εκτός Παλαιστίνης δράση του Παύλου. Τότε πρέπει να υπερ­τονίσ­τη­κε η πενιχρά επιτυχία του κηρύγματος του Παύ­λου στους εθνικούς της αυτοκρατορίας και η εγκατάλειψη του Μωσαϊκού Νόμου. Ακόμη, τότε πρέπει να προβλήθηκαν ή ίσως χαλκεύτηκαν οι παραινέσεις του υπέρ της κρατικής εξουσίας και των βασιλέων αυτοκρατόρων όπως τις έχομε ήδη αναφέρει μερικές φορές από τις Επιστολές Πρός Ρω­μαί­oυς ιγ΄: 1-7, Α΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 1-2, Πρός Τίτoν γ΄: 1.
Μερι­κές πανεπιστημιακές σχολές θεωρούν ότι ο Παύλος είναι μυθολογικό κα­τασκεύασμα και οι Επιστολές εσω­τερικά χριστιανικά γραπτά τα οποία υπέστησαν πολλές επεξερ­γασίες σε διάφορα χρο­νικά διαστήματα. Σή­μερα η επίσημη επιστήμη θεωρεί τις Πράξεις ως κατασκευασ­μέ­νο μυθο­λόγημα των χριστιανών χωρίς κανένα ιστορικό ψήγμα. Επομέ­νως ότι γνωρί­ζομε για τον Παύλο (οτιδήποτε αντιπροσωπεύει αυτό το όνομα) προέρ­χεται μό­νο από αυτά τα ολίγα εσω­τερικά χριστιανικά γραπτά μιας ομάδας χριστιανι­κών κοινοτήτων και δεν διαθέτομε απολύτως καμία εξωτερική η ουδέτερη μαρτυρία.
Όταν τον τέταρτον αιώνα ορισμένα κλιμάκια του Κωνσταντίνου και Ευ­σεβίου και μερικά άλλα λίγο αργότερα, απεφάσι­σαν ποια βιβλία και με τί περιεχόμενο θα έμ­παιναν στον κανόνα της Και­νής Διαθήκης, τό­τε βλέπομε τις Πράξεις και τις Επι­στολές του Παύλου να καταλαμβά­νουν το ήμισυ της Καινής. Μετά ταύτα παρατηρού­με να δημιουργείται μια συνεχής ερ­μηνεία και ακατάσχετη ανάπτυξη αυ­τών των κειμένων από Πα­τέρες, θεολόγους, απολογητές, κλπ., μαζί με την αποτυχημένη προσπάθεια να τις ευθυγραμμίσουν με τα Ευ­αγγέλια. Φαίνεται λοι­πόν ότι για κάποιους λόγους που δεν γνωρίζομε ο Ευσέ­βιος και η παρέα του και μερικοί άλλοι μετά από λίγα χρόνια απεφάσι­σαν να βάλουν τα κείμενα αυ­τά στον ορθόδοξο κανόνα της Καινής Διαθήκης παρά τις αντι­φάσεις και τις ανωμαλί­ες που δημιουργούν. Κανείς δεν ξέρει τί ακριβώς συνέβη, πώς και με πόση βιασύνη σκέφτηκαν ή ποία ήταν η μόρφωση αυτών των ατόμων και αυτών προς τα οποία απευθύνοντο!
Όπως μας λένε οι ιστορικοί, στα συμβούλια και στις συνόδους οι ισχυρότερες (όχι κατ’ ανάγ­κη βάσει του αριθμού οπαδών) και οι πιο εκβιαστικές (π. χ. Αθανάσιος, κ. ά.) με­ρίδες και κόμματα πέρασαν την γραμμή και τα γραπτά της αρεσκείας των κα­τόπι μεγάλων διαμα­χών και διαπληκτισ­μών. Οι ασθενέστερες ομάδες έλαβαν το στίγ­μα του αιρετι­κού και έπρεπε να εξαφανιστούν. Κάτω από την πίεση και την βιασύνη του Κωνσταντίνου και των ασ­ταθών και αμφιρρό­πων ετών που ακολούθησαν έφτια­ξαν μέσες άκρες το αλλοπρό­σαλλο χαρμάνι του Κανόνος και των Δογμάτων που γνω­ρίζομε. Τελικά ούτε και αυτό διατή­ρησε την ενότητα, αλλ’ αντιθέτως προέκυπταν αι­ρέσεις και σχίσματα από τότε μέχρι σήμερα. Αυτή τη νοσηρά ιστο­ρία την πλήρωσε ο κοσμάκης με εκατομμύρια ζω­ές, βα­σανιστήρια, εξορίες και κατα­στροφές.
Στην πρώτη «οικουμενική» σύνοδο (Νίκαια Βιθυνίας, +325 Κ. Ε.) πρόεδρος ήταν ο ίδιος ο Κωνσταντίνος· ήταν ο πλέον ακατάλληλος διότι ήταν αμόρφωτος και ούτε τον Χριστιανισμό εγνώριζε ούτε τον είχε ασπασθεί διά του βαπτίσματος τότε. Επομένως από θεολογικής επόψεως δεν μπορούσε να είναι αυτός που προέδ­ρευε επί της θεμελιώσεως του χριστιανικού δόγματος! Παρ’ όλα ταύτα αυτός ήταν ο πρόε­δρος ανάμεσα σε όσους επισκόπους και κληρικούς έτυχε να πάνε. Η παρουσία του ήταν κατά το πλείστον πολιτική και εκφοβιστική και διά τούτο η σπάθη του εσεί­σθη μερι­κές φορές μέσα στις συνεδριάσεις! Ο Αθανάσιος πάλι εξεβίασε τα πάντα διά του εμπορικού στόλου που διέθετε για να τροφοδοτεί την αυτοκρατορία με τα σιτηρά της Αιγύπτου. Αυτό θα πει γνήσια θρησκεία!
Όπως έχομε ξαναγράψει, δεν γνωρίζομε πλήρως τί ακριβώς ήταν ο εκτός Πα­λαιστίνης, Εβραϊσμού και συναγωγής Χριστιανι­σμός των τριών πρώτων αιώνων. Γνω­ρίζομε βεβαίως ότι ήταν ένα μείγμα περιθωρια­κών ολιγομελών κοινοτήτων με κάποια πενιχρή θεολογική βάση ή σύνδεση και πολλές τρομοκρατικές εσχατολογικές εμμονές, αλλά χωρίς ενιαία θρησκευτική ανάπ­τυ­ξη. Τα γνω­στικιστικά στοι­χεία ήταν αμέτρητα.Τα μέλη τους ήταν άτομα ύπο­πτα, αντιδραστικά, αντικοινωνικά, ανόητα και παραληρημα­τικά! Αυτά τα περιθωριακά στοιχεία έτυχε να προση­λυτίσουν την αμόρφω­τη και προβλη­ματική μάνα του Κωνσταντίνου, Ελένη. Ο Κωνσταντίνος έχον­τας ιδι­αί­τερη αδυναμία και παθολογική εμ­πιστοσύνη προς τη μάνα του (πράγμα που αποδεικνύεται από το τρομακτικό επεισόδιο του θανάτου της δεύτερης γυναίκας του Κωνσταντίνου, Φαύστας) συνεκάλεσε ένα κλι­μάκιο «σοφών» (με­ταξύ αυτών ήταν ο Εθ­νικός Σώπατ­ρος, ο Ευσέβιος, κ. ά.) για να του φτιά­ξουν μια θρησκεία με βάση τις πί­στεις και θρη­σκοληψίες της μάνας του. Έτ­σι προέκυψε ο επίσημος και σημερι­νός Χριστιανισμός του Κωνσταντίνου, οποίος είναι πλήρως ακατάστατος, ανακόλουθος, αντιφατικός και διαφορε­τικός από όλους τους διαφό­ρους αρχέγονους Εβραιο-Γνωστι­κο-Χριστιανισμούς!
Εκτός της εξαφανίσεως ότι τυχόν στοιχείων υπήρ­χαν, από τον Ευσέ­βιο και την παρέα του, η αρχαιολογία έχει διαπιστώσει τόσο ελάχισ­τα πράγματα ώστε να αδυνα­τεί να δώσει μια κάποια εικόνα του αρχέγονου μη Ιουδαϊ­κού Χριστιανισμού, από το +135 Κ. Ε. μέχρι τον Κωνσταντίνο. Οι κατακόμβες της Ρώμης και τα νεκρο­ταφεία που περιέ­χουν δεν είναι μόνο χριστιανικό ζήτημα, όπως ψευδώς οι χριστιανοί έχουν διαδώσει. Οι κατακόμβες δεν ήταν χριστιανικές, παρ’ όλον ότι άρεσε σε χριστι­ανούς να συχνά­ζουν εκεί! Μέσα σ’ αυτές, υπάρ­χουν χριστιανι­κές και μη χριστιανι­κές τοιχογραφίες αρκετά ενδεικτικές για τα ολίγα πράγματα που συν­έβαιναν εκεί μέ­σα τότε και για τις λοιδορίες των μη χριστιανών προς τους χριστια­νούς.. Έχομε επί­σης τα ολίγα αιρετικά ψευδεπίγραφα Γνωστικοχρι­στια­νικά βιβλία που ευρέθησαν το 1945 στην Περιοχή Ναγκ Χαμμάντι της Άνω Αι­γύπτου και μερικά θρύμματα παπύ­ρων. Πέ­ραν τούτων το μόνο προκωνσταντίνιο ανα­σκαφέν αρχαιολογικό εύρημα είναι ένα μι­κρό και ενδεές χριστια­νικό σπίτι στην πόλη Δούρα Ευρω­πό που βρίσκεται στην δεξιά όχθη του ποτα­μού Ευφράτη στην βόρεια Μεσοπο­ταμία εντός της ση­μερινής Συρίας. Η Ελληνιστική και μετά Ελληνορωμαϊκή αυτή πόλη (300 Π. Κ. Ε. – 256 Κ. Ε.) ήταν μεγάλος εμπορι­κός κόμ­βος και διέθετε πλούσια, πολυτελή Ιου­δαϊκή συναγω­γή και πλούσιο πολυτε­λές Μιθραίο. Τα εν­τός των κτισμάτων αυτών ευρήματα φυλάσ­σονται σήμερα στο μουσείο της Δαμασκού.
Αυτές οι παρατηρήσεις έχουν πολύ μεγάλη σημασία για το αν ο Παύλος ήταν ή δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο, για το αν σ’ αυτόν οφείλεται ή όχι η επιβίωση και διά­δοση του Χρι­στιανισμού, για την απήχηση, επιτυχία, βάρος και κύρος που είχε, για την ορθοδοξία και την συμφωνία του προς τα Ευαγγέλια, για την όλη ιστορία και κα­τασκευή αυτής της τεχνητής και κακοφτιαγμένης θρησκείας, κ. ο. κ. Το σημαντικό ερώτημα που πα­ραμένει είναι: Ο «Μέγας» Παύλος, αυτός που μετά τον Ιησού κήρυξε και διαλά­λησε τον Χριστιανισ­μό πρώτος και με το πάθος που καυχώνται οι χριστια­νοί, γιατί δεν υπάρχει πουθε­νά σε καμία επίσημη χριστιανική ή μη χριστιανική πηγή πέραν του μυθιστορηματι­κού βιβλίου των Πράξεων, των υποτιθεμένων δικών του Επιστο­λών, και ολίγων αποκρύφων και υστεροχρόνων κειμένων που προαναφέραμε; Ας μας δώ­σουν απάντηση οι φωστήρες και πράκτο­ρες της Εβραιογνωστικοχριστιανι­κής μάστι­γας!

Περί «Ύμνου της Αγάπης»

Πoλλά έχoυν λεχθεί επαι­νε­τι­κά για τoν ύμνo της αγά­πης, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13. Βε­βαί­ως ο Παύ­λος ανα­φέ­ρει ή κη­ρύτ­τει την αγά­πη και την αλληλοϋποστή­ριξη μεταξύ των οπαδών του σε μερικά ση­μεία των επι­στο­λών του, όπως Πρός Ρω­μαί­ους ιβ΄: 9, ιγ΄: 8-10, Πρός Γαλάτας ε΄: 14, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς ε΄: 12-16, κλπ. Έχο­με να κάνομε για την αγά­πη που προέρ­χε­ται από τις δέ­κα εντολές Έξοδος κ΄: 1-17, Δευ­τερονόμιον ε΄: 1-33, και το Λευ­ι­τι­κόν ιθ΄: 18, 34. Αυτή η αγάπη απευθύνεται προς τους πιστούς των χριστιανικών οργανώσεων του Παύ­λου, όπως ακριβώς και «η αγάπη προς τον πλησίον» του Λευι­τι­κού και άλλα τέτοια σχετικά της Παλαιάς Δι­αθή­κης στην γραφή και στην πράξη απευθύνονται μό­νον προς τον πλησίον Ισραη­λίτη και κανέ­ναν άλλον. Γι’ αυτό στα γραπτά του Παύλου έχομε συχνές πυκνές αναφορές από την Παλαιά Διαθήκη οι οποίες λαμβάνονται όπως ταιριάζουν καλλίτερα κατά περίσ­τα­ση, άσχετα αν μεταξύ τους και εν συνόλω φάσκουν και αντιφάσκουν. Ο Παύλος γνωρίζει ότι υπήρχαν πολλές διαμάχες μεταξύ των οπαδών του και προς αποφυγήν αυτών εντέλλε­ται ομόνοια και αλ­ληλοϋποστήριξη και όχι αντεκδικήσεις!
Μελετώντας αυτά τα κείμενα βλέπομε ότι πρόκειται για εσωτε­ρι­κές εντολές, παρά τις ελάχιστες γενικότερες θέσεις που προσπαθεί να παρουσιάζει στο κεφά­λαιο ιβ΄ στην Πρός Ρω­μαί­ους. Τελικά παραμένει εντός των χριστιανικών ομάδων. Αυτό ακόμα αποδεικνύεται και από τις αμέτρητες αντι­φά­σεις στα λόγια και στις πράξεις του Αποστόλου σε σχέση με την αγάπη ή την συγχώ­ρεση που απαντώνται απανταχού στις Επιστολές του και στο βιβλίο των Πράξεων των Απο­στό­λων, όπως θα αναπτύξο­με εν συντομία εντός ολίγου.
Το ίδιο ισχύ­ει και για την αγάπη που κηρύττεται στο Ευαγγέλιο και στις τρεις Επιστολές του Ιω­άννου. Από μία κριτική με­λέ­τη του Ευαγ­γελίου αυτού και των τριών Επι­­σ­τολών του Ιωάννου βλέπομε ότι απευθύνεται μόνο προς τις Ιωαννικές χριστιανι­κές κοινό­τη­τες.
 Δεν νoμί­ζω να υπάρ­χει κα­νείς πoυ να απoρρί­πτει την αγά­πη σαν με­γάλo πα­ράγoν­τα για τη βελ­τί­ω­ση της ζω­ής και της ευ­τυ­χία των αν­θρώ­πων. Πλην όμως εδώ για τον φη­μι­σμέ­νο ύμνο έχω να κά­νω τις εξής πα­ρα­τη­ρή­σεις:
Είναι γεγονός ότι οι στίχοι 1-7 και 13 του ύμνου έχουν μια ποιητικότητα που προκαλεί συγ­κί­νηση σε πολλούς (ιδίως όταν απαγγέλλε­ται σε ένα κινηματογραφικό έργο με κατάλληλη μουσική υπό­κρου­ση και φωτισμό όπως «Η Μπλε Ταινία» του Πο­λωνού μεταφυσικού σκη­­­­νοθέτη Krzysztof Kieslow­ski).
Όμως η απε­ριό­ρι­στη και άνευ όρων αγά­πη που τα πάντα πιστεύει και τα πάν­τα υπομένει όπως την κη­ρύτ­τει εδώ o Παύλoς (ι­δί­ως στoν στίχo 7) δεν εί­ναι η νoυ­νε­χής αγά­­πη αλ­λά αυ­τή πoυ κα­θι­στά τo άτoμo πρό­βατo και χω­ρίς αμυ­ντικoύς μη­χα­νι­σμoύς στις αν­τιξoό­τη­τες τoυ κό­σμoυ. Έρ­χε­ται σε αντί­φα­ση με τoν εαυ­τό τoυ όταν στoυς στίχoυς Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 13-15 υπoδη­λώ­νει την αγά­πη και τo μίσoς ως ερ­γα­λεία τoυ ίδιoυ τoυ Θεoύ. Εκτός και για τον Θεό ισχύουν άλλα απ’ αυτά που λέει! Υπάρ­χει και άλ­λη αντί­φα­ση τoυ στίχoυ 11 με Ματ­θαίoν ιη΄: 3, ιθ΄: 14, Μάρ­κoν θ΄: 36 -37, ι΄: 13-16, Λoυ­κάν θ΄: 48, ιη΄: 17 και Α΄ Πέ­τρου β΄: 1-3.
 Μετά, από τoν στίχo 9 μέχρι τον 12, δια­βλέ­πo­με ότι o ύμνoς (που τελειώ­νει με τον στίχο 13) εί­ναι κα­­θα­ρά με­τα­φυ­σι­κός και έχει να κά­νει με την μέλ­λoυ­σα ζω­ή στην οποίαν πιστεύει ο Παύ­λος φανα­τικά και προ­πα­γανδίζει με κάθε μέσο. Τό­τε και εκεί ελ­πί­ζει o Παύλoς ότι θα απο­κτή­σει την τέ­λεια γνώ­ση αντί της με­ρι­κής πoυ έχει τώ­ρα στον εδώ φυ­σι­κό κό­σμο. Τό­τε θα βλέ­πει «πρό­σωπoν πρoς πρό­σωπoν» [τον Θεό Γιαχβέχ]. Κα­τά κά­ποιο πε­ρί­ερ­γο τρό­πο δη­λα­δή, έχει κά­νει ένα μπουρ­δού­κλω­μα αγά­πης και με­τα­φυ­σι­κής γνώ­σης ή αγά­πης για κά­ποια με­τα­φυ­σι­κή γνώ­ση που μό­νο ο Παύ­λος φα­ντάζεται. Είναι πολύ πε­ρίεργο τί θέση έχουν αυτοί οι στίχοι (8-12) εντός του ύμνου αυτού της αγάπης. Καθαρά, είναι εκτός θέματος! Τί να έχει συμ­βεί άραγε; Δεν αποκλεί­ε­ται να συνέβη κάποια παρεμβολή ή χάλκευση. Συν­ε­πώς, αυ­τός o ύμνoς ως με­­τα­φυ­σι­κός, ασα­φής και αντι­φα­τι­κός προς τα άλ­λα χω­ρία που παραθέσαμε εδώ εί­ναι ανε­φάρ­μο­στoς στη φυ­σι­κή ζωή επί της γης. Ιδού παραθέτομε τον ύμνο, Α΄ Κο­ρινθίους κεφάλαιο ιγ΄, εξετάστέ τον προσεκτικά, βγάλετε μόνοι σας συμπερά­σμα­τα και αποφασίσετε αν έχομε δίκιο ή άδικο:

1 Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. 2 και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πί­στιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. 3 και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. 4 Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, 5 ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, 6 ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· 7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπί­ζει, πάντα υπομένει. 8 η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταρ­γηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. 9 εκ μέ­ρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν· 10 όταν δε έλθη το τέ­λειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. 11 ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην· ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. 12 βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινί­γ­μα­τι, τότε δε πρό­σωπον προς πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. 13 νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη.

Ας δούμε και τον ίδιο τον Παύλο κατά πόσον εφάρ­μο­σε αυτήν την αγά­πη που εκήρυττε. Έχo­με ήδη ιδεί τoν Παύλo στην Κόρινθο (Πράξεις ιη΄: 6) να καταριέται, να υβρί­ζει τoν αρ­χιε­ρέα (Πρά­ξεις κγ΄: 3), να υπo­στη­ρί­ζει τη δoυ­λεί­α, να εκνευ­ρί­ζε­ται και να αποκα­λεί τoυς Γα­λά­τες ανό­ητoυς, να τα ψάλ­­λει υβρι­στι­κά στoν Πέ­τρo και να κα­θυ­­βρί­ζει τoυς Κρη­τι­κoύς. Δεν συγ­χω­ρεί, αλ­λά κα­ταρ­ιέ­ται τoν Αλέ­ξαν­δρo τoν χαλ­κέα για τα κα­κά πoυ τoυ έκα­νε να τoυ τα ξε­πλη­ρώ­σει o Κύ­ριoς, Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν δ΄: 14, όπως και με τον Υμέναιον και τον Αλέξανδρον, Α΄ Πρός Τι­μό­θε­oν α΄: 20. Επίσης έχομε το πάθημα του Βαριησού-Ελύμα στην Πάφο της Κύπρου, Πράξεις ιγ΄: 6-11. Πoύ πή­γε τό­τε η απε­ριό­ρι­στη και άνευ όρων αγά­πη που τα πά­ντα υπο­μέ­νει; Στην Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 13-14 μας δια­βε­βαι­ώ­νει ότι o Θε­ός δεν διέ­πρα­ξε αδι­κία εις βά­ρoς τoυ Ησαύ (Γέ­νε­σις κε΄: 19-34, κζ΄) με τo να τoν μι­σή­σει και αμέ­σως στoυς στί­χoυς θ΄: 15-16 βλέπo­με ότι o Θε­ός ελε­εί επι­λε­κτι­κά αυτoύς πoυ θέ­λει, ώστε ακό­μα και ο Θε­ός με τις επιλογές του πε­ριο­ρί­ζει την αγά­πη. Όλoι oι στίχoι Πρός Ρω­μαίoυς θ΄: 6-33 εί­ναι ένας κα­θα­ρός Γιαχ­βι­σμός αντί­θετoς με την άνευ όρων αγά­πη τoυ Παύ­λoυ στην Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13. Άρα η συμπεριφορά του Παύλου είναι αντι­φατική προς τα λόγια του ύμνου. («Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις!».). Και ερω­τούμε: Πoιoς έχει δί­κιo, o Παύλoς, o Γιαχβέχ, ή o Θε­ός; Όπως βλέπομε, το περίφημο «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ...», δεν τηρήθηκε από τον Παύλο και τους χριστιανούς από τότε μέχρι σήμερα. Μόνο ελάχιστες και μεμονωμένες αφηγήσεις ιδιωτικών περιπτώσεων έχουν να μας ανακοι­νώσουν.
Τί τελικά ισχύει πίσω απ’ όλες αυτές τις κραυγαλέες και ακατά­παυστες αντι­φάσεις τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη; Μόνο η ιστορική και φιλολογική εξέ­ταση των κειμένων μπορούν να ρίξουν φως σ’ αυτό τον κυκεώνα. Το τελικό συμ­πέ­ρασμα που βγαίνει είναι ότι έχομε να κά­νο­με με: ανακατώματα, παραχαράξεις, πα­ρεμβολές, κλπ, αγραμμάτων συνωμοτών που μπάλωναν τα πράγματα όσο μπορούσαν κατά εποχές και κατά περιστάσεις.

Επίλογος

Ε­δώ τε­λειώ­νω αγα­πητoί ανα­γνώ­στες, γνω­ρί­ζο­ντας ότι δεν έχω εξα­ντλή­σει πλή­ρως αυ­τό το τε­ρά­στιο θέ­μα. Ακό­μα και ένας βα­ρύς τό­μος δεν θα έφτα­νε. Δώσαμε μό­­νο νύξεις χωρίς να αναπτύξομε κάθε θέμα σε όλη του την έκταση. Υπάρχουν ακό­μα πολ­λά θέματα που δεν αναπτύξαμε στην παρούσα εργασία. Π. χ. η προβληματική επί­σκεψη του Παύλου στην Αθήνα και ο προβλη­ματικός λόγος του στον Άρειο Πάγο, που ανα­φέ­ρονται μόνο στις Πράξεις ιζ΄, η παραμο­νή του και οι ταραχές στην Έφεσο Πρά­ξεις ιθ΄, η σχέση του με τους Ναζαρίτες, Εσσαίους και Ζηλωτές Πράξεις κα΄: 17-26 και κγ΄: 12-21, η σχέση της διδα­σκα­λίας του Παύλου, των πατέρων Αυγουστίνου, Ιερωνύ­μου κ. ά.., των Ευ­αγγελίων και των Καθολικών Επιστολών. Τα δόγματα τού Παύλου και όλα όσα έχουν να κάνουν με την θεολογική θεμελίωση της Ιεράς Εξε­τά­σεως αναπτύσσονται στο σημαντικό παράρτημα που έπεται. Ως γνω­στόν, αυτά τα δόγματα εθέ­σπησαν την καταστροφή της σάρκας διά φρικτοτάτων βασανι­στη­ρίων και θανατικών ε­κ­τελέσεων διά διαφόρων φοβερών μεθόδων, για να σωθεί το πνεύμα, η ψυχή, και να γλιτώσει ο υπόδικος μερι­κά από τα μάλλον πιο φοβερά βασανι­στήρια της κολάσεως και του καθαρτηρίου. Ζή­τω ο παραλογισμός, η βιομηχανία του φόνου και η φρίκη...! Αυτά τα θέματα όμως μπορείτε να τα μελετήσετε στα διάφορα βιβλία που αναφέρονται εντός της εργα­σίας αυτής. Υπάρχουν και πολλές παραπομπές που δεν συμπεριλήφθηκαν. Μόνοι σας μπορεί­τε να βρείτε και να προσθέσετε και άλλες αναφορές και να θέσετε και άλλα πολλά ερωτήματα... Η ανα­γρα­φή και επε­ξή­γη­ση κά­θε πα­ρα­πομπής της παρούσας ερ­γασίας μα­ζί με τους δια­φόρους συ­σχε­τι­σμούς των δια­φό­ρων πα­ρα­πο­μπών θα εί­χε αυ­ξή­σει τον όγκο της πά­νω από δέ­κα φο­ρές. Σας πρo­τεί­νω λοιπόν να με­λε­τή­σε­τε κα­λά όχι μόνo ετoύ­τη την ερ­γα­σί­α, αλ­λά και τις πα­ρα­πoμπές της, τη Βί­βλo oλό­κλη­ρη και όλα τα βι­βλία στα oπoία έχω αναφερθεί. «Ε­ρευ­νά­τε τάς γρα­φάς» και «γνώσεσθε τήν αλήθειαν, καί η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν­νης η΄: 32). Με­τά μόνoι σας αφoύ σκε­φτεί­τε πoλύ κα­λά να απoφα­σί­σε­τε αμε­ρό­λη­πτα για τη στά­ση σας πρoς όλα αυ­τά χω­ρίς φόβo και πάθoς. Εί­ναι όλα αυ­τά θε­ό­πνευστα, δοσμένα από έναν λογικό Θε­ό, πα­τέ­ρα, πα­ντο­κρά­τoρα, πάνσo­φo, πα­νά­γαθo, πα­ντoδύ­ναμo ή πρόκει­ται για κά­τι άλ­λo...; Κα­λεί­στε να απαντή­σε­τε με ει­λι­κρί­νεια, τoυλά­χι­στoν για τoυς εαυτoύς σας. Δώσετε απάντηση στην ερώτηση: Τί ισχύει τελικά πίσω απ’ όλες αυτές τις κραυγαλέες και ακατά­παυστες αντιφάσεις και τί σημαίνει η ιστορική καταστροφή που επακολούθησε;


ñ


ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Συνεχίζομε περί Παύλου με την μετάφραση των συνοπτικών αλλά πολύ περιε­κτικών σελί­δων 520-528, του εξαι­ρε­τι­κού ερευνητικού συγγράμματος:

History of the Christian Religion to the Year Two Hundred (Ιστορία της Χρισ­τιανικής Θρησκείας μέχρι το Έτος 200). By: Charles B. Waite, A. M., Fifth Edition – Revised. Chicago, 1900.

Ο συγγραφέας εξετάζει και παρουσιάζει μερικά μόνο από τα δόγματα τού Παύλου· όχι όλα! Άλλα δόγματά του έχομε ήδη εξετάσει και παρουσιάσει στο παραπάνω κεί­μενο και αλλού.
Ο μεταφραστής, χάριν πληρεστέρας εκθέσεως του θέματος, έθεσε εντός αγκυ­λών [ ] μερικές επιπλέον δικές του ση­μει­ώσεις, πλη­ρο­φορίες και αναφορές εντός του κειμέ­νου της μετάφρασης, τις οποίες εύκολα μπορείτε να εντοπίσετε.



ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Η διά ΑΙΜΑΤΟΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗ. ―Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το πως δύναται οιοσ­δή­ποτε να αρνηθεί το ότι ο Παύλος εδίδαξε το δόγμα της εξιλέωσης. Οι απόψεις του εκφράζονται με ικανώς σαφή γλώσσα στα επόμενα χωρία, όλα τα οποία ελήφθη­σαν από τις επιστολές του, τις οποίες οι Γερμανοί κριτικοί παραδέ­χον­ται ως γνήσιες:
«όν προέθετο ο Θεός ιλαστήριον διά της πίστεως εν τω αυτού αίματι, εις έν­δειξιν της δικαιοσύνης αυτού διά την πάρεσιν των προγεγονότων αμαρτημάτων» ―Πρός Ρωμαίους 3: 25.
«έτι γαρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε. μό­λις γαρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται· υπέρ γαρ του αγαθού τάχα τις και τολμά απο­θανείν. συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. πολλώ ουν μάλλον δικαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλω μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού· ου μόνον δε, αλλά και καυχώμενοι εν τω Θεώ διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν.» ―Πρός Ρωμαίους 5: 6-11.
«ός γε του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυ­τόν, πως ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» ―Πρός Ρωμαίους 8: 32.
«παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς» ―Α΄ Πρός Κορινθίους 15: 3.
«του δόντος εαυτόν υπέρ των αμαρτιών ημών, όπως εξέληται ημάς εκ του ενε­στώτος αιώνος πονηρού κατά το θέλημα του Θεού και πατρός ημών,» ―Πρός Γα­λά­τας 1: 4.
Βλέπε επίσης: ―Πρός Γαλάτας 3: 13, «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου·». [Βλέπε και Γένεσις 40: 19, Δευτερονόμιον 21: 22-23, Ιη­σούς του Ναυί 8: 29, Εσθήρ 8: 7, και Πράξεις 5: 30, 10: 39, Πρός Γαλάτας 3΄: 13, Α΄ Πέτρου 2: 24.].

[Επίσης: Πρός Εβραίους 9: 11-22 «Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών διά της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι’ αίματος τράγων και μόσχων, διά δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος. ει γαρ το αίμα ταύρων και τράγων και σποδός δαμάλεως ραντίζουσα τους κεκοινωμένους αγιάζει προς την της σαρκός καθαρότητα, πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, ος διά Πνεύ­ματος αιωνίου εαυτόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεω, καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι; Και διά τούτο διαθήκης καινής μεσί­της εστίν, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη πα­ραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας. όπου γαρ διαθήκη, θάνατον ανάγκη φέρεσθαι του διαθεμένου· διαθήκη γαρ επί νεκροίς βε­βαία, επεί μήποτε ισχύει ότε ζη ο διαθέμενος. Οθεν ουδ' η πρώτη χωρίς αίματος εγκε­καίνισται· λαληθείσης γαρ πάσης εντολής κατά τον νόμον υπό Μωϋσέως παντί τω λαώ, λαβών το αίμα των μόσχων και τράγων μετά ύδατος και ερίου κοκκίνου και υσσώπου, αυτό τε το βιβλίον και πάντα τον λαόν ερράντισε λέγων· τούτο το αίμα της διαθήκης ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός. και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε. και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις.»]

[Για το ίδιο δόγμα βλέπε και Α΄ Ιωάννου 1: 7, και Α΄ Πέτρου 1: 19.]

ΔΙΚΑΙΩΣΗ διά ΠΊΣΤΕΩΣ. ―Ο Παύλος ήταν εξ ίσου καθαρός στην αναγ­γε­λία αυτού του δόγματος. Π. χ. βλέπε:
 Πρός Ρωμαίους 1: 16, «ου γαρ επαισχύνομαι το ευαγγέλιον του Χριστού· δύ­ναμις γαρ Θεού εστιν εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλ­ληνι.»,
Πρός Ρωμαίους 3: 22-24, «δικαιοσύνη δε Θεού διά πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας· ου γαρ εστι διαστολή· πάντες γαρ ήμαρ­τον και υστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι διά της απολυτρώσεως της εν Χριστω Ιησού,»,
Πρός Ρωμαίους 3: 30, «επείπερ εις ο Θεός ος δικαιώσει περιτομήν εκ πίστεως και ακροβυστίαν διά της πίστεως.»,
Πρός Ρωμαίους 4: 5, «τω δε μη εργαζομένω, πιστεύοντι δε επί τον δικαιούντα τον ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού εις δικαιοσύνην,»,
Πρός Ρωμαίους 4: 16 «δια τούτο εκ πίστεως, ίνα κατά χάριν, εις το είναι βε­βαίαν την επαγγελίαν παντί τω σπέρματι, ου τω εκ του νόμου μόνον, αλλά και τω εκ πίστεως Αβραάμ, ος εστι πατήρ πάντων ημών,»,
Πρός Ρωμαίους 5: 1, «Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,»,
Πρός Γαλάτας 2: 16 «ειδότες δε ότι ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εάν μη διά πίστεως Ιησού Χριστού, και ημείς εις Χριστόν Ιησούν επιστεύσαμεν, ίνα δικαιωθώμεν εκ πίστεως Χριστού και ουκ εξ έργων νόμου, διότι ου δικαιωθήσεται εξ έργων νόμου πάσα σάρξ.».
Κλπ.

[Πρός Ρωμαίους 3: 27-28 «Πού ουν η καύχησις; εξεκλείσθη. Διά ποίου νό­μου; των έργων; ουχί, αλλά διά νόμου πίστεως. λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου.».
Πρός Εφεσίους 2: 7-8 «ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ' ημάς εν Χριστω Ιησού. τη γαρ χάριτί εστε σεσωσμένοι διά της πίστεως· και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον,».
Αυτά έρχονται σε καθαρή αντίφαση με τον Ιάκωβον, Καθολική Επιστολή Ιακώβου 2: 17 «ούτω και η πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά».]

[ΔΙΚΑΙΩΣΗ δι’ ΕΡΓΩΝ ―Βεβαίως ο συνεχώς φάσκων και αντιφάσκων Παύλος δεν αντιφάσκει μόνο με τον Ιάκωβον αλλά και με τον εαυτόν του. Σε δυο σημεία αντιφατικώς λέγει ότι μπορούμε να σωθούμε και με έργα:
Πρός Ρωμαίους 2: 5-7 «κατά δε την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδί­αν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού, ος αποδώσει εκάστω κατά έργα αυτού, τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγα­θού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι ζωήν αιώνιον,» και 2: 13 «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεω, αλλ’ οι ποιηταί του νόμου δικαιω­θή­σονται.».
Μετά απ’ αυτές τις αντιφάσεις και τις τρικλοποδιές βρείτε ‘σεις την άκρη. Τί να πρωτοπεί και να πρωτοθαυμάσει κανείς με αυτόν τον Παύλο! Σε όλα τα ζητήματα φάσκει και αντιφάσκει. Οι αντιφάσεις και δολιότητές του ανέρχονται σε εκα­τοντάδες. Για την μνημειώδη αντιφατικότητα και κατά συνέπεια ψευδολογία του Παύ­λου όπως και όλης της Καινή Διαθήκης εδώ θα περιοριστούμε στο παράδειγμα του Μωσαϊκού Νόμου. Μελετήσετε τα παρακάτω αποσπά­σμα­τα με τη σει­ρά που τα παραθέτομε και αφού τα κατανοήσετε βγάλετε μόνοι σας τα συμπερά­σματά σας:

Πρά­ξεις 13: 39, και από πάντων ων ουκ ηδυνήθητε εν τω νόμω Μωϋσέως δι­καιω­θή­ναι, εν τούτω πας ο πιστεύων δικαιούται.
Ματ­θαί­ος 5: 17-18, Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προ­φήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ου­ρα­νός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γέ­νη­ται. (Και Λουκάς 16: 17.)
Πρός Ρω­μαί­ους 6: 14, αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει· ου γαρ εστε υπό νό­μον, αλλ’ υπό χάριν.
7: 1, Η αγνοείτε, αδελφοί· γινώσκουσι γαρ νόμον λαλώ. ότι ο νόμος κυριεύει του αν­θ­ρώπου εφ’ όσον χρόνον ζη;
7: 6, νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ώσ­τε δου­λεύειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος.
Πρός Γα­λά­τας 3: 10, Οσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατάραν εισί· γέγρα­πται γαρ· επικατάρατος πας ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις γεγραμμένοις εν τω βιβλίω του νό­μου του ποιήσαι αυτά·
Πρός Ρω­μαί­ους 4: 14-15, ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία· ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται· ου γαρ ουκ έστι νόμος, ου­δέ παράβασις.
Πρός Γα­λά­τας 3: 19, Τί ουν ο νόμος; των παραβάσεων χάριν προσετέθη, άχ­ρις ου έλθη το σπέρμα ω επήγγελται, διαταγείς δι’ αγγέλων εν χειρί μεσίτου.
Α΄ Ιω­άν­νου 3: 4, Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρ­τία εστίν η ανομία.
Πρός Ρω­μαί­ους 7: 12, ώστε ο μεν νόμος άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.
7: 14, οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπ­ρα­μένος υπό την αμαρτίαν.
Πρός Γα­λά­τας 3: 22-23, αλλά συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθή τοις πιστεύουσι. Προ δε του ελθείν την πίσ­τιν υπό νόμον εφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν απο­καλυφθή­ναι. (Καλλίτερα και πληρέστερα μελετήσετε ολόκληρο το κεφάλαιο 3 της Πρός Γαλά­τας Επιστολής.).
Πρός Ρω­μαί­ους 3: 19, Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λα­λεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσμος τω Θεώ,.

Όλα τα περί Μωσαϊκού Νόμου από τον Παύλο έρχονται σε κατάφορη αντί­θε­ση με τον ίδιο το Ιησού Χριστό των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων, ο οποίος όχι μόνο υποστηρίζει τον Νόμο αλλά και λέγει ότι μπορεί κανείς να κερδίσει την αιώνια ζωή διά της τηρήσεως των εντολών του νόμου και του ιδίου. Διαβάστε προσεκτικά: Ματθαίος ε΄: 17-19, ιθ΄: 17, Μάρκος ι΄: 19, Λουκάς ι΄: 26, Ιωάννης ιδ΄: 15, ιε΄: 10, κλπ. Ο Ιάκωβος μάλιστα στην Επιστολή του β΄: 10, έφτασε στην ακρότητα να μας πει ότι το να πα­ρα­βιάσεις μόνο μια εντολή του νό­μου είναι το ίδιο με το να παραβιάσεις όλο τον νόμο «όστις γαρ όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί, γέγονε πάντων ένο­χος.». Ποιόν να πιστέψομε; Τον Παύλο, τον Ιάκωβο ή τον Ιησού; Ας μας απαντή­σουν οι φω­σ­τήρες της Εβραιογνωστικοχριστιανικής μάστιγας!]

ΕΚΛΟΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ. ―Αυτά τα δόγματα διεκηρύχθησαν από τον Παύλο σε γλώσσα, εάν είναι δυνατόν ακόμα περισσότερο σαφή [από τη γλώσσα των προηγουμένως αναφερθέντων δογμάτων]. Π. χ., βλέπε:
Πρός Ρωμαίους 8: 28, «Οίδαμεν δε ότι τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν·»,
Πρός Ρωμαίους 8: 30, «ους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ους δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε.»,
Πρός Ρωμαίους 9: 11-24, «μήπω γαρ γεννηθέντων μηδέ πραξάντων τι αγαθόν ή κακόν, ίνα η κατ’ εκλογήν του Θεού πρόθεσις μένη, ουκ εξ έργων, αλλ’ εκ του κα­λούντος, ερρέθη αυτη ότι ο μείζων δουλεύσει τω ελάσσονι, καθώς γέγραπται· τον Ια­κώβ ηγάπησα, τον δε’Ησαύ εμίσησα. Τί ουν ερούμεν; μη αδικία παρά τω Θεω; μη γέ­νοιτο. τω γαρ Μωϋσή λέγει· ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω. άρα ουν ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού. λέγει γαρ η γρα­φή τω Φαραω ότι εις αυτό τούτο εξήγειρά σε, όπως ενδείξωμαι εν σοί την δυναμίν μου, και όπως διαγγελή το όνομά μου εν πάση τη γη. άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει. Ερείς ουν μοι· τι έτι μέμφεται; τω γαρ βουλήματι αυτού τις ανθέ­στη­κε; μενούνγε, ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω Θεω; μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι, τι με εποίησας ούτως; ή ουκ έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, εκ του αυτού φυράματος ποιήσαι ό μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν; ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μα­κροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν, και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους, ά προητοίμασεν εις δόξαν, ους και εκάλεσεν ημάς ου μόνον εξ Ιουδαίων, αλλά και εξ εθνών,»,
Πρός Ρωμαίους 11: 5-7, «ούτως ουν και εν τω νυν καιρώ λείμμα κατ’ εκλογήν χάριτος γέγονεν. ει δε χάριτι, ουκέτι εξ έργων· επεί η χάρις ουκέτι γίνεται χάρις. ει δε εξ έργων, ουκέτι εστί χάρις· επεί το έργον ουκέτι εστίν έργον. Τί ουν; ό επιζητεί Ισ­ρα­ήλ, τούτο ουκ επέτυχεν, η δε εκλογή επέτυχεν· οι δε λοιποί επωρώθησαν,».
Κλπ.

[Πράξεις 13: 48 «ακούοντα δε τα έθνη έχαιρον και εδέξαντο τον λόγον του Κυρίου, και επίστευσαν όσοι ήσαν τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον·»
Αν και λέγει: Α΄ Πρός Τιμόθεον 2: 3-4 «τούτο γαρ καλόν και απόδεκτον ενώ­πιον του σωτήρος ημών Θεού, ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγ­νω­σιν αληθείας ελθείν.».
Πρός Τίτον 2: 11-13: «Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς ίνα αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυ­μί­ας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι, προσδεχό­μενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,».
Αλλά και πάλι λέγει: Πρός Ρωμαίους 9: 22 «ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μακροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν,» και
Πρός Ρωμαίους 9: 27 «Ησαΐας δε κράζει υπέρ του Ισραήλ· εάν ή ο αριθμός των υιών Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης, το κατάλειμμα σωθήσεται·»]

[Για το ίδιο δόγμα βλέπε και Α΄ Ιωάννου 5: 18, Α΄ Πέτρου 1: 20 και Β΄ Πέτρου 2: 9.]

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΑΥΤΩΝ

Η θυσία ως εξιλέωση των αμαρτιών, ήταν ένα δόγμα πολύ γνωστό στους Ιουδαίους (Εβραίους). Είχε επικρατήσει μεταξύ όλων των εθνών της αρχαιότητας. Η πρακτική αυτή είχε την αρχή της, καθώς είναι γνωστόν, στην υποτιθεμένη ανάγκη της εξευμενίσεως ενός οργισμένου θεού. Για τον κατευνασμό της θεϊκής οργής γινόταν προσφορές, αρχικά από τους καρπούς της γης, μετά των ζώων. Μεταξύ των Ιουδαίων το επικρατούν δόγμα αναφέρετε στην επιστολή Πρός Εβραίους 9: 21-22: «και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε. και σχε­δόν εν αί­ματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφε­σις.». [Καλλίτερα ακόμα ξαναδιαβάσετε ολόκληρο το χωρίο Πρός Εβραίους 9: 11-22, το οποίο παραθέ­σαμε ανωτέρω.]

[Αυτό είναι παρμένο από πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης. Π. χ. Μελετεί­στε: Έξοδος 29: 36, Λευιτικόν 5: 11-13, 8: 15, 19, 14: 2-57, 15: 3-30, 16: 14-15, 18-19, 26-27, 17: 11, Αριθμοί 6: 10-14, 19: 17-18, 31: 22-24. Ακόμα βλέπε: Πρός Εφε­σίους 1: 7, «εν ω έχομεν την απολύτρωσιν διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των πα­ραπτωμάτων, κα­τά τον πλούτον της χάριτος αυτού,», Ματ­θαίος 26: 28, «τούτο γαρ εστι το αίμά μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών.», κλπ. Ει­ρήσθω εν παρόδω ότι η έρευ­να απέδειξε η επιστολή Πρός Εβραί­ους δεν γρά­φτηκε από τον Παύλο. Αυτό το συμπέρασμα το παραδέχεται και ο Τρεμ­πέλας, ο οποίος συμφωνεί με την άποψη ότι την επιστολή την έγραψε κάποιος ακό­λουθος του Παύλου ο οποίος καταγράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύθερα δε, τις θέσεις του Παύλου.].

Εάν το αίμα αμνών και τράγων ημπορούσε να κατευνάσει την οργισμένη Θε­ό­τητα και να την παρακινήσει να συγχωρέσει τις αμαρτίες του λαού, πόσο φυσική ήταν η μετάβαση στην ιδέα, ότι ο θάνατος ενός προσώπου έκτατης αρετής, και ιδιαι­τέρως ενός που εθεωρείτο ότι ο ίδιος είναι Υιός του Θεού, θα κατεργαζόταν την συγ­χώ­ρηση των αμαρτιών όλου του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη η θυσία, τόσο περισσότερο επεκτεταμένος ο εξευμενισμός.
Οι αρχαίοι ήσαν οικείοι, επίσης, με τη ιδέα της θυσίας υπό τη μορφή σταύ­ρω­σεως. Απ’ αυτές τις σταυρώσεις οι πιο σημαντικές ήταν: του Κρισνά της Ινδίας, Π.Κ.Ε. γύρω στο 1200· του Ινδουιστή, Βούδα Σάκια, Π.Κ.Ε. 600· του Θουλή της Αι­γύπτου, Π.Κ.Ε. 1700· και του Μίθρα, της Περσίας, Π.Κ.Ε. 600.
Είναι δυνατόν ο Παύλος να μην είχε ακούσει τίποτα για αυτούς τους αρχαίους σωτήρες; Εν τούτοις δεν ήταν ολιγότερο ειλικρινής με το να πιστεύει ότι ο αληθινός σω­τήρας είχε τώρα παρουσιαστεί. Είναι αληθές ότι ο ίδιος ο Ιησούς, ουδεμία φορά κατά την διάρκεια της προκαταρκτική ανακρίσεως, είτε μπροστά στο συνέδριο, είτε μπροστά στον Πιλάτο, είτε καθ’ οδόν προς την εκτέλεση, είτε κατά την σταύρωση, έδωσε κανέναν υπαινιγμό ότι επρόκειτο να αποθάνει διά τις αμαρτίες του κόσμου.
Παρ’ όλα ταύτα, ο Παύλος, ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στα Μεσσιανικά όνειρα των άλλων αποστόλων, του ίδιου του Ιησού, λογικώς παρακινήθηκε να θεω­ρή­σει τα πάθη κατά την σταύρωση ως μία θυσία. Εάν επρόκειτο να εγκαταλείψει μια θρησκεία εξιλέωσης, έπρεπε τότε να αρπάξει μια άλλη, η οποία συμπεριλάμβανε μια εξι­λέωση ακόμη υψηλότερου χαρακτήρα.
Αυτή η ιδέα της εντεταλμένης εξιλέωσης, στην οποίαν ο Παύλος οδηγήθηκε φυσικά και λογικά, κατά την μετάβαση του από την Ιουδαϊκή στην Χριστιανική πί­στη, έγινε σ’ αυτόν η απορροφούσα σκέψη, η εμψυχωτική αρχή της επακόλουθης ζω­ής του. Από τότε και μετά επρόκειτο να γνωρίζει μόνο τον Ιησού και αυτόν εσταυ­ρω­μένο διά τις αμαρτίες του κόσμου.
Για την εξιλέωση, η δικαίωση διά πίστεως δεν ήταν τίποτα πλέον παρά ένα παρεπόμενο συμ­πέρασμα. Η θυσία έπρεπε να δίνει αποδεκτή από εκείνον διά τον οποίον είχε γίνει. Εάν η πίστη του ήταν αρκετή, θα πλενόταν και θα καθαριζόταν από το αίμα του Ιησού.
Ο προκαθορισμός δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια άλλη μορφή του δόγματος περί μοιραίου των Εσσαίων. Αν και ήταν μορφωμένος Φαρισαίος ο Παύλος είχε υιο­θετήσει πολλές απόψεις των Εσσαίων, και ήταν κορεσμένος μέχρις εσχάτων από την μοιρολατρία αυτής της αίρεσης.
Υπάρχουν άλλα δόγματα του Αποστόλου τα οποία μέχρι στιγμής έχουν παρα­κρατηθεί­ στην αφάνεια, αλλά είναι μεγάλης σημασίας για την ανάπτυξη της Χριστι­α­νικής θρησκείας που επακολούθησε. Αυτά λοιπόν πρέπει τώρα να εξετάσομε.

[Ο Ιησούς Χριστός των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων, ουδέποτε ανέφερε τον Αδάμ και το προπατο­ρικό αμάρτημα σε οτιδήποτε έστω και το παραμικρό. Ουδέ­πο­τε εδήλωσε ότι τα προκαθορισμένα πάθη του αποτελούν εξιλεωτική θυσία για το αμάρ­τη­μα αυτό και έπρεπε να λάβουν χώρα για να σω­θεί το ανθρώπινο γένος από την κατά­ρα και την οργή του Θε­ού Πατ­ρός, Γιαχβέχ. Αυτά δεν υπάρχουν στα Ευαγγέλια, παρά μόνο στον Παύλο και μετέπειτα στην χριστιανική κατήχηση και δικαιολόγηση!
Τα θεολογικά δόγματα τού Παύλου είναι καινοφανή για τον Εβραϊσμό. Οι Εβ­ραίοι ουδέποτε φαντάστηκαν έναν Μεσσίαχ Υιόν του Γιαχβέχ ή ομοούσιον με τον Θεό Πατέρα Γιαχβέχ, για να εξιλεώσει όλο τον κόσμο από το αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας. Ο Μεσσίαχ των Εβραίων ήταν ένας άνθρωπος ειδικά επιλεγμένος από τον Γιαχβέχ για να επανιδρύσει το χαμένο κράτος του Δαυίδ και να εγκαθιδρύσει ει­ρήνη και την ευτυχία στον εκλεκτό λαό του. Για τις αμαρτίες τους είχαν την ημέρα του εξιλασμού. Η κατάργηση ή ακόμα η αλλοίωση του Μωσαϊκού Νόμου ήταν θανά­σιμο αμάρτημα για τους Εβραίους. Η καταγωγή του Ιησού ως Μεγάλου Αρχιερέως από τον Μελχισεδέκ και όχι τον Ααρών ήταν μεγάλη παράβαση του θεϊκού Νόμου όπως και η κατάργηση της περιτομής, κ ά.
Ο Παύλος ομολογεί ότι ήταν Εβραίος και ζηλωτής του Νόμου. Φαρισαίος που μορφώθηκε «παρά τους πόδας» του μεγάλου διδασκάλου Φαρισαίου Γαμαλιήλ. Τότε γεννιέται το ερώτημα πώς στις κύριες και μεγάλες επιστολές του (Πρός Ρωμαίους, δύο Πρός Κορινθίους, Πρός Γαλάτας, Πρός Εβραίους) αναπτύσσει τόσο καινοφανή και αντίθετα προς τον Εβραϊσμό δόγματα; Πως του κατέβηκαν μαζί με τα ψεύδη και τις στρεψοδικίες του; Αν είναι δικά του τό­τε είναι προφανές ότι ο Παύλος αποσπά­σ­θηκε από τον ορθό­δοξο Ιουδαϊσμό και έκανε δική του αίρεση για λόγους που δεν έχο­με εξα­κριβώσει με αποδείξεις. Μήπως όμως δεν είναι δικά του αλλά χρισ­τιανικά δόγ­ματα που παρ­εισέφρησαν αργότερα και τα έβαλαν στις Επι­σ­τολές του Παύλου;
Έχομε ήδη αναφέρει ότι πολλοί επιστήμονες αμφισβητούν την ύπαρξη του Παύλου και άλλοι όλες τις Επιστολές του. Μήπως αυτή η τρομερή αντίφαση είναι μια ισχυρή ένδειξη του ότι έχουν δίκιο; Ή μήπως έχουν δίκιο οι Εβιωνίτες για όσα του κα­ταμαρτυρούν;]


ΔΟΓΜΑΤΑ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ.

«ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ·
Η΄, ΝΑ ΦΟΝΕΎΣΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ Η ΨΥΧΗ.»

«Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιαύτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνε­σιν ονομάζεται, ώστε γυναίκά τινα του πατρός έχειν.
και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ, και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθή εκ μέ­σου υμών ό το έργον τούτο ποιήσας!
εγώ μεν γαρ ως απών τω σώματι, παρών δε τω πνεύματι, ήδη κέκρικα ως πα­ρών τον ούτω τούτο κατεργασάμενον,
εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού
«τι γαρ μοι και τους έξω κρίνειν; ουχί τους έσω υμείς κρίνετε; τους δε έξω ο Θεός κρίνει. και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών.» ―Α΄ Πρός Κορινθίους 5: 1-5, 12-13.
[Στον στίχο 1 έχομε την πληροφορία μόνο τι ήταν το αδίκημα κάποιου. Ότι δηλαδή κάποιος γιος είχε σεξουαλικές σχέσεις με την μητριά του. Δεν αναφέρεται τί­ποτα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, αν ήταν όντως ή όχι ένο­χος ο αδικήσας γιος, και αν τελικά ένοιαξε τον πατέρα του που μάλλον υπο­νο­είται πως ήταν ο αδι­κη­θείς χωρίς να εί­ναι σίγουρο. Ο αδικηθείς μπορεί να ήταν η γυ­ναίκα του πατέρα, δηλα­δή η μητριά του γιου. Αν εμβα­θύ­νομε στον τρόπο με τον οποίον ο Παύ­λος αναφέρει εδώ τα συμβάντα, φαίνεται αρκετά αμφίβο­λο ότι ένοιαξε κα­θόλου τον πατέρα και μάλλον όλα να έγιναν κοινή συναινέσει. Π. χ., στον στίχο Α΄ Πρός Κορινθίους 5: 6 ο Παύλος αντιδρά ως εξής: «Ου καλόν το καύχημα υμών. ουκ οίδατε ότι μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί;». Δεν βλέπομε κανέναν να διαμαρτύρεται για αδίκημα, αλλά αντιθέτως ο στίχος 2 φανερώνει σαφώς ότι κανένας από τη σύ­ναξη της Κορίν­θου δεν νοιάστηκε για το συμβάν και επομέ­νως δεν υπήρχε ούτε αδι­κήσας ούτε αδι­κηθείς. Όλα αυτά για τον Παύλο είναι ψιλά γράμματα και παραβλέ­πονται. Άλλο είναι το ζή­τημα που τον καίει όπως θα δούμε στη συνέχεια και αυτός μόνος, από ό,τι είχε ακού­σει και εν τη απουσία του, το θέτει ως έσχατο έγκλημα. Έτσι το ποινικό δίκαιο, ο ασ­τικός κώ­δι­κας και η εγκε­κριμένη δικαστι­κή διαδικασία δεν έχουν καμία θέση για τον Παύλο. Το μό­νο που τον νοιάζει είναι το καταστατικό της εκκλησίας όπως το εννοού­σε αυτός και μόνον. Όπως θα δούμε στη συνέχεια η κατάληξη ήταν πά­ρα πολύ λυπη­ρή για όλους, όπως σαφώς δηλώνεται στην Β΄ Πρός Κορινθίους 7: 7-11. Η θανά­τωση τού γιου, την οποία επιζητούσε επιμόνως ο Παύλος, θα ήταν άκρως οδυνηρή και κα­τα­στροφική για τον πατέρα όταν μάλιστα ό,τι και αν έκανε ο γιος του όπως διαφαί­νε­ται δεν τον ενόχλησε πολλώ μάλλον να τον αδίκησε. Μετά, οι Χρισ­τια­νοί κοκορεύον­ται για μετάνοια και συγχώρεση. Εδώ δεν εδόθη καμία ευκαιρία!]

Τί εννοεί ο Παύλος εδώ; Διάφοροι ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε τίποτα χειρό­τε­ρο από την έξωση εκ της εκκλησίας.
Εντούτοις, δεν ήταν τέτοια η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο απόστολος, για τον κατ’ ευθείαν αποκλεισμό από την εκκλησία. Οι αδελφοί έπρεπε να:
«αποσυρ­θούν» εφ’ εαυτού των απ’ τέτοιους πονηρούς (Α΄ Πρός Τιμόθεον 6: 5, «παραδιατρι­βαί διε­φθαρμένων ανθρώ­πων τον νουν και απεστερημένων της αλη­θείας, νομιζόντων πορι­σμόν είναι την ευσέ­βειαν. αφίστασο από των τοιούτων.», Β΄ Πρός Θεσσαλονι­κείς 3: 6, «Παραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παρά­δοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών.»)·
ή από τέτοιους έπρεπε να «απομακρυνθούν» (Β΄ Πρός Τιμόθεον 3: 5, «έχον­τες μόρ­φωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.»·
ή έπρεπε να τους αποφεύγουν (Πρός Ρωμαίους 16: 17 «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ην υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ’ αυτών·»)·
ή να τους «ση­μειώνουν» ή να τους «προειδοποιούν» και «να μην κάνουν καθόλου παρέα» μαζί τους (Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 3: 14, «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών διά της επιστολής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εν­τραπή·» ).

[Ακόμα βλέπε: Β΄ Πρός Κορινθίους 6: 14-15, «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απί­στοις· τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώ­νησις Χριστώ προς Βελίαλ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;», (και Α΄ Ιωάννου 2: 12-17, Β΄ Ιωάννου 10-11).
Και ο Ιησούς σε μερικά σημεία είχε ανάλογη γλώσσα για επίλυση διαφορών. Ματ­θαίος 5: 22-26, «Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο οργι­ζό­με­νος τω αδελφώ αυτού εική ένο­χος έσται τη κρίσει· ος δ’ αν είπη τω αδελφώ αυτού ρα­κά, ένοχος έσται τω συν­ε­δρίω· ος δ’ αν είπη μωρέ, ένοχος έσται εις την γέενναν του πυρός. Εάν ουν προ­σ­φέ­ρης το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρόν σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλ­λά­γη­θι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρόν σου. Ίσθι ευνοών τω αντι­δί­κω σου ταχύ έως ότου ει εν τη οδώ μετ’ αυτού, μήποτέ σε παραδώ ο αν­τί­δικος τω κριτή και ο κριτής σε παραδώ τω υπηρέτη, και εις φυλακήν βλη­θήση· αμήν λέγω σοι, ου μη εξέλθης εκείθεν έως ου αποδώς τον έσχατον κοδράν­την
18: 15-17, «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρ­δη­σας τον αδελ­φόν σου· εάν δε μη ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα ή δύο, ίνα επί στόματος δύο μαρτύρων ή τρι­ών σταθή παν ρήμα. εάν δε παρακούση αυτών, ειπέ τη εκκλησία· εάν δε και της εκ­κλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης.».].

Ο Παύλος διέταξε την εκκλησία της Κορίνθου «εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών». Η λέξη που χρησιμοποιείται είναι εξαρείτε «= απομακρύνατε, βγάλετε από τη μέση ή από ανάμεσα» από το ρήμα εξαιρώ· ή σύμφωνα με σωστότερο ανά­γ­νωσμα, αρείτε, από το ρήμα αίρω.
Τώρα ποία η σημασία του αίρω και του εξαιρώ;
Το ακόλουθο είναι ένας από τους ορισμούς που δίνονται από τους Liddell και Scott: «Να σηκώσεις και να απομακρύνεις, να απομακρύνεις, να θέσεις τέρμα στο: αργότερα, να φονεύσεις.».
Έτσι, ένας από τους ορισμούς του εξαιρέω, συνηρημένος τύπος του οποίου εί­ναι το εξαιρώ, είναι, «φονεύω, θανατώνω, σκοτώνω, βγάζω από τη μέση».
Εμείς αναγνωρίζομε ότι η φράση «εξαρείτε τον πονηρόν» χρησιμοποιείται με την έννοια «βγάλετε από τη μέση [δια θανατώσεως] τον πονηρόν = κακόν, άνομο, πα­λιάνθρωπο, διε­φθαρμένο»· όπως όταν λέμε σε έναν φίλο, «Αυτός έφυγε από τη μέ­ση.». Τω όντι, αυτή είναι η κοινή χρήση της φράσεως και των ισοδυνάμων της σε άλ­λες γλώσσες για περισ­σό­τε­ρα από δυο χιλιά­δες χρόνια.
Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν συχνά παραδείγματα της χρήσης του ρήματος αίρω κατ’ αυτήν την έννοια.
Παραδείγματος χάριν:
Ματθαίος 24: 39 «και ουκ έγνωσαν έως ήλθεν ο κατακλυσμός και ήρεν άπαν­τας, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.».
Λουκάς 23: 18 «ανέκραξαν δε παμπληθεί λέγοντες· αίρε τούτον, απόλυσον δε ημίν Βαραββάν·». Βλέπε επίσης Ιωάννης 19: 15, και Πράξεις 21: 36.
Ιωάννης 17: 15 «ουκ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού».
Ιωάννης 15: 2 «παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν, αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον, καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη.».
Ιωάννης 11: 48-50 «εάν αφώμεν αυτόν ούτω, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος. εις δε τις εξ αυτών Καϊάφας, αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς· υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται.».
Πράξεις 8: 33 «εν τη ταπεινώσει αυτού η κρίσις αυτού ήρθη· την δε γενεάν αυτού τις διηγήσεται; ότι αίρεται από της γης η ζωή αυτού.».
Πράξεις 22: 22 «Ήκουον δε αυτού άχρι τούτου του λόγου, και επήραν την φωνήν αυτών λέγοντες· αίρε από της γης τον τοιούτον· ου γαρ καθήκεν αυτόν ζήν.».
Ούτως η φιλολογική ένδειξη είναι υπερβολική.
Αν όμως υπήρχε κάποια αμφιβολία διά την σημασία αυτού του κεφαλαίου, και για την πρόθεση του αποστόλου, θα πρέπει [η αμφιβολία αυτή] να εξαλειφθεί από την ανάγνωση της επομένης επιστολής προς την ιδίαν εκκλησία, εις την οποίαν ανα­φέρει την ίδια πρά­ξη. Στην επόμενη επιστολή λέγει:
«ου μόνον δε εν τη παρουσία αυτού, αλλά και εν τη παρακλήσει ή παρεκλήθη εφ’ υμίν, αναγγέλλων ημίν την υμών επιπόθησιν, τον υμών οδυρμόν, τον υμών ζήλον υπέρ εμού, ώστε με μάλλον χαρήναι,
ότι ει και ελύπησα υμάς εν τη επιστολή, ου μεταμέλομαι, ει και μετεμελό­μην· βλέ­πω γαρ ότι η επιστολή εκείνη, ει και προς ωραν, ελύπησεν υμάς.
νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ’ ότι ελυπήθητε εις μετάνοιαν· ελυπήθη­τε γαρ κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών.
η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται.
ιδού γαρ αυτό τούτο, το κατά Θεόν λυπηθήναι υμάς, πόσην κατειργάσατο υμίν σπουδήν, αλλά απολογίαν, αλλά αγανάκτησιν, αλλά φόβον, αλλά επιπόθησιν, αλλά ζήλον, αλλά εκδίκησιν! εν παντί συνεστήσατε εαυτούς αγνούς είναι εν τω πράγματι.
άρα ει και έγραψα υμίν, ουχ είνεκεν του αδικήσαντος, ουδέ είνεκεν του αδι­κηθέντος, αλλ’ είνεκεν του φανερωθήναι την σπουδήν υμών την υπέρ ημών προς υμάς ενώπιον του Θεού.
Δια τούτο παρακεκλήμεθα. επί δε τη παρακλήσει υμών περισσοτέρως μάλλον εχάρημεν επί τη χαρά Τίτου, ότι αναπέπαυται το πνεύμα αυτού από πάντων υμών·» ―[Β΄ Πρός Κορινθίους 7: 7-13.].
Ο απόστολος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την μεριά του κατηγορουμένου. Ούτε ενδιαφέρθηκε καθόλου για ‘κείνον που αδικήθηκε. Η μόνη φροντίδα ήταν αυτή για την εκκλησία. Και τώρα που η εκκλησία είχε εξεγερθεί, και μέσα στην αγανάκτη­ση και τον ζήλο της πήρε εκδίκηση από τον ανομούντα, αυτός, ο Παύλος, ικανο­ποιή­θη­κε.

[Δεν ξέρομε βεβαίως πόσον ο Εβραιόφρων Παύλος είχε κατά νουν: (1) την κατάρα του Ια­κώβ κατά του υιού του Ρουβήν επειδή ο Ρουβήν ανέβηκε εις την κλίνην του πατρός του και «έκανε κάτι» με μια από τις γυναίκες του πατρός του Γένεσις 49: 3-4, (2) τα παθήματα των δέκα γυναικών και παλλακίδων του προφητάνακτος Δαυίδ επει­δή τις τα­κτοποίησε όλες ο υιός Αβεσσαλώμ, Β΄ Σαμουήλ ή Βασιλειών 15: 16, 16: 15-23, 20: 3, (3) την διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου, Λευιτικόν 20: 11 «και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός του πατρός αυτού, ασχημοσύνην του πα­τ­ρός αυτού απεκά­λυ­ψε, θανάτω θανατούσθωσαν, αμφότεροι ένοχοί εισι.». Όμως κατά καμίαν έννοιαν δεν δηλώνει ή υπονοεί κάτι τέτοιο στις επιστολές του, παρ’ όλο που η παυλική ομάδα της Κορίνθου αποτελείτο σχεδόν όλη από Ιουδαίους της διασποράς.
Τελικά ο Παύλος και Τίτος χάρηκαν με την έκβαση των πραγμάτων, και όπως διαβάζομε χάρηκαν πολύ. Απ’ ό,τι γράφεται στις δύο Πρός Κο­ρινθίους Επιστολές, πρέπει να ήταν ο Τίτος και η Χλόη (Α΄ Πρός Κο­ρινθίους 1: 11) αυτοί που ειδοποίη­σαν τον Παύλο περί των συμ­βάν­των. Επίσης στην Επιστολή Πρός Γαλάτας ο Παύλος έχει εξοργισθεί σε άκρατο βαθμό. Αναθεματίζει, μπλέκει τα λόγια του, υβ­ρί­ζει τους πάντες και τα πάντα ακόμα και τον Πέτρο (Πρός Γαλάτας 2: 11-21). Παρα­κάτω θα ασχοληθούμε εκτενώς και με τον στίχο Πρός Γαλάτας 5: 12. Από τις ανα­φο­ρές εκ των Επιστολών που έχομε ήδη γράψει εδώ και πολλές άλλες που δεν έχομε γράψει συμ­πε­ραίνομε ότι ο Παύλος πάντα είχε τους ανθρώπους του για να κατα­σ­κο­πεύουν άτομα και πράγματα. Η Ιερά Εξέτασις εφάρμοσε πολύ πιστά αυτή την τακ­τι­κή.]

Είχε [ο Παύλος] εκ προοιμίου καταδικάσει τον ανομούντα, και είχε εξαγγείλει καταδικαστική πρό­ταση, και το είχε κάνει αρκετά ξεκάθαρο ότι επιθυμούσε [απαι­τού­σε] η πρό­τα­ση [΄ του] να εκτελεστεί. Το ότι αυτό συνέβη, φαίνεται καθαρά από τη γλώσσα της δεύτερης επι­στολής.
[Εδώ πρέπει να προσθέσομε ότι: Ο Παύλος στην Β΄ Πρός Κορινθίους 2 : 1-11, συ­νι­στά αγάπη προς τον μετανοήσαντα. Αυτό οφείλομε να το αναφέρομε διότι πολλοί διε­στραμ­μένοι απολογη­τές της Εβραιογνωστικοχριστιανικής μάστιγας το χρησι­μοποιούν για να απαλ­λά­ξουν τον Παύλο από την κακία, τη δικτατορία και την αγριότητά που έχει επι­δείξει εν προκειμένω. Εδώ απλώς δίδει μια γε­νική και αφηρημένη εν­τολή αγάπης και μετανοίας, η οποία όμως λαμβάνει ισχύ όταν μόνο αυτός ο ίδιος κρίνει ότι η μετά­νοια τού αμαρτήσαντος έγινε εντός των πλαισίων που αυτός έθεσε. Ο Παύλος ως μέγας εγωιστής οικειοποιείται την ανώτατη αρχή μέσα στις ομάδες των πιστών του και μό­νον αυτός ως αυθεντία επικυρώνει ό,τι θέλει και όταν αυτός νο­μίζει ότι οι όροι του ικανοποιήθηκαν επαρκώς. Γι’ αυτό, π. χ., βλέπομε και το θράσος του στον στίχο 2: 9 όπου γράφει: «εις τούτο γαρ και έγραψα, ίνα γνώ την δο­κιμήν υμών, ει εις πάντα υπή­κο­οί εστε» κλπ. Ακόμα και σ’ αυτό το σημείο δοκιμάζει τα μέλη της ομάδας του και απαιτεί υπακοή «εις πάντα»! Πλήρης δικτατορία δηλαδή! Αν ψυχα­ναλύσομε την κα­τάσταση αυτών των μελών φτάνομε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήσαν σχιζοει­δή, πλήρως προ­βατοποιημένα και εντελώς εξαθλιω­μένα πνευματικώς! Διότι αντί να τον εξαπο­στείλουν από ‘κει που ήλθε αυτά υπομένουν τυφλά οτιδήποτε τους επιτάσ­σει! Ας μελετήσομε λοιπόν τα παράξενα και αλλοπρόσαλλα του εδαφίου Β΄ Πρός Κορινθίους 2: 1-11:

«Έκρινα δε εμαυτώ τούτο, το μη πάλιν εν λύπη ελθείν προς υμάς. ει γαρ εγώ λυπώ υμάς, και τις εστιν ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ εμού; και έγ­ραψα υμίν τού­το αυτό, ίνα μη ελθών λύπην έχω αφ’ ων έδει με χαίρειν, πεποι­θώς επί πάντας υμάς ότι η εμή χαρά πάντων υμών εστιν. εκ γαρ πολλής θλί­ψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν διά πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπη­θήτε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε ην έχω περισσοτέρως εις υμάς. Ει δε τις λε­λύπηκεν, ουκ εμέ λελύπηκεν, αλλά, από μέρους ίνα μη επιβαρώ, πάντας υμάς. ικα­νόν τω τοιούτω η επιτιμία αύτη η υπό των πλειόνων· ώστε τουναν­τί­ον μάλλον υμάς χαρίσασθαι και παρακαλέσαι, μήπως τη πε­ρισσοτέρα λύπη κα­ταποθή ο τοιούτος. διό παρακαλώ υμάς κυρώσαι εις αυτόν αγά­πην. εις τού­το γαρ και έγραψα, ίνα γνώ την δοκιμήν υμών, ει εις πάντα υπήκοοί εστε. ω δε τι χαρίζεσθε, και εγώ· και γαρ εγώ ει τι κεχάρισμαι ω κεχάρισμαι, δι’ υμάς εν προσώπω Χριστού, ίνα μη πλεονεκτηθώμεν υπό του σατανά· ου γαρ αυτού τα νοή­ματα αγνοούμεν.»

Βλέπομε ότι, αν και συνδέει αυτά που γράφει εδώ με αυτά που έγραψε στην πρώτη επιστολή η σχέση τους με το επεισόδιο της Α΄ Πρός Κορινθίους 5, το οποίο εξετάζομε εδώ, είναι καθαρά στρεψόδικη. Ενώ, όπως έχομε καταστήσει σαφές ανω­τέ­­ρω, π. χ. με το «παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού.» και με τα τόσα άλλα, ο Παύ­λος εκ προ­οιμίου έχει καταδικάσει τον ανομούντα, εδώ τώρα γράφει: «ώστε τουναν­τίον μάλ­λον υμάς χαρίσασθαι και πα­ρα­καλέσαι, μήπως τη περισσοτέρα λύπη κατα­πο­θή ο τοι­ού­τος. διό παρακαλώ υμάς κυ­ρώσαι εις αυτόν αγά­πην», κλπ. Το «δι’ υμάς εν προ­σώ­πω Χριστού,» είναι για ένα αφη­ρη­μένο κόλπο ενώ ολόκληρο το εδάφιο είναι ένα προ­πα­ρασκευαστικό βήμα διά τους πα­ραλήπτες της επι­στο­λής, ούτως ώστε στο κεφάλαιο 7 να επέλθει σαν καταπέλτης. Διότι στο κεφάλαιο 7 βλέπομε καθαρά τη γλώσσα και το ύφος να αλλάζει ριζικά. Όχι μό­νον επανέρχεται σαφώς στο επεισόδιο, τη γλώσσα και το ύφος του κεφαλαίου 5 της Α΄ Πρός Κορινθίους, αλλά τώρα χρησιμοποιεί δια­φο­ρε­τικά κριτήρια, π. χ. της δικής του χαρά και του Τίτου με όλες τις συγκαλυμμένες κα­κοήθειές του κλπ., και δη­λώνει ευθέως: «ει και ελύπησα υμάς εν τη επιστολή, ου με­ταμέλομαι, ει και μετε­με­λό­μην...» κλπ., μαζί με όλες τις εξα­θλι­ω­τικές στρε­ψο­δι­κίες που μόλις ανωτέρω παρα­θέ­σαμε. Από τα ίδια τα γραπτά του, ευκολότατα απο­δει­κνύ­ε­ται ότι ο Παύλος είναι ένας δόλιος και πονηρός στρεψόδικος. Η σχέση των κεφα­λαί­ων Α΄ Πρός Κορινθίους 5, Β΄ Πρός Κορινθίους 2 και 7 αποτελεί ένα παράδειγμα μέσα στα τόσα άλλα. Μερικές φορές έχει το θράσος να το ομολογεί και ο ίδιος. Π. χ. Πράξεις 9: 22, Πρός Ρω­μαί­oυς 3: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμα­ρτω­λός;» (το μόνο αληθές που μας είπε ο Παύλος!), Α΄ Πρός Κo­ρι­ν­θί­oυς 6: 12, 9: 19-23, 10: 23, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 5: 13, 12: 16, Πρός Φι­λιπ­­πη­σίους 1: 15-18, και πολλά άλλα. Έτσι λοιπόν φτάνομε αβιάστως στα παρακάτω συμπεράσματα των «αγίων και θεο­φό­ρων πατέρων», τα οποία ο Waite έκανε το κόπο να μας καταγράψει: ]

Το συμπέρασμα που βγήκε εξ αυτού του κεφαλαίου [Β΄ Πρός Κορινθίους 7] από τον Τερτυλλιανό [ήδη στο τέλος δευτέρου και αρχές τρίτου αιώνα], τον Αμβ­ρό­σιο [δεύτερον ήμισυ του τε­τάρτου αιώνα], και άλλους πατέρες της εκκλησίας, ήταν, «ότι το άτομο μπορεί να κατα­στραφεί για να σωθεί η εκκλησία.».

[Είναι πολύ γραφικές, εκφοβιστικές για τους αφελείς, και φαιδρές συνάμα οι περιγραφές του πυρός και των βασάνων στην αιώνια κόλαση στα γραπτά του Τερτυλ­λιανού! Φανερώνουν άτομο πάσχον τρο­μερά από πολύ άσχημες ψυχο-πνευματικές διαταρα­χές!]

Ούτε οι σύγχρονοι σχολιαστές μπορούν εύκολα να βγάλουν κάποιο άλλο συμ­πέρασμα.
Στο Comm. Phil., 1855, του Scott Henry, προτείνεται ότι ο Παύλος επρόκειτο να χτυπήσει τον ανομούντα με μια τρομακτική αρρώστια ενώ βρισκόταν ανάμεσα τους, κατά τον χρόνο που αυτοί ήταν συγκεντρωμένοι, έτσι ώστε θα ήταν υποχρεω­μέ­νοι λόγω της αρρώστιας να τον μεταφέρουν έξω από τον τόπο της συγκεντρώσεώς τους. ― [Σελίδα 272, αναφέροντας τον Bloomfield και τον Rosenmueller.].
O Olshausen παραδέχεται ότι η φράση «αιρείν εκ μέσω» πραγματικά σημαί­νει «να εξαλήψεις, δηλαδή, να θανατώσεις»· αλλά νομίζει ότι ο αποκλεισμός από την εκ­κλησία πρέπει να εννοηθεί ως πνευματικός θάνατος. ― [Comm. On 1st and 2nd Cor. in 20th vol. Clarke’s Theo. Lib. Ed. 1855, p. 88].
Ο Dean Stanley ειλικρινώς παραδέχεται ότι ο Παύλος πιθανότατα σκόπευε τον θάνατο του ανομούντος. ―[On the Epistles to the Corinthians, 5th edition, Lon­don, 1882, pp.77,78.].




ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ.

«όφελον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.» ―[Πρός Γαλάτας 5: 12].

Μας παρακαλούν ευγενικά επίσης να καταλάβομε αυτό το χωρίο απλώς σαν μια έκ­φραση της επιθυμίας του αποστόλου ότι ορισμένα πρόσωπα θα έπρεπε να απο­κλει­σθούν από την εκκλησία. Αλλά κατείχε και ασκούσε το δικαίωμα να διευθύ­νει τον αποκλεισμό μελών από την εκκλησία. Τέτοιες διαταγές είχαν δοθεί επανει­λημ­μέ­νως. ―[Α΄ Πρός Τιμόθεον 6: 5, «παραδιατριβαί διεφθαρμένων ανθρώπων τον νουν και απεστερημένων της αληθείας, νομιζόντων πορισμόν είναι την ευσέβειαν. Αφίσ­τα­­σο από των τοιούτων.», Β΄ Πρός Τιμόθεον 3: 5, «έχοντες μόρφωσιν ευσεβεί­ας, την δε δύ­ναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.», Β΄ Πρός Θεσσαλονι­κείς 3: 6, «Πα­ραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κα­τά την πα­ρά­δοσιν ην παρέλαβον παρ' ημών.», και 14, «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών διά της επιστο­λής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εντρα­πή·».]
Σ’ αυτή την περίπτωση «όφελον και = θα ήθελα ακόμη και» είναι κάτι που μπορεί να γίνει αλλά για το οποίο δεν είχε την δύναμη απολύτως να το διατάξει.
Ξανά: «όφελον και αποκόψονται». Είναι ο αποκλεισμός από την εκκλησία τέ­τοια ακραία τιμωρία για να δικαιολογήσει τη χρήση της λέξεως «και»;
«όφελον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.».
Αποκόψονται από το ρήμα αποκόπτω. Ποία η σημασία αυτού του ρήματος;
Οι αρχικοί ορισμοί του ρήματος κόπτω, που δίδονται από τους Liddell και Scott, είναι οι εξής:

1.    Επιτίθεμαι, κτυπώ, κόβω.
2.    Κτυπώ κάτω, πίπτω, φονεύω.
3.    Αποκόπτω, τεμαχίζω, εκτέμνω.

Με την Ελληνική πρόθεση από, το ρήμα αποκόπτω ορίζεται από τις ίδιες αυ­θεντίες ως «κόπτω από, πελεκώ από, ρίπτω εκτός θέσεως, εκτέμνω».
Ας ρίξομε μια ματιά και σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης όπου χρησιμο­ποιείται:

1.    Μάρκος 9: 43, «και εάν σκανδαλίζη σε η χείρ σου, απόκοψον αυτήν· κα­λόν σοί εστι κυλλόν εις την ζωήν εισελθείν, ή τας δύο χείρας έχοντα απελ­θείν εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,»
2.    Μάρκος 9: 45, «και εάν ο πούς σου σκανδαλίζη σε, απόκοψον αυτόν· κα­λόν σοί εστιν εισελθείν εις την ζωήν χωλόν, ή τους δύο πόδας έχοντα βλη­θήναι εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,»
3.    Ιωάννης 18: 10, «Σίμων ουν Πέτρος έχων μάχαιραν είλκυσεν αυτήν, και έπαισε τον του αρχιερέως δούλον και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν· ην δε όνομα τω δούλω Μάλχος.»
4.    Ιωάννης 18: 26, «ηρνήσατο ουν εκείνος και είπεν· ουκ ειμί. λέγει εις εκ των δούλων του αρχιερέως, συγγενής ων ου απέκοψε Πέτρος το ωτίον· ουκ εγώ σε είδον εν τω κήπω μετ' αυτού;»
5.    Πράξεις 27: 32, «τότε οι στρατιώται απέκοψαν τα σχοινία της σκάφης και είασαν αυτήν εκπεσείν.»

Είναι δυνατόν να υπάρχει αμφιβολία για την σημασία αυτής της λέξης; Ο Παύλος εύχεται αυτές οι εκκλησίες να κάνουν ό,τι αυτός επιθυμούσε να κάνει και η εκκλησία στην Κόρινθο. Επιθυμούσε οι ανομούντες να «αποκοπούν» από προσώ­που γης.
Στα Commentaries του Adam Clarke ευρίσκομε το ακόλουθο σχόλιο επ’ αυτού του χωρίου:
«Στην πρώτη ματιά φαίνεται ότι οι απόστολοι προσευχόταν για την κατα­στρο­φή των ψευδοδιδασκάλων οι οποίοι είχαν διαστρέψει τις εκκλησίες της Γαλατίας.»
Ο πολυμαθής σχολιαστής δεν μας πληροφορεί πως μπορεί να απαλειφθεί η πρώτη εντύπωση που μας δημιουργεί η ανάγνωση αυτού του χωρίου.
Ο Olshausen λέγει: «Η κατάρα της τιμωρίας κατά των αντιπάλων.»
Το βιβλίο Pulpit Commentary των Spence και Extell υποστηρίζει τη θεωρία της αυτο-αποκοπής ―δηλαδή την ευχή οι ίδιοι να ακρωτηριάσουν τους εαυτούς των· και πο­λύ εκφραστικά αποκηρύττει την κατασκευασμένη υπόθεση η οποία θέλει τον απόστο­λο να αναφέρεται απλώς στην έξωση (αφορισμό) ―[Commentary on Gala­ti­ans, p. 248]
Η θεωρία του αυτο-ακρωτηριασμού είναι απλώς παράλογη. Κατ’ αυτήν την άποψη, ο Παύλος λέγει: «Θα ήθελα αυτούς που σας αναστατώνουν ει δυνατόν να αυ­το-ακρωτηριαζόταν.» Πώς όμως αυτό θα ανακούφιζε την εκκλησία;
Όχι· ο Παύλος ήθελε αυτούς τους αιρετικούς να θανατωθούν.
Τους είχε ήδη προφέρει καταραμένους (τους αναθεμάτισε):
«ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τινές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μετα­στρέψαι το ευαγγέλιον του Χριστού.
αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγ­γε­λι­σάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω.» ―[Πρός Γαλάτας 1: 7, 8.].
Και ξανά:
«ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρε­λάβετε, ανάθεμα έστω.» ―[Πρός Γαλάτας 1: 9.].
Τώρα, ποία να είναι η σημασία της κατάρας του αναθεματισμού;
Στο βιβλίο Ιησούς του Ναυή 6: 17, 18, διαβάζομε το εξής:
«και έσται η πόλις ανάθεμα, αυτή και πάντα, όσα εστίν εν αυτη, Κυρίω Σα­βα­ώθ· πλήν Ραάβ την πόρνην περιποιήσασθε, αυτήν και πάντα όσα εστίν εν τω οίκω αυ­τής.
αλλά υμείς φυλάξεσθε σφόδρα από του αναθέματος, μήποτε ενθυμηθέντες υμείς αυτοί λάβητε από του αναθέματος και ποιήσητε την παρεμβολήν των υιών Ισ­ραήλ ανάθεμα και εκτρίψητε ημάς·»
Ξανά, στο κεφάλαιο 7, στίχος 12:
«και ου μη δύνωνται οι υιοί Ισραήλ υποστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών· αυχένα επιστρέψουσιν έναντι των εχθρών αυτών, ότι εγενήθησαν ανάθεμα· ου προσθήσω έτι είναι μεθ’ υμών, εάν μη εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών.»
Μεταξύ των Εβραίων, το να αναθεματιστείς ήταν ζήτημα προσήκουσας τιμω­ρίας.
«Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και αποθάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου,
ου κοιμηθήσεται το σώμα αυτού επί του ξύλου, αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη, ότι κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου· και ου μη μι­ανείτε την γην, ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω.» ―[Δευτερονόμιον 21: 22-23.].
Οποιοσδήποτε ήταν καταραμένος ή αναθεματισμένος θα μπορούσε νομίμως να θανα­τωθεί.
Ο Παύλος υπήρξε διώκτης πριν την μετατροπή του ―και ήταν ακόμα διώ­κτης. Το πνεύμα της δίωξης [αναθεματισμού] διαχέεται παντού μέσ’ τα γραπτά του.
«ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ήτω ανάθεμα. μαράν αθά.» ―[Α΄ Πρός Κορινθίους 16: 22].

[Στην Πρός Γαλάτας 1: 6-9, «Θαυμάζω ότι ούτω ταχέως μετατίθεσθε από του καλέσαντος υμάς εν χάριτι Χριστού εις έτερον ευαγγέλιον, ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τι­νές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μεταστρέψαι το ευαγγέλιον του Χρι­στού. αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγγε­λι­σάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω. ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευ­αγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω.» δηλώνει ότι ακόμα και αν άγγελος εξ ουρανού κηρύξει σ’ αυτούς άλλο ευαγγέλιο αυτοί οφείλουν να πιστεύουν το δικό του. Αλλιώς να πάνε στ’ ανάθεμα.]

Στην Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 1: 8[-9], «εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσι Θεόν και τοις μη υπακούουσι τω ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χρι­στού, [οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού,]» ο Κύριος Ιησούς αναφέρεται [υπό του Παύλου] ότι «παίρνει εκδίκηση» πάνω [στους άθεους] και σε κείνους που δεν υπακούουν το Ευ­αγγέλιό του.
Στην Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 20, «ων εστιν Υμέναιος και Αλέξανδρος, ους παρέ­δωκα τω σατανά, ίνα παιδευθώσι μη βλασφημείν.». Παρέδωσε στον Σατανά τον Υμέναιο και τον Αλέξανδρο, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την πίστη,.
Στην Β΄ Πρός Τιμόθεον 4: 14, «Αλέξανδρος ο χαλκεύς πολλά μοι κακά ενεδεί­ξατο· αποδώη αυτώ ο Κύριος κατά τα έργα αυτού·».
Στην Πρός Τίτον 1: 10-11, «Εισί γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ περιτομής, ους δεί επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανα­τρέπουσι διδάσκοντες α μη δεί αισχρού κέρδους χάριν.» αναφέρεται σε ‘κείνους εν­τός της εκκλησίας που ήταν ανάγωγοι και μάταιοι συζητητές και απατεώνες, και πα­ραγγέλλει [στον Τίτο] ότι πρέπει να τους κλείνει το στόμα.
Στις Πράξεις 13: 8-11, ο Παύλος αντιπρο­σω­πεύει τον τιμωρό του Ελύμα διά τυφλώσεως, αυτού του «υιού του δια­βό­λου», ο οποίος είχε αντιταχθεί στον Βαρ­νάβα και τον [απόστολο] Παύλο, με την προσπάθειά του να απο­τρέψει τον ανθύπατο [Ρω­μαίο Σέρ­γιο Παύλο] από την πί­στη.

ανθίστατο δε αυτοίς Ελύμας ο μάγος -ούτω γαρ με­θερμηνεύεται το όνομα αυ­τού- ζητών διαστρέψαι τον ανθύπατον από της πίστεως. Σαύλος δε, ο και Παύλος, πλη­σθείς Πνεύματος αγίου και ατενίσας προς αυτόν είπεν· ω πλήρης παντός δόλου και πά­σης ραδιουργίας, υιε διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύ­νης, ου παύση δια­στρέ­φων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας; και νυν ιδού χείρ Κυρίου επί σε, και έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον άχρι καιρού. παραχρήμα δε έπεσεν επ’ αυτόν αχλύς και σκότος, και περιάγων εζήτει χειραγωγούς.».]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Παύλος ισχυροποιούσε τα θεμέλια της Ιεράς Εξετάσεως. Αυτά τα θεμέλια είχαν ήδη τεθεί από τα ίδια τα δόγματά του και από τις διδασκαλίες και το παράδειγμα του Πέτρου· και αυτοί οι απόστολοι πάλι ενθαρρύ­νονταν από τις καταγγελίες του ίδιου του Ιησού κατά των απίστων. Αυτοί που θεμε­λί­ωσαν την Ιεράν Εξέτασιν επίσης ενθαρρύνονταν από τις επικυρώσεις (του Ιησού) των τιμωριών διά βασανιστηρίων [και φωτιάς]. (Ματ­θαί­ος 3: 10, «ήδη δε και η αξίνη προς την ρί­ζαν των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκ­κό­πτεται και εις πυρ βάλλεται.». 3: 12, «ου το πτύον εν τη χειρί αυτού και διακαθαριεί την άλωνα αυτού, και συνάξει τον σίτον αυτού εις την αποθήκην, το δε άχυρον κατα­καύ­σει πυ­ρί ασβέστω.». 13: 30, «άφετε συναυξάνεσθαι αμφότερα μέχρι του θερι­σμού, και εν καιρώ του θερισμού ερώ τοις θερισταίς· συλλέξατε πρώτον τα ζιζάνια και δή­σατε αυ­τά εις δέσμας προς το κατακαύσαι αυτά, τον δε σίτον συναγάγετε εις την αποθήκην μου.». 13: 40-42, «ώσπερ ουν συλλέγεται τα ζιζάνια και πυρί καίεται, ούτως έσται εν τη συντελεία του αιώνος τούτου. αποστελεί ο υιός του ανθρώπου τους αγγέλους αυτού, και συλλέξουσιν εκ της βασιλείας αυτού πάντα τα σκάνδαλα και τους ποιούντας την ανομίαν, και βαλούσιν αυτούς εις την κάμινον του πυρός· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων.». 18: 34-35, «και οργισθείς ο κύριος αυ­τού παρέ­δωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδω παν το οφειλόμενον αυτω. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφω αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.» κλπ. Μάρκος 16: 16, «ο πι­στεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεταιΛουκάς 12: 47, «εκεί­νος δε ο δούλος, ο γνούς το θέλημα του κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μη­δέ ποιή­σας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς·», 14: 23, «και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμι­σθή ο οίκος μου.»19: 27, «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασι­λεύ­σαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου.». κλπ. Ιωάν­νης 15: 6, «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνά­γου­σιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται.». Αυτό απετέλεσε την θε­ο­λογική δικαι­ο­λο­γία της χρήσεως της φωτιάς μαζί με τα χωρία του Ματθαίου που αναφέραμε, 21: 44, 22: 7, 25: 29-30, κλπ, και πολ­λά χω­ρία της Παλαιάς Διαθήκης, κλπ.).
Θα έχομε την ευκαιρία, στη συνέχεια, να παρατηρήσομε ότι με το πέρασμα του χρόνου αυτά τα θεμέλια στα­διακά ισχυροποιήθηκαν. Αλλά μια επί πλέον περί­στα­ση πρέπει να αναφερθεί εδώ. Υπήρχε ένα έγγραφο σε γενική κυκλοφορία από τα πρώιμα χρόνια της εκκλησίας, και τον καιρόν εκείνο εθεωρείτο ως έχον υψηλό κύρος. Είχε τίτλο, «Η Επιστολή του Κλήμεντος προς Ιάκωβον». Είναι μεταφρασμένο στον 17ο τόμο της συλλογής «Προ Νικαίας Χριστιανική Βιβλιοθήκη».
Σ’ αυτή την επιστολή, ο Κλήμης περιγράφει την χειροτονία του. Μας λέγει ότι όταν ο Πέτρος κόντευε να πεθάνει, αφού μαζεύτηκαν οι αδελφοί (στη Ρώ­μη), επέ­θε­σε (ο Πέτρος) τα χέρια του στον Κλήμεντα, ως ο επίσκοπος, και του μετέδωσε την εξου­σία του «δέειν και λύειν» (αμαρτίες), κλπ., και για ‘κείνον που θα είχε παράπονα και δια­φορές τον καθιστούσε Πρόεδρο της Αλήθειας, και αφού εδήλωσε ότι ένας τέτοιος αμαρ­τάνει κατά του Χριστού και προσβάλλει τον Πατέρα όλων, ο Πέτρος συνέχισε ως εξής:
«Από ‘δω και μπρος, αυτός δεν θα ζήσει· και γι’ αυτό αρμόζει σε όποιον προ­ε­δρεύει να κατέχει τη θέση ιατρού· και να μην περιθάλπει την οργή ενός παραλόγου κτήνους.».

[Σ’ αυτό το κεφάλαιο βλέπομε ότι ο σπουδαίος ερευνητής Charles B. Waite, διαφωνεί ρι­ζικώς με την καθιερωμένη ερμηνεία του χωρίου «όφελον και απο­κό­ψον­ται οι αναστατούντες υμάς.» (Πρός Γαλάτας 5: 12), όπως συνεχώς την απαν­τάμε σε όλες τις ερμηνευτικές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης μετά το τέλος της συ­νό­δου του Τριδέντου το 1563. Γράφουν δηλαδή ότι ο Παύλος εκφράζει εδώ μια ειρωνι­κού τύ­που επιθυμία. Διότι ενώ δεν κηρύττει την περιτομή, πολλοί την επιζητούν και ανα­στα­τώνουν τους Γαλάτες. (Στην πραγματικότητα πρόκειται για χριστιανοΕβραίους που ζού­σαν στα μέρη της Γαλα­τί­ας της Μικράς Ασίας, Πρός Γαλάτας 2: 15, «Ημείς φύ­σει Ιουδαίοι και ουκ εξ εθνών αμαρτωλοί,», κ. α.). Συνεπώς, όπως ερμηνεύουν οι ορθό­δοξοι ερμηνευτές, με το γράψιμό του σ’ αυτό το σημείο, ο Παύλος εύχεται ειρω­νι­κά το εξής: «Αυτοί που επι­ζη­τούν την περι­το­μή και σας αναστατώνουν δεν πάνε κα­λύ­τε­ρα και να ευνουχισθούν τελεί­ως!». Δηλαδή με το «και αποκόψονται» εν­νοεί την ολο­σχερή αποκοπή γεννητικών οργάνων και όχι μόνο της ακροβυστίας. Ο Waite όμως προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Παύλος δεν εννοεί κα­θόλου αυτό. Κυ­ριο­λε­κτικά επιθυ­μεί την πλήρη εξολόθρευση όλων αυτών των ατό­μων, μόνο που οι περιστάσεις σ’ αυ­τή την περίπτωση δεν του επι­τρέπουν να το επι­βάλ­λει όπως το έκανε πριν με την εκ­κλησία της Κορίνθου.
Όπως και να έχει το πράγμα από διάφορα χωρία των επιστολών του αποδεικ­νύεται ότι ο Παύλος πρέπει να είχε κάποιο σοβαρό σύμπλεγμα και σοβαρή εμμονή με τα γεννητικά όρ­γα­να, την πόσθη και τον ερωτισμό. Φαίνεται πως τον ενο­χλούσαν σφόδρα! Παντού διαχέεται ένας αντιερωτισμός. Κάθε τόσο το ίδιο βιολί με την ακρο­βυστία και την περιτομή...! Βαριέσαι και σιχαίνεσαι να το συναντάς συνέχεια. Πολ­λοί φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι ο ίδι­ος ο Παύλος πρέπει να ήταν ευ­νούχος! Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος της εργασίας αυτής περί της ασθενείας του Παύ­λου, ο Γάλλος ερευ­νητής Robert Ambelain διαγιγνώσκει ότι υπέφερε από κληρονο­μι­κή ή ακριβέστερα συγγενή σύφιλη που ήταν ο σκόλοψ του, τον οποίον ύμνησε μέσα στις επιστολές του. Πρέπει να ομολογήσομε όμως ότι είναι πολύ δυσχερές το να απο­φανθούμε ποίος ήταν ο σκόλοψ του Παύλου, για τον οποίον γράφει διάφορες στρε­ψο­δικίες και ανοη­σίες στις επιστολές του: Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς 2: 3, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς 10: 10, 11: 6, 30, 12: 5-10, Πρός Γα­λά­τας 4: 13-14, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς 1: 24. Ακόμη δυσχερέστερο είναι το ερώτημα εάν υπήρχε η σύφιλη κατά την αρχαιότητα.]

ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου