Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΑΝΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΕΣ ΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΩΝ


REFUTING MISSIONARIES
ΑΝΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΕΣ ΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΒΡΑΙΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΡΕΥΝΗΤΗ
Hayyim ben Yehoshua


Μετάφραση από την Αγγλική και σημειώσειςυπό
Δρος Ιωάννου, Νεοκλέους Φιλάδελφου, Μ. Ρούσσου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Έχω υπ’ όψη μου πολλούς ανεξέταστους και αμελέτητους ή σκόπιμους Χριστι­α­νούς απο­λο­γη­τές και θεολόγους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το Ταλμούδ και η Καινή Διαθήκη φέ­ρουν πει­στικές αναφορές και στοιχεία περί ιστορικού Ιησού Χριστού. Προς τούτο έκα­να τον κόπο να μεταφράσω από την Αγγλική και να παραθέτω εδώ την δημοσι­ευμένη ερ­γα­σία του Ιουδαίου Ραβίνου Hayyim ben Yehoshua, ειδικού με­λετητή και ερευνητή του Ταλ­μούδ και όλης της σχετικής ύλης, την οποία και έχει αν­αρτήσει εις το διαδίκτυο. Η ερ­γασία αυτή είναι πολύ πυκνογραμμένη και τεκμηρι­ω­μένη με πολλά ενδιαφέροντα στοι­χεία. Διά να μην λάβει τεράστια έκταση πολλές φο­ρές ο ερευνητής ανακοινώνει ετοί­μως πολ­λά από τα γνωστά στοιχεία ή τα νέα που αυτός χρησιμοποιεί καθώς και τα συμ­περά­σματα στα οποία κατέληξε ή είναι παραδε­κτά από την αμερόληπτη επιστημονική κοι­νό­τη­τα και μερικές φορές με μια συντομία που ημπορεί να ξαφνιάσει κά­ποιους. Δι’ όλα αυτά η ερ­γασία εφ’ ενός μεν είναι πο­λύ ουσιώδης και εφοδιασμένη με πολλά στοι­χεία, εφ’ ετέ­ρου δε ο ενδια­φε­ρόμενος ανα­γ­νώστης οφείλει να την μελετήσει και να την εξε­­τάσει πολύ προσεκτικώς. Αξί­ζει πο­λύ τον κό­πο! Εκτός του ότι φανερώνει βαθιά γνώ­ση των θεμάτων και των πραγ­μά­των, πολλά των οποίων δεν εί­ναι γνωστά στους περισ­σοτέρους, Χριστιανούς και μη Χρι­σ­τιανούς, όχι μόνο προ­ξε­νεί ανεπανόρ­θωτη βλάβη σε κά­θε τέτοιο σκόπιμο ή ανεξέ­τα­σ­το ισχυ­ρισμό, ότι δηλαδή το Ταλ­μούδ και η Καινή Διαθή­κη ανα­φέ­ρουν τον ιστορικό Ιη­σού Χριστό, αλλά και τον καταρρίπτει πατα­γωδώς.
Ως γνωστόν το Ταλμούδ άρχισε να γράφεται στην Παλαιστίνη και Βαβυλώνα τον δεύτερο αιώνα και τελείωσε τον έκτο. Κατά τους διάφορους Μεσαιωνικούς διωγμούς των Εβραίων στην Ευρώπη, οι Χριστιανοί πολλές φορές προσπάθησαν να καταστρέ­ψουν το Ταλμούδ. Όπως φαίνεται οι μανιασμένες προσπάθειές τους είχαν μόνο με­ρι­κό και προσωρινό αποτέλεσμα. Το Ταλμούδ επανεξεδόθη στην Βασιλεία της Ελβετί­ας τον 16ο αιώνα κάτω από την αυστηρή λογοκρισία των Χριστιανών. Παρ’ όλα ταύτα η Εβραϊκή κοινότητα διαφύλαξε επαρκώς το αρχικό Ταλμούδ και έτσι αυτό που έχει σή­μερα στα χέρια της είναι πιστό στο αρχικό. Η σύγκρισή του με το χριστιανικά λογοκ­ριμένο Ταλμούδ εκθέτει σαφώς όλες τις διαφορές και τις χριστιανικές επεμ­βά­σεις! Ακολούθως, παίζει πολύ ση­μαντικό ρό­λο στην έρευνα από ποιο Ταλμούδ αντ­λούμε αναφορές, το πραγματικό ή το λογοκριμένο. Αυτό το τονίζει παρακάτω ο ειδι­κός γνώ­στης του Ταλμούδ Hayyim ben Yehoshua. Αλλά και οι σχετι­κές­ αναφορές των Χριστιανών στο ύστερο λογοκριμένο (κυρίως Βαβυλωνιακό) Ταλμούδ αποτελούν αν­τιδράσεις που αφορούν τον Χριστιανισμό γενικώς και όχι τον Ιησού Χριστό ειδικώς.
Ο καθηγητής Frank R. Zindler, στο βιβλίο του The Jesus The Jews Never Knew, με το παράρτημα του: Sepher Toldoth Yeshu and the Quest of the Historical Jesus In Jewish Sources, (Ο Ιησούς που οι Ιουδαίοι δεν Γνώρισαν Ποτέ, + Το Βιβλίο της Γενεαλογίας του Ιησού και η Αναζήτηση του Ιστο­ρι­κού Ιησού στις Ιουδαϊκές Πηγές), εξετάζει λεπτομερώς όχι μόνο τα έργα του Ιωσήπου και το Ταλ­μούδ αλλά και όλες τις άλλες Εβραϊκές πη­γές για τις οποίες οι Χριστιανοί λένε ότι υπ­αινίσσονται ή μαρτυ­ρούν τον Ιησού Χρι­στό. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει και τα Ταλμουδικά στοιχεία τα οποία αναπτύσσει εδώ ο ben Yehoshua. Πρό­κειται για μοναδικό, εξαιρε­τικό και πλή­ρες βιβλίο έρευνας που δί­νει σαφή και τεκμηριωμένη αρνητική απάντηση στο ερώ­τημα αν υπάρχουν Ιουδαϊ­κές πηγές που υπ­αι­νίσσονται ή φέρουν μαρτυρίες για τον Ιστορικό Ιησού Χριστό των Χριστιανών. Πρό­κειται για ένα σύγγραμμα που πρέ­πει να το με­λε­τή­σουν όλοι όσοι ενδια­φέρονται διά την δια­λεύκανση της αλήθειας που αφο­ρά την ισ­το­ρι­κό­τητα του Ιη­σού Χριστού.
Ο Zindler εξετάζει λεπτομερώς το Testi­monium Flavianum και υποστηρίζει την άποψη ότι πα­ρεμβολές και χαλκεύσεις εντός του Ιωσήπου έγιναν σε διάφορα σημεία σταδιακά και εξελικτικά από διαφόρους χριστιανικούς κύκλους, όπως τους οπαδούς του Βα­π­τι­στή, τους οπαδούς του Ια­κώβου του Αδελφοθέου, (διακρίνομε και τους δύο ήδη σε διάφορα σημεία της Καινής Δι­αθήκης), κ. ά. Αυτή την πολύ σοβαρή άποψη υποστη­ρί­ζει ο Zindler με πολλά στοιχεία και τεκμήρια και δίδει απάντηση σε όλα τα ερωτη­μα­τι­κά επί των χαλ­κεύσεων στα έργα του Ιωσήπου.
Η παραχαρακτική δραστη­ρι­ότητα στον Ελληνικό Ιώσηπο, που είναι και ο κύριος Ιώσηπος, είχε αρχίσει πριν απ’ τα χρόνια του Ωρι­γένη. Ο Ευσέβιος «ο Επιμε­λητής», ο οποίος είναι και ο πιο ύπο­π­τος της υπο­θέσεως, επιμε­λήθηκε καλλίτερα όλες τις πα­ρα­χαράξεις που είχαν λάβει χώρα μέχ­ρι τις μέρες του και τις κατέγ­ρα­ψε σε πιο στρω­τή γλώσσα. Βεβαίως, οι παραχαράξεις συνεχίσ­τηκαν και μετά τον Ευσέβιο σε πολλές Ελληνικές, Λατινικές, Αρα­βικές και Σλαβονι­κές εκδόσεις. Έτσι, με αυτές τις χαλ­κεύ­σεις, προέκυψαν δι­άφορα αντίγραφα του Ιωσή­που μέχρι την σήμερον, ενώ όλα τα άλ­λα με την πάροδο των χριστιανι­κών αιώνων εξαφανίστηκαν. Η Λα­τινική μετά­φ­ραση του 9ου αι­ώνος που ξέ­φυγε μόνο εν μέ­ρει παραχαραγμένη, οι μαρ­τυρίες του Ιω­άννου Χρυσοστόμου και αρ­γότερα του Ιερού Φωτίου, κλπ., συνηγορούν πλήρως υπέρ αυτής της εξελίξεως των πραγμάτων. Αλλ’ όχι μόνον αυτές: Ο Zindler ακόμα παρουσιάζει τα κείμενα μαζί με τις εντοπισμένες χρι­στι­ανι­κές παραχαράξεις εντός πολλών χειρογ­ρά­φων του Ιωσήπου τα οποία φυλάσσονται σε διά­φο­ρα μουσεία του κόσ­μου. Τα χει­ρόγραφα αυτά έχουν χρονολογηθεί επακριβώς και τοποθετούνται εντός πολλών και διάφορων αιώνων με­τά τον Ευσέβιο.
Ο Zindler επίσης αναγράφει όλα τα άλλα σημεία και στοι­χεία όλων των Εβραϊ­κών πη­γών που επικαλούνται οι Χριστιανοί μαζί με ολόκληρα τα κείμενα εν­τός των οποίων ευρίσ­κον­ται ώστε να καθίσταται από μόνο του σα­φές στον αναγνώ­σ­τη ότι οι ισχυρισμοί τους είναι ψευδείς. Όπως βλέπει κανείς από τον τίτλο του βιβ­λί­ου αυτού, ο Zindler υποσ­τηρίζει την θέση ότι οι Ιου­δαί­οι ουδέποτε εγνώρισαν τον Ιη­σού Χρι­σ­τό, πράγμα που το υποστηρίζουν πολλοί ερευ­νητές και λο­γικώς έπεται από την ιστο­ρική ανυ­παρ­ξία του.
Τονίζομε ότι είναι άλλο ζήτημα η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού και άλ­λο η ισ­τορικότητα της κινήσεως που αργότερα ονομάστηκε χρι­στιανική. Η ιστορι­κό­τητα της κινήσε­ως αυτής ουδέποτε αμφισβητήθηκε και άρ­χι­σε γύρω στο 200 Π. Κ. Ε. Αφού έλαβε διά­φορες μορφές και ονομασίες καθώς και δι­αφό­ρους Χριστούς (Δανιήλ, Παύ­λου, Συνοπτικών, Ιωάννου, Απόκρυφους, Γνωστι­κι­στι­κούς, και πολλούς άλλους) κατ­έληξε σ’ αυτό που σήμερα ονομά­ζο­με Χριστια­νι­σ­μό, με κυρία μορφή τον Χριστό του Κων­σταντίνου (βλέπε κε­φάλαιο 5: Robert M. Price, The Da Vinci Fraud, Why The Truth is Stranger Than Fiction, Prometheus Books, 2005.).
Μετά ταύτα ο Hayyim ben Yehoshua κάνει μια συμπυκνωμένη αλλά πολύ κατα­τοπι­στι­κή ανα­δρομή στα κυ­ρι­ότερα απόκρυφα ή εκτός του Κανόνος της Καινής Δια­θήκης γρα­πτά τα οποία πολλές φορές οι Χριστιανοί χρησιμοποιούν και επικαλούνται και επίσης στα γρα­πτά μερικών γνω­στών Ιστορικών για τους οποίους οι Χριστιανοί δια­τείνονται ότι παρέ­χουν ακριβείς ιστορικές πλη­ροφορίες για τον Ιησού. Ο ben Yehoshua όμως απο­δεικνύει ότι καμία αξιόπιστη, βάσιμη, ιστορική πλη­ροφορία δεν πα­ρέχεται και από τις δύο αυτές κα­τηγορίες γραπτών. Επίσης, σε ολόκληρη την εξέ­ταση γραπτών και στοιχείων που ανα­πτύσσει, κατα­δεικνύει τις σχέσεις των διαφόρων χριστιανικών παραδόσεων και θρύλων με διά­φο­ρα ιστο­ρικά πρό­σωπα εξ Ιου­δαίων και μη Ιουδαίων και με διαφόρους παγανιστι­κούς μύθους.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναπτύσσει στοιχεία και θέματα που φτάνουν μέ­χ­ρι τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε. Δεν προχωρά παραπέρα, αλλά και πάλι δεν εξαντλεί τα πάντα που υπάρχουν εντός αυτού του χρονικού διαστήματος. Υπάρχουν ακόμα πάρα πολλά στοιχεία μέχρι και τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε. που δεν τα αναφέρει. Για να ανα­φερθούν όλα τα στοιχεία και ό,τι αφορά την ιδι­ό­τυπη αίρε­ση του Εβραιο­χρι­στιανισ­μού, έστω μέχρι τον δεύτερο αιώνα Κ. Ε, χρει­άζεται να γραφτεί ένα τε­ράστιο σύγ­γ­ραμμα, όπως του Zindler που αναφέραμε πιο πάνω, και όχι μια μικρή εργασία που σκοπό έχει να παρουσιάσει τα βα­σι­κά στοιχεία και θέματα, νύξεις, διατυπώσεις και συμ­πε­ράσ­μα­τα. Μετά ταύτα, τα υπό­λοι­πα επαφίενται στο ενδιαφέρον του αναγνώστη και του ερευ­νη­τή να βρει και να συμ­πλη­ρώσει τα στοιχεία και να εμβαθύνει τις δικαι­ολο­γή­σεις αυ­τών που πα­ρα­τί­θενται εδώ μαζί με ό,τι άλλο έχει να κάνει μ’ αυτή την ιδιάζουσα αί­ρεση του Ιουδαϊσμού.
Αν και η εργασία γράφτηκε για τους ομοεθνείς του συγγραφέα και απευθύνετε σ’ αυ­τούς για να γνωρίζουν πως να αντιμε­τω­πίζουν τους Χριστιανούς ιεραποστόλους και προ­παγανδιστές, μπορεί εξ ίσου καλά να απευθυνθεί και να χρησιμοποιη­θεί από κάθε άν­θρω­πο που δεν είχε την τύχη να υποστεί ανεπανόρ­θωτη πνευ­ματική αγ­κύ­λω­ση από τους Χριστιανούς. Ακόμα και μερικά από τα στοιχεία της εργασίας να απο­δε­χθεί κανείς, αν όχι όλα καθότι σε ολίγα δεν έχει δοθεί η απαιτουμένη δικαιολόγηση, τα συμ­περάσματα δεν αλλά­ζουν ουσιαστι­κώς. Όντως υπάρχουν πολλά αδιάσειστα στοι­χεία εντός της εργασίας τα οποία δεν είναι θέμα παραδοχής αλλά αντικειμενικής απο­δοχής που εν ανάγκη βασί­ζε­ται σε αμερό­ληπτη έρευνα, εξέταση, γνώ­ση και κρί­ση. Βάσει αυτών των στοιχείων και μόνον τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι τα εξής:

1.    Τα στοιχεία που περιέχει το Ταλμούδ είναι πολύ επιζήμια για τον επίσημο Χρι­στι­ανισμό. Εντός του Ταλμούδ δεν υπάρχει απολύτως κανένας ιστορικός Ιησούς Χρι­στός. Μερικά στοιχεία που πε­ριέχει, δεικνύουν ότι ο Χριστιανι­σ­μός είχε αρχί­σει πριν από την Χασμονική εποχή (-167 Π. Κ. Ε.) ως μία μικρή και ασήμαντη Ιου­δαϊ­κή, μεσσιανική και εσχατολογική αίρεση, η οποία κατά την Χα­σ­μονική εποχή έγι­νε γνωστότερη και ολίγον ισχυ­ρότερη και ονομα­ζό­ταν Νοτζρί. Οι οπα­δοί της ονομα­ζό­ταν Νοτζρίμ (πληθυντικός). Στις Πράξεις 9: 2, 24: 5, 22, 25: 19 αποκαλείται και οδός ή αίρεσις των Ναζω­ραίων και δει­σι­δαιμονία. Ακόμα, με­ρι­κά στοι­χεία που αναφέ­ρει το Ταλμούδ, χρη­σιμοποιή­θη­καν στην ανάπτυξη του επισή­μου χριστια­νικού μύ­θου. Μέχρι την κα­τα­σ­τ­ροφή του + 66 - 73 Κ. Ε. η αίρεση αυτή ήταν καθαρή Ιουδαϊκή και Εβιωνιτική υπό­θεση. Από την κα­τασ­τ­ροφή του + 70 Κ. Ε. μέχρι την καταστροφή του +132-134 Κ. Ε. η αίρεση αυτή με­τε­ξελί­χ­θη στον Ιου­δα­ϊκό Χριστιανισμό και μετά για να επι­βιώσει αναγκάσ­τηκε να βγει έξω από τα Ιουδαϊκά όρια.
2.    Μερικά άτομα όπως ο Γιέισου μπεν Παν­δέι­ρα, γνω­στός και ως Γιέισου χα – Νοτζρί, ο μπεν Στάδα ή μπεν Σοτήρα ή μπεν Σιτήρα, κ. ά, που αναφέρονται στο Ταλ­μούδ, δεν έχουν να κάνουν τίποτα απο­λύ­τως με τον χριστιανικό Ιησού Χριστό. Επειδή ολίγα περιστατικά των ζωών τους ομοιάζουν σε μικρό βαθμό με με­ρι­κά περί Ιησού Χριστού, οι χριστιανοί προπαγανδιστές προσεπάθησαν να δια­δώσουν ότι αυτοί είναι ο ένας και μοναδικός Ιησούς Χριστός. Αυτή η προπα­γάνδα είναι βεβαίως εσκεμμένη και ψευ­δής διότι επί τούτου αποκρύ­π­τουν το πλήθος των τεραστίων διαφορών μεταξύ αυτών των ατόμων και του Ιησού Χρισ­τού της Καινής Διαθήκης, τις οποίες ο ben Yehoshua αποκαλύπτει πα­ρα­κάτω πλήρως. Αν λοιπόν κάποιος χριστιανός ψευδοαπολογητής αναφέρει το Ταλμούδ ως ιστο­ρική πηγή περί του χριστιανικού Ιησού, κανείς δεν έχει να κάνει τίπο­τα άλ­λο παρά να του παρουσιάσει αυτήν εδώ την εργασία του ben Yehoshua και να τελειώσουν τα προπαγανδιστικά παραμύθια.
3.    Η Καινή Διαθήκη δεν έχει καμία ιστορική αξία και δεν εξάγεται κανένας ιστο­ρικός Ιησούς Χριστός απ’ αυτήν. Ενώ ο Ματθαίος 28: 15 γράφει «... οι δε λα­βόν­τες τα αργύρια εποίησαν ως εδιδάχθησαν. και διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρά Ιουδαίοις μέχρι της σήμερον.», το Ταλμούδ δεν αναφέρει απολύτως τί­ποτα διά δωροδοκία των φυλάκων του τάφου.
4.    Πολλά απόκρυφα βιβλία δεν έχουν καμία ιστορική αξία. Μερικά όμως βοη­θούν στο να καταλάβομε την βαθμιαία ανάπτυξη και εξέλιξη του χριστιανικού μύθου και την ανάπτυξη και δράση πολυαρίθμων χριστιανικών αιρέσεων.
5.    Ο Χριστιανισμός υπέκλε­ψε, προσάρμοσε και ενσωμάτωσε πλείστα όσα πράγ­ματα και στοιχεία από τις παγανιστικές φιλοσοφίες, προλήψεις, θρησκείες, εορτές, μυστή­ρια, κλπ. Αντικατέστησε τις πρώην δεισιδαιμονίες με την δική του ισχυρότερη, δογματική και καταστροφική δεισιδαιμονία.
6.    Τελικά δεν έχομε ικανές, αμερόληπτες και φερέγγυες πηγές για να εξάγομε έναν ιστορικό Ιησού Χριστό. Η παντελής έλλειψη τους αποδεικνύει ότι ο Ιη­σούς Χρισ­τός των Ευαγγελίων και της Καινής γενικότερα είναι ένα μύθευμα.

Η μετάφραση είναι κατά λέξει αλλά με τις προφανείς και αναγκαίες τρο­ποποι­ή­σεις της γλώσσας στα σημεία που καθίσταται αναγκαία ή τροποποίηση της γραμμα­τι­κής, της συν­τάξεως, και της εκλογής καταλλήλων λέξεων για να αποδοθούν τα νοή­ματα και οι γλωσ­σικοί ιδιωματισμοί. Κατ’ αυτό τον τρόπον η μετάφραση επιτυγχάνει την άνετη ροή του λόγου χωρίς όμως να αλλοιώνει καθ­όλου το νόημα. Μερικούς όρους και ονόματα που δεν έχουν καθι­ε­ρωμένους τύπους στην Ελληνική ο μεταφρα­σ­τής τους απέδωσε με το τρόπο που αυτός νό­μισε καλ­λίτερον, είτε φωνη­τικώς είτε γλωσσο­λογικώς. Όσα είναι γραμμένα εντός αγκυ­λών [...] είναι συμπληρω­ματικές ση­μειώσεις του μετα­φραστή. Καλή ανεπηρέ­α­στη μελέτη λοιπόν με εξέταση, κρίση, σύ­νεση, αντικειμενικότητα και αμε­ρο­ληψία.


PART 1: THE MYTH OF THE HISTORICAL JESUS

ΜΕΡΟΣ 1Ο: Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΙΗΣΟΥ

Στα Εβραϊκά μέσα ενημερώσεως έχει εκδηλωθεί πολλή ανησυχία που αφορά τις ενέρ­γειες της ομάδας των «Εβραίων για τον Ιησού» και άλλων ιεραποστολικών οργα­νισμών, οι οποίοι βγαίνουν εκτός του σκοπού των για να μεταστρέψουν Εβραί­ους στον Χριστιανι­σμό. Δυστυχώς, πολλοί Εβραίοι είναι ασθενώς προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίζουν τους Χριστιανούς ιεραποστόλους και τα επιχειρήματά τους. Ελπί­ζο­με ότι αυτό το άρθρο θα συνεισφέρει στην διόρθωση αυτής της καταστάσεως.

 Όταν κάποιος αντιμετωπίζει Χριστιανούς ιεραποστόλους το σημαντικό ζήτημα εί­ναι ότι οφεί­λει να βασίζει τα επιχειρήματά του σε σωστά γεγονότα. Επιχειρήματα που βασί­ζονται σε γεγονότα λαν­θα­σμέ­να μπορούν εύκολα να αποβούν εις βάρος αυ­τών που τα χρησιμοποιούν και εν τέ­λει να ισχυροποιήσουν τα επιχειρήματα των ιερα­ποστόλων.

Είναι πολύ ατυχές το ότι πολλοί καλοπροαίρετοι διδάσκαλοι Εβραϊκών Σπουδών χω­ρίς να το έχουν πάρει χαμπάρι έχουν βοηθήσει τους ιεραποστόλους με το να διδά­σ­κουν Εβραίους μαθητές λανθασμένες πληροφορίες περί της απαρχής του Χριστιανι­σ­μού. Μπο­ρώ και ‘γω να ενθυμηθώ ότι με είχαν μάθει την παρακάτω «ιστορία» για τον Ιησού σε ένα Εβραϊκό κατηχητικό σχολείο που πα­ρακολουθούσα:

 «Ο Ιησούς ήταν ένας φημισμένος ραβίνος του πρώτου αιώνα του οποίου το Εβ­ραϊκό όνομα ήταν Ραββί Γιεχόσσουα. Ο πατέρας του ήταν μαραγκός και ονομα­ζό­ταν Ιωσήφ [Γιόσεφ] και το όνομα τής μάνα τους ήταν Μαρία [Μιργιάμ]. Η Μαρία κα­τέ­σ­τη έγκυος προτού παντρευτεί τον Ιω­σήφ. Ο Ιησούς γεν­νήθηκε σε ένα στάβλο στην Βηθλεέμ καθ’ ον χρόνο γινόταν η Ρωμαϊκή απο­γρα­φή. Ο Ιησούς με­γάλωσε στην Να­ζαρέτ και έγινε ένας μορφωμένος ραβίνος. Ταξίδεψε σε όλο το Ισ­ραήλ διδά­σκον­τας ότι ανάμεσα στους ανθρώ­πους πρέπει να αγαπά ο ένας τον άλλον. Μερικοί νό­μι­σαν ότι αυτός ήταν ο Μεσσίας [Μεσ­σίαχ] και αυτός δεν το αρνήθηκε, πράγμα που έκανε τους άλ­λους ραβίνους να θυμώσουν πολύ. Προξένησε έτσι τόσο μεγάλη λο­γο­μαχία που έκανε τον Ρωμαίο δι­οι­κητή Πόντιο Πι­λάτο να διατάξει να τον σταυ­ρώ­σουν. Ετά­φη σε κάποιον τάφο και αργότερα το σώμα του χάθηκε επειδή πιθανώς το είχαν κλέ­ψει οι μαθητές του.»

Μερικά χρόνια ύστερα από τότε που είχα διδαχθεί αυτή την φαινομενικά αθώα «ιστο­ρία», εν­δια­φέρ­θηκα μόνος μου να μάθω για τις απαρχές του Χριστιανισμού και απεφά­σι­σα να μελετήσω περισσότερο γι’ αυτόν τον «φημισμένο Ραβίνο Γιεχόσ­σουα». Προς μεγά­λη μου κατάπληξη, ανε­κά­λυψα ότι δεν υπήρχε καμία ιστορική έν­δειξη για αυτόν τον Ρα­βίνο Γιεχόσσουα. Και οι δύο ισχυ­ρι­σμοί, ότι δηλαδή ο Ιησούς ήταν Ραβίνος που ονομαζό­ταν Γιεχόσσουα και ότι το σώμα του είχε πι­θανώς κλα­πεί, απεδείχθησαν ότι ήταν καθαρές εικασίες. Η υπόλοιπη ιστορία δεν ήταν τίπο­τα πε­ρισ­σότερο από μια νερωμένη εκδοχή της εξ­ιστορήσεως την οποία οι Χρι­στι­ανοί πισ­τεύ­ουν σαν ένα μέρος της χριστιανικής θρη­σκείας αλλά η οποία δεν βρίσκει υποστήριξη σε καμία έγκυρη ιστορική πη­γή. Δεν υπήρχε απολύτως καμία ιστορική ένδειξη του ότι ο Ιησούς, ο Ιωσήφ ή η Μαρία υπήρξαν ποτέ, πολλώ μάλλον ότι ο Ιω­σήφ ήταν μα­ραγκός ή ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στην Βηθλεέμ και έζη­­σε στην Ναζα­ρέτ.

Παρά την έλλειψη ενδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού πολλοί Εβραίοι έχουν δι­α­πρά­ξει το τραγικό λάθος να υποθέτουν ότι η «ιστορία» της Καινής Διαθήκης είναι κατά μάλ­λον ή ήττον ορθή και έχουν προσπαθήσει να διαψεύσουν τον Χριστιανισμό προσπαθών­τας να εκλογικεύσουν τα διάφορα θαύματα που υποτίθεται ότι συνέβησαν κατά την διάρκεια της ζωής του Ιησού και μετά τον θάνατό του. Πολυάριθμα βιβλία έχουν γραφεί τα οποία προσεγγίζουν τον Χριστιανισμό μ’ αυτόν τον τρόπο. Η προσ­έγγιση αυτή εν τούτοις εί­ναι απελπιστικά ελαττωματική και τω όντι επικίνδυνη διότι ενθαρρύνει την πίστη στην Καινή Διαθήκη.

Όταν οι Ισραηλίτες ήλθαν σε σύγκρουση με την λατρεία του Βαάλ δεν εδέχθησαν στα τυφλά τους αρχαίους Δυτικούς Σημιτικούς μύθους ως Ιστορία. Όταν οι Μακ­κα­βαίοι ήλ­θαν σε σύγκρουση με την Ελληνική θρησκεία δεν εδέχθησαν στα τυφλά την Ελληνική Μυθολογία ως Ιστορία. Τότε γιατί τόσοι σύγχρονοι Εβραίοι δέχονται τυφ­λά την χριστια­νική μυθολογία; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση φαί­νεται να είναι το ότι πολλοί Χριστιανοί δεν έχουν επίγνωση τού ποια είναι η δια­κριση μεταξύ κατοχυ­ρωμένης Ιστορίας και χριστιανικής πίστεως και έχουν μεταβιβά­σει την σύγ­χυ­σή τους και στην Εβραϊκή κοι­νό­τη­τα. Ξεφυλλίζοντας προσφάτως τα βιβλία στο περί θρησκεί­ας τμήμα ενός τοπικού βιβλιο­πωλείου, μου έτυχε ένα βιβλίο το οποίο αξίωνε ότι ήταν μια αντικειμε­νι­κή βιο­γραφία του Ιησού. Όπως όμως απεδείχθη δεν ήταν τίποτα άλλο από μια περίληψη της αφη­γήσεως της συνηθισμένης Καινής Διαθήκης. Ακόμα ισχυρι­ζόταν ότι τα θαύματα του Ιησού εί­χαν επι­βε­βαιωθεί, αλλά λογικές εξηγήσεις γι’ αυτά ίσως να υπάρχουν κάπου αλλού. Πολλά ιστο­ρικά βι­βλία γραμ­μέ­να από Χριστιανούς υι­οθετούν παρόμοια προσέγ­γιση. Μερικοί Χριστιανοί συγγραφείς θα προτεί­νουν ότι τα θαύματα μπορεί να μην είναι τελείως ιστορικά αλλά παρ’ όλα ταύτα αυτοί εξ­ακο­λου­θούν να πιστεύουν την γενική «ιστορία» της Καινής Δια­θήκης. Έτσι η ιδέα ότι υπήρχε ένας πραγ­ματικά ιστορικός Ιησούς έχει περιχαρα­κωθεί στη χριστιανική κοι­νω­νία και οι Εβραίοι που ζούνε στον χριστιανικό κόσμο έχουν φτάσει στο σημείο να δέχονται τυφλά αυτή την πίστη επειδή δεν την έχουν δει ποτέ της να αμφισβη­τείται σο­βαρά.

Παρά την πολυδιαδεδομένη πίστη στον Ιησού το γεγονός παραμένει ότι ουδείς ιστορι­κός Ιη­σούς υπάρχει. Για να καταλάβομε τι σημαίνει «ιστορικός Ιησούς», ας θε­ω­ρήσομε τον βασιλιά Μί­δα της Ελληνικής Μυθολογίας. Η ιστοριούλα ότι ο βασι­λιάς Μίδας μετέ­τρεπε σε χρυσάφι οτιδή­πο­τε ήθε­λε αγγίξει κυριολεκτικώς είναι άνευ νο­ή­ματος, παρά ταύ­τα όμως γνωρίζομε ότι πραγματικός βα­σι­λιάς Μίδας υπήρχε. Αρχαι­ο­λό­γοι έχουν ανασκά­ψει τον τάφο του και βρήκαν τα υπολείμματα του σκε­λετού του. Οι Έλληνες που είπαν αυτό το μύθευμα περί Μίδα και του χρυσαφένιου αγγίγ­μα­τός του προφανώς το συνέδεαν με τον πραγματικό Μίδα. Έτσι λοιπόν αν και ο μύθος του χρυ­σα­φένιου αγγίγ­ματος είναι φανταστικός, ο μύθος αφορά ένα πρόσω­πο του οποίου η ύπαρ­ξη είναι γνωστό γεγονός ─ τουτέστιν «ο ιστορικός Μίδας». Στην περίπτωση του Ιησού, εν τούτοις, δεν υπάρχει κα­νέ­να, έστω και ένα, πρόσωπο του οποίου η ύπαρξη είναι γνωστή ως γε­γο­νός και το οποίο επίσης πρόκειται να είναι το υποκεί­μενο των αφηγήσεων περί Ιησού, δηλαδή ού­τως ή άλ­λως δεν υπάρχει ιστορικός Ιη­σούς.

Όταν ένας Χριστιανός ιεραπόστολος φέρει κάποιον σε αντιπαράθεση, αυτός ο κά­ποιος πρέπει να υποδείξει αμέσως ότι η ύπαρξη του Ιησούς δεν έχει αποδειχθεί. Όταν οι ιερα­πό­στολοι αντι­λέ­γουν, συνήθως προσφεύγουν στο συναίσθημα παρά στη λογι­κή[*] και προσ­πα­θούν να σε κάνουν να αι­σθάνεσαι άσχημα επειδή αρνείσαι την ιστο­ρικότητα του Ιησού. Η συνήθης απάντησή τους εί­ναι: «Το να αρνείται κανείς την ιστορικότητα του Ιησού δεν εί­ναι σαν να αρνείται την ύπαρξη του Ιου­λίου Καίσαρος και της Βασίλισσας Ελισάβετ;». Μια λαϊκή παραλλαγή αυτής της απάντησης που χρησιμοποιείται ιδιαιτέρως έναντι αντι­παρατιθεμένων Εβραίων είναι: «Το να αρνεί­ται κανείς την ιστο­ρικότητα του Ιησού δεν εί­ναι σαν να αρνείται το ολοκαύτω­μα;». Τό­τε αυτός ο κάποιος πρέπει να υπο­δεί­ξει ότι υπάρχουν άφθονες ιστορικές πη­γές που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του Ιουλίου Καίσαρος και της Βασίλισσας Ελι­σά­βετ ή οποιουδήποτε άλλου ήθελε κατονομασθεί στη συζήτη­ση, ενώ για τον Ιη­σού δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη ένδειξη.
[* Μόλις έλθουν στα δύσκολα αντιτείνουν ότι η πίστη στον Χριστό, στην Βίβλο, στον Χριστιανισμό, κλπ., είναι θέμα συναισθήματος, «της καρδίας» όπως τους αρέσει να επιμέ­νουν, και όχι νοή­σε­ως και μυαλού. Αυτό κι’ είναι απάτη! Δηλαδή πιστεύω όχι επειδή εν­στερνίσθηκα ότι έτσι έχουν τα πράγ­ματα και δέχθηκα ότι αυτή είναι αληθώς η πραγμα­τι­κότητα, αλλά επειδή έτσι μου γουστά­ρει ή έτσι επαναπαύομαι ένεκα συν­αισθηματισμού. Λες και η θρησκευτική πίστη και κοσμο­θέ­α­ση είναι θέμα γούστου όπως και το παγωτό. Πάρα πολύ ωραία!...]

Για να είσαι τελείως λεπτομερής πρέπει να διαθέσεις χρόνο και να κάνεις έρευνα επί των ιστο­ρικών προσωπικοτήτων που αναφέρθηκαν από τους ιεραποστόλους και να τους παρουσιάσεις τις αδιάρρηκτες ενδείξεις της υπάρξεώς των. Κατά τον ίδιο χρό­νο πρέπει να προκαλέσεις τους ιερα­πο­στό­λους να προσφέρουν ιδίου τύπου ενδεί­ξεις για την ύπαρξη του Ιησού. Πρέπει να τους υπο­δεί­ξεις ότι αν και η ύπαρξη του Ιουλίου Καίσαρος ή της Βασίλισσας Ελισάβετ, κλπ., είναι δεκτή παγ­κο­σμί­ως, το ίδιο πράγμα δεν αληθεύει με τον Ιησού. Στην Άπω Ανατολή, όπου οι κύριες θρη­σκεί­ες εί­ναι Βουδισμός, Σιντοϊσμός, Ταο­ϊ­σμός, και Κομφουκιανισμός, ο Ιησούς θεωρείται μό­νον σαν ένας επί πλέον χαρακτή­ρας της Δυτικής Μυθολογίας, όπως ακριβώς ήταν ο Θώρ, ο Ζευς, και ο Όσιρις. Οι Περισ­σό­τε­ροι Ινδουιστές δεν πιστεύουν στον Ιησού, εκ­τός απ’ εκείνους που τον θεω­ρούν σαν μια από τις πολλές ενσαρκώσεις (αβατάρα) του Ινδού θεού Βίσνου. Οι Μουσουλ­μά­νοι βεβαί­ως πι­στεύ­ουν στον Ιησού αλλά απορρίπτουν την «ιστορία» της Καινής Διαθήκης και θε­ω­ρούν ότι είναι ένας προ­φή­της που ανήγγειλε τον ερχομό του Μωάμεθ. Σαφέστατα και άνευ περιτροπών απορ­ρί­πτουν το ότι σταυρώθηκε ποτέ του.

Για να ανακεφαλαιώσομε, δεν υπάρχει καμιά ιστορία του Ιησού, η οποία είναι ομοι­ο­μόρφως αποδε­κτή παγκοσμίως. Αυτό είναι το γεγονός που θέτει το Ιησού σε διαφο­ρε­τικό επίπεδο έναντι των επι­κυρωμένων ιστορικών προσωπικοτήτων. Εάν οι ιεραπόστολοι χρη­σιμοποιήσουν την «απάντηση πε­ρί ολοκαυτώματος», τότε οφείλεις να τους υποδείξεις ότι το ολοκαύτωμα είναι καλά στοιχειο­θε­τημένο και ότι υπάρχουν πολυάριθμες εκθέσεις αυ­τόπτων μαρτύρων. Πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι οι πε­ρισ­σότεροι απ’ αυτούς που αρ­νούν­ται το ολοκαύτωμα έχουν τελικά αποδειχθεί να είναι αν­τι­ση­μί­τες και άνθρωποι του μίσους με απατηλά τεκμήρια. Από την άλλη μεριά, εκα­τομμύρια τί­μιοι άν­θρωποι στην Ασία, που αποτελούν την πλειονότητα του πλη­θυ­σμού του κόσμου, αδυνατούν να πει­σθούν από τη χριστιανική ιστορία του Ιησού επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν αδιάβλητες εν­δεί­ξεις για την αυ­θεντικότητά της. Οι ιε­ραπόστολοι θα επιμένουν ότι η «ιστορία» του Ιη­σού είναι ένα κα­λώς επικυρωμένο γε­γονός και θα αντιτείνουν ότι υπάρχει «πλήθος εν­δεί­ξεων που την υπο­στη­ρί­ζουν». Τό­τε όποιος επιχειρηματολογεί μαζί τους πρέπει να επιμεί­νει να ιδεί αυτές τις ενδείξεις και να αρνηθεί να τους ακούσει περισσότερο μέχρις ότου τις παρουσιάσουν.

Εάν ο Ιησούς δεν είναι ιστορικό πρόσωπο, τότε πόθεν προήλθε ολόκληρη η «ισ­τορία» της Και­νής Διαθήκης αρχικώς; Το Εβραϊκό όνομα για τους Χριστιανούς ήταν πάντοτε Νοτζρίμ. Το όνομα αυτό παράγεται από την Εβραϊκή λέξη Νέιτζερ, η οποία σημαίνει πα­ραφυάς ή βλαστός ─ ένα πρό­δηλο Μεσσιανικό σύμβολο [ήδη απαντώ­με­νο στην Πα­λαιά Διαθήκη]. Την επο­χή του Ραβίνου Γιε­χόσ­σουα μπεν Περάχυαχ (γύρω στο -100 Π. Κ. Ε.) υπήρχε ήδη μέ­ρος του Εβραϊκού λαού που ονομαζόταν Νοτζρίμ. Παρ’ όλον ότι οι Χριστιανοί των νεοτέρων χρόνων ισχυ­ρί­ζονται ότι ο Χριστιανισμός άρχισε μόνο κατά τον πρώτον αι­ώ­να Κ. Ε., είναι σαφές ότι οι Χριστιανοί του πρώτου αιώνα στο Ισραήλ θεωρούσαν τους εαυτούς των να είναι η συνέ­χεια της κι­νή­σεως Νοτζρί ή οποία υπήρχε για 150 χρόνια περίπου (δηλαδή από την αρχή της εποχής των Χασμοναίων) [*]. Ένας από τους πιο κακόφημους Νοτζρίμ ήταν ο Γιέισου μπεν Παν­δέι­ρα, γνωστός επίσης ως Γιέισου χα – Νοτζρί. Ταλμουδικοί μελετητές έχουν πάντοτε υποστηρίξει ότι η ιστορία του Ιησού άρχισε με τον Γιέισου. Το Εβραϊκό όνομα Ιη­σούς ήταν πάντοτε Γιέισου και το Εβραϊκό όνομα «Ιησούς Ναζαρηνός» ήταν πάντοτε «Γιέι­σου χα- Νοτζρί». (Το όνο­μα Γιέισου είναι συντετμημένος τύπος του ονόμα­τος Γιεϊσ­σούα, και όχι Γιεχόσ­σουα.). Είναι πολύ σημαντικό να σημειώσομε ότι ο Γιέισου χα – Νοτζρί δεν εί­ναι κά­ποιος ισ­το­ρι­κός Ιησούς διότι ο νε­ότερος Χριστιανισμός αρ­νείται οιανδήποτε σχέση με­ταξύ Ιησού και Γιέισου και επί πλέον, μέ­ρη του μύθου του Ιησού βασί­ζονται σε άλ­λα ισ­το­ρικά πρόσωπα πέραν του Γιέισου.
[* Απ’ όλα τα στοιχεία που γνωρίζομε μπορούμε να συμπεράνομε ότι έστω και αν η ίδια η χριστιανική, μεσ­σι­ανική, εσχατολογική αίρεση δεν είχε αρχίσει σαν συγκρο­τη­μένη ομά­δα, τουλάχιστον οι βάσεις γι’ αυτήν είχαν τεθεί έναν αιώνα πριν από το -167 Π. Κ. Ε., δη­λαδή την έν­αρξη της Χασμονικής εποχής. Εκτός από τα στοιχεία του Ταλμούδ που παραθέτει εδώ ο συγγραφέας τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν: Κεί­με­να του αιρετικού Ιουδαϊσμού, διδα­σκαλίες ραβίνων, απόκρυφα κείμενα, μεσ­σιανικά κεί­μενα, ψευδεπί­γρα­φα κείμενα, εσχα­τολογικά κείμενα, δαιμονολογικά κείμενα, αστρο­λογικά κείμενα, κλπ. Τα κείμενα αυτά έχουν τε­ρά­στιες ομοιότητες με αντίστοιχα κεί­μενα εντός: της Και­νής Διαθήκης, των Εβραιοχριστι­ανι­κών κειμένων, των αποκρύ­φων μη-γνωστικιστικών χρι­στι­ανικών αλλά και γνωστικιστικών κειμέ­νων, μερικών πατερικών κει­μένων. κλπ.
Για παράδειγ­μα: Ο κ. Μ. Θ. Καλόπουλος στο βιβλίο του, Βιβλική Θρη­σκεία, Το Θέατρο της Σωτη­ρί­ας, (εκδόσεις του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη, 2005), αναπτύσ­σει πολύ επιτυχώς τις ομοιό­τη­τες της δαιμο­νολογίας της Καινής Δια­θήκης και της δαιμο­νολογί­ας της Σολο­μωνικής ή Διαθήκης του Σολομώντος, ενός απαι­σί­ου και διεστραμ­μένου δαιμονολογι­κού κει­μένου που προήλ­θε από τα άρ­ρωστα μυ­α­λά των εποχών αυτών. Σας συ­νι­στού­με να μελετήσετε το βιβλίο αυτό με την Καινή Διαθήκη παραπ­λεύρως για να διαπισ­τώσετε αυτές τις ομοιότητες και να κα­ταλά­βετε τι εστί νοσηρό­της!
Στις παραβολές του αποκρύφου βιβλίου Ενώχ και στο απόκρυφο 4ο Εσδρα, αμ­φό­τερα ψευδεπίγραφα του πρώτου αιώνος Κ. Ε., έχομε περιγραφή του εξωτέρου σκό­τους, της κολάσε­ως με τους φούρνους και τα βασανιστήρια απέναντι από τον παρά­δεισο της τρυφής. Νοση­ρές, σαδιστικές και μαζοχιστικές περιγ­ραφές και σκηνές νο­σηρών φαντασιών όμοιες με αυτές της Καινής Δια­θή­κης.
Ένα άλλο νοσηρότατο δαιμονολογικό βιβλίο της Χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης εί­ναι το βιβλίο Τωβίτ, το οποίο δεν ανήκει στην Εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη. Γράφτηκε από άγνω­στο συγγραφέα κατά τις εποχές αυτές του δευτέρου Π. Κ. Ε. αιώνα. Όποιος είναι με τα καλά του απορεί πως υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σ’ ένα τέτοιο ανόητο τερατούργημα δαιμονολο­γί­ας και δεισιδαιμονίας. Διαβάστε το από περιέργεια να δείτε τι θα πει κρετινισμός, με ερωτύλους δαίμονες, θανάτους, συκώτια και χολές ψαριών, καπνούς, τον αρχάγγελο Ραφαήλ, χρυσές δραχμές, και ένα σωρό ανόητα αν­τιαισθητικά και σαχλά παραμύθια. Ενώ λοιπόν οι Εβραίοι το απέρριψαν οι Χριστι­α­νοί το περιμάζεψαν!
Οι Διδασκαλίες του Σειράχ γρά­φτηκαν από τον γιο (ή τον εγγονό) του Σειράχ, ονόματι Ιη­σού, επί­σης αυτές τις επο­χές. Ενώ η Εβραϊκή Βίβλος δεν τις έχει συμπε­ρι­λάβει στον κα­νόνα της, η Χρι­στιανική Βί­βλος τις έβαλε στον κανόνα με τίτλο Σοφία Σειράχ ή Εκκλη­σι­α­στικός. Πρόκειται για σοβαρό και διδακτικό κείμενο..
Το βιβλίο του Δανιήλ, όπως έχουν αποδείξει οι επιστήμονες, είναι ψευδεπίγραφο και γράφτηκε στο Ισραήλ κατά τα έτη 166 – 165 Π. Κ. Ε. Δεν γράφτηκε σε καμιά Βα­βυλώνα από κάποιον Δανιήλ μέσα στα έτη της βαβυλωνίου αιχμαλωσίας, -585 – 535 Π. Κ. Ε., όπως οι Χριστιανοί θεολόγοι λανθασμένα ή ψευδώς κραυγάζουν. Πρό­κειται για ένα ανάκατο, ασουλούπωτο, νοση­ρό, εσχα­τολογικό βιβλίο με πολλά κραυγαλέα ιστο­ρικά λάθη και αντιφάσεις. Ακόμα πολ­λά μέρη του ομοι­ά­ζουν πολύ με αντίστοιχα μέρη του άλλου νοσηρού βιβλίου της Απο­καλύ­ψεως του Ιωάννου. Όλοι οι Χριστιανοί το έχουν περί πολλού. Ενώ ως υστερό­γραφο «δεν προφητεύει τίποτα απολύ­τως για το παρελ­θόν», και ακόμα μερικές προβλέψεις του για τα έτη που γρά­φτη­κε έπεσαν έξω, παρ’ όλα ταύτα οι Χριστιανοί το έχουν κατα­τάξει στα μεγάλα προφητικά βιβλία. Οι Εβ­ραί­οι που πάντα το θεω­ρούσαν ύπο­πτο δεν το έχουν θέσει μεταξύ των Προφητών· απλώς το έχουν κατατά­ξει στα περιθωρι­α­κά και ύπο­πτα Γραπτά. Στην διεθνή βιβλιο­γ­ραφία υπάρχουν πάρα πολλά βιβλία και άρθρα τα οποία εκθέτουν όλα τα λάθη και τις ασυνέπειες του βι­βλίου του Δανιήλ και συνεπώς αποδεικνύουν την κιβδηλότητά του.
Εν συντομία, τα δέκα δευτεροκανονικά βιβλία της Χριστιανικής Παλαιάς Διαθή­κης τα οποία οι Εβραίοι έχουν θέσει εκτός του κανόνα της Τανάχ και το βιβλίο του Δανιήλ γρά­φτηκαν αυτές τις εποχές. Εκτός από την Σοφία Σειράχ, η οποία είναι κεί­μενο σοβαρό και διδακτικό, τα άλ­λα είναι ψευδεπίγραφα, κακέκτυπα, δημιουρ­γήματα νοσηρών φαντασι­ών. Τί να πρωτοπεί κανείς για τέ­τοιες ανοησίες και ψευτιές!... Και όμως, επεκράτησαν!
Και ο κατάλογος τέτοιων ανοησιών και ψευτιών συνε­χίζεται... Ακόμα μελετείστε:

1.    Carl Anderson, The Astrology of the Old Testament or the Lost World Regained (1892), Kessinger Publishing Company.
2.    Steven Ashe, The Qabalah, The Testament of Solomon, Glastonbury Books, 2006.
3.    Alvar Ellegard, Jesus, One Hundred Years before Christ, The Overlook Press, 1999.
4.    Gerald Friedlander, The Jewish Sources of the Sermon on the Mount, Kessinger Publishing.
5.    Francis Legge, Forerunners and Rivals of Christianity from 330BC to 330 AD, Kessinger Publishing.
6.    G. R. S. Mead, Did Jesus Live 100 B.C.?, Kessinger Publishing.
7.    Todd E. Klutz, Testament of Solomon (Σολομωνική, υπάρχει και στο TLG).
8.    Todd E. Klutz, Rewriting the Testament of Solomon, Library of Se­c­ond Temple Studies, 53, T & T Clarc, 2005.]


Για τον Γιέισου χα – Νοτζρί γνωρίζομε πολύ λίγα. Όλες οι σύγχρονες εργασίες που τον ανα­φέ­ρουν βασίζονται σε πληροφορίες παρμένες από την Τοσέφτα [= Πα­ράρτημα, Πρόσθεμα, στο Ταλ­μούδ] και τα Μπαράιτας [= Ερμηνευτικά Σχόλια, στο Ταλμούδ] – γρα­πτά που φτιά­χτηκαν κατά τον ίδιο χρόνο με την Μισνά [= μέρος του Ταλμούδ που σημαί­νει Διδασκαλία] αλλά δεν περιέχονται σ’ αυτήν. Επειδή οι ιστο­ρι­κές πλη­ροφορίες που αφορούν τον Γιέισου είναι τόσο επιζήμιες για τον Χριστια­νι­σμό, οι περισσότεροι Χριστιανοί συγγραφείς (και ακόμα μερικοί Εβραίοι) έχουν προσπα­θή­σει να απορρίψουν το κύρος των πληροφοριών και έχουν επινοήσει πολλά ευ­φυή επι­χει­ρήματα για να επεξηγήσουν την απόρ­ρι­ψή τους. Πολλά από τα επιχει­ρή­μα­τά τους βασίζονται σε λανθα­σμένες κατα­νο­ή­σεις και λανθα­σμέ­νες παραθέσεις αποσ­πασμάτων από τα Μπαράιτας και για να αποκτή­σει κανείς μια ακριβή εικόνα του Γιέ­ισου πρέπει να αγνοήσει τους Χριστιανούς συγγραφείς και να εξετάσει κατ’ ευ­θεί­αν τα Μπαράιτας.

Οι πενιχρές πληροφορίες που περιέχονται στα Μπαράιτας είναι ως εξής: Ο Ραβί­νος Γιε­χόσ­σουα μπεν Περάχυαχ μια φορά απώθησε τον Γιέισου με τα δυο του χέρια. Ο κό­σμος πίστευε πως ο Γιέι­σου ήταν μάγος και τον θεώρησε ως κάποιον που οδή­γησε τους Εβραίους σε λάθος δρόμο. Σαν αποτέλεσμα αυτών των κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον του (οι λεπτομέρειες των οποίων δεν είναι γνωστές, αλλά που πιθανώς να εμ­πλέ­κουν και μεγάλη προδοσία) ο Γιέισου λιθοβολήθηκε και το σώμα του κρεμάστηκε την πα­ραμονή του Πάσχα [Πεσάχ = Πέρασμα]. Πριν απ’ όλα αυτά δια­πομπεύτηκε γύρω-γύρω για σαράντα μέρες με έναν κήρυκα που πήγαινε εμπρός απ’ αυτόν και ανακοί­νωνε ότι θα ελιθοβολείτο και προσκαλούσε όποιους ήθελαν να προσέλθουν να τον υπερ­α­σπι­στούν. Εν τού­τοις, τίποτα δεν παρουσιάστηκε προς χά­ριν του. Ο Γιέισου είχε πέντε μαθητές: Τον Ματτάι, τον Νακάι, τον Νέι­τζερ, τον Μπουνί και τον Τοδάχ.

Στην Τοσέφτα και στα Μπαράιτας ο πατέρας του Γιέισου ονομαζόταν Πανδέιρα ή Παντέιρι. Αυτοί είναι Εβραίο-Αραμαϊκοί τύποι ενός Ελληνικού ονόματος. Στα Εβραϊ­κά το τρίτο σύμφωνο του ονόματος γράφεται ή με δάλετ ή με λετ. Η σύγκριση με άλ­λες Ελλη­νι­κές λέξεις που έχουν με­ταγλωττιστεί μέσα στα Εβραϊκά δεικνύει ότι τα αρ­χικά Ελληνικά πρέπει να είχαν το δέλτα σαν τρί­το σύμφωνο και έτσι η μόνη δυ­να­τό­τητα για το Ελληνικό όνομα του πατέρα του είναι Πανδέρος. Αφού τα Ελληνι­κά ονό­μα­τα ήταν κοινά μεταξύ των Εβραίων κατά τις εποχές των Χασμοναίων δεν εί­­ναι ανάγκη να υποθέσομε ότι αυτός ήταν Έλληνας, όπως μερικοί συγγραφείς έχουν πρά­ξει.

Η σύνδεση ανάμεσα στον Γιέισου και τον Ιησού επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι Ματτάι και Τοδάχ, τα ονόματα δύο μαθητών του Γιέισου, είναι τα πρότυπα Εβρα­ϊκά ονό­ματα του Ματθαί­ου και του Θαδδαίου, τα ονόματα δύο μαθητών του Ιησού στην χριστια­νική μυθολογία.

Οι πρώιμοι Χριστιανοί εγνώριζαν το όνομα «μπεν Πανδέιρα» για τον Ιησού. Ο πα­γα­νι­στής φι­λόσοφος Κέλσος, ο οποίος ήταν ξακουστός για τα επιχειρήματά του εναν­τίον του Χριστιανισμού, ισχυρίστηκε κατά το έτος + 178 Κ. Ε. ότι είχε ακούσει από έναν Εβραίο ότι τη μητέρα του Ιησού, Μαρία [Μιργιάμ], την είχε χωρίσει ο άν­δ­ρας της, ένας μαραγκός, αφού απεδείχθη ότι ήταν μοιχαλίς. Περι­πλανιόταν από μέρος σε μέρος γε­μάτη ντροπή και εγέννησε τον Ιησού κρυφίως. Ο πραγ­ματικός του πα­τέ­ρας ήταν ένας στρατι­ώ­της με όνομα Πάνθηρας. Σύμφωνα με τον Χριστιανό συγ­γρα­φέα Επι­φά­νειο (π. +320 - 403 Κ. Ε.), ο Χριστιανός απολογητής Ωριγένης (π. +185 - 254 Κ. Ε.) είχε ισχυριστεί ότι «Πάνθηρ» ήταν παρανόμι για τον Ιακώβ τον πατέρα του Ιωσήφ, τον πατριό του Ιη­σού. Πρέπει να ση­μει­ω­θεί ότι ο ισχυρισμός του Ωριγένη δεν βασίζεται σε ιστορικές πληροφορίες. Είναι κα­θαρά μια ει­κα­σία που σκοπό είχε να εξηγήσει την απόρριψη της ιστορίας του Κέλσου για τον Πάνθηρα. Η αφήγηση αυτή [του ανωτέρω Εβραίου προς τον Κέλσο] είναι επίσης μη ιστορική. Η αξίωση ότι το όνομα της μητέρας του Ιησού ήταν Μαρία [Μιργιάμ] και η αξίωση ότι ο άνδρας της ήταν μα­ραγ­κός είναι κατ’ ευθείαν παρμένη από τις χρι­στιανικές πεποιθήσεις. Ο ισχυ­ρι­σμός ότι το όνομα τού πραγματικού πατέρα τού Ιησού ήταν Πάνθη­ρας βασίζεται σε εσφαλ­μένη προσπάθεια για να ξαναφτιάξουν τον αρχικό τύπο του ονό­μα­τος Πανδέι­ρα. Αυ­τή η εσφαλμένη ανακατασκευή πιθα­νώς επηρεάστηκε από το γεγονός ότι το όνο­μα Πάν­θηρας απαντιόταν μεταξύ των Ρωμαίων στρατι­ωτών.

Γιατί ο κόσμος πίστευε ότι η μάνα του Ιησού ονομαζόταν Μαρία [Μιργιάμ] και ο σύζυγός της Ιωσήφ; Γι­ατί οι μη Χριστιανοί κατηγόρησαν την Μαρία πως ήταν μοι­χα­λίς ενώ οι Χριστιανοί πίστευαν πως ήταν παρθένος; Για να απαντήσει κανείς αυτές τις ερω­τή­σεις πρέπει να εξετάσει μερικούς θρύ­λους γύρω από τον Γιέισου. Δεν μπο­ρούμε να ελπί­ζο­με ότι θα πε­τύ­χομε απόλυτη αλήθεια σχετικά με τις απαρχές του μύ­θου του Ιη­σού αλλά μπορούμε να δείξομε ότι υπάρχουν εύλογες εναλλαγές στο να αποδεχθούμε τυφλά την Καινή Δια­θή­κη.

Το όνομα Γιόσεφ-Ιωσήφ για τον πατριό του Ιησού είναι εύκολο να εξηγηθεί. Η κίνη­ση Νοτζρί ήταν ιδιαιτέρως λαοφιλής μεταξύ των Σαμαρειτών Εβραίων[*]. Ενώ οι Φαρισαίοι περίμεναν τον Μεσ­σία που θα ήταν απόγονος του Δαυίδ, οι Σαμαρείτες ήθελαν έναν Μεσ­σία που θα αποκα­θι­στούσε το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ. Οι Σα­μαρείτες έδιναν έμφαση στο ότι μερικώς καταγόταν από τις φυλές των Εφραίμ και Μανασσή(χ), που ήταν απόγο­νοι του Ιωσήφ-Γιόσεφ της Πεντατεύ­χου-Τοράχ. Οι Σα­μα­ρείτες θεωρούσαν τους εαυτούς των να είναι «Μπνέι Γιόσεφ», δηλαδή «υιοί του Γιόσεφ (Ιωσήφ)». Ο Ελληνόφωνος πλη­θυσμός, ο οποίος είχε πολύ λίγη γνώση της Εβραϊκής γλώσσας και των αυ­θεντικών Εβρα­ϊκών παραδόσεων εύκολα μπορούσε να κάνει λάθος στην κα­τα­νόηση αυτού του όρου και υπέθεσε ότι Γιόσεφ – Ιωσήφ ήταν το πραγματικό όνομα τού πατέρα τού Ιησού. Αυτή η ει­κασία επι­βε­βαι­ώ­νεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ματ­θαί­ου, ο πα­τέρας του Ιωσήφ ονομά­ζε­ται Ιακώβ, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Ιωσήφ της Το­ράχ. Αργότερα, άλλοι Χριστιανοί, οι οποίοι ακο­λού­θησαν την ιδέα ότι ο Μεσσίας ήταν απόγονος του Δαυίδ προσπάθησαν να ανάγουν τον Ιωσήφ πί­σω στον Δαυίδ. Εφεύραν δύο αντιφατικές γε­νε­αλο­γί­ες γι’ αυτόν, μία καταγεγραμμένη στον Ματ­θαίον και η άλλη στον Λου­κάν. Όταν η ιδέα πως η Μα­ρία ήταν παρθένος πήρε έκταση, ο μυθικός Ιωσήφ μετατέ­θηκε στη θέση τού απλώς συζύγου της και πατριού του Ιησού.
[* Αν κρίνομε απ’ όλη την Καινή Διαθήκη, φαίνεται ότι ελάχιστοι Ιουδαίοι και ειδικά Φαρι­σαίοι προσεχώρησαν στην Εβραιοχριστιανική αίρεση ή ήταν συμπαθούντες ή επιφυ­λακ­τικοί κατά το +70 και μετά. Βλέπε π. χ. Ιωάννης 3: 1 - 21, Πράξεις 5: 34 - 42, κλπ. Οι Σαμαρείτες φαίνεται ότι προσεχώρησαν σ’ αυτήν πολύ περισσότερο. Βλέ­πε π. χ. Λου­κάς 10: 25 - 37, 17: 11-19 (ειδικά στίχος 16), Ιωάννης 4: 1 – 42, Πράξεις 1: 8, κλπ. Αυτά τα εγκώμια για τους Σα­μα­ρείτες εμφανίζονται στα δύο ύστερα κανο­νικά Ευαγγέλια, ενώ το Κατά Ματθαίον Ευ­αγγέλιο γράφει 10: 5-6 «Τούτους τους δώ­δεκα απέστειλεν ο Ιησούς πα­ραγ­γείλας αυτοίς λέγων· εις οδόν εθνών μη απέλθητε και εις πό­λιν Σαμαρειτών μη εισ­έλθητε· πο­ρεύ­εσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απο­λωλότα οίκου Ισραήλ.», 15: 24. (Άλλη μια κραυγαλέα αντίφαση! Να ‘ταν η μό­νη ! ...). Κα­θό­λου παρά­ξενο αφού υπήρ­χε έχθ­ρα μεταξύ Ιου­δαί­ων και Σαμαρειτών από την εποχή του Σολο­μώντα μέχρι τότε, η οποία ομολογείται και στον Ιωάννην 4: 9 «λέγει ουν αυ­τώ η γυνή η Σα­μαρείτις· Πως συ Ιουδαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ού­σης γυ­ναικός Σα­μαρείτιδος; ου γαρ συγχ­ρώνται Ιουδαίοι Σαμα­ρείταις.» και 4: 20 «οι πατέ­ρες ημών εν τω όρει τούτω προσ­ε­κύνησαν· και υμείς (οι Ιουδαίοι) λέ­γε­τε ότι εν Ιεροσο­λύ­μοις εσ­τίν ο τόπος όπου δεί προσκυνείν.». Μέχρι σήμερα υπάρχουν Χριστιανοί Σα­μαρείτες ή Μεσσιανι­κοί Εβραίοι οι οποίοι δεν συγχ­ρώνται πολύ καλά με τους επισή­μους Ιου­δαιο-Εβραί­ους. Ο πρωτοχρι­στιανός Ιουστί­νος, μάρτυρας και φιλόσοφος κατά τους χριστιανούς, ήταν Σαμαρείτης και δεν τα βρήκε καθόλου βολι­κά στον Διάλογό του με τον Ιουδαίο Τρύφωνα! Επί των διαμαχών και δι­απλη­κτι­σ­μών μεταξύ των Εβ­ραιοχρι­στιανών και των Φαρισαίων, όπως αυτές προέκυ­ψαν από το +70 και μετά, αναφερό­μαστε σε μερι­κά ακόμα κείμενα του παρόντος βιβλίου.]

Για να καταλάβομε από που προήλθε η «ιστορία» της Μαρίας πρέπει να γυρίσο­με σε έναν άλ­λον ιστορικό χαρακτήρα ο οποίος συνέβαλε στον μύθο του Ιησού, ονόματι μπεν Στάδα. Όλες οι πληροφορίες για τον μπεν Στάδα προέρχονται και πάλι από την Τοσέφτα και τα Μπαράιτας. Οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν είναι έτι λιγότερες από εκεί­νες για τον Γιέισου. Μερικοί επί­στευαν ότι είχε φέρει μαγικές επι­κ­λήσεις από την Αίγυπτο μέσα σε μια εγκοπή της σάρκας του, και άλλοι νόμισαν ότι ήταν τρελός. Αυτός ήταν απα­τεώνας γόης και συνελήφθη διά της μεθό­δου του συγκε­καλυμμένου μάρτυρα. Λιθοβολή­θηκε στην περιοχή της Λοδ.

Στην Τοσέφτα, ο μπεν Στάδα αποκαλείται και μπεν Σοτήρα ή μπεν Σιτήρα. Σο­τή­ρα εί­ναι ο Εβραίο – Αραμαϊκός τύπος του Ελληνικού Σωτήρος. Οι τύποι «Σιτήρα» και «Στά­δα» φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν από κακή προφορά και ορθογραφικά λάθη (το Εβρα­ϊκό γράμμα γιόδ αντικατά­στη­σε το βάβ και το δάλετ το ρέις).

Αφού οι πληροφορίες που αφορούσαν τον μπεν Στάδα ήταν τόσο λίγες, πολλές ει­κα­σίες δη­μι­ουργήθηκαν γύρω από το ποιος ήταν. Είναι γνωστό από την Γκεμαρά [= Προ­φο­ρική Ερμηνεία των Διδασκάλων της Μισνά στο Ταλμούδ] ότι τον είχαν μπερ­δέ­ψει με τον Γιέισου. Αυτό ήταν πιθανώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αμφό­τε­ροι εκτελέσθηκαν για προδοτικές διδασκαλίες και είχαν αναμειχθεί με μαγεία. Οι άνθρω­ποι που συνέχυσαν τον μπεν Στάδα με τον Γιέισου έπρεπε ακόμα να εξηγή­σουν γιατί ο Γιέισου απεκαλείτο μπεν Πανδέιρα. Αφού το όνομα «Στάδα» ομοιάζει με την Αρα­μαϊκή έκφραση «στατ δα», που σημαίνει «αυτή πήρε λάθος δρόμο» ενομίσθη ότι «Στάδα» αναφερόταν στην μάνα του Γιέισου και ότι αυτή ήταν μοι­χα­λίς. Συνεπώς, ο κόσμος άρχισε να σκέ­πτεται ότι ο Γιέ­ισου ήταν νόθος γιος του Παν­δέιρα. Αυτές οι ιδέες πράγματι αναφέρονται στην Γκεμαρά και πιθανώς να είναι πολύ παλαιότερες. Επειδή ο μπεν Στάδα ζούσε κατά την Ρωμαϊκή εποχή και το όνομα Πανδέιρα ομοιά­ζει με το όνομα Πάνθηρας που απαντάτο ανάμεσα στους Ρω­μαίους στρατιώτες, υπο­τέθηκε ότι ο Πανδέιρα ήταν Ρωμαίος στρατι­ώ­της στα­θ­μευμένος στο Ισρα­ήλ. Αυτό βεβαίως εξηγεί την ιστορία που αναφέρει ο Κέλσος.

Η Τοσέφτα αναφέρει μια φημισμένη περίπτωση μια γυναίκας με όνομα Μιργιάμ μπατ Μπιλ­γ­κάχ που είχε παντρευτεί έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Η ιδέα ότι ο Γιέισου είχε γεννηθεί από κάποια Εβραία γυναίκα που είχε μια ερωτική περιπέτεια με Ρωμαίο στρατιώτη είχε πιθανώς ως αποτέ­λε­σμα να μπερδέψουν τη μητέρα του Γιέισου με αυ­τή εδώ την Μιργιάμ. Το όνομα «Μιργιάμ» είναι φυ­σικά ο αρχικός τύπος του [εξελλη­νισμένου] ονό­ματος «Μαριάμ, Μαρία», [Μαίρα και Μαίρη στά Δωρικά και Ιωνικά αντιστοίχως. Στα Λατινικά απαντάτε το όνομα Marius = Μάριος από το mare = θά­λασσα.]. Είναι πράγματι γνωστό από την Γκεμαρά ότι μερικοί που συνέχυ­σαν τον Γιέισου με τον μπεν Στά­δα πίστευαν ότι η μάνα του Γιέισου ήταν η «Μιργιάμ η κομ­μώ­τρια γυναικών».

Η ιστορία ότι η Μαρία (Μιργιάμ) η μητέρα του Ιησού ήταν μια μοιχαλίς σί­γου­ρα δεν ήταν δε­κτή από τους πρώτους Χριστιανούς. Το μύθευμα της παρθενικής γεννή­σε­ως πιθανώς εφευ­ρέθηκε για να ξεκαθαρίσουν το όνομα της Μαρία. Οι πρώτοι Χρι­σ­τι­ανοί δεν έβγαλαν αυτό το μύ­θευμα με το να «ρουφούν τα δάχτυλά τους». Αφη­γή­σεις παρ­θενικών γεννήσεων ήταν αρκετά κοι­νές στους παγανι­στικούς μύθους. Οι παρακά­τω μυθο­λογικοί χαρακτήρες επιστεύοντο να έχουν γεν­νηθεί από παρθέ­νους οι οποίες έμειναν έγ­κυοι από θεϊκή επέμβαση: Ρωμύλος και Ρέμος, Περσεύς, Ζωρο­ά­σ­τρης, Μί­θρας, Όσιρις – Αιών, Αγδίστις, Άττις, Ταμμούζ, Κορύβας, Διόνυσος. Η πα­γα­νι­στι­κή πί­στη σε ενώσεις θε­ών και γυναικών, ανεξαρτήτως αν ήταν παρθένοι ή όχι, είναι ακό­μα πιο κοι­νή. Πολλοί χα­ρα­κτή­ρες της παγανιστικής μυθολογίας επι­στεύοντο ότι ήταν γιοι θεϊκών πατέρων και αν­θρω­πί­νων θη­λέ­ων. Η χριστιανική πίστη ότι ο Ιησούς ήταν υιός Θεού που γεννήθηκε από παρθένο είναι τυπική Ρω­μαϊκή πρό­ληψη. Ο Ιου­δαίος φιλόσοφος, Φίλων της Αλεξανδρείας (περίπου -30 Π. Κ. Ε. – +45 Κ. Ε.), προ­ει­δοποιούσε κατά των εξαπλωμένων προληπτικών πίστεων σε ενώσεις μεταξύ αρ­ρένων θεών και ανθρωπίνων γυναικών [*], οι οποίοι επανέ­φεραν τις γυναί­κες στη κα­τά­στα­ση της παρθενίας.
[* Ο Ιώσηπος στο βιβλίο του Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες XVIII 66-77, μας περιγράφει ένα τέτοιο πο­λύ σατα­νικό συμβάν με την πιστή στον σύζυγό της Παουλίνα, ευγενούς καταγω­γής, το οποίο εί­χε πολύ άσχημες συνέπειες.]

Ο θεός Ταμμούζ, που λατρευόταν από τους παγανιστές στο βόρειο Ισραήλ, λέγε­ται ότι είχε γεννηθεί από την παρθένο Μύρρα. Το όνομα «Μύρρα» επιπολαίως ομοι­ά­ζει με το «Μαρία, Μα­ρι­άμ / Μι­ργιάμ» και είναι δυνατόν αυτή η συγκεκριμένη ιστο­ρία παρθενικής γεννήσεως να επέδρασε στην ιστορία της Μαρίας περισσότερο από τις άλλες. Όπως ο Ιη­σούς, ο Ταμμούζ πάντοτε απεκα­λείτο Άδον [Αδοναΐ], που σημαί­νει «Κύριος». (Ο χαρα­κτήρας Άδωνις στην Ελληνική μυθολογία βασί­ζε­ται στον Ταμ­μούζ.). Όπως θα δούμε αρ­γότερα, η σύνδεση μεταξύ Ιησού και Ταμμούζ προ­χωρεί πολύ περισσότερο απ’ αυτό.

Η ιδέα ότι η Μαρία ήταν μοιχαλίς ποτέ δεν εξαλείφθηκε τελείως στην χριστια­νι­κή μυ­θολογία. Αντί της πλήρους εξαλείψεως, ο χαρακτήρας της Μαρία διαχωρίστηκε στα δύο: την Μαρία / Μιργι­άμ την μητέρα του Ιησού, που επιστεύετο ότι ήταν παρ­θέ­νος, και την Μαρία Μαγδαληνή, που επι­στεύετο ότι ήταν μια γυναίκα ανήθικης υπό­ληψης. Η ιδέα ότι ο χαρακτήρας της Μαρίας Μαγ­δαλη­νής προέρχεται επίσης από την Μιργιάμ την μυθική μητέρα του Γιέισου, επιβεβαιώνεται από το γε­γονός ότι το παρά­ξε­νο όνομα «Μαγδαληνή» ομοιάζει καθαρά με τον Αραμαϊκό όρο «μγάδλα νσά­για» που σημαίνει «κομμώτρια γυναι­κών». Όπως προαναφέραμε, υπήρχε η πε­ποί­θη­ση ότι η μάνα του Γιέισου ήταν η «Μιριάμ η κομμώτρια γυναικών». Επειδή όμως οι Χρι­σ­τι­ανοί δεν εγνώριζαν τι εσήμαινε το όνομα «Μαγδαληνή», αργότερα είκαζαν ότι εσή­μαινε αυτήν που καταγόταν από τα Μάγδαλα στα δυτικά της λίμνης Κιννέρετ [Γεν­νη­σα­ρέτ]. Η ιδέα των δύο Μαριών ταίριαζε καλά με τον παγανιστικό τρόπο σκέπτεσθαι. Το απείκασμα του Ιησού που συνο­δευόταν από δύο Μαρίες μας υπεν­θυ­μίζει κτυπητά τον Διόνυσο που συνοδευόταν από την Δήμη­τρα και την Περσεφόνη.

Η Γκεμαρά περιέχει έναν ενδιαφέροντα θρύλο που αφορά τον Γιέισου, ο οποίος προ­σπαθεί να διαφωτίσει τα Μπαράιτας τα οποία λέγουν ότι ο Ραβίνος Γιεχόσσουα μπεν Πε­ράχυαχ απώθησε τον Γιέι­σου με τα δυο του χέρια. Σύμφωνα με τον θρύλο όταν ο Χασμο­ναίος βασιλιάς Γιαννάι [*] εσκότωνε τους Φαρισαίους, ο Ραβίνος Γιε­χόσσουα και ο Γιέ­ι­σου διέφυγαν στην Αίγυπτο. Στον γυ­ρισμό πίσω κατέλυσαν σε ένα πανδοχείο. Η Αραμαϊ­κή λέξη «ακσανγιά» σημαίνει και «πανδοχείο» και «πανδο­χεύς [και στα δύο γένη]». Ο Ραβίνος Γιεχόσουα παρατήρησε πόσο ωραίο ήταν το «ακ­σαν­γιά» (εννοώντας το πανδο­χείο). Ο Γιέισου (εννοώντας την πανδοχέα) απάν­τησε ότι τα μά­τια της ήταν πολύ στενά. Ο Ραβίνος Γιεχόσσουα θύμωσε πολύ με τον Γιέισου και τον αναθεμάτισε. Ο Γιέισου ικέ­τευ­σε πολλές φορές για συγχώρεση αλλά ο Ραβίνος Γιεχόσσουα δεν ήθε­λε να τον συγ­χω­ρέ­σει. Μια φορά λοιπόν όταν ο Ραβίνος Γιε­χόσ­σουα απάγγελλε την Σέμα [**], ο Γιέι­σου ήλ­θε κοντά του. Του έκανε ένα νό­η­μα ότι έπρεπε να περιμένει. Ο Γιέισου δεν κατάλαβε σω­στά και νό­μι­σε ότι τον απεποιείτο και πάλι. Τότε ο Γιέισου ενέπαιξε τον Ραβίνο Γιεχόσ­σουα με το να τοπο­θε­τή­σει και να λατρεύει ένα τούβλο. Ο Ραβίνος Γιεχόσσουα τον διέτα­ξε να μετα­νοήσει αλλά αυ­τός αρ­νήθηκε, λέγοντας ότι είχε μάθει απ’ αυτόν τον ίδιο πως οποιο­σ­δήποτε αμαρ­τά­νει και προ­ξενεί πολ­λές αμαρτίες δεν του δίνεται η ευκαιρία να με­τανοήσει.
[* Αλέ­ξαν­δρος Γιανναίος (125 – 76 Π. Κ. Ε.), Χασμοναίος βασιλιάς και αρχιερέας τα έτη (106-103) – (79-76) Π. Κ. Ε.]
[** Η ημερησία προσευχή που αρχίζει με «Σέμα Γισραέλ» και αποτελείται από Δευ­τε­ρο­νόμιο 6: 4-6, 11: 13-21 και Αριθμοί 15: 37-41.]

Η παραπάνω ιστορία, μέχρι των συμβάντων στο πανδοχείο, ομοιάζει εξαιρετικά με έναν άλλο θρύλο στον οποίο πρωταγωνιστής δεν είναι ο Ραβίνος Γιεχόσσουα αλλά ο μα­θητής του Γιεχούδα μπεν Ταββαΐ. Σ’ αυτόν τον θρύλο ο Γιέισου δεν κατονο­μά­ζε­ται. Έτσι κάποιος μπορεί να ερωτήσει εάν πραγματικά ο Γιέισου πήγε στην Αίγυπτο ή όχι. Είναι δυ­νατόν ο Γιέισου να είχε μπερδευτεί για κάποιον άλλον μαθητή είτε του Ραβίνου Γιεχόσ­σουα, είτε του Ραβίνου Γιεχούδα. Το μπέρδεμα είχε μάλλον προκλη­θεί από το γεγονός ότι ο Γιέισου είχε συγχυσθεί με τον μπεν Στάδα που είχε γυρίσει από την Αίγυπτο. Από την άλλη μεριά, ο Γιέισου μπορεί πράγματι να είχε καταφύγει στην Αίγυπτο και είχε γυρίσει, και αυτό με τη σειρά του να συνέβαλε στο μπέρδεμα μεταξύ του Γιέισου και του μπεν Στάδα. Όποια και αν είναι η περίπτωση, η πίστη ότι ο Γιέισου κατέφυγε στην Αίγυπτο για να διαφύγει τον θάνατο που θα του επέβαλε ένας σκληρός βασιλιάς, εμφανίζεται να είναι η απ­αρχή της χριστιανικής πίστης ότι ο Ιησούς και η οικογένειά του κατέφυγαν στην Αί­γυπτο για να ξε­φύγουν από τον βασι­λιά Ηρώδη.

Αφού οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς είχε ζήσει κατά την Ρωμαϊκή εποχή είναι φυσικό ότι θα είχαν συγχύσει τον κακό βασιλιά που θέλησε να φονεύσει τον Ιησού με τον Ηρώδη, διότι δεν υπήρχαν άλλοι κατάλληλοι κακοί βασιλιάδες κατά τη Ρωμαϊκή εποχή. Ο Γιέισου ήταν ήδη ενήλικας τον καιρό που οι ραβίνοι διέφυγαν από τον Γιαννάι. Διατί οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς είχε καταφύγει στην Αίγυ­π­το όταν ο Ιησούς ήταν βρέφος; Διατί οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ηρώδης είχε δια­τάξει όλα τα άρρενα μω­ρά που γεννήθηκαν στην Βηθλεέμ να φονευθούν, ενώ δεν υπάρχει καμία ιστορική ένδειξη δι’ αυτό; Για να απαντήσομε αυτές τις ερωτήσεις πρέ­πει πάλι να εξετάσομε την παγανι­στική μυθολογία.

Το θέμα του θεϊκού ή ημι-θεϊκού παιδιού που έχει κατατρομάξει έναν κακό βα­σι­λιά είναι πολύ κοι­νό στην παγανιστική θεολογία. Η συνηθισμένη ιστορία είναι ότι ο κακός βασιλιάς λαμβάνει μια προφητεία ότι ένα συγκεκριμένο παιδί θα γεννηθεί που θα σφε­τε­ρι­στεί τον θρόνο. Σε μερικές ιστο­ρίες το παιδί γεννάται από παρθένο και συ­νήθως είναι υιός θεού. Η μητέρα του παιδιού προσπαθεί να το κρύψει. Ο βασιλιάς συ­νήθως διατάζει την σφαγή όλων των μωρών που πιθανώς να είναι ο προφητε­μένος βασιλιάς. Παραδείγματα τέτοιων μύθων, που ακολουθούν αυτή την πλοκή, είναι οι ιστορίες των γεννήσεων: Ρω­μύ­λου και Ρέμου, Περσέως, Κρίσνα, Διός, και Οιδίποδος. Αν και οι κα­τά γράμ­μα ερμη­νευ­τές της Τοράχ δεν θέλουν να το παραδεχθούν, και η γέννηση του Μωυσέως ομοιάζει με αυτούς τους μύθους (μερικοί των οποίων δη­λώ­νουν ότι η μάνα του τον έβαλε μωρό σε ένα καλάθι και το έριξε σ’ έναν ποταμό). Πι­θανώς υπήρχαν πολλές τέτοιες ιστοριούλες που κυ­κλο­φορού­σαν στην Μέση Ανα­το­λή, οι οποίες έχουν χαθεί. Ο χριστιανικός μύθος της σφαγής των αθώ­ων νη­πίων από τον Ηρώδη είναι απλώς η χριστιανική εκδοχή αυτού του θέματος. Η πλοκή ήταν τό­σο κα­λά γνω­στή που ένας Μιδρασικός λόγιος [*] δεν θα μπο­ρούσε να αντισταθεί στο να την χρη­σι­μο­ποιήσει σαν μια απόκρυφη περιγραφή της γεννή­σεως του Αβρα­άμ.
[* Δηλαδή ο εξηγητής και σχολιαστής των κειμένων της Εβραϊκή Παλαιάς Διαθήκης, Τα­νάχ.]

Οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Μεσσίας γεννήθηκε στην Βηθλεέμ. Αυτή η πίστη βασί­στηκε σε λανθασμένη κατανόηση του προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης Μι­χαία 5: 2, όπου απλώς ονομάζει την Βηθλεέμ ως την πόλη στην οποία άρχισε το Δαυ­ιδικό σόι. Αφού οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσ­σίας, αυτο­μά­τως πίστευαν ότι γεν­νήθηκε στην Βηθλεέμ. Αλλά τότε γιατί οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι έζησε στην Ναζαρέτ; Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Οι πρώτοι Χριστιανοί που μιλούσαν Ελ­λη­νι­κά δεν γνώ­ρι­ζαν τι εσήμαινε η λέξη «Ναζαρηνός». Ο πιο πρώιμος Ελληνικός τύπος αυτής της λέ­ξεως είναι «Ναζωραίος», ο οποίος πα­ράγεται από τον «Να­τζορίγια», τον Αραμαϊκό ισοδύναμο τύπο του Εβραϊκού «Νοτ­ζρί». (Θυμηθείτε ότι «Γιέισου χα – Νοτζρί» είναι τα αρχαϊκά Εβραϊκά για τον «Ιησού τον Ναζαρηνό».). Οι πρώτοι Χριστιανοί υπέθε­σαν ότι «Ναζα­ρη­νός» σημαίνει αυτός που κατάγεται από τη Ναζαρέτ και έτσι υποτέθηκε πως ο Ιη­σούς έζη­σε στη Ναζαρέτ. Ακόμα και σή­μερα, οι Χριστιανοί γίνονται φαιδροί όταν συγχέουν τις Εβραϊκές λέ­ξεις «Νοτζρί» (Να­ζα­ρηνός), «Νατζράτι» (Ναζαρεθίτης) και «ναζίρ» (ναζαρί­της), όλες των οποίων έχουν εντε­λώς διαφορετικές σημασίες.

Οι πληροφορίες εντός του Ταλμούδ (το οποίο περιέχει την Μισνά, την Τοσέφτα, τα Μπαράιτας και την Γκεμαρά), που αφορούν τον Γιέισου και τον μπεν Στάδα, είναι τόσο επιβλαβείς στον Χρι­στιανισμό ώστε οι Χριστιανοί έχουν λάβει δραστικά μέτρα εναντίον τους. Όταν οι Χριστιανοί ανε­κάλυψαν τις πληροφορίες αμέ­σως προσπάθη­σαν να τις εξα­λείψουν με το να λογοκρίνουν το Ταλ­μούδ. Στην έκδοση του Ταλμούδ της Ελβετικής πό­λεως της Βα­σιλεί­ας (περίπου τα έτη 1578 – 1580) οι Χριστιανοί έσ­βη­σαν όλα τα χωρία σχετικά με τον Γιέ­ι­σου και τον μπεν Στάδα. Ακόμα και σήμε­ρα, εκ­δό­σεις του Ταλμούδ που χρησιμοποιούν Χριστιανοί με­λετητές στερούνται αυτά τα χω­ρία.

Κατά την διάρκεια μερικών δεκαετιών στις αρχές του εικοστού αιώνα, σφοδρές ακα­δημαϊκές μάχες οργίαζαν μεταξύ αθέων και Χριστιανών μελετητών περί των απ­αρχών του Χριστιανισμού. Οι Χριστιανοί αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τις Ταλ­μουδικές ενδεί­ξεις. Δεν μπορούσαν άλλο πια να τις αγνοούν και έτσι αντ’ αυτού απο­φάσισαν να αντεπι­τεθούν. Ισχυρίστηκαν ότι ο Ταλμουδικός Γιέισου ήταν μια πα­ρα­ποίηση του «ιστορικού Ιη­σού». Ισχυρίστηκαν ότι το όνομα «Πανδέιρα» ήταν απλώς μια Εβραϊκή προσπάθεια για να προφέρουν την Ελληνική λέξη «παρθένος». Αν και υπάρχει μια επιπόλαια ομοιότητα μεταξύ των λέξεων αυτών, πρέπει να προσέξει κα­νείς ότι για αν παρα­χθεί το όνομα «Παν­δέιρα» από τη λέξη «παρθένος» το «ν» και το «ρ» πρέπει να αντιμετα­τε­θούν. Αλλά οι Εβραίοι δεν υπέφεραν από κανένα ελάτ­τω­μα ομιλίας, το οποίο θα προκαλούσε αυτό το συμβάν. Η επόμενη χρι­στιανική απάντηση είναι ότι πιθανώς οι Εβραίοι επίτηδες παράλ­λαξαν την λέξη «παρθένος» είτε με το όνομα «Πάνθηρας» (που ευρίσκεται στον Κέλσο) είτε με το «πάν­θηρ -ος» που σημαί­νει πάνθηρ, και το «Πανδέιρα» παράγεται απ’ αυτήν την εσκεμμένως αλλαγ­μέ­νη λέ­ξη. Αυτό το επιχείρημα επίσης αποτυγχάνει διότι το τρίτο σύμφωνο και της αλλαγ­μέ­νης και της μη αλλαγ­μέ­νης λέξεως είναι θήτα. Αυτό το γράμμα στα Εβραϊκά μετα­γρά­­φεται με το γράμμα «ταβ», που οποίου η προφορά κατά την διάρ­κεια των κλασ­σι­κών εποχών ομοίαζε πάρα πολύ με αυτήν του Ελ­ληνικού γράμματος. Εν τούτοις το όνομα «Πανδέιρα» ποτέ δεν γράφεται με «ταβ» αλλά με «δά­λετ» ή με «τετ» που δει­κ­νύ­ει ότι ο αρχικός Ελληνικός τύπος είχε δέλτα στο τρίτο σύμ­φωνο και όχι θήτα. Αυτό το χριστιανικό επιχείρημα μπορεί επίσης να γυρίσει να χτυπήσει το κε­φά­λι του: ίσως ήταν οι Χριστιανοί αυτοί που εσκεμμένως μετάλλαξαν το όνομα «Πάνθηρας» στη λέ­ξη «παρθένος» όταν εφεύ­ραν την ιστοριούλα της παρθενικής γεννήσεως. Πρέπει ακό­μα να σημειωθεί ότι η ομοιότητα ανάμεσα στο «Πάνθηρας» (ή «πάνθηρ –ος») και «παρ­θέ­νος» γίνεται πολύ ολι­γό­τε­ρη όταν οι λέξεις είναι γραμμένες στα Ελληνικά επειδή στην αρ­χική Ελληνική ορθογραφία τα δεύτερα φωνήεντα τους [«η» και «ε»] είναι τελείως διαφο­ρετικά.

Οι Χριστιανοί επίσης δεν δέχτηκαν ότι η Μαρία Μαγδαληνή είχε άμεση σχέση με τη Μιργιάμ την υποτιθεμένη μάνα το Γιέισου στο Ταλμούδ. Αντιτείνανε ότι το όνομα «Μαγ­δαληνή» οπωσδή­ποτε σημαίνει τη γυναίκα που κατάγεται από τα Μάγδαλα και ότι οι Εβραίοι εφεύραν την «Μιργιάμ την κομμώτρια γυναικών» («μγδάλα νσάγια») ή για να πε­ριπαίξουν τους Χριστιανούς ή ένεκα των δικών τους παρανοήσεων τού ονό­ματος «Μαγ­δαληνή». Αυτό το επιχείρημα είναι επίσης ψευδές. Πρώτον, αγνοεί την Ελληνική γραμμα­τική: τα σωστά Ελληνικά για τα «Μάγδαλα» είναι «Μαγ­δά­λες» και τα σωστά Ελληνικά για την γυναίκα από τα Μάγδαλα είναι «Μαγδαλαία». Η αρχική Ελ­ληνική ρίζα της «Μαγ­δαληνής» είναι «Μαγδαλήν» με ένα εξόφθαλμο «ν» που δείχνει ότι η λέξη δεν έχει να κά­νει με τα Μάγδαλα. Δεύτερον, τα Μάγδαλα έλαβαν το όνομά τους μόνο μετά τη συγ­γρα­φή των Ευαγγελίων. Πριν απ’ αυτήν ονομαζόταν Μαγαδάν ή Δαλμανούθα. (Αν και το «Μαγα­δάν» έχει ένα «ν», στερείται το «λ» και έτσι δεν μπορεί να παράγει τη «Μαγδα­λη­νή».). Στην πραγ­ματικότητα τα ερείπια αυ­τής της περιοχής επονομάσθηκαν Μάγδαλα από τη χριστιανική κοινότη­τα, εκ των υσ­τέρων, διότι οι Χριστιανοί επίστευαν ότι η Μαρία Μαγδαληνή καταγόταν από εκεί.

Οι Χριστιανοί επίσης επιμένουν ότι η λέξη «Νοτζρί» σημαίνει το άνθρωπο που κατά­γεται από την Ναζαρέτ. Αυτό φυσικά είναι ψευδές διότι η αρχική Εβραϊκή λέξη για την Ναζαρέτ είναι «Νατ­ζράτ» και για τον άνθρωπο που κατάγεται απ’ εκεί είναι «Νατζρατί». Η ονομασία «Νοτζρί» δεν έχει το Εβραϊκό γράμμα ταβ της «Νατζράτ» και συνεπώς δεν μπορεί να παράγεται απ’ αυτήν. Οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι ίσως το Αραμαϊκό όνομα για την Ναζαρέτ ήταν «Νατζαράχ» ή «Νατζι­ράχ» (όπως και το Αραβικό όνομα), το οποίο εξηγεί το ανύπαρκτο ταβ στη λέξη «Νοτζρί». Αυτό επίσης είναι ανοησία γιατί τότε η Αραμαϊκή λέξη για τον άνθρωπο από την Ναζαρέτ θα ήταν «Να­τζαράτιγια» ή «Νατζι­ρά­τι­για» (με ένα ταβ επειδή η θηλυκή κατάληξη «-αχ» θα γινόταν «-ατ» όταν το επίθημα «-ι­για» προστίθεται), και ακόμα ο Αραμαϊκός τύπος δεν θα χρησιμοποιείτο στα Εβραϊ­κά. Οι Χριστιανοί επίσης μηχανεύτηκαν και διάφο­ρα άλλα επιχειρήματα, τα οποία μπορούν να απορ­ρι­φθούν διότι συγχέουν τις Εβρα­ϊ­κές λέξεις «Νοτζρί» και «Ναζίρ» ή δεν γνωρίζουν το γεγο­νός ότι «Νοτζρί» είναι ο αρ­­χαι­ότερος προϋπάρχων τύπος της λέξεως «Ναζα­ρη­νός» [*].
[* Βλέπε Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, 1: 24, 14: 67, 16: 6 «ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμ­βείσθε· Ιησούν ζη­τείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον· ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν.». Ο Μάρκος λοιπόν συνηθίζει αυτή την λέξη αλλά την συναντάμε και μια φορά στον Λουκά 4: 34. Στα άλ­λα τρία κανονικά Ευαγγέλια συνα­ν­τάμε την νεώτερη λέξη Ναζωραίος.]

Εν κατακλείδι, όλα τα χριστιανικά επιχειρήματα βασίστηκαν σε αδύνατες φωνη­τικές αλλαγές και αδυνάτους γραμματικούς τύπους, και επομένως απερρίφθησαν. Επί πλέον, αν και οι θρύλοι στη Γκεμαρά δεν μπορούν να ληφθούν ως γεγονότα, οι ενδεί­ξεις στα Μπα­ράιτας και στην Τοσέφτα που αφορούν τον Γιέισου μπορούν να αναχ­θούν κατ’ ευθείαν πί­σω στους: Γιεχόσσουα μπεν Παράχυαχ, Σίμον μπεν Σέταχ και Γιεχούδα μπεν Ταββαΐ και στους μαθητές των που ήταν σύγχρονοι του Γιέ­ι­σου, ενώ οι ενδείξεις στα Μπαράιτας και στην Τοσέφτα που αφορούν τον μπεν Στάδα μπορούν να αναχθούν στον Ραβίνο Ελιέζερ μπεν Χυρκάνους και στους μαθητές του που ήταν σύγχρονοι του μπεν Στάδα. Επομένως οι ενδείξεις δύνανται να θεωρούνται ιστορικώς ακριβείς. Διά τούτο οι νεώ­τε­ροι Χριστιανοί δεν επιτίθενται στο Ταλμούδ έτι περισ­σό­τε­ρο αλλ’ αντ’ αυτού αρνούνται κάθε σύν­δεση μεταξύ Ιησού και Γιέισου ή μπεν Στάδα. Απορρίπτουν τις ομοιότητες ως καθαρή σύμπτω­ση. Εντούτοις όμως, ο καθέ­νας πρέπει να γνωρίζει καλώς τις ψεύτικες επιθέσεις κατά του Ταλμούδ δι­ότι πολλά χριστιανικά βιβλία ακόμα και σήμερα τις αναφέρουν και μπορεί να επανέλ­θουν στην επιφάνεια από στιγμή σε στιγμή.

Πολλά είναι τα μέρη του μύθου του Ιησού που δεν βασίζονται στον Γιέισου μπεν Στά­δα. Οι περισσότερες χριστιανικές αιρέσεις αξιώνουν ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δε­κεμβρίου. Αρ­χι­κώς οι ανατολι­κοί Χριστιανοί πίστευαν ότι είχε γεννηθεί στις 6 Ιανου­α­ρίου. Οι Αρμένιοι Χριστιανοί ακο­λουθούν ακόμα αυτή την πρώιμη πεποίθηση ενώ οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Χριστιανοί την θεωρούν ως την ημέρα της προσκυνήσεως των μάγων. Όπως γνωρί­ζο­με κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, οι θεοί Ταμμούζ, Αιών και Όσιρις είχαν ταυ­τι­στεί. Λέ­γεται ότι ο Όσιρις – Αιών είχε γεννηθεί από την παρ­θένο Ίσιδα στις 6 Ιανουαρίου και τού­το εξηγεί την αρχική ημερομηνία των Χριστουγέν­νων. Η Ίσις πολλές φο­ρές αντι­προσω­πευόταν από μια ιερή αγελάδα και ο ναός της από έναν στάβλο, πράγμα που πιθα­νώς είναι η απαρχή της χριστιανικής πίστεως ότι ο Ιησούς γεννήθηκε σε στάβλο. Αν και αυτό μπο­ρεί κάποιος να το βρει σαν τραβηγ­μέ­νο από τα μαλλιά, είναι γνωστό ως γεγονός ότι ορι­σμένες πρώτο-χριστιανικές αιρέ­σεις ταύτιζαν τον Ιησού με τον Όσιρη στα γραπτά τους. Η ημε­ρο­μη­νία της 25ης Δε­κεμβρίου για τα Χριστούγεννα ήταν αρχικώς η πα­γα­νι­στι­κή εορτή του θεού Ηλί­ου, του οποίου η ημέρα της εβδομάδος είναι ακόμα γνωστή ως *Ηλί­ου* ημέ­ρα [*Sun* day στα Αγ­γλι­κά, *Sonn* tag στα Γερμανικά, κ. ο. κ.]. Το φωτοστέ­φανο που συ­νή­θως επιδεικνύεται γύρω από το πρόσωπο του Ιησού και των Χριστιανών αγίων, είναι άλ­λη μια έννοια παρμένη από τον θεό Ήλιο.

Το θέμα πειρασμού από ένα πλάσμα που μοιάζει με τον διάβολο βρισκόταν και αυτό στην πα­γανιστική μυθολογία. Συγκεκριμένα η «ιστορία» των πειρασμών του Ιη­σού από τον Σατανά ομοι­ά­ζει με τον πειρασμό του Όσιρη από τον διαβολικό θεό Σετ (Σηθ) στην Αιγυπτιακή Μυθολογία.

Έχομε ήδη υποδείξει ότι υπήρχε στενή σχέση μεταξύ του Ιησού και του πα­γα­νισ­τικού θεού Διονύσου. Όπως ο Διόνυσος έτσι και το βρέφος Ιησούς τυλίχθηκε σε φασ­κι­ές και το­πο­θε­τή­θηκε σε φάτνη. Όπως ο Διόνυσος έτσι και ο Ιησούς υπέφερε και εν­επαίχθη. Μερι­κοί Χριστιανοί υποστη­ρί­ζουν ότι ο Ιησούς στην πραγματικότητα δεν γεννήθηκε σε στά­βλο, αλλά σε σπήλαιο, όπως ακρι­βώς και ο Διόνυσος.

Πόθεν προήλθε η ιστορία ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε; Όπως φαίνεται είναι απο­τέ­λεσμα ενός πλήθους πηγών. Πρώτον, υπάρχουν τρεις ιστορικοί χαρακτήρες κατά την Ρωμαϊκή εποχή που ο κό­σμος νόμιζε ότι ήταν Μεσσίες [*] και που σταυρώθηκαν από τους Ρωμαίους. Ονομαστικώς: Ο Γιε­χού­δα της Γαλιλαίας [Ιούδας ο Γαλιλαίος ή Γαυ­λανίτης, +6 Κ. Ε.], ο Θευδάς (+44 Κ. Ε.), και ο Βενια­μίν ο Αιγύ­πτιος (+60 Κ. Ε.). Επειδή και οι τρεις αυτοί άν­δρες ενομίσθηκαν ότι ήταν Μεσσίες, συγ­χύστηκαν όπως ήταν φυσικό με τον Γιέισου και τον μπεν Στάδα. Ο Γιεχούδα της Γαλιλαίας εκήρυ­ξε στην Γα­λιλαία και συγκέντρωσε πολ­λούς οπαδούς προτού στραυρωθή από τους Ρω­μαίους. Η ιστορία της ιερατικής απο­στολής του Ιησού στη Γαλιλαία φαίνεται ότι βα­σίζεται στην ζωή του Γιε­χούδα της Γαλι­λαίας. Αυτή η ιστορία και η πίστη ότι ο Ιη­σούς έζησε στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας ενι­σχύ­ουν η μία την άλλη. Η πεποίθηση ότι ο Αγρίππας σκότωσε μερικούς μαθητές του Ιησού κα­τά το έτος + 44 Κ. Ε. φαίνεται να βασίζεται την μοίρα των μαθητών του Θευδά. Αφού ο Μπεν Στά­δα είχε επανέλθει από την Αίγυπτο ήταν φυσικό να είχε συγχυσθεί με τον Βε­νι­αμίν τον Αιγύπτιο. Πιθα­νώς να ήταν και σύγχρονοι. Μερικοί νεότεροι συγγραφείς έφτα­σαν στο σημείο να προτείνουν ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο, παρ’ όλον ότι αυτό δεν είναι δυ­νατό διότι οι ισ­τορίες των θανάτων τους εί­ναι εντελώς δια­φορετικές. Στο βιβλίο των Πρά­ξεων στην Καινή Διαθήκη, το οποίο χρησιμοποιεί το βιβλίο του Ιω­σήπου Ιουδαϊ­κές Αρχαι­ολογίες (+93-94 Κ. Ε.) ως πηγή, γίνεται καθαρό ότι ο συγ­γραφέας θεωρούσε τον Ιη­σού, τον Γιε­χούδα της Γαλιλαίας, τον Θευδά, και τον Βενιαμίν τον Αιγύπτιο, να είναι τέσσε­ρις δια­φο­ρετικοί άνθρωποι. Παρά ταύτα, κατ’ αυτόν τον χρόνο ήταν πλέον πολύ αργά για να ανα­τρέψει κανείς τις συγχύσεις, οι οποίες είχαν λάβει χώρα προτού γραφεί η Και­νή Δια­θή­κη, και η ιδέα της σταυρώσεως του Ιησού είχε γίνει αναπόσπα­στο μέρος του μύθου.
[* Στον Ιώσηπο έχομε και άλλους ψευδομεσσίες και Ιησούδες που κάνανε τους προ­φήτες και τους Μεσσίες και οι οποίοι εδεινοπάθησαν στα χέρια των Ρωμαίων. (Μελε­τήσετε τον Ιώσηπο να δείτε τι γίνεται!) Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί ο Ιησούς υι­ός Ανανία, ένας αγροίκος αγ­ρό­της, που προφήτευε για μέρες την πτώση της Ιερουσα­λήμ, Ιουδαϊκός Πόλεμος, VI 300-309. Ο καημένος συνελήφθηκε, βασανί­σθη­κε και θα­νατώθηκε από τους Ρωμαί­ους. Ακόμα και οι Πράξεις των Αποστόλων 5: 34-39 ανα­γνωρίζουν το φαινόμενο των αυτοπροβαλλομένων Μεσσιών και φέρουν ως παρα­δείγ­ματα τον Θευδά και τον Ιούδα τον Γαλιλαίο (Γαυλανίτη). Αυτά λοιπόν που γράφον­ται στις Πράξεις και στα χωρία: Ματ­θαίος 7: 15, 24: 23-24 «τότε εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χρισ­τός ή ώδε, μη πιστεύσητε· εγερ­θήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδο­προφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκ­τούς.», Μάρκος 13: 21-23, Λουκάς 17: 21-23, 21: 8, Ιωάννης 5: 43, Πράξεις 5: 36-37, 9: 22, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 2: 3-10, Α΄ Ιωάννου 2: 18-19, Β΄ Ιω­άννου 7, Αποκάλυ­ψις, κλπ, αντανα­κλούν τα εξής: 1ο) Το γε­γονός ότι στον Ιουδαϊσμό κατ’ αυ­τές τις εποχές Μεσσίες ήταν πολύ της μόδας και εμ­φανιζό­ταν κάθε λίγο και λιγάκι, με τε­λευταίον τον Συμεών Μπαρ Κόκχμπα(χ) τα έτη +132-135. 2ο) Την ακα­τάσχετη άμεση εσχα­το­λο­γία και τον τρόμο περί του από στιγ­μή σε στιγμή τέλους του κόσμου και της ελεύ­σε­ως της βασιλείας των ου­ρανών που διακατείχε τις διάφορες χριστιανι­κές ομάδες των τριών πρώτων αιώ­νων. Αυτό το συμπέρασμα το έχουν τονίσει και υποστηρί­ξει με πολλά στοιχεία και επιχειρήματα και οι παγκοσμίως διαπρεπείς θεο­λόγοι Johannes Weiss και Etienne Trocmé στις με­λέτες τους επί του Αρχεγό­νου Χρισ­τιανισμού, διά τον οποίον γνωρίζομε λίγα πράγματα. Π. χ., στα κοινά τραπέζια, μετά τον τε­μαχισμό του άρ­του το τέλος της προ­σευχής των πρώ­των χριστιανών ήταν: «Ελθέτω χάρις καί πα­ρελ­θέ­τω ο κόσμος ού­τος·μαράν αθά!» ως αυτό διασώζεται στο εγχειρίδιο της εκκ­λησίας κατά το δεύτερο ήμισυ του πρώτου αι­ώνα, Διδαχή (των Δώδεκα Αποσ­τόλων): 10. Στην Α΄ Προς Κοριν­θίους Επισ­τολής του Παύλου 16: 22 συ­ναντάμε επίσης τις αραμαϊκές λέξεις «μαράν αθά.» = Έρχου ώ Κύριε! Τα περισσό­τε­ρα απόκρυφα είναι γεμάτα με φόβο, τρόμο και άμεση εσχατολογία.]

Δεύτερον, αναπτύχθηκε η ιδέα του ότι ο Ιησούς εκτελέστηκε την παραμονή του Πά­σχα [Πε­σάχ, Περά­σματος]. Αυτή η πίστη προφανώς βασίζεται στην εκτέλεση του Γιέισου. Το Πάσχα συμ­βαί­νει κατά τον χρόνο της Εαρινής Ισημερίας, ένα συμβάν που εθεωρείτο πολύ σημαντικό από τους αστρολό­γους κατά την διάρκεια της Ρωμαϊ­κής Αυτοκρατορίας. Οι αστρολόγοι νόμιζαν αυτόν τον χρόνο ως τον χρόνο διασταυ­ρώσεως δύο αστρολογικών ουρανίων κύκλων, και αυτό το συμβάν συμβολι­ζό­ταν με ένα σταυρό. Ούτως δημιουργή­θηκε η πίστη ότι ο Ιησούς απέθανε πάνω στον «σταυ­ρό». Η παρανό­ηση αυτού του όρου από εκείνους που δεν ήταν μυημένοι στις αστ­ρο­λογικές αποκρυ­φιστι­κές ομά­δες ήταν άλ­λος ένας παράγοντας που συνέβαλε στην πε­ποίθηση ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε. Σε ένα από τα πολύ πρώιμα χριστιανικά γραπτά, την Διδασκαλία των Δώδεκα Απο­στόλων, δεν υπάρ­χει κα­μία αναφορά περί του ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε, αλλά το σημείο του σταυ­ρού στον ου­ρανό χρησι­μοποιείται για να αντιπροσωπεύσει τον ερχομό του Ιησού. Πρέπει να σημει­ωθεί ότι το κέντρο των αστρολογικών προλήψεων στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν η Ταρσός στην Μικρά Ασία – το μέ­ρος δηλαδή απ’ όπου καταγόταν ο θρυλικός ιεραπό­στο­λος Παύλος. Η ιδέα ότι ένα ιδιαίτερο άστρο είχε αναγγείλει την γέννηση του Ιησού, και ότι έκ­λειψη Ηλίου συνέβη κατά τον θά­νατόν του, είναι τυπικές Ταρσικές αστρολογικές προλή­ψεις.

Τρίτος παράγων που συνέβαλε στην «ιστορία» της σταυρώσεως είναι και πάλι η πα­γανιστική μυ­θολογία. Το θέμα ενός θεϊκού ή ημι-θεϊκού απεσταλμένου που σταυ­ρώθη­κε πάνω σε δένδρο [επί ξύλου], πάσαλο, ή σταυρού, και μετά αναστήθηκε, είναι πολύ κοινό στην παγανιστική μυθολο­γία. Βρισκόταν στις μυθολογίες όλων των δυτι­κών πολιτισμών που επεκτείνονται προς δυσμάς μέχρι της μακρινής Ιρλανδίας και προς ανατολάς μέχρι την Ινδία. Ιδιαιτέρως ευρίσκεται στις μυθο­λογίες του Όσιρη και του Άττη, αμφότεροι των οποίων είχαν ταυτιστεί με τον Ταμμούζ. Ο Όσιρις προσ­κολ­λήθηκε πάνω σ’ ένα δένδρο με τα χέρια του εκτεταμένα όπως και ο Ιησούς πάνω στον σταυρό. Στην λατρεία του Σερά­πι­δος (συνδυασμός του Όσιρη και του Άπιδος) ο σταυρός ήταν θρησκευτικό σύμβολο. Πράγματι, ο χριστιανικός «Λατινικός σταυρός» ως σύμβολο φαίνεται να βασίζεται κατ’ ευ­θείαν στον συμβολικό σταυρό του Όσιρη και του Σέραπη. Οι Ρωμαίοι ποτέ τους δεν χρησι­μο­ποίησαν τον παρα­δο­σι­ακό χριστι­ανικό σταυρό στις σταυρώσεις. Χρησι­μο­ποι­ού­σαν τον σταυρό σχήματος είτε σαν Χ είτε σαν Τ. Το ιερογλυφικό ενός σταυρού επί λόφου ήταν σχετι­σμένο με τον Όσιρη. Αυτό το ιερογλυφικό αντιπροσώπευε τον «Καλόν Έναν», στα Ελληνικά «Χρηστόν», ένα όνομα που το χρησιμοποιούσαν για τον Όσιρη και άλλους παγα­νι­στικούς θεούς. Το μπέρδεμα του ονόματος αυτού με τον «Χριστό» [= «Μεσσίας = χρι­σμένος, κεχ­ρι­σ­μένος διά του ιερού ελαίου, με πρώτο Μεσσιαχ στον Ιουδαϊσμό τον πρώτο βασι­λέα των Εβραίων Σαούλ»] ισχυ­ροποιεί την σύγχυ­ση μεταξύ Ιησού και παγανιστών θεών.

Κατά την Εαρινή Ισημερία, οι παγανιστές του βορείου Ισραήλ συνήθιζαν να εορ­τά­ζουν τον θά­νατο και την ανάσταση του εκ παρθένου τεχθέντος Ταμμούζ – Όσιρη. Στην Μικρά Ασία (όπου ιδρύθηκαν οι πρώτες χριστιανικές εκκλησίες) διατηρούσαν μια πανο­μοιότυπη εορτή για τον εκ παρ­θένου τεχθέντος Άττη. Ο Άττις επιδεικνύετο ως απο­θνή­σκων επί δένδρου, θαπτόμενος εντός σπη­λαίου, και αναστημένος κατά την τρίτη ημέρα. Έτσι βλέπομε από που προέρχεται η χριστια­νι­κή ιστορία της αναστά­σε­ως τού Ιησού. Στην λα­τρεία του Βαάλ, επιστεύετο ότι ο Βαάλ εξαπάτησε τον Μαβέτ (τον θεό του θανάτου) κατά τον χρόνο της Εαρινής Ισημερίας. Προσποιήθηκε ότι ήταν νε­κρός αλλά μετά εμφα­νίστηκε ζωντανός. Επέτυχε αυτό το τέχνασμα με το να δώσει τον γιο του ως θυσία.

Το ότι το Πάσχα [Πέρασμα] συνέβαινε κατά την ίδια χρονική εποχή του έτους με τους παγανι­στικούς εορτασμούς της «Εόστρας, ή Ισταρ» [= «Easter» στα αγγλικά] δεν είναι απλή σύμ­πτωση. Πολλά έθιμα του Πεσάχ [Πάσχα] σχεδιαστηκαν σαν Εβρα­ϊκές εναλ­λαγές των παγανιστικών εθίμων. Οι παγανιστές πίστευαν ότι όταν ο θεός τους, θεός της φύσεως, (όπως ο Ταμμούζ, ο Όσιρις ή ο Άττις) απέθνησκε και ανασ­ταίνετο, η ζωή του πήγαινε μέ­σα στα φυτά που χρησιμοποιούσαν οι άνθρω­ποι για τροφή. Τα μά­τζα (τα άζυμα ψωμιά) που γινόταν από την ανοιξιάτικη συγκομιδή ήταν το νέο σώ­μα του και το κρασί από τα σταφύλια ήταν το νέο αίμα του. Στον Ιουδαϊσ­μό, τα μάτ­ζα δεν χρη­σιμοποιούντο για να αντιπροσωπεύουν το σώμα κάποιου θεού αλλά το ψω­μί του φτωχού που έφα­γαν οι Εβραίοι πριν φύγουν από την Αίγυπτο. Οι παγανι­στές χρησιμοποιούσαν την πασχαλινή θυ­σία για να αντιπροσωπεύσουν τη θυ­σία ενός θεού ή του μονογενούς υιού του, αλλά ο Ιου­δα­ϊ­σμός τη χρησιμοποίησε για να αντι­προσω­πεύει το δείπνο που έφαγαν οι Εβραίοι προτού φύγουν από την Αίγυ­π­το. Αντί να λέ­γουν «ιστορίες» για το Βαάλ που θυσίαζε τον υιόν του τον πρωτότοκο στον Μα­βέτ, οι Εβραίοι έλεγαν πως ο «μαλ’αχ χα – μαβέτ» (ο άγγε­λος του θανάτου) εφό­νευσε τους πρωτοτόκους υιούς των Αιγυπτίων. Οι παγανιστές έτρω­γαν αυγά για να αντι­προ­σω­πεύσουν την ανάσταση και την αναγέννηση του θεού τους, της φύσεως, αλ­λά τα αυγά στο πιάτο του σέδερ [= δείπνου των Εβραίων προς εορτασμό της Εξό­δου] αντιπροσω­πεύουν την γέννηση του Εβραϊκού λαού που δι­έ­φυ­γε από την δουλεία της Αιγύπτου. Όταν οι Χριστιανοί παρατήρησαν τις ομοιότητες μεταξύ των εθί­μων του Πεσάχ [Πά­σ­χα] και των παγανιστικών εθίμων, έκαναν ολόκληρο κύκλο και με­τέ­στρε­ψαν τα έθι­μα του Πεσάχ πίσω στις παλαιές παγανιστικές διατυπώσεις τους. Το δεί­πνο για το εορ­τασμό της Εξόδου σέδερ έγινε το τελευταίο [ή μυστικό] δείπνο του Ιησού, όμοιο με το τελευταίο δείπνο του Όσιρη που η ανάμνησή του εορταζόταν κα­τά την Εαρι­νή Ισημερία. Τα μά­τζα και το κρασί για άλ­λη μια φορά γινόταν το σώμα και αίμα ενός ψεύτικου θεού, αυτή τη φορά του Ιησού. Τα αυ­γά της Εόστρας τρώγο­ν­ταν πάλι εις ανά­μνη­ση της αναστάσεως ενός «θεού» και ακόμα εις ανά­μνη­ση της «αναγεννή­σε­ώς» του που επετυγχάνετο με το να δεχθεί την θυσία του επί του σταυ­ρού.

Ο μύθος του Τελευταίου [Μυστικού] Δείπνου είναι ιδιαζόντως ενδιαφέρων. Όπως προαναφέ­ραμε, η βασική ιδέα το τελευταίο δείπνο να συμβαίνει κατά την Εαρι­νή Ιση­με­ρία προέρχεται από την «ιστορία» του τελευταίου δείπνου του Όσιρη. Στην χριστιανική αφήγηση, ο Ιησούς είναι μαζί με τους δώδεκα αποστόλους. Από που δη­μιουργήθηκε η ιστορία των δώδεκα αποστόλων; Όπως φαίνεται στην πρώιμη εκδοχή της, η αφήγηση αυ­τή εννοείτο ως αλληγορία. Η πρώτη φορά που οι δώδεκα απόσ­το­λοι αναφέρονται είναι στο γραπτό γνωστό ως η Διδασκαλία των Δώδεκα Αποστό­λων. Αυτό το κείμενο προφανώς δημιουργήθηκε ως ένα σχισματικό Ιουδαϊκό έγγραφο που γρά­φτηκε κα­τά τον πρώτον αι­ώνα Κ. Ε., αλλά υιοθετήθηκε από τους Χριστιανούς οι οποίοι του έκαναν ουσιαστικές με­τατροπές και του προσέθεσαν χριστιανικές ιδέες[*]. Στις αρχικές του εκδοχές είναι κα­θα­ρό ότι οι «δώδεκα από­στολοι» είναι οι δώδε­κα υι­οί του Ιακώβ που αντιπροσωπεύουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Οι Χριστια­νοί αρ­γό­τερα θεώρησαν τους «δώδεκα αποστόλους» να είναι αλ­λη­γο­ρικοί μαθητές του Ιη­σού.
[* Πολλοί είναι οι ερευνητές, εκ των οποίων μερικοί είναι Εβραίοι, που υποστηρίζουν ότι τα ίδια πράγματα ισχύουν και διά την Αποκάλυψιν του Ιωάννου στην Καινή Διαθή­κη.]

Στην Αιγυπτιακή Μυθολογία, ο Όσιρις προδόθηκε κατά το τελευταίο του δείπνο από τον κακό θεό Σετ [Σηθ], τον οποίον οι Έλληνες εταύτισαν με τον Τυφώνα. Αυτό φαί­νεται να είναι η προέ­λευση της ιδέας ότι ο προδότης του Ιησού ήταν παρών κατά το τελευταίο δείπνο του. Η ιδέα ότι ο προδότης αυτός ονομαζόταν «Ιούδας» φτάνει πί­σω στα χρόνια όπου οι δώδεκα απόστολοι ακόμα εννοούνταν ως οι δώδεκα υιοί του Ιακώβ. Η ιδέα του Ιούδα [στα Εβραϊκά Γιούδαχ, Γιεχούδα, που σημαίνει αίνος, εγ­κώ­μιο] που προδί­δει τον Ιησού (τον «υιόν» του Ιωσήφ - Γιόσεφ) υπ­ενθυμίζει ισχυρά την εξιστό­ρηση του Γιό­σεφ της Τοράχ που προδόθηκε από τους αδελ­φούς του με τον Γιε­χούδα ως αρχηγό της συμμορίας. Αυτή η αλληγορία θα ήταν ιδιαιτέ­ρως προσφιλής στους Σαμαρείτες Νοτζρίμ οι οποίοι θεω­ρού­σαν εαυτούς ότι είναι υιοί του Γιόσεφ που προ­δόθηκαν από τους κυρίως Ιου­δαί­ους (που αντιπροσωπεύονταν από τον Ιούδα / Γιεχούδα).

  Παρ’ όλα ταύτα, η υπόθεση των δώδεκα απόστόλων έχασε την αρχική της αλλη­γορική ερμη­νεία και οι Χριστιανοί άρχισαν να νομίζουν ότι οι «δώδεκα απόστολοι» ήταν δώδεκα πραγματικοί άν­θρωποι που ακολουθούσαν τον Ιησού. Οι Χριστιανοί προσπάθησαν να βρούνε ονόματα γι’ αυ­τούς τους δώδεκα αποστόλους. Ματθαίος και Θαδδαίος βασίστη­καν στους Ματτάι και Τοδάχ τους δύο μαθητές του Γιέισου. Ο ένας ή και οι δύο από­στο­λοι με όνομα Ιάκωβος είναι δυνατόν να βα­σί­στη­κε (-καν) στον Ιάκωβο τον Κφάρ Σε­κάν­για, έναν πρώτο Χριστιανό γνωστόν στον Ραβίνο Ελι­έ­ζερ μπεν Χυρκάνους, αλλά αυτό εί­ναι καθαρή εικασία. Όπως έχομε δει, ο χαρακτή­ρας του Ιούδα είναι σχεδόν όλος βασι­σμέ­νος στον Γιούδαχ της Τοράχ αλλά ίσως και αν υπάρχει και κάποια σχέ­ση με έναν σύγ­χρο­νο του Γιέισου, τον Γιεχούδα μπεν Ταββαΐ τον μαθητή του Ραβίνου Γιεχόσσουα μπεν Πε­ράχυαχ. Καθώς ήδη προανα­φέρθηκε, η ιδέα του προδότη κατά το τελευταίο δείπνο πα­ρά­χ­θηκε από την μυθολο­γία του Όσιρη ο οποίος προδόθηκε από τον Σετ – Τυφώνα. Ο Σετ – Τυφών εί­χε κόκ­κινα μαλλιά και πιθανόν αυτό να είναι η προέλευση του ισχυρισμού ότι ο Ιούδας είχε κόκ­κινα μαλλιά. Αυτή η ιδέα έχει οδηγήσει στο χριστιανικό στερεότυπο πορ­τραίτο των Ιουδαίων που τους θέλει να έχουν κόκκινα μαλλιά, παρά το γεγονός ότι στην πραγ­ματικότητα, τα κόκκινα μαλλιά είναι πολύ συχνότερα μεταξύ των Αρίων παρά με­τα­ξύ των Ιουδαίων.
Στον Ιούδας εδόθη το συχνά απαντώμενο παρανόμι «Ισκαριώτ – ης ». Σε μερικά ση­­μεία που οι Αγγλικές Καινές Διαθήκες έχουν “Iscariot – Ισκαριότ” το Ελληνικό κεί­μενο γράφει «Ισκαριώτης, – -ου, κλπ.» που σημαίνει ότι καταγόταν από την Κα­ρι­ώτ. Καριώτ ήταν το όνομα μιας πολίχνης στο Ισραήλ, πιθανώς η σημερινή τοπο­θεσία γνωστή στα Αραβικά ως «Καριατεΐν». Βλέπομε δηλαδή ότι το όνομα Ισκα­ρι­ώτης πα­ρά­γεται από το Εβραϊκό «Ις Καριώτ» που σημαίνει «άνθρωπος από την Καριώτ». Αυ­τή πραγματικά είναι η παραδεγμένη χριστιανική σημασία του ονόματος αυτού. Εν τούτοις, στο παρελθόν, οι Χριστιανοί λάθος κατάλαβαν το όνομα αυτό και εμφανί­σ­τηκαν θρύλοι περί του ότι ο Ιού­δας καταγόταν από την πόλη Συχάρ, ότι ήταν μέλος του κόμματος των εξτρεμι­στών γνω­στό ως Σικάριοι [και εκ τούτου νόμισαν ότι Ισκα­ριώτης σημαίνει άνθρωπος του φόνου] και ότι καταγόταν από τη φυλή του Ισσάχερ. Η πιο ενδιαφέρουσα πα­ρα­νόηση του ονόματος είναι η αρχική σύγχυση με τη λέξη «σκορτέα» που σημαίνει «δερ­μά­τινη τσάν­τα χρημά­των». Αυτό οδήγησε στον μύ­θο της Καινής Διαθήκης ότι ο Ιούδας κρα­τούσε μια τέτοια τσάντα, το οποίο με τη σει­ρά του οδήγησε στην πίστη ότι ήταν ο ταμίας των αποστόλων.

Ο απόστολος Πέτρος εμφανίζεται ως επί το πλείστον ως φανταστικός χαρακτή­ρας. Σύμφωνα με την χριστιανική μυθολογία, ο Ιησούς τον εξέλεξε να είναι ο «κλει­δο­­κρά­το­ρας της βασιλείας των ουρανών». Αυτό καθαρά βασίζεται στην Αιγυπτιακή πα­γανιστική θεότητα, Πέτρα, η οποία ήταν η θυρωρός των ουρανών και της μετέ­πει­τα ζωής, που την κυβερνούσε ο Όσιρις. Πρέπει επίσης να αμφιβάλομε για την ιστο­ρι­κότητα του Λουκά «του καλού θεραπευτή» που υποτίθεται πως ήταν φίλος του Παύ­λου. Το αρχικό όνομα για το «Λουκάς» είναι «Λύκιος, [= φωτεινός]», το οποίο ήταν άλ­λο ένα όνομα για τον Απόλ­λωνα, τον θεό του «θεραπεύειν, θεραπεύεσθαι».

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κατά μέγα μέρος βασίζεται σε ένα ιστορικό πρόσωπο που έκανε ιε­ρο­τελεστική εμβάπτιση εντός υδάτων σαν φυσικό συμβολισμό για μετάνοια [βλέπε π. χ. το εδά­φιο του Ιωσή­που Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες, βιβλίο XVIII (18), στίχοι 116 - 119.]. Δεν εκτελούσε χριστια­νικού τύπου βαπτίσματα για να καθαρίσει τις ψυ­χές των αν­θρώπων [*]. Τέ­τοια ιδέα ήταν τελείως ξένη με τον Ιουδαϊσμό. Θανατώθηκε από τον Ηρώδη Αντίπα επει­δή φοβότανε ότι αυτός (ο Ιωάννης) επρόκειτο να αρ­χί­σει ανταρσία. Στα Ελ­ληνικά το όνο­μά του ήταν «Ιωάννης» και στα Λατινικά “Johannes”. Αν και ως συνήθως αυτά τα ονό­μα­τα χρησιμοποιούνταν για να αποδώσουν το Εβρα­ϊ­κό όνομα «Γιο­χανάν», είναι πολύ αμφί­βολο ότι αυτό ήταν το πραγματικό Εβραϊκό όνομα του Ιωάν­νου. «Ιωάν­νης» ομοιάζει πολύ με «Ωάννης» το Ελληνικό όνομα για τον παγανιστικό θεό Έα. Ο Ωάννης ήταν ο «Θεός του Οίκου του Ύδατος». Μυσ­τη­ρι­α­κό βάπτισμα για μαγικό κα­θά­ρισμα των ψυχών ήταν μια πρακτική που προφα­νώς προήλθε από την λατρεία του Ωάν­νου. Η πιο πιθανή εξή­γηση τού ονόματος τού Ιωάν­νου και της συνδέσεώς του με το όνο­μα Ωάννης είναι ότι πιθανώς ο Ιωάννης έφερε το πα­ρανόμι «Ωάννης» επειδή έκανε βά­πτισμα, που το είχε προσ­αρμό­σει, από τη λατ­ρεία του Ωάννου. Το όνομα «Ωάννης» συγ­χύσθηκε αργότερα με το «Ιωάν­νης». (Πράγματι, ο θρύλος της Καινής Διαθήκης που αφο­ρά τον Ιωάννη παρέχει την ένδει­ξη ότι το πραγματικό όνομά του ίσως να ήταν Ζαχα­ρί­ας.). Από τα γραπτά του Ιωσή­που γνωρίζομε ότι ο ιστορικός Ιωάννης απέρ­ρι­πτε την πα­γανιστική ερμηνεία του «κα­θαρ­­μού της ψυχής». Οι Χριστιανοί, όμως, επανήλθαν στην αρχική παγανιστική ερμη­νεία.
[* Εδώ πρέπει να σημειώσομε μια μεγάλη αντίφαση και αρλουμπολογία όλων των Ευαγγελίων.
Στα κείμενα ομολογίας του Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, όπως τον αποκαλούν οι χριστιανοί, περί του Ιη­σού Χρισ­τού και στα κείμενα της Βαπ­τίσεως του Ιησού από τον Ιωάννη Βαπτι­στή, Ματθαίος κεφάλαιο 3, Μάρκος 1: 1-11, Λου­κάς 3: 1-22, Ιωάν­νης 1: 6-37, 3: 22-36 βλέπομε τα εξής:
Ο δερματοντυμένος, γλίτσης, αγριάνθρωπος της ερήμου της Υπεριορδανίας, ακριδο­τραφείς και κατά πάσαν πιθανότητα Εσσαίος Ιωάννης αποκαλεί τον Ιησού: Αμνό του Θεού, Χριστό, Μεσσία, οπίσω του ερχόμενον, πρώτον του, κλπ. Ομολογεί ότι ού­τε τα κορδό­νια των παπουτ­σιών του δεν μπορεί να λύσει, κλπ. Λέγει στον Ιη­σού ότι αυτός πρέπει να βαπτι­σ­τεί από αυτόν και όχι ο Ιησούς από ‘κείνον. Μιλάει για νέο βάπτισ­μα όχι με ύδωρ αλλά με πνεύμα άγιο και πυρ, και πολλά άλλα τέτοια βομ­βώδη, που μπο­ρείτε να τα διαβάσετε μέσα στις παρα­πομπές που αναγράψαμε.
Με τα πολλά, ο Ιωάννης τελικά επείσθη από τον Ιησού να τον βαπτίσει. Κατά την βά­πτιση έγιναν τέρατα και σημεία. Άνοιξαν οι ουρανοί. Η φωνή του Θεού Πατ­ρός Γιαχ­βέχ ακούστηκε να λέγει «ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδό­κη­σα.». Το Πνεύμα κατέβηκε σαν περισ­τέρι και εκάθισε πάνω στην κεφαλή του Ιησού και έτσι εβεβαίωσε του λόγου το ασφαλές. Παραδόσεις, Απόκ­ρυφα Ευαγγέλια και ορ­θόδοξα τροπάρια λέ­νε ότι ο ποταμός «Ιορδάνης εστράφη εις τα οπί­σω» από την τρο­μάρα του, και πολλά άλ­λα τοιαύτα.
Ολίγον χρόνο μετά, στα ίδια τα Ευαγγέλια διαβάζομε:

Ματθαίος 11: 2-6 «Ο δε Ιωάννης ακούσας εν τω δεσμωτηρίω τα έργα του Χρι­στού, πέμψας δύο των μαθητών αυτού είπεν αυτώ· συ ει ο ερχόμενος ή έτε­ρον προσδο­κώμεν; και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς· πορευθέντες απ­αγγείλατε Ιωάννη α ακού­ετε και βλέπετε· τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί πε­ρι­πατούσι, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται και πτω­χοί ευαγγελίζονται· και μακάριός εστιν ος εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί.»

Λουκάς 7: 18-23 «Και απήγγειλαν Ιωάννη οι μαθηταί αυτού περί πάντων τού­των. και προσκαλεσάμενος δύο τινάς των μαθητών αυτού ο Ιωάννης έπεμ­ψε προς τον Ιη­σούν λέ­γων· συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν; παρα­γε­νόμενοι δε προς αυτόν οι άνδρες είπον· Ιωάννης ο βαπτιστής απέσταλκεν ημάς προς σε λέγων· συ ει ο ερ­χόμενος ή έτερον προσδοκώμεν; εν αυτή δε τη ωρα εθεράπευσε πολλούς από νόσων και μαστίγων και πνευμάτων πονηρών και τυφλοίς πολλοίς εχαρίσατο το βλέπειν. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυ­τοίς· πορευθέντες απαγγείλατε Ιωάννη α είδετε και ηκούσατε· τυφλοί ανα­βλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται· και μακάριός εστιν ος εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί.»

Δηλαδή τώρα τι γίνεται; Ο Ιωάννης δεν ξέρει ποιος είναι ο Ιησούς και προσκαλεσάμενος δύο τινάς των μαθητών αυτού ο Ιωάννης έπεμ­ψε προς τον Ιη­σούν λέ­γων· συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;
Αν και ο Ιησούς προειδοποιεί, λες και το είχε μυριστεί, «και μακάριός εσ­τιν ος εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί.», αυτή η αγεφύρωτη σκανδαλώδης αν­τίφαση που γράφτηκε από τα χέρια των ιδίων θε­οπνεύστων Ευαγγελιστών, τα οποία έγ­ραψαν και όλα τα άλλα, σκανδαλίζει τους θεολόγους από τον δεύτερο αιώνα και μετά. Τί να πούνε;
Ο κακοήθης και ψυχοπαθής Τερτυλλιανός περί το +200 έδω­σε την εξής απάν­τηση: «Ο Ιωάννης όταν εβλήθη στην φυλακή έχασε την θεία χά­ρη και ξέχα­σε όσα εί­χε ομολογήσει και ότι είχε βαπτίσει τον Ιησού.». Εύγε μέγα τέρας Τερ­τυλλι­ανέ με την εφευρετικότητά σου! Δεν σχολιάζομε άλλο αυτή την απάντηση!
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος πιο πονηρός και δόλιος είπε με «απόλυτη σιγου­ριά» ότι η αμφιβολία ήταν των μαθητών του Ιωάννη και όχι του ιδίου και γι’ αυτό τους έστειλε για να διαπιστώσουν μό­νοι τους ποιος ήταν αυτός ο Ιησούς. Κάτι τέ­τοιο όμως στα δυο κείμενα δεν υπάρχει. Ο Ματθαίος είναι σαφής: «Ο δε Ιωάννης ακού­σας εν τω δεσμωτηρίω τα έργα του Χρι­στού, πέμψας δύο των μαθητών αυτού είπεν αυ­τώ· συ ει ο ερχόμενος ή έτε­ρον προσδο­κώμεν;». Το «είπεν αυ­τώ·» είναι στον ενι­κό και μιλά ο Ιωάννης όχι άλλοι! Στον Λουκά η λέξη τινάς, στη φράση «δύο τινάς των μαθητών αυτού ο Ιωάννης έπεμ­ψε», ση­μαίνει ότι οι δύο μαθητές που έστειλε ήταν αυτοί που έτυχε να βρει εκείνη την ώρα μπροστά του και δεν τους επέλεξε λόγω του ότι αυτοί οι ίδιοι αμφέβαλαν. Επίσης η μετοχή «λέγων», στον Λουκά, είναι στον ενικό αριθμό και ο «λέγων» είναι ο ίδιος ο Ιωάννης! Πέραν τούτων όμως, η ίδια η απάντη­ση του Ιησού «και αποκριθείς ο Ιησούς εί­πεν αυ­τοίς· πο­ρευθέντες απαγ­γεί­λατε Ιω­άννη α εί­δετε και ηκούσατε·» καθιστά σαφές ότι η εφ­εύρεση του Χρυ­σόστο­μου απορρίπτε­ται παταγωδώς, διότι η απάντηση του Ιησού απευθύνεται κατ’ ευθείαν στον ίδιο τον Ιωάννη, έστω και μέσω αγγελιαφόρων. Η απορία του Ιωάννη παρα­μένει ακράδαντη ακό­μα και αν υπο­θέ­σομε ότι οι δύο ή όλοι οι μαθητές του διατηρούσαν και αυτοί την ίδια απορία. Έτ­σι ο Χρυσόστο­μος απέ­δειξε για μια ακόμη φορά ότι: ή δεν καταλαβαί­νει τί διαβά­ζει ή δεν ξέρει τι γράφει ή ότι είναι βλαξ ή συνω­μότης.
Αλλά είναι δυνατόν ο Ιωάννης, από την ημέρα της βαπτίσεως μέχρις ότου εβ­λήθη στην φυλακή, να μην είχε εξηγήσει στους μαθητές του ποιος ήταν ο Ιησούς τον οποίον συνεχώς ομολογούσε και όλα όσα συνέβησαν κατά την βά­πτισή του; Η όλη ιστορία για τον Βαπτιστή Ιωάννη ήταν ο κηρυττόμενος του οποίου ήταν Πρόδρομος και Προφήτης. Άρα πως ήταν δυνατόν να μην είχε πει τίποτα στους μαθητές του; Ακόμη, κάποιοι μαθητές του Βαπτιστού θα ήταν παρόντες κατά την Βάπτιση! Στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο όμως, βλέπομε καθαρά ότι τέτοια εξήγηση είχε γίνει και ο Ιησούς είχε γνωρίσει μερικούς μαθητές του Ιωάννου, 1: 29-39, 3: 22-36, προτού ο Ιωάννης μπει φυλακή. Επίσης όπως λένε τα Ευαγγέλια, αυτά τα λόγια και πολλά άλ­λα, τα έλεγε σε όλο τον κόσμο, πόσον μάλλον στους μαθητές του! Άρα ο Χρυσόστο­μος αποδεικ­νύεται για μια ακόμη φορά ψεύ­της και συνωμότης.
Σαν να μην έφτάνε αυτό το μπουρδούκλωμα με τον Ιωάννη Βαπτιστή και τα βαπτίσματά του, έχομε επί πλέον και το εξής ανα­κάτεμά του σε ανύπαρκτες (μυ­θικές) γεωγραφικές τοποθεσίες του Πα­λαι­στινιακού χώρου. Η σημερινή κανονική Καινή Δι­αθήκη γρά­φει:

Λουκάς 3: 18 «πολλά μεν ουν και έτερα παρακαλών ευηγγελίζετο τον λαόν
Ιωάννης 3: 23 «ην δε και Ιωάννης βαπτίζων εν Αινών εγγύς του Σαλείμ, ότι ύδατα πολλά ην εκεί, και παρεγίνοντο και εβαπτίζοντο·»

Όμως, ο γνωστός και πολύ σημαντικός Ελληνολατινικός κώδικας Bezae, της Καινής Δια­θήκης (φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Cambridge της Αγγλί­ας), ακόμα κατά το τέλος του 5ου ή αρχές του 6ου αιώνα γρά­φει:

Λουκάς 3: 18 «πολλά μεν ουν και έτερα παραινών ευηγγελίζετο τον λαόν.»,

φράση που αποδίδει σαφές νόημα. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής δηλαδή έδινε παραινέ­σεις και με τις παραινέσεις του ευαγγελιζόταν τον λαό. Όμως οι μετέπειτα διορθωτές που τα Ελληνικά τους ήταν χείριστα, δεν εγνώριζαν την λέξη παραινών και την «δι­όρ­θω­σαν» στην λέξη παρακαλών, πράγμα που τώρα δεν βγάζει νόημα.
Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής όμως, όποιος και ήταν αυτός, με τα λίγα πτωχά Ελληνικά που ήξερε αν και θεόπνευστος, υπέθεσε ότι το σωστό πρέπει να είναι παρ’ Αινών, και έτσι έγ­ραψε «βαπτίζων εν Αινών». Είναι ιστορικώς αποδεδειγμένο ότι, αμφότερες οι τοπο­θεσίες Αινών και Σαλείμ δεν υπήρχαν. Ένεκα όμως αυτού του μύ­θου, του Ιωάννου του Ευαγγελιστού, σήμερα και οι δύο τοποθετούνται στους γεωγ­ραφικούς χάρτες της Παλαιστίνης του καιρού εκείνου. (Μερικές φορές ολίγοι πιο ει­λικρινείς θεολόγοι τις βάζουν με ερωτηματικά!)
Αυτό επίσης αποδεικνύει ότι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής αν και Εβραίος εντο­πίτης ψαράς δεν ήξερε την γεωγραφία του μικρού Παλαιστινιακού χώρου του και τα μέρη στα οποία τα ύδατα ήσαν πολλά. Το γεγονός αυτό είναι άλλο ένα πρόσθετο στοιχείο της ψευδεπιγραφίας του Ευαγγελίου αυτού, όπως και των τριών άλλων. Τα τέσσερα κα­νο­νι­κά Ευαγγέλια είναι ψευδεπίγραφα και εγράφησαν κατά διαστήματα και με πολλές επαναληπτικές διορθώσεις και προσθήκες από τον δεύτερο αιώνα και μετά. Είναι μυ­θολογικά κείμενα πίστεως που προσαρμόζονταν με το πέρασμα των αι­ώνων στις προ­κύπτουσες ανάγκες της πίστεως που προσπαθούσαν να προωθήσουν. Δεν έχουν κα­μία ιστορική αξία.
Από θεολογικής απόψεως η Βάπτιση ήταν αχρείασ­τη διότι ο Ιησούς ως Θεός δεν χρεια­ζόταν βάπτισμα. Όπως τα έγραψαν οι: Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς, μπο­ρεί κα­νείς να ισχυριστεί ότι ο Ιησούς πήγε να βαπτισθεί από τον Ιωάννη Βαπτιστή ως απλός αμαρ­τωλός άνθρωπος, προτού πλεχθεί το παραμύθι ότι ήταν θεός. Ο εκ των δώδεκα όμως, Ευαγγελιστής Ιωάννης που πα­ρισ­τάνει και τον θεολόγο, δεν έχει ανα­φέρει την Βάπτιση στο Ευαγγέλιο του παρά μόνο τους ασαφείς στί­χους: 1: 32-33 «και εμαρτύ­ρησεν Ιωάννης [ο Βαπτιστής] λέγων ότι τεθέα­μαι το Πνεύ­μα κατα­βαίνον ως περισ­τε­ράν εξ ουρανού, και έμεινεν επ’ αυτόν. καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ’ ο πέμ­ψας με βαπ­τί­ζειν εν ύδατι, εκείνός μοι είπεν· εφ’ ον αν ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μέ­νον επ’ αυ­τόν, ούτός εστιν ο βαπτίζων εν Πνεύματι Αγίω.».
Ολίγον καιρό μετά ταύτα όμως, ο Ιωάννης Βαπτιστής επερωτά τον Ιησού Χριστό: «...συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;».
Αν εσείς, όποιοι είστε, βρείτε ποτέ άλλη καλλίτερη εξήγηση αυτής της αντι­φάσεως, από αυτήν του Τερυλλιανού ή του Χρυσοστόμου, να την δημοσιεύσετε διεθ­νώς μήπως και ξελασπώσετε κατά τι την αρλουμ­πολογία και βλα­κεία της Εβραιογνω­στικοχριστιανικής μάστιγας.
Απ’ αυτό εδώ το βαρύ μπουρδούκλωμα των Ευαγγελίων οι αμερόληπτοι επισ­τημονικοί ερευνητές συμπεραίνουν ότι η Βάπτιση του Ιησού δεν έγινε ποτέ και είναι ένα παρα­μύθι που προστέθηκε αργότερα για να υποκλαπεί η Παγανιστική και η Εσ­σαϊκή τελετή του Βα­πτίσματος από τον Χριστιανισμό. Όπως μόλις αναφέραμε ο Ευ­αγγελιστής Ιω­άννης δεν την έχει βάλλει στο Ευαγγέλιό του, ο δε Παύλος στην Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 14-17 λέγει: «ευχαριστώ τω Θε­ώ ότι ουδέ­να υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάϊον, ίνα μη τις εί­πη ότι εις το εμόν όνομα εβάπ­τι­σα. εβάπτισα δε και τον Στεφανά οί­κον· λοι­πόν ουκ οί­δα ει τινα άλ­λον εβάπτισα. ου γαρ απέστειλέ με Χρι­στός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγ­γελίζεσθαι, ουκ εν σο­φία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χρισ­τού.». Επίσης έχομε αναπτύξει ότι, ο Ιώσηπος, στην Ιου­δαϊ­κή Αρχαιολογία, βιβλίο XVIII (18), στίχοι 116 - 119 και βιβλίο XX (20), στίχος 200, αναφέρει το βάπ­τισμα που έκανε ο Ιωάννης και την έννοιά με την οποία το έκανε και είδαμε ότι ήταν πολύ δι­αφορετικό και με άλλη έννοια από το επίπλασ­το χριστιανικό, «δι’ άφεσιν αμαρτι­ών και απόταξιν του Σατανά»!
 — Και συνεχιζομε με τον Yehoshua:]

Ο θεός Ωάννης σχετιζόταν με τον αστερισμό του Αιγόκερω. Και οι δύο, Ωάννης και αστε­ρι­σμός του Αιγόκερω, εν συνεχεία σχετίσθηκαν με το νερό. (Ο αστερισμός υπο­­τί­θε­ται να απεικονίζει ένα μυθικό θαλάσσιο τέρας με σώμα ιχθύος και πρόσθιο μέρος αίγας.). Έχομε ήδη ιδεί ότι στον Ιη­σού εδόθη ή ίδια ημερομηνία γεννήσεως με τον θεό Ήλιο [25 Δεκεμβρίου], όταν ο ήλιος βρίσκεται στον αστερισμό του Αιγό­κε­ρω. Οι παγα­νι­στές νό­μι­ζαν ότι αυτή είναι μια περίοδος που ο θεός Ήλι­ος βυθίζεται μέ­σα στα νερά του Ωάννη και εμφανίζεται αναγεννημένος. (Το Χειμερινό Ηλιοστά­σιο, όταν οι ημέρες αρ­χί­ζουν να γί­νονται μεγαλύτερες, γίνεται κοντά στις 25 Δεκεμ­βρίου.). Αυτός ο αστρολογικός μύ­θος εί­ναι προφανώς η απαρχή της ιστορίας ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάν­νη. Πιθανώς να άρχισε σαν αλληγορική αστρολογική αφήγηση, αλλά όπως φαίνεται ο θεός Ωάννης αρ­γότερα συγχύσθηκε με το ιστορικό πρόσωπο που πήρε ως παρανόμι το Ωάννης το οποίο μεταλλάχτηκε σε Ιωάννης.

Η πίστη ότι ο Ιησούς είχε συναντήσει τον Ιωάννη συνέβαλε στην πίστη ότι η ιε­ρα­τική αποστο­λή και η σταύρωση του Ιησού συνέβηκαν όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν επίτροπος της Ιουδαίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες ημερομηνίες για τον Ιησού που αναφέρονται από τους Χριστιανούς είναι τελείως ανόητες. Ο Ιη­σούς εν μέρει βασιζόταν στον Γιέισου και τον μπεν Στάδα οι οποίοι έζησαν περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώνα χωριστά. Βασίστηκε επίσης στους τρεις ψευδομεσ­σίες, Γιεχού­δα, Θευδά και Βενιαμίν, οι οποίοι εσταυρώθηκαν από τους Ρωμαίους σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρόνους. Ένα άλλο γεγονός που συ­νέβαλε στην ανακατωσούρα των ημερομη­νι­ών που αφορούν τον Ιησού ήταν ότι ο Ιακώβ του Κφαρ Σεκανγιά και πιθανώς επίσης και άλλοι Νοτζρίμ, χρησιμο­ποιούσε εκφράσεις όπως: «έτσι εδιδάχ­θη­κα από τον Γιέι­σου χα – Νοτζρί», παρ’ όλον ότι δεν είχε διδαχθεί από τον Γιέισου προσωπικώς. Γνω­ρίζομε από την Γκεμαρά ότι η δήλωση του Ια­κώβ οδή­γη­σε τον Ραβίνο Ελιέζερ μπεν Χυρκάνους να συμπεράνει εσφαλμένως ότι ο Ιακώβ ήταν μαθητής του Γιέισου. Αυτό υποδηλώνει ότι υπήρχαν ραβίνοι που δεν γνώριζαν το γεγονός ότι ο Γιέισου είχε ζή­σει κατά τους χρόνους των Χασμοναίων. Ακόμα και ύστερα όταν οι Χριστιανοί τοπο­θέτησαν τον Ιησού στον πρώτο αιώνα Κ. Ε., η σύγ­χυ­ση συνεχίστηκε ανά­μεσα στους μη Χριστιανούς. Υπήρχε ένας σύγχρονος του Ραβίνου Ακίβα ονομαζόμενος Πάππος μπεν Γιεχούδα που συ­νή­θιζε να κλειδ­αμπαρώνει την άπιστη γυναίκα του. Γνωρί­ζομε από την Γκεμαρά ότι μερικοί άνθρωποι, που μπέρ­δευαν τον Γιέισου και τον μπεν Στά­δα, μπέρδεψαν και τη γυναίκα του Πάππου με την Μιργιάμ την άπιστη μάνα τού Γιέι­σου. Αυτό θα τοποθετούσε τον Γιέισου περισσότερο από δύο αιώ­νες μετά τα χρόνια που πραγματικά έζησε.

Οι αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης συγχέουν τόσο πολλές ιστορικές περιόδους ώστε να μη υπάρχει κανένας τρόπος να συμφιλιωθούν με την ιστορία. Το παραδο­σι­α­κό έτος της γεννήσεως τού Ιησού είναι το +1 Κ. Ε. Ο Ιησούς όπως υποτίθεται δεν πρέπει να ήταν με­γαλύτερος από δύο έτη όταν ο Ηρώδης διέταξε την σφαγή των αθώ­ων νηπίων. Αλλά, ο Ηρώδης πέθανε πριν από τις 12 Απριλίου του - 4 Π. Κ. Ε. Αυτό το γεγονός οδήγησε μερι­κούς Χριστιανούς να επαναπροσδιορίσουν την ημερο­μηνία της γεννήσεως του Ιησού εντός του χρονικού διαστήματος -6 με - 4 Π. Κ. Ε. Αλλά και πάλι ο Ιησούς υποτίθεται ότι γεν­νήθηκε κατά την διάρκεια της απογραφής του Κυρηνίου. Αυτή η απογραφή έλαβε χώρα μετά την καθαίρεση του Αρχελάου το +6 Κ. Ε. δέκα χρόνια μετά τον θά­νατο του Ηρώδη. Ο Ιησούς όπως υποτίθεται βαπτίσ­τη­κε από τον Ιωάννη ολίγον χρόνο μετά από τότε που ο Ιωάννης άρχισε να βαπτίζει και να κηρύττει κατά το 15ο έτος της βασιλείας του Τιβε­ρί­ου, δηλαδή το +28 – 29 Κ. Ε., όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν κυβερνήτης της Ιουδαίας, δη­λα­δή +26 – 36 Κ. Ε. Σύμ­φωνα με την Καινή Διαθήκη, αυτό επίσης συνέβη όταν ο Λυσανίας ήταν ο τετράρ­χης της Αβιληνής και ο Άννας και ο Καϊάφας ήταν οι αρχιερείς. Αλλά ο Λυ­σανίας [*] κυ­βερνούσε την Αβιληνή από περίπου το - 40 Π. Κ. Ε. μέχρι το -36 Π. Κ. Ε. δη­λαδή το έτος που εκτελέστηκε από τον Μάρκο Αντώνιο, 60 χρόνια περίπου πριν τον Τιβέ­ριο και 30 χρόνια περίπου πριν από την υπο­τιθεμένη γέννηση του Ιησού. Προσέτι, ποτέ δεν υπήρχαν δύο ταυτόχρονοι αρχιερείς. Ιδιαι­τέ­ρως δε ο Άννας δεν ήταν συναρ­χι­ε­ρεύς με τον Καϊάφα. Ο Άννας εκδιώχθηκε από το αξίωμα του αρχιε­ρέ­ως το +15 Κ. Ε. μετά από υπηρεσία 9 ετών σ’ αυτή τη θέση. Ο Καϊάφας όμως έγινε αρ­χι­ε­ρεύς κατά το έτος +18 Κ. Ε., τρία χρόνια περίπου μετά τον Άννα. Κράτησε το αξίωμα αυτό για 18 περίπου χρό­νια, και έτσι οι ημερομηνίες περί αυτόν είναι σύμφω­νες με τον Τιβέριο και τον Πόντιο Πιλάτο, αλ­λά όχι με τον Άννα και τον Λυσανία. Αν και το βιβλίο των Πράξεων παρου­σιά­ζει τον Γιεχούδα της Γαλιλαίας, τον Θευδά και τον Ιησού ως τρεις διαφορετικούς ανθρώπους, εσ­φαλμένως βάζει τον Θευδά [*](που σταυρώθηκε το +44 Κ. Ε.) πριν από τον Γιε­χού­δα για τον οποί­ον σωστά αναφέρει ότι σταυρώθηκε κατά την απογραφή (το +6 Κ. Ε.). Πολλές απ’ αυτές τις χρο­νολογικές ατοπίες φαί­νονται να βασίζονται σε λανθασμένη ανάγνωση ή λανθασμένη κατανόηση του βιβλίου του Ιω­σή­­που Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες το οποίο χρη­σι­μοποιήθηκε ως πηγή από τον συγ­γρα­φέα των Πράξεων, Λουκά ή όποιον άλλον ήταν.
[* Είναι εμφανές ότι το βιβλίο των Πράξεων σε μερικά σημεία αν­τιγράφει από τον Ιώσηπο. (Διαβάσετε τα χωρία που συγκρίνει και χρησιμοποιεί και απ’ τα δύο έργα ο Robert Ambelain στο βιβλίο του Παύλος.). Περιέχει όμως και πολλά ιστο­ρικά λάθη αν αντιπαραβληθεί με αυτόν. Στα δύο ενταύθα κραυγαλέα ιστορικά λάθη οι Χριστια­νοί έδωσαν την εξής απάντηση: «Άλλοι είναι ο Λυσανίας και ο Θευδάς του Ιωσήπου και άλ­λοι του Λουκά και των Πρά­ξε­ων». Μια απάντηση που καθένας θα μπορούσε πολύ εύκολα να προφέ­ρει αφού δεν είναι δυνα­τόν ούτε να πιστοποιηθεί ούτε να απορριφθεί διότι δεν υπάρ­χει απολύτως κανένα στοι­χείο προς καμιά κατεύθυνση. Αν όμως είναι έτσι το ζήτημα, τότε αυτοί δεν αναφέρονται πουθενά αλλού εκτός από το βιβλίο των Πράξε­ων. Αυτό όμως είναι εντελώς απίθανο λόγω της θέ­σεως και της δράσεώς των. Οπότε άντε τώ­ρα να απο­δείξει κανείς διά του κενού εάν οι Χριστιανοί έχουν δί­κιο ή άδικο! Βλέπετε δεν μπορούμε να ταξιδέψομε στο παρελθόν και να ρω­τήσομε πως είχαν τα πράγματα! Άλλο ένα λάθος των Πράξεων 12: 20-25 είναι η περι­γραφή του θανάτου του Ηρώδη Αγρίππα του 1ου το +44. Ο Ιώσηπος παραθέτει τα συμβάντα αλλιώς, Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες ΧΙΧ, 346-361. (Υπάρχουν και άλλα ιστο­ρι­κά λάθη στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και στις Πράξεις που δεν θα παραθέσομε εδώ. Όσα είδαμε αρκούν ως δείγμα.)
Υπάρ­χει και άλλη μια δυνατότητα πέραν της απροσε­ξίας, αγραμματοσύνης ή σκοπι­μότητας του συγγ­ρα­φέα ή συρραφέα των Πράξεων ή των υστερο­χρόνων επι­διορ­θω­τών. Αυτή είναι ότι αυτά τα λά­θη τα έκαναν επί­τηδες πι­σ­τεύοντας ότι αυτή η πρωτο­τυπία θα τους προσέ­διδε ανεξάρ­τητο ισ­το­ρι­κό κύρος εφ’ όσο κα­μία άλλη ιστο­ρική πηγή δεν θα πε­ριείχε τα ονόματα αυτά μέσα στις εποχές που αυτοί τα με­τέθεσαν και τα ανεκάτεψαν. Ακόμα είναι πιθανόν να επί­στευαν ότι οι πραγ­μα­τικές ισ­το­ρι­κές πη­γές θα εξα­φα­νι­ζό­ταν εγκαίρως. (Ίδια δικαιολογία προ­βά­λουν πολλοί απολογητές του Χριστιανισμού και για τον Κυρήνιο του Λουκά 2: 1-2 και την τρομα­κτική αντίφασή του με τον Ματθαίο επί του μυθεύματος της γεννήσεως του Ιησού. Μας λένε ότι άλ­λος είναι ο Κυρήνιος του Λουκά και άλλος ο Κυρήνιος του Ιωσήπου και της επίση­μης Ρωμαϊκής Ιστορίας. Άλλοι πάλι λένε ότι ήταν ο ίδιος Κυρήνιος αλ­λά έκανε δύο απογραφές, και άλλοι λένε άλλα! Είδατε πόσο εύκολα ξεμ­περδεύουν αντιφάσεις και λάθη! Θαυ­μάσια!).]

Η αφήγηση της δίκης του Ιησού είναι επίσης πάρα πολύ ύποπτη. Καθαρά προ­σ­παθεί να εξευ­με­νίσει τους Ρωμαίους και να συκοφαντήσει τους Εβραίους. Ο Πόν­τιος Πιλάτος της Ιστορίας ήταν αλα­ζονικός και δεσποτικός. Μισούσε τους Εβραίους και ποτέ του δεν παραχώρησε καμία εξουσία σ’ αυτούς. Παρ’ όλα ταύτα, στην χριστιανι­κή μυθολογία, πε­ριγράφεται σαν ηγεμών που τον ένοι­α­ζε η καλή και σωστή διακυ­βέρνηση, που διαχώριζε τη θέση του από τις κατηγορίες εναντίον των Εβραίων, και που α­ναγ­καζόταν να υπακούει στις απαιτήσεις των Εβραίων. Σύμφωνα με την χριστι­ανική μυθολογία, κάθε Πάσχα, οι Εβραίοι παρακαλούσαν το Πιλάτο να ελευθερώσει οποιονδήποτε εγκληματία που αυτοί θα διάλεγαν. Αυτό φυσικά είναι κραυγαλέο ψέ­μα. Οι Εβραίοι ποτέ δεν είχαν τέτοιο έθιμο για να ελευθερώνουν ενό­χους εγκληματίες το Πεσάχ ή οποιανδήποτε άλλη μέρα του έτους. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Πιλάτος έδωσε στους Εβραίους την επιλογή να ελευθερώ­σει ή τον Ιησού Χριστό ή τον ληστή-φονιά ονόματι Βαραββά. Οι Εβραίοι κατά τις αξιώ­σεις του μύ­θου με ενθουσιασμό επι­λέξανε τον Ιησού Βαραββά. Αυτό το μύθευμα είναι ένα κακόηθες αντισημιτικό ψέ­μα, ένα από τα πολλά τέτοια ψέματα που βρίσκονται μέσα στην Καινή Διαθήκη (που κατά κύριο μέρος γράφτηκε από αν­τιση­μί­τες). Αυτό που είναι ιδιαιτέρως σιχα­μερό μ’ αυτή την ανόητη εξιστό­ρηση είναι το ότι αυτή είναι προ­φανώς διαστροφή μιας προηγούμενης «ιστορίας» η οποία αξίωνε ότι οι Εβραίοι απαί­τη­σαν να ελευ­θε­ρώ­σουν τον Ιησού Χριστό. Το όνομα «Βαραββάς» είναι απλώς ο Ελληνικός τύπος του Αρα­μαϊκού «βαρ Αββά» που σημαίνει «υιός του Πατρός». Έτσι ο «Ιησούς Βα­ραβ­βάς» αρχι­κώς εσή­μαινε «Ιησούς ο υιός του Πατρός», με άλλα λόγια, τον συνήθη χριστια­νικό Ιησού. Όταν λοιπόν η προη­γούμενη «ιστορία» επέμενε ότι οι Εβραίοι θέ­λανε να ελευθερωθεί ο Ιησούς Βαρ­αβ­βάς, αναφερόταν στον συνηθισμένο Ιησού. Κά­ποιος δια­στρέβλωσε την ιστορία με το να αξιώσει ότι ο Ιησούς Βαραββάς ήταν πρό­σωπο διαφο­ρε­τικό από τον Ιησού Χριστό και αυτό ξε­γέλασε τους Ρω­μαίους και τους Έλληνες Χριστιανούς που δεν ήξεραν τι σημαίνει το όνομα «Βα­ραββάς».

Και για τελευταίο αναφέρομε ότι, ο ισχυρισμός πως ο αναστημένος Ιησούς εμφα­νί­στηκε στους μαθητές του βασίζεται σε παγανιστικές προλήψεις. Στη Ρωμαϊκή μυ­θο­λογία, ο εκ παρθένου τεχθείς Ρωμύλος εμφανίστηκε στον φίλο του καθ’ οδόν προ­τού αναληφθεί εις τους ουρανούς. Το θέμα της αναλήψεως εις τους ουρανούς ευρίσκεται σε δεκάδες πα­γανιστικών μύθων και θρύλων και σε Εβραϊκές αφηγήσεις. Όπως ισχυ­ρί­ζονται και ο Απολλώνιος Τυανεύς είχε επίσης εμφανισθεί στους μαθητές του μετά την ανάστασή του και πριν την ανάληψή του. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσομε ότι ο ιστο­ρικός Απολλώνιος εί­χε γεννηθεί κατά την ίδια περίπου εποχή της γεννήσεως του μυθολο­γικού Ιησού. Σε θρύ­λους διάφοροι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι διέπραξε πολλά θαύματα τα οποία ήταν τα ίδια με εκείνα που αποδόθηκαν στον Ιησού, όπως εξορ­κι­σ­μοί δαιμόνων και ότι ανέστησε νε­κρή κοπέλα, κ. ά..

Όταν λοιπόν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με Χριστιανούς ιεραποστόλους πρέπει να τους υπο­δεικνύει όσες πιο πολλές πληροφορίες είναι δυνατόν περί των απαρχών του Χρι­στιανισμού και του μύθου του Ιησού. Σχεδόν ποτέ σας δεν θα κατορθώσετε να τους πείσε­τε[*] ότι ο Χριστιανισμός είναι ψευδής [πλαστή, τεχνητή] θρησκεία. Ποτέ δεν θα μπορέσετε να αποδείξετε πέ­ραν πάσης αμφιβολίας ότι η εξιστόρηση που αφορά τον Ιησού έχει δη­μιουργηθεί κατά τον τρόπο που ισχυριζόμαστε ότι έχει, εφ’ όσον όλες οι ενδείξεις εί­ναι περιστασιακές. Πράγ­ματι δεν μπορούμε να είμαστε βέ­βαιοι για τις ακριβείς αρ­χές πολλών ειδικών σημείων της εξιστορήσεως που αφορά τον Ιησού. Αυτό όμως δεν πειράζει. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι το ότι εσείς μό­νοι σας καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν λογικές εναλλακτι­κές επιλογές αντί της τυφ­λής πίστεως στους χριστιανι­κούς μύθους και ότι εύλογη αμφιβολία και αμφι­σβήτηση μπο­ρεί να επι­σκι­ά­σει την αφήγηση της Καινής Διαθήκης.
[* Αυτό βεβαίως ισχύει για όσους αρνούνται να καθίσουν να σκεφτούν αλλά επα­να­παύονται μόνο στην πίστη τους και πουθενά αλλού. Δεν οφείλεται στην έλλειψη επι­χειρημάτων και αντικειμενικών στοι­χείων ικανών να αποδείξουν κάτι ή τουλάχι­σ­τον να θέσουν ση­μαντικά ερωτήματα των οποίων οι απαντήσεις αναζητούνται.
Ο Χριστιανισμός παίζει με την ψυχολογία και πατά και τοκίζει επί των αδυναμιών και των φό­βων των ανθρώπων και όχι επί της εξ αντι­κειμένου αλήθειας. Διά ταύτα, είναι πλαστή και τεχνητή θρησκεία και η θεολογία και δογ­ματική του καθίστανται άκρως επικίνδυνες και καταστρο­φικές τόσο για το άτομο ως μονά­δα όσο και για την κοινωνία ως σύ­­νολο!
Κανένα λο­γι­κό και επι­σ­τη­μονικό επιχείρημα δεν μπορεί να κλονίσει την πίστη ενός θρησκευ­τι­κά «πιστού» που εκ προοιμίου αρνείται να καθίσει και να σκε­φτεί. Ο πι­στός ως φα­να­τι­κός και τυ­φλός «τα τ’ ώτα τον τε νουν τε τ’ όμασιν» δεν βά­ζει επί τά­πητος αυτά που πιστεύει και έτσι διακόπτει κάθε συζήτηση και έρευνα περί της αλη­θείας των εν τη γε­νέ­σει. Τα επιχει­ρή­­ματα και τα στοιχεία που υπάρχουν ούτε που θέ­λει να τα εξε­τά­σει έστω και από περιέργεια. Προτιμά να μαρτυρήσει για την πίστη του παρά να αναγνω­ρί­σει τα λάθη του και να ανακαλέσει. Η δι­­α­νο­ητική αγκύ­λωση που έχει πάθει είναι τέτοια που μόνο η πλύση εγκεφάλου ίσως κα­τορθώσει να κάνει κάτι με την περίπτωσή του. Ίσως και σκληρές εμπειρίες, αδυ­σώ­πητα παθήματα και μακροχρόνια μα­θή­ματα της ζωής μπο­ρούν να τον βοηθήσουν.
Πλην όμως, τα όσα αναπτύσσονται εδώ και αλλού έχουν σοβαρή επίδραση στους αν­θρώπους που σκέπτονται με συνέπεια, που αναζητούν την αλή­θεια, που δεν απορ­ρίπ­τουν την λογική και που αναγνωρίζουν την αξία της επιστήμης. Σε όλους αυ­τούς κά­θε έκθεση και ανάπτυξη στοιχείων και επιχειρημάτων, όπως αυτή εδώ και κάθε άλλη, βο­ηθά ώστε να μην πέσουν σαν στρα­βοί μέ­σα στην παγίδα της αγκυλωτικής θρησ­κευτικής πίστης ή αν είναι μέσα να εξέλθουν απ’ αυτήν.]


PART 2: THE LACK OF HISTORICAL EVIDENCE FOR JESUS

ΜΕΡΟΣ 2Ο : Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΝΔΕΙΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

Η συνήθης χριστιανική απάντηση σε εκείνους οι οποίοι θέτουν υπό αμφισβήτηση την ιστορι­κότητα του Ιησού είναι να πασάρουν διάφορα γραπτά ως «ιστορικές μαρ­τυ­ρίες» για την ύπαρξη του Ιησού. Συνήθως αρχίζουν με τα κανονικά Ευαγγέλια των: Ματθαίου, Μάρκου, Λουκά και Ιω­άν­νου [*]. Ο συνηθισμένος ισχυρισμός είναι ότι: αυ­­τά είναι «ανα­φορές αυτόπτων μαρτύρων του βίου του Ιησούς που έγιναν από μα­θη­τές του». Η απάν­τη­ση σ’ αυτό το επιχείρημα μπορεί να συνοψι­σθεί σε μια μόνο λέ­ξη -*ψευδεπί­γρα­φα*-. Ο όρος αυτός αναφέρεται σε γραπτές εργασίες των οποίων οι συγ­γραφείς αποκρύ­πτουν τις αληθείς ταυτότητες τους πίσω από θρυλικούς χαρακ­τή­ρες του παρ­ελθόντος. Το ψευδε­πί­γραφο γράψιμο ήταν ιδιαιτέρως λαοφιλές μεταξύ των Εβραίων κατά την Χα­σμο­νι­κή και τη Ρωμαϊκή περίοδο και αυτή η μέθο­δος γρα­ψί­ματος υιοθετή­θηκε από τους πρώ­τους Χριστιανούς.
[* Αλλά και πλήρεις τίτλοι αυτών των Ευαγγελίων δεν λένε ευθέως ότι αυτά εγρά­φη­σαν από τους: Ματθαί­ον, Μάρκον, Λουκάν και Ιω­άν­νην, όπως αυτό υποδηλούται διά της προ­θέσεως «κατά».]

Τα κανονικά Ευαγγέλια δεν είναι τα μόνα ευαγγέλια. Για παράδειγμα, υπάρχουν και ευαγγέλια της Μαρίας, του Πέτρου, του Θωμά, του Φιλίππου, κ. ά.[*]. Αυτά τα τέσσερα ευαγγέλια, κ. ά., ανα­γνωρί­ζον­ται ως ψευδεπίγραφα και από Χριστιανούς και από μη Χρι­στιανούς μελετητές. Δεν παρέ­χουν καμία θεμιτή ιστορική πληροφορία δι­ό­τι βασίστη­καν σε φήμες και πίστεις. Η ύπαρξη αυτών των προφανώς ψευ­δε­πι­γ­ρά­φων ευαγγελίων καθιστά πο­λύ εύλογη την υποψία ότι και τα κανονικά Ευαγ­γέλια είναι μάλλον ψευδεπίγραφα. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι πρώτοι Χριστιανοί έγρα­φαν ψευδεπίγραφα ευαγγέλια κατα­δεικνύει ότι στην πραγματικότητα αυτό ήταν το σύ­νη­θες μέτρο. Ως εκ τούτου, εκεί­νο που χρειάζεται απόδειξη είναι ο ισχυρισμός των ιε­ραποστόλων ότι δηλαδή τα κανο­νικά Ευαγ­γέ­­­λια δεν είναι ψευδεπίγραφα.
[* Έχομε γνώση υπάρξεως 65 ευαγγελίων, εκ των οποίων περί τα 35 έχουν διασωθεί είτε ολικώς είτε μερικώς.]

Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον γράφτηκε στο όνομα του Μάρκου, του μαθητή του μυθι­κού Πέ­τρου. (Ο Πέτρος ως επί το πλείστον βασίζεται στην παγανιστική θεότητα Πέτρα, που ήταν η θυρω­ρός του ουρανού και της μετέπειτα ζωής στην Αιγυπτιακή θρη­σκεία.). Ακόμα και στην χριστιανική μυθολογία ο Μάρκος δεν ήταν μαθητής του Ιησού, αλλά φί­λος του Παύλου και του Λουκά. Το Ευ­αγγέλιο του Μάρκον γράφτηκε πριν από τα Ευαγ­γέ­λια του Ματθαίου και του Λουκά (π. +100 Κ. Ε.) αλλά μετά την καταστροφή του Ναού το +70 Κ. Ε., η οποία αναφέρεται εις αυτό. Οι περισ­σό­τε­ροι Χριστιανοί πιστεύουν ότι γρά­φτηκε γύρω στο +75 Κ. Ε. Αυτή η χρονολογία δεν βασίζεται σε Ιστο­ρία αλλά στην πίστη ότι το ιστορικό πρόσωπο Μάρκος έγραψε το Ευαγγέλιο σε μεγάλη ηλικία. Αυ­τό δεν εί­ναι δυνατόν διότι το ύφος της γλώσσας που χρησιμοποιεί ο Μάρκος δεικνύει ότι γράφτηκε (μάλ­λον στη Ρώμη) από έναν Ρωμαίο προσήλυτο στον Χριστιανισμό του οποίου η γλώσ­σα ήταν η Λα­τινική και όχι η Ελλη­νική, η Εβραϊκή ή η Αραμαϊκή [*]. Πραγματικά, αφού όλα τα ευαγγέλια είναι γραμμέ­να σε ονόματα θρυλικών χαρακτήρων του παρελθόντος, το Ευ­αγγέλιο του Μάρκου γρά­φτη­κε πολύ με­τά το θάνατο οποιουδήποτε ιστορικού Μάρκου (εάν υπήρ­χε κάποι­ος). Τα περιεχό­με­να του Μάρκου είναι μια συλλογή μύθων και θρύλων βαλ­μένων μα­ζί για αν σχηματίσουν μια συν­ε­χή αφή­γη­ση. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι βασίστη­κε σε φερέγγυες ιστορικές πηγές. Το Ευαγγέ­λιο του Μάρκου αλλοιώθηκε και λο­γοκ­ρί­­θηκε πολλές φορές, η δε σημερινή μορφή του χρονο­λο­γεί­ται με κάποια πιθανότητα γύρω στο +150 Κ. Ε. [**]. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας (π. +150 - 215 Κ. Ε.) γκρί­νι­αζε για τις δια­φοροποιημένες εκδόσεις αυτού του ευαγγελίου οι οποίες ήταν σε κυκλοφο­ρία όταν αυτός ζού­σε. (Οι Καρποκρατικοί, μία πρώτο-χριστιανική αίρεση, θεωρού­σαν την παι­δεραστία αρε­τή και ο Κλήμης γκρίνιαζε για τις ιδικές τους εκδόσεις του Μάρκου οι οποίες ομιλούσαν για τα σεξου­αλικά ανδραγαθήματα του Ιησού με μικρά αγό­ρια.).
[* Εκτός του ότι το όνομα Μάρκος είναι Ρωμαϊκό, το Ευαγγέλιο αυτό περιέχει: (1) Μεταγλωττισμένους Λατινισμούς αντί των Ελληνικών όρων όπως θα έπρεπε. Π. χ.: «Σπεκουλά­τωρ» (εκ του speculator = παρα­τηρητής, κατάσκοπος, εξεταστής. Εδώ ατυχής λατινι­σμός διά τον δήμιον) 6: 27. «Κοδράντης» (εκ του quadrans = τέταρτο. Εδώ για δύο λεπτά της νομισ­ματικής μονά­δας) 12: 42. «Κεντυρίων» (εκ του centurio = εκατόνταρ­χος) 15: 39, 44, 45, κλπ. (2) Γεωγ­ραφικά λάθη όπως «Και πάλιν εξελθών εκ των ορίων Τύρου και Σιδώ­νος ήλθε προς την θάλασσαν της Γαλιλαίας ανά μέσον των ορίων Δεκαπόλεως.» 7: 31. κ. ά. Ανύπαρκτα τοπωνύμια όπως, Ναζαρέτ που αυ­τός την αναφέρει πρώτος, και κάνει λανθασμένη ερμηνεία του ναζαρηνός. (Όπως έχο­με προαναφέρει όλα τα Ευαγγέλια παραθέτουν αρκετά ανύπαρκτα τοπωνύμια.). (3) Ασυν­ταξίες και κακούς Αραμαϊσμούς όπως: «Περιπατών δε παρά την θά­λασσαν της Γα­λιλαίας είδε Σίμωνα και Ανδρέαν...» 1: 16, «Και εκείθεν αναστάς έρχεται εις τα όρια της Ιουδαίας διά του πέραν του Ιορδάνου...» 10: 1, «...ταλιθά, κούμι· ό εστι μεθερ­μηνευ­όμε­νον, το κοράσιον, σοί λέγω, έγειρε.» 5: 41, κλπ.
Αυτά δεν θα μπορούσε να τα γράφει ένας γηγενής Γαλιλαίος ή Ιουδαίος ή ένας που εγνώριζε την Ελληνικήν αρκετά καλά. Πολλά τέτοια κοινά και μη κοινά λανθασ­μένα στοιχεία ευρίσκομε και στα τρία άλλα Ευαγγέλια, όπως εκθέτομε μέσα στα κείμενά μας. Π. χ. βλέπε Ματθαίος 2: 22-23, 5: 26, 4: 12-13, 19: 1, κλπ. Για περισσό­τερα στοιχεία και λεπτομέριες βλέπε: Robert Taylor, Rev., The Diegesis, Kessinger Publishing, or Health Rese­arch, σελίδες 114-136, και Joseph Wheless, (α) Forgery in Christianity, και (β) Is it Gods Word?, Kessinger Publishing.]
[* * Στους κώδικες του 4ου αιώνος το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο τελειώνει με τον στίχο 16: 8 « … εφο­βούντο γαρ.». Οι υπόλοιποι στίχοι 16: 9-20 είναι κατοπινή προσθήκη για να πούνε δυο λόγια για την εμφάνιση και την ανάληψη του Ιησού. Αλλιώς μόνο μια απλή αναγγελία «… ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε …», 16: 6, δεν αρκούσε πλέον για τη νέα θρησκεία! Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο λοιπόν, καθώς και τα υπόλοιπα Ευαγγέλια όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, αλλάζονται και προσαρμό­ζονται με το πέρασμα του χρόνου στις προκύπτουσες κα­ταστάσεις και δεν έχουν σκοπό να καταγράψουν Ιστο­ρία. Είναι κείμενα πίστεως που συνεχώς αναπροσδιορίζεται!]

Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον δεν γράφτηκε βεβαίως από τον απόστολο Ματ­θαίο. Ο χαρακτή­ρας του Ματθαίου βασίζεται στο ιστορικό πρόσωπο με όνομα Ματ­τάι που ήταν μαθητής του Γιέι­σου μπεν Πανδέιρα (του Γιέισου που έζησε κατά την Χασμονικήν περί­ο­δο, και ήταν ένα από τα ολίγα ιστορικά πρόσωπα στα οποία βα­σί­στηκε ο μυθικός χαρα­κτήρας Ιησούς). Το Ευαγγέλιον του Ματ­θαίου στην αρχή ήταν ανώνυμο και απεδόθη στον Ματθαίο κάποιο χρόνο κατά την διάρκεια του δευτέρου αιώνος Κ. Ε. Η αρχική του μορφή πιθανώς γράφτηκε κατά τον ίδιο χρόνο πάνω κάτω με το Ευαγγέλιον του Λουκά (περίπου το +100 Κ. Ε.) διότι όπως διαφαίνεται το ένα δεν έχει γνώση του άλλου. Αλλοιώθηκε και λογοκρίθηκε περί το +150 Κ. Ε. Τα δύο πρώτα κεφάλαια, που ασχο­λούνται με την παρ­θε­νική γέννηση, δεν υπήρχαν στο πρω­τότυπο και οι Χριστιανοί Εβραϊκής προε­λεύσεως στο Ισ­ραήλ προτιμούσαν αυτή την αρχική του γραφή. Για πηγές χρησιμοποίησε τον Μάρ­κο και μια συλ­λογή διδασ­κα­λι­ών που αναφέρεται ως η Δευτέρα Πηγή (ή το γραπτό Q, [από την Γερμανική λέξη Quelle = πηγή]). Η Δευτέρα Πηγή δεν διεσώθη σαν ξεχωριστό γρα­πτό, αλλά ολό­κλη­ρο το περιε­χό­μενό της ευρίσκεται εντός του Ματθαίου και του Λουκά. Όλες οι διδα­σ­καλίες που περιέχονταν εν­τός αυτής ημπο­ρούν να ευρεθούν στον Ιουδαϊσμό. Οι πλέον εύλογες διδα­σκα­λίες ημπορούν να ευ­ρεθούν στον επικρατούντα Ιουδαϊσμό, ενώ οι ολιγότερο εύλογες στον σχισμα­τι­κό Ιουδαϊσμό. Δεν υπάρχει τίποτα εντός αυ­τού το οποίο θα απαιτούσε να υποθέσομε την ύπαρξη ενός ιστορικού Ιησού. Παρ’ όλον ότι ο Ματθαίος και ο Λουκάς αποδίδουν τις εντός των Ευαγγε­λί­ων τους διδα­σ­καλίες στον Ιη­σού, η Επιστολή του Ιακώβου τις αποδίδει στον Ιάκωβο. Συνεπώς ο Ματθαίος δεν παρ­έχει καμία ιστο­ρική ένδειξη για τον Ιησού.

Το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον[*] και το βιβλίο των Πράξεων (τα οποία είναι δύο μέρη μί­ας και ιδί­ας εργασίας) γράφτηκαν στο όνομα του χριστιανικού μυθολογικού χαρα­κτήρα Λου­κά του θε­ρα­πευτή [ιατρού όπως λέγει και η χριστιανική παράδοση] (ο οποίος πιθανώς δεν ήταν ιστορικό πρό­σω­πο αλλά μια χρι­στιανική προσαρ­μο­γή του Έλληνα θε­ραπευτή θεού Λύκου). Ακόμα και στην χριστιανική μυ­θολογία, ο Λουκάς δεν ήταν μαθητής του Ιησού αλλά φίλος του Παύλου. Το Ευαγγέλιο του Λουκά και οι Πράξεις χρησι­μο­ποι­ούν ως πηγή το σύγ­γραμμα του Ιωσήπου Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες, και επομένως δεν μπο­ρού­σαν να είχαν γραφτεί πριν το +93 Κ. Ε. Αυτόν τον χρόνο κά­θε φίλος του Παύλου είτε θα είχε πε­θά­νει ή θα ήταν σε προ­χωρημένο γήρας. Πράγ­μα­τι, και οι Χριστιανοί και οι μη Χρισ­τι­α­νοί ερευνητές συμφω­νούν ότι οι αρ­χι­κές εκ­δόσεις των δύο αυτών βιβλίων γράφτηκαν από κάποιον ανώνυμο Χριστιανό κα­τά το +100 Κ. Ε. και μετά αλλοι­ώ­θηκαν και λο­γο­κρίθηκαν τα έτη +150 – 175 Κ. Ε περίπου. Εκτός του συγ­γράμ­μα­τος του Ιωσήπου, το Ευαγγέλιο του Λουκά και οι Πρά­ξεις χρη­σιμοποιούν ακόμα ως ανα­φο­ρές το Ευαγ­γέ­λιο του Μάρκου και την Δευτέρα Πηγή. Αν και ο Ιώσηπος θεωρείται κατά μάλλον ή ήττον αξιόπιστος, ο ανώνυμος συγγραφέας [των Πράξεων] συχνά διάβασε ή κα­τάλαβε τον Ιώσηπο σφαλερώς και επί πλέον, ου­δεμία πληροφορία για τον Ιησού εντός του Ευαγγελίου του Λουκά και των Πράξεων προ­έρ­χεται από τον Ιώσηπο. Έτσι το Ευαγ­γέλιο του Λου­κά και οι Πράξεις δεν έχουν καμία ιστο­ρι­κή αξία.
[* Το Ευαγγέλιον του Λουκά κάνει μια ύποπτη αλλά και πολύ αποκαλυ­πτι­κή εισαγω­γή. Όπως προαναφέραμε στους στίχους 1: 1-4 γράφει: «Επειδήπερ πολλοί επεχείρη­σαν ανατάξασθαι διήγησιν περί των πεπληροφο­ρη­μέ­νων εν ημίν πραγμάτων, καθώς πα­ρέ­δοσαν ημίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπη­ρέ­ται γενό­μενοι του λόγου, έδοξε καμοί, πα­ρ­ηκολουθηκότι άνωθεν πάσιν ακριβώς, καθε­ξής σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ίνα επι­γ­νώς περί ων κατηχήθης λόγων την ασφά­λει­αν.». Πα­ρατηρούμε λοιπόν τα εξής: Ομο­λογεί ότι πολλοί επιχείρησαν να γράψουν δι­ηγήσεις και όχι ιστορία. Άρα υπήρ­χαν ήδη πολλά μυθιστορηματικά ευαγγέλια στην κυκλοφορία, πράγμα γνωστό και εξ­ακ­ριβωμένο. Μας λέει ότι τα πράγματα που εγράφοντο ήταν από προ­φορικές αφη­γή­σεις αυτόπτων μαρτύρων και όχι από γραπτά κείμενα του καιρού εκείνου. Περιέργως, δεν μας αναφέρει ούτε έναν απ’ αυτούς τους αυτόπτες μάρτυρες! Ενώ μόνος του δη­μι­ουργεί την ευκαιρία να μας αποκαλύψει το όνομά του και να μας πει ποιος είναι, εν­τού­τοις δεν το κάνει. Αν πράγ­ματι ήταν ο ιατρός Λουκάς και γραμματέας του Απο­σ­τόλου Παύλου τί τον εκώλυε να μην μας πει ποιος είναι. Θα έδινε και μεγαλύτερο κύ­ρος στα επακολουθήσαντα γραπτά του. Αφού όμως υπήρχαν τό­σες και τόσες διη­γή­σεις, όπως ομολογεί, δεν πήρε μία ή μερικές που αυτός ενόμιζε σωστότερες για να τις στεί­λει στον κράτιστον Θεόφιλο, αλλά αποφάσισε να γράψει και να του στεί­λει μια δική του, που όπως φαίνεται θα νόμιζε καλ­λί­τερη από τις άλλες! Εδώ αποδεικ­νύ­ε­ται ότι δι­άφοροι έγρα­φαν ό,τι τους άρεσαν ή ενόμιζαν αληθές από τις προφορικές αφηγή­σεις που έφταναν στα αυτιά τους και όσο για την θεοπνευστία, αυτή... θα ερχόταν αρ­γότερα με τα δόγματα! Το γεγονός ότι το Eυαγγέλιο αυτό περιέχει πολλά κρίσιμα πε­ριστατικά, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά ή δεν υπάρχουν στα άλλα δύο πρωιμό­τερα συνο­π­τικά και φυσικά στου Ιωάννου, αποδεικνύει ότι ο συντάκτης του χρησιμο­ποίησε και άλλες πηγές όπως και την δική του πρωτοβουλία ή φαντασία. Υπάρχει και το ερώτημα ποι­ός να είναι ο κρά­τιστος Θεόφιλος. Όπως φαίνεται πρόκειται για τον επίσκοπο Αντιο­χείας Θεόφιλο, που ήταν επίσκοπος κα­τά τα έτη 169 - 177 Κ. Ε., διότι δεν υπήρχε κα­νένας άλλος κράτι­σ­τος Θεόφιλος πριν απ’ αυτόν. Συνεπώς το Ευ­αγ­γέλιο γράφτηκε ή ανασυντάχθηκε από παραδόσεις και προηγούμενα κείμενα με­τα­ξύ των ετών 170 και 177 Κ. Ε. και ο συντάκτης του έβαλε αυτή την εισαγωγή και ότι άλ­λο του άρεσε. Αυ­τή την εκδοχή την παραδέχεται η Καθολική Εγκυκ­λοπαίδεια και συμφω­νεί με όλα τα στοιχεία που μας έχει παραδώσει ο Πατήρ Ιερώνυ­μος, +342 - 420 Κ. Ε. Εξ αυτών των στοιχείων συμπεραίνομε ότι, οι ορθό­δοξες χριστι­ανικές χρο­νολο­γίες είναι συνω­μο­τι­κές, σκόπιμες, ψεύτικες και γίνονται κου­λουβάχα­τα... Οι επι­στή­μονες και ερευνητές τοπο­θετούν τη συγγραφή ή μια κρίσιμη ανασύν­ταξη των τεσ­σά­ρων κανονικών Ευ­αγ­γελίων την εποχή αυτή (+175 – 185 Κ. Ε.) κατά την οποία έδ­ρα­σε και ο Ειρηναίος Λυ­ώνος. Όσο για τα ορθόδοξα έτη +67 – 95 Κ. Ε., (ή ακόμα +62 – 99 Κ. Ε.), αυτά είναι εντελώς πλα­σματικά και αυθαίρετα, επειδή βο­λεύουν κά­πως αλ­λά μα­κράν του τελεί­ως την μυθολογική χριστιανική κατάσ­ταση. Ακόμα η προ­τεραιό­τητα του Ευαγγελίου του Ματ­θαίου έχει απορ­ριφθεί απ’ όλους τους επιστή­μο­νες και ερευνητές και πρώτο κανονικό Ευαγγέλιο θεω­ρείται του Μάρ­κου. Αν πάλι τα Ευαγγέ­λια ήταν θεόπνευστα, τότε θα υπήρχε μόνο ένα σωστό και πλήρες και όχι τέσ­σερα δι­αφορετικά, ασαφή και αντιφατικά!]

Το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιον γράφτηκε στο όνομα του αποστόλου Ιωάννου αδελ­φού του Ια­κώ­βου, υιού του Ζεβεδαίου. Ο συγγραφέας του Λουκά χρησιμοποίησε όσο πιο πολ­λές πηγές μπορού­σε να μαζέψει αλλά δεν εγνώριζε το Ευαγγέλιο του Ιω­άννου. Έτσι το Ευ­αγγέλιο του Ιωάννου δεν μπορούσε να έχει γραφτεί πριν από το Ευαγγέλιο του Λουκά (το +100 περίπου). Συνεπώς το Ευαγ­γέλιο του Ιω­άννου δεν μπορούσε να έχει γραφτεί από τον ημι-μυθικό χαρακτήρα Ιωάννη τον Από­στολο, ο οποίος υπο­τί­θε­ται ότι φονεύτηκε από τον Ηρώδη Αγρίππα λίγο πριν τον θάνατο του ίδιου του Ηρώ­δη το +44 Κ. Ε. [*] (Ο Απόστο­λος Ιωάννης προφανώς βασίζεται σε έναν ιστορικό μα­θη­τή τού ψευδό-Μεσσία Θευδά ο οποίος σταυρώθηκε από τους Ρωμαίους το +44 Κ. Ε. και του οποίου οι μαθητές όλοι εφο­νεύθηκαν.). Ο πραγμα­τι­κός συγγρα­φέας του Ευαγγελίου του Ιωάννου ήταν τω όν­τι ένας ανώνυμος Χριστιανός από την Έφεσο στην Μικρά Ασία. Το αρχαιότερο κομμάτι του Ευ­αγ­γε­λίου του Ιωάννου που έχει δια­σωθεί μέχρις ημών [**] χρονολογείται το + 125 Κ. Ε πε­ρίπου και έτσι μπο­ρού­με να χρονολογήσομε το Ευαγγέλιο αυτό ανάμεσα στα έτη 100 – 125 Κ. Ε. Βασισ­μέ­νοι σε υφο­λογικές εξετάσεις πολλοί μελετητές σμικρύνουν το χρονο­λο­γικό διάστημα σε 110-120 Κ. Ε. Η αρ­χική έκδοση του Ιωάννου δεν περιείχε το τελευταίο κεφάλαιο το οποίο ασχολείται με τον Ιησού να εμφανίζεται στους μαθητές του. Όπως και τα άλλα κανονικά Ευαγγέλια έτσι και του Ιωάννου έλαβε την ση­μερινή μορφή του γύρω στα +150 – 175 Κ. Ε. [***] Ο συγγραφέας του Ιωάννου χρησι­μο­ποί­ησε τον Μάρκο ελά­χι­στα και έτσι υποπτεύεται κανείς ότι δεν του είχε εμπιστοσύνη. Ακόμα, ή δεν εί­χε δια­βάζει τον Ματθαίο και τον Λουκά ή δεν τους είχε εμπιστοσύνη διότι δεν χρη­σι­μο­ποι­εί καμία πλη­ρο­φο­ρία απ’ αυτούς η οποία δεν ευρισκόταν στον Μάρκο. Το πε­ρισ­σό­τε­ρο μέρος του Ιω­άν­νου αποτελείται από θρύλους με προφανείς αλληγορικές ερμηνείες και υποπτεύεται κα­νείς ότι ο συγ­γραφέας του ποτέ δεν σκόπευε να τους πα­ρουσιάσει ως Ιστορία[****]. Ο Ιω­άν­νης δεν περιέχει κα­μία πληροφορία από έγκυρες ιστο­ρι­κές πηγές.
[* Δεν μπόρεσα να εντοπίσω από που αντλεί αυτήν την όντως αξιοπρόσεκτη πλη­ρο­φο­ρία ο Hayyim ben Yehoshua. Αν ούτως έχουν όντως τα πράγματα, τότε προφανώς αποδεικνύ­εται ότι ούτε Ευαγγέλιον, ούτε τρεις Επιστολές, ούτε Αποκά­λυ­ψιν έγραψε ο Μα­θητής, Απόστολος και Θεολόγος Ιωάννης. Αλλά και λάθος να κά­νει εδώ ο Yehoshua αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Ιωάννης τα έγραψε. Τα υπόλοιπα στοιχεία που παραθέτει εδώ ο Yehoshua δεικνύουν ότι αυτά τα γραπτά είναι ψευδεπίγραφα και τα ερωτήματα ποιος και πότε ακριβώς τα έγραψε παρα­μένουν αναπάντητα. Όπως θα δεί­τε παρα­κά­τω, ο Yehoshua επα­ν­έρχεται στην ίδια πληρο­φορία δύο φορές. Την πρώ­τη, στην πα­ρά­γρα­φο πε­ρί Πα­πία, λέγει ότι η πληροφορία αυτή βασίζεται σε καθι­ε­ρω­μέ­νες χρισ­τι­α­νι­κές παραδό­σεις. Αυτές οι συγκεκριμένες παραδόσεις για την ώρα, είναι άγνωστες σε ‘μας. Αν κανείς τις γνωρί­ζει καλό θα είναι να τις ανα­κοι­νώσει. Πάντως στο κε­φά­λαιο 12 των Πρά­ξεων αναφέ­ρεται ότι ο Ηρώδης Αγρίπ­πας ο 1ος εθα­νά­τωσε μόνο τον αδελφόν του Ιωάν­νου Ιά­κω­βον διά μα­χαί­ρας, λίγο πριν τον θάνατό του, το +44 Κ. Ε. Ακό­μα οι χρι­στιανικές πα­ρα­δόσεις που γνω­ρί­ζομε εμείς λένε ότι ο Ιωάν­νης απεβίωσε στην Έφεσο, στο βαθύ γήρας των 120 ετών, το έτος +99 ή 100 Κ. Ε. Βέ­βαια τίποτα δεν εγ­γυά­ται ότι αυτές οι παραδόσεις εί­ναι αλή­θεια. Αν όμως τα πράγ­μα­τα είναι όπως μας λένε αυτές οι παραδόσεις, τό­τε το +30 Κ. Ε. ο Ιωάννης ήταν 50 χρονών πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με την άλλη παρά­δοση που θέλει τον Ιωάν­νη επιστήθιο νεα­νία όπως τον απεικονίζουν στον Μυ­στικόν Δείπ­νον. Το μπέρδεμα μεταξύ Ιω­άννου του Αποστόλου και Ιω­άννου του Πρεσ­βυ­τέ­ρου εί­ναι πολύ δυνατόν να έγινε είτε εξ αγνοίας, είτε επίτηδες, είτε επειδή όλα αυτά στέ­κουν στον αέρα, είτε επειδή έτσι τα σέρβιρε ο Ευσέβιος, κλπ. Ουσιαστικά πα­ρα­μέ­νουν: «άγνωσται αι γνώ­σεις του Κυ­ρί­ου!».]
[** Πρόκειται για ένα μικρό θρύμμα παπύρου. Από τις λέξεις που περιέχει συμπε­ραίνεται ότι ανέ­γραφε τους στίχους: Ιωάννης 18: 31-34, 18: 37-38 στην προσθίαν και οπισθίαν όψη αν­τιστοίχως. Χρονολο­γεί­ται στην παλαιότερη περίπτωση μεταξύ +125-160 Κ. Ε. Αν όμως αυτές οι λέξεις προέρχονται τω όντι από το κεί­μενο του Κατά Ιω­άννην Ευ­αγγελίου και όχι από το κείμενο κάποιου άλλου γραπτού που και αυτό περι­είχε αυτές τις λέξεις, είναι αδύνατον να αποφανθούμε. Τον δεύτερο αιώνα υπήρχαν πολλά όμοια γραπτά και προφορικές αφηγήσεις που κυκλοφορούσαν μεταξύ των χρι­στιανών που περιείχαν κοινές λέξεις, φράσεις, επεισόδια, γραμμένα από συγγραφείς ιδίων ή ομοίων κύκλων, κλπ. Διά ταύτα δεν μπορούμε να συμπεράνομε κάτι με βε­βαιότητα.]
[*** Για τη σημερινή μορφή των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων πρέπει να προσ­θέσομε τα εξής ολίγα. Ενώ οι συγγραφείς των δεν αποκαλύπτουν την ταυτότητά των, τους σημερινούς τίτλους των: Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, κλπ., τους έγραψε διά πρώ­τη φο­ρά στα γραπτά του ο επίσκο­πος Λυώνος Ειρηναίος περί τα έτη +181-185 Κ. Ε.
Αλλά και η σημερινή μορφή των κανονικών Ευαγγελίων δεν είναι αυτή που είχε μπροστά του ή συνέ­ταξε ο Ειρηναίος περί +180-185. Αυτά επανεκδόθηκαν το +330 Κ. Ε. υπό την επιμέλεια του Ευσε­βί­ου κατ’ εν­τολήν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ενώ εφρόντισαν να καταστρέ­ψουν τα προηγούμενα. Αλλά και πάλι, αυτή η έκδοση τους δεν είναι αυ­τή που έχομε σήμερα στα χέ­ρια μας. Αν συγκρίνομε τα Ευαγγέλια που έχο­με σήμερα στα χέρια μας με αυτά που υπάρχουν στους κώδικες και στα χειρόγ­ρα­φα του 4ου και 5ου αιώνα και σε μερι­κούς νεότερους κώδικες και νε­ότερα χειρό­γραφα, που δια­τη­ρούνται σε μου­σεία και συλλογές, ευρίσκομε πολλές ση­μαντικές διαφορές και παρα­νοήσεις. Στίχοι αλ­λαγ­μέ­νοι ή διορ­θω­μένοι, νέα κεφά­λαια που δεν υπήρ­χαν, παρεμ­βο­λές, λέξεις με άλλες έννοιες, λέξεις αλλαγμένες, κλπ. Αν ακόμα δεν το έχετε καταλά­βει είναι καιρός να το κατα­λά­βε­τε: Αυτό είναι που θα πει θεοπ­νευστία η οποία χρειά­ζεται πάνω από μια χιλιετία για να τε­λει­ώ­σει και να κάνει καλά τη δουλειά της!... Πάρα πολύ ωραία!]
[**** Ο Ιω­άν­νης σε μερικά σημεία του Ευαγγελίου του, 19: 35, 21: 24, κλπ., πασχίζει να μας πείσει ότι λέ­γει την αλήθεια, πράγμα που δεν το κάνει κανένας από τους άλ­λους τρεις! Υποπ­τεύ­ε­ται κανείς ότι ο «Ιωάννης» έχει πρόβλημα με αυτά που γράφει. Τελικά μας λέγει και ότι κάνει προπαγάνδα πίστεως και όχι Ιστορία: 19: 35 «και ο εωρακώς μεμαρτύ­ρη­κε, και αληθινή αυτού εστιν η μαρτυρία, κακείνος οίδεν ότι αληθή λέγει, ίνα και υμείς πιστεύσητε.» και 20: 31 «ταύτα δε γέγραπται ίνα πισ­τεύσητε ότι Ιη­σούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυ­τού.».
Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί την φράση «διά τόν φόβον τών Ιουδαίων» 7: 13, 19: 38, 20: 19. Με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί δεν μπορεί να έχει χρησιμοποιηθεί από έναν ακραι­φνή Ιουδαίο. Πρέπει να ήταν προσήλυτος άλλης εθνικότητας ή εξωμότης Εβραιοχρι­στιανός, ο οποίος με τις διαμάχες των Εβραιοχριστιανών και Φαρισαϊκών Ιουδαίων, όπως αυτές προέκυψαν μετά την φρικτή έκβαση των ετών +66-73, από την μια ήθελε να επ­αινέσει τους ελαχίστους Ιουδαίους που προσχώρησαν στην Εβραιοχ­ριστιανική αίρε­ση (π. χ. Νικόδημος, Ιωσήφ απ’ Αριμαθαίας) και από την άλλη να χτυπή­σει την συντριπ­τι­κή πλειοψηφία των Ιουδαίων που όχι μόνο δεν προσχώρησαν σ’ αυ­τήν αλλά της εναντιώθηκαν με κάθε τρόπο που μπορούσαν .
Εκτός του ότι το Ευαγγέλιο αυτό αφηγείται πολλά τρομερά «γεγονότα» που δεν τα είχαν φανταστεί οι άλλοι (π.χ., η μετατροπή του νερού σε κρασί, η ανάσταση του τετ­ραη­μέρου Λαζάρου, κ. π. ά..), μια πασιφανής μεγάλη διαφορά του Ευαγγελίου αυτού με τα άλλα τρία είναι ότι αυτό περιέχει πολλά γνωστικιστικά ή γνωστικίζοντα στοι­χεία.
Στον κανόνα ετέθη τελικά περί το τέλος του τετάρτου αιώνος κατόπι διαμάχης Αθα­νασίου Αλεξανδρείας, ο οποίος το ήθελε εντός του κανόνος, και Ιερού Αυγουσ­τί­νου της Ίππου, ο οποίος ήθελε την Αποκάλυψιν του Ιωάννου. Η διαμάχη έληξε όταν αυτοί οι δύο «Θεοφόροι» Πατέρες συνεφώνησαν να μπούνε και τα δύο βιβλία στον κανόνα! Ως γνωστόν, ο Αθανάσιος ήταν στην κοιτίδα του Γνωστικισμού την Αίγυπ­το, ο δε Αυ­γουστίνος υπέφερε από πολλές τρομερές ψυχολογικές διαταραχές και έτσι τα ανώ­μα­λα γραπτά της Αποκαλύψεως τού παρείχαν «ανακούφιση».]

Οι Χριστιανοί θα ισχυριστούν ότι το ίδιο το Ευαγγέλιο του Ιωάννου δηλώνει πως είναι ιστορικό έγγραφο γραμμένο από τον Ιωάννη. Αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται στους στίχους του Ιωάννου 19: 35 και 21: 24. Ο στίχος 19: 35 [και ο εωρακώς μεμα­ρ­τύρηκε, και αληθινή αυτού εστιν η μαρτυρία, κα­κεί­­νος οίδεν ότι αληθή λέγει, ίνα και υμείς πιστεύσητε.] δεν ισχυ­ρίζεται ότι το Ευαγγέλιο γρά­φτη­κε από τον Ιω­άννη. Απλώς ισχυρίζεται ότι τα συμβάντα που περιγράφονται στους αμέσως προη­γου­μ­έ­νους στί­χους εξετέθησαν αληθώς από κάποι­ον αυτόπτη μάρτυρα με στόχο να τον πιστέψουν οι άλ­λοι. Το χωρίο είναι ασαφές και δεν είναι καθαρό εάν ο μάρτυρας υποτίθεται πως είναι το ίδιο πρό­σωπο με τον συγγραφέα. Πολλοί ερευνητές είναι της γνώμης ότι η ασάφεια αυτή είναι εσκεμ­μένη και ότι ο συγ­γρα­φέας Ιωάννης σ’ αυτό το χωρίο προ­σπαθεί να διεγείρει τον πόθο των ανα­γνωστών όπως και στα χωρία που ομιλούν για ιστορίες θαυμάτων αλλά με αλληγορικές ερμηνείες. Ο στί­χος 21: 24 [Ού­τός εστιν ο μαθητής ο μαρτυρών περί τούτων και γράψας ταύτα, και οίδαμεν ότι αληθής εστιν η μαρτυρία αυτού.] επίσης δεν ισχυρίζεται ότι συγγραφέας είναι ο Ιω­άν­νης[*]. Ισχυ­ρί­ζε­ται ότι ο μαθη­τής που αναφέρ­θηκε στο χωρίο είναι αυτός που μαρτύρησε και περιέ­γ­ραψε τα γεγο­νότα αληθώς. Όσον αφορά την ερώτηση εάν ο μαθητής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον συγγραφέα και πάλι ο στίχος αυτός είναι αξιοσημείωτα ασαφής. Πρέ­πει να σημειωθεί ότι το χωρίο αυτό ευρί­σκεται στο τελευταίο κεφάλαιο του Ιωάν­νου το οποίο δεν ήταν μέρος του αρχικού Ευαγγελίου αλλά προσετέ­θη σαν επίλο­γος από κάποιον ανώ­νυμο συντάκτη. Πρέπει επίσης να γνωρίζει κανείς το γε­γονός ότι πολλές «εκλαϊκευμένες» μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης διαστρέφουν τα χωρία που μόλις αναφέραμε έτσι ώστε να απαλείψουν την ασάφεια που υπάρχει στην πρω­τότυπη Ελληνική γραφή. (Το ιδεώδες είναι ότι ο καθένας χρειάζεται να είναι οικείος με το πρωτότυπο Ελληνικό κεί­μενο της Καινής Διαθήκης για να αποφεύγει τις μερο­λη­πτι­κές και διεστραμμένες μεταφράσεις που χρη­σιμοποιούνται από τους φουντα­μεν­ταλιστές Χριστιανούς και ιεραποστόλους.).
[*Ο Ιω­άν­νης όμως σε μερικά σημεία του Ευαγγελίου του πασχίζει να μας πείσει ότι λέ­γει την αλήθεια, πράγμα που δεν το κάνει κανένας από τους άλλους τρεις! Βέβαια μας λέγει και ότι κάνει την προπαγάνδα του και όχι ιστορία: 19: 35 «και ο εωρακώς με­μαρτύ­ρη­κε, και αληθινή αυτού εστιν η μαρτυρία, κακείνος οίδεν ότι αληθή λέγει, ίνα και υμείς πιστεύσητε.», 20: 31 «ταύτα δε γέγραπται ίνα πισ­τεύσητε ότι Ιη­σούς εστιν ο Χρισ­τός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού.». Όλο το κε­φά­λαιο 21 είναι αποδεδειγμένα κατοπινή προσθήκη προς αποκατάσταση της Πε­τρι­κής παραδό­σε­ως, του Πετρικού κόμματος, κ. ά. Αυτός που το προσέθεσε επινό­ησε και την μυθολογία του ποιος έγραψε ολόκ­ληρο το Ευαγγέλιο.
Αναμφιβόλως το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο είναι το μόνο Κανονικό Ευαγγέλιο που πε­ριέχει πολλά γνωστικιστικά στοιχεία. Οι στίχοι 1: 1-5, 9-14, στην αρχή του Ευαγγε­λίου, είναι είναι παρμένοι ή λίγο παραφρασμένοι από μια πραγ­ματεία Πλατωνικής φι­λοσοφίας του Παγανιστή φιλοσό­φου Αμελίου, του έτους +263 (βλέπε: Robert Taylor, Diegesis, σελίδα 185.) .
Πολλοί Γνωστικοί απορρίπτουν την υπόθεση ότι το Ευαγγέλιο αυτό γράφτηκε από τον μαθητή του Ιησού, Ιωάννη τον θεολόγο, υιό του Ζεβεδαίου. Ο Krejenblum στο έργο του Das Eva­ngelium der Wahrheit (= το ευαγγέλιο της αλή­θει­ας), Berlin 1900-1905, υποστηρίζει την Γνωστική προέλευση του Ευαγγελίου και το αποδίδει στον Μέ­νανδρο τον διδάσκαλο του Βασιλίδη. Δεδομένου ότι ο Γνωστι­κισ­­μός παρ’ ολίγον να εξαλείψει τον ορθόδοξο Χριστιανι­σμό του Ειρηναίου κατά τον δεύτερο αιώνα και το Ευαγγέλιο αυτό θεωρείται το τελευταίο δεν είναι καθόλου πα­ράξενο το ότι εν πολλοίς γνω­στι­κί­ζει!]

Για να υποβαστάξουν τους ισχυρισμούς τους ότι τα Ευαγγέλια του Μάρκου και του Ματθαίου γράφτηκαν από τους «πραγματικούς» αποστόλους Μάρκο και Ματ­θαίο και ότι ο Ιησούς είναι ιστο­ρικό πρόσωπο, οι ιεραπόστολοι συχνά υποδεικνύουν τη «καλουμένη μαρτυρία του Παπία». Ο Πα­πίας ήταν επίσκοπος της Ιεραπόλεως (κοντά στην Έφεσο) κα­τά την διάρκεια του μέσου του δευ­τέ­ρου αιώνος Κ. Ε. Τίποτα από τα γραπτά του δεν έχει διασωθεί παρά μόνο ο Χριστιανός «Ιστο­ρι­κός» Ευσέβιος (+ 260 – 339 Κ. Ε.) στο βιβλίο του, Εκκλησιαστική Ιστορία (που γράφτηκε κατά τα έτη +311 – 324 Κ. Ε. περί­που) πα­ρά­φρασε με­ρικά χωρία του βιβλίου του Παπία, Έκ­θεση Χρησμών του Κυ­ρί­ου (γραμμένο κα­τά +140 – 160 Κ. Ε. περίπου). Σ’ αυτά τα χω­ρία, ο Παπίας ισχυρίστηκε ότι είχε γνω­ρίσει τις θυγατέ­ρες του αποστόλου Φιλίππου και επίσης ανέφερε μερικές ιστορίες οι οποίες όπως ισχυ­ρί­στηκε προήλθαν από δύο άνδρες που ονομάζονταν Αριστίων και Ιωάννης ο Πρεσβύ­τε­ρος, οι οποίοι ζούσαν ακόμα κατά την διάρκεια της ζωής του. Ο Ευσέβιος εμ­φα­νίζεται να έχει την πεποί­θηση ότι ο Αριστίων και ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος ήταν μαθητές του Ιησού. Ο Πα­πίας ισχυ­ρίστη­κε ότι ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος είχε πει πως ο Μάρκος ήταν διερ­μη­νέ­ας του Πέτρου και έγραψε κάτω με ακρίβεια οτιδήποτε του είχε πει ο Πέ­τρος για τον Ιησού. Ο Παπίας ακόμα ισχυρίστη­κε ότι ο Ματθαίος είχε περιμαζέψει όλους τους «χρη­σμούς» από τα Εβραϊκά και ο καθένας είχε ερμη­νεύ­σει αυτούς κα­τά τον καλ­λί­τε­ρο τρόπο που μπορούσε. Τίποτα απ’ αυτά, όμως, δεν παρέχει αξι­ό­πι­σ­τη ιστορική έν­δει­ξη περί Ιη­σού και ούτε υποστηρίζει την πεποίθηση ότι τα Ευαγγέλια του Μάρ­κου και του Ματθαίου πραγματικά γράφτηκαν από αποστόλους που έφεραν τα ονόματα αυ­τά. Ο Πα­πίας απλώς αράδιαζε ονόματα και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν ειλι­κρινής όταν ισχυρί­στη­κε ότι είχε συναντήσει τις θυγατέρες του Φιλίππου. Ακόμα και να είχε, αυτό το πολύ-πολύ θα απο­δείκνυε ότι ο απόστολος Φίλιππος της χριστι­α­νικής μυ­θολογίας βα­σι­ζό­ταν σε κάποιο ιστορικό πρό­σωπο. Ο Παπίας ποτέ δεν ισχυρίστηκε ευ­θέως ότι είχε συναν­τήσει τον Αρι­στίωνα και τον Ιωάννη τον Πρε­σβύτερο. Επί πλέον, επειδή ακριβώς ο Ευσέ­βιος κατά τον 4ο αιώνα πίστευε ότι αυτοί ήταν μαθητές του Ιησού δεν σημαίνει ότι ήταν [*]. Τίποτα απο­λύτως δεν είναι γνωσ­τό για το ποίος γή­ι­νος ήταν πραγματικά ο Αρι­στίων. Σίγουρα όμως δεν είναι ένας από τους μαθητές κα­τά την συνήθη χριστια­νική παρά­δοση. Έχω ιδεί βιβλία ορισμένων Χριστιανών φουνταμενταλιστών που διατείνον­ται ότι ο Ιωάννης ο Πρε­σβύ­τε­ρος ήταν ο απόστο­λος Ιωάννης ο υιός του Ζεβεδαίου και ότι αυτός ζούσε ακό­μα όταν ο Παπίας ήταν νέος. Ακόμα ισχυρίζονται ότι ο Παπίας έζησε κατά τα έτη +60 - 130 Κ. Ε. περί­που και ότι έγραψε το βιβλίο του περί το +120 Κ. Ε. Αυτές οι χρονολογίες δεν βασί­ζον­ται σε καμία θεμιτή ιστορική μαρτυρία και είναι τελείως ανόητες. Ο Παπίας ήταν επί­σκο­πος Ιε­ραπόλεως κατά το +150 περίπου και όπως ήδη προαναφέραμε το βιβλίο του γράφτηκε μέσα στο διάστημα των ετών +140 – 160 Κ. Ε. Αλλά και να σπρώξομε τις ημε­ρομηνίες πίσω στο +60 Κ. Ε. δεν τον θέ­τει κατά την διάρκεια της ζωής του απο­στόλου Ιω­άννου ο οποίος σύμφωνα με καθιε­ρω­μένες χρι­στιανικές παραδόσεις φο­νεύ­τηκε το +44 Κ. Ε.[**]. Εκτός τούτου είναι εντελώς απίθανο ότι ο Ιω­άν­νης ο Πρεσ­βύ­τε­ρος είχε τίποτα να κάνει με τον Ιωάννη τον Απόστολο. Σύμφωνα με τον Επι­φάνειο (περί­που +320 – 403 Κ. Ε.), ένας πρώτο-χριστιανός ονόματι Ιωάννης Πρε­σ­βύτερος είχε απο­θά­νει το +117 Κ. Ε. Θα έχομε περισσότερα να πούμε περί αυτού όταν συ­ζη­τήσομε τις τρεις επι­στο­λές που φέ­ρουν το όνομα του Ιωάννου. Όποια και να είναι όμως η περίπτωση, οι αφηγήσεις τις οποί­ες μά­ζεψε ο Παπίας δι­εδίδοντο από στόμα σε στόμα τουλάχιστον για μια δεκαετία μετά την συγγραφή των Ευαγγελίων και των Πράξεων και αντανακλούν αθε­μελίωτες φήμες και προλήψεις πε­ρί της προε­λεύσεως αυ­τών των βιβλίων. Ιδιαιτέρως η αφήγηση για τον Μάρκο που προμηθευ­τή­καμε από τον Ιωάννη τον Πρε­σβύτερο, δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια ελαφ­ρά επεξερ­γα­σία του θρύ­λου περί Μάρκου που ευ­ρί­σκε­ται εντός του βιβλίου των Πρά­ξεων και ού­τως δεν μας λέγει τίποτα για τις αληθινές απ­αρ­χές του Ευαγγελίου του Μάρκου. Η αφήγηση περί του ότι ο Ματ­θαίος ανέ­γραψε τους «χρησμούς» είναι απ­λώς μια φήμη, και επί πλέον, δεν έχει να κάνει τίποτα με το Ευαγ­γέ­λιο του Ματ­θαίου. Ο όρος «χρη­σ­μοί» μπορεί μόνο να εννοηθεί σαν αναφορά στα γραπτά γνωστά ως οι Χρη­σμοί του Κυ­ρίου τα οποία αναφέρονται στο βιβλίο του Παπία και κατά πάσαν πι­θανότητα είναι το ίδιο πράγ­μα με την Δευτέρα Πηγή, αλλ’ όχι με το Ευαγγέλιο του Ματ­θαίου.
[* Μην ξεχνάτε ότι όλα αυτά βα­σίζονται μόνο στα γραπτά του κατά πολύ υστερόχρο­νου Ευσε­βί­ου κατά το πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνος και ο οποίος δεν χαίρει καμίας εμ­πιστο­σύ­νης από κανέναν αντικειμε­νικό και αμερόληπτο ερευνητή! Το πέρα για πέρα ύποπτο γεγο­νός είναι ότι ενώ ο Ευσέβιος έχει τα γραπτά και τα βιβλία αυτά στα χέρια του όχι μόνο δεν εφρόν­τι­σε να τα δια­σώσει, πλην ελαχίστων χωρίων τα οποία αποδε­δειγ­μένως δι­αστρέβλωσε, αλλά μετά απ’ αυ­τόν όλες αυτές οι πηγές δεν υπάρχουν που­θενά πλέον.]
[** Εδώ είναι το δεύτερο σημείο στο οποίο αναφέρει αυτή την πληροφορία. Ποιες να εί­­ναι αυτές οι καθιε­ρω­μένες χρι­στιανικές παραδόσεις; Νομίζομε ότι ο συγγραφέας όφειλε να τις ανα­φέρει εδώ, καθότι όπως εξηγήσαμε παραπάνω υπάρχουν άλλες καθι­ε­ρω­μένες χρι­στιανικές παραδόσεις που διαφωνούν μ’ αυτές που αυτός εδώ επικα­λεί­ται.]

Εκτός από τα κανονικά Ευαγγέλια και τις Πράξεις, οι ιεραπόστολοι χρησιμο­ποι­ούν και διάφορες επιστολές ως απόδειξη του αληθούς της εξιστορήσεως περί Ιησού. Ισχυρίζονται ότι οι επι­στο­λές είναι γράμματα γραμμένα από μαθητές ή οπα­δούς του Ιησού. Εν τούτοις, οι επιστολές (επιστο­λή στα αρχαϊκά Ελληνικά σημαίνει μήνυμα ή εντολή) είναι βιβλια­ρά­κια γραμμένα υπό μορφή γραμμάτων (συνήθως από θρυλικούς χαρακτήρες του παρελθόν­τος), τα οποία αναπτύσσουν δόγ­μα­τα και οδη­γίες. Αυτή η μορφή θρησκευτικού γραψίμα­τος χρησιμοποιείτο από τους Εβραίους των Ελληνιστι­κών και Ρωμαϊκών χρόνων. (Η πιο φημισμένη Εβραϊκή επιστολή είναι η Επιστολή του Ιε­­ρεμίου, η οποία αποτελεί μια μα­κρο­σκελή καταδίκη της ειδωλολα­τρίας και γράφ­τη­κε κατά την Ελ­ληνιστικήν περίοδο υπό μορφή γράμματος στο όνομα του προφήτη Ιε­ρε­μίου προς τους κατοί­κους της Ιερουσαλήμ μόλις πριν φερθούν εξόριστοι στη Βα­βυ­λώνα. [Η Επιστολή αυτή δεν ανήκει στον κανόνα της Τανάχ ενώ οι Χριστιανοί την έχουν βάλει στην δική τους Παλαιά Διαθήκη.]). Όπως και στην περίπτωση των ευ­αγ­γε­λί­ων, υπάρχουν χριστιανικές επιστολές που δεν περιέχονται στην Καινή Δια­θήκη για τις οποίες και οι Χριστιανοί και οι μη Χριστιανοί ερευνητές συμ­φω­νούν ότι είναι ψευδε­πί­γρα­φες και δεν έχουν καμία ιστορική αξία αφού εκθέτουν πί­στεις και όχι Ισ­τορία. Η ύπαρξη ψευδεπιγράφων επιστολών και εν τέλει ολόκληρη η έν­νοια μιας επι­σ­τολής υποδηλεί ότι οι επιστολές ήταν συνήθως ψευδεπί­γραφες. Ούτως και πά­λι οι ισχυρισμοί των Χριστιανών φουνταμενταλιστών και ιερα­πο­στό­λων, ότι δηλαδή οι επι­στολές είναι γνήσια γράμματα, είναι εκείνο ακριβώς που χρήζει αποδείξεως.

Η Επιστολή του Ιούδα γράφτηκε στο όνομα του Ιούδα του αδελφού του Ιακώβου. Σύμφωνα με τον Μάρκο και τον Ματθαίο, ο Ιησούς είχε αδελφούς που ονομάζονταν Ιού­­­δας και Ιάκωβος. Η σύγκριση με άλλα γραπτά δείχνει ότι η Επιστολή του Ιούδα γράφτηκε γύρω στο +130 Κ. Ε. και έτσι καθίσταται προφανές ότι είναι ψευδεπί­γρα­φη. Δεν υπάρχει όμως καμία ένδειξη ότι ο συγγραφέας της [όποιος και αν ήταν] χρη­σιμοποίησε οποιεσ­δή­ποτε αξιόπιστες ιστορικές πηγές σε ό,τι αφορά τον Ιησού.

Δύο από τις κανονικές επιστολές είναι γραμμένες στο όνομα του Πέτρου. Αφού ο Πέ­τρος είναι μυθική προσαρμογή της Αιγυπτιακής θεότητας Πέτρα, αυτές οι επιστο­λές δεν γράφτηκαν βεβαίως απ’ αυτόν. Μόνο το ύφος και ο χαρακτήρας της Πρώτης Επιστολής του Πέτρου είναι αρκετά για να δείξουν ότι δεν θα μπορούσε να είχε γρα­φ­τεί πριν από το +80 Κ. Ε. περίπου. Αλλά σύμφωνα και με τη χριστιανι­κή παράδοση, ο Πέτρος υποτίθεται ότι είχε πεθάνει κατά τους διωγμούς που είχε εξα­πολύσει ο Νέρων τα έτη +64 – 66 Κ. Ε. και έτσι δεν θα μπορούσε να έχει γράψει αυτήν την επιστο­λή. Ο συγ­γραφέας του Ευαγγε­λίου του Λουκά και των Πράξεων χρησιμοποιούσε όλες τις γραπτές πηγές που μπο­ρού­σε να τσακώσει και έτεινε να τις χρησιμοποιεί αδιακρίτως. Εν τούτοις, δεν ανα­φέρει τίποτα που να υποδεικνύει προς κάποιαν επι­στο­λή γραμμέ­νη από τον Πέτρο. Αυτό δεικνύει ότι η Πρώτη Επιστο­λή του Πέτρου πιθανώς γράφτη­κε μετά το Ευαγγέλιο του Λουκά και τις Πράξεις (το +100 Κ. Ε. πε­ρί­που). Ούτε οι αναφορές στον Ιη­σού στην Πρώτη Επιστολή του Πέτρου ελήφθη­σαν από ιστορικές πηγές αλλά αντί ιστορικών πηγών αντανα­κλούν πίστεις και προλήψεις. Η Δευ­τέ­ρα Επιστολή του Πέτρου ξεφω­νίζει εναντίον των Μαρκιω­νι­στών και συνεπώς πρέπει να έχει γρα­φτεί το +150 Κ. Ε. περίπου. Εί­ναι καθαρά ψευδε­πί­γραφη. Η Δευτέρα Επι­σ­τολή του Πέτρου χρησι­μοποιεί ως πηγές: Την αφήγηση για την μεταμόρ­φωση του Ιη­σού που ευρίσκεται στον Μάρκο, Ματθαίο και Λουκά, την Αποκά­λυ­ψη του Πέτρου και την Επι­στο­λή του Ιούδα. Η μη κανονική Απο­κάλυψη του Πέτρου (γραμμένη μέ­σα στο πρώτο τέταρτο του δευ­τέρου αιώνος Κ. Ε.) αναγνω­ρίζε­ται να είναι μη ιστορική ακόμα και από τους Χριστιανούς φουντα­μενταλιστές. Ούτως και η Δευτέρα Επιστολή του Πέτρου ουδόλως χρησι­μοποιεί θεμιτές ιστορικές πηγές.

Τώρα ας εξετάσομε τις επιστολές τις οποίες υποτίθεται ότι έγραψε ο Παύλος. Η Πρώ­τη Επι­στολή του Παύλου Πρός Τιμόθεον προειδοποιεί εναντίον της εργασίας των Μαρκιω­νιστών γνωστή με τον τίτλον «Αντίθεσις». Ο Μαρκίων[*] αποβλήθηκε από την εκκλησία της Ρώμης το +144 Κ. Ε. περί­που και η Πρώτη Επιστολή του Παύλου Πρός Τιμόθεον γράφτη­κε ολίγον μετά. Έτσι είναι καθα­ρό σε άπαντες ότι εδώ έχομε περί­πτωση ψευδεπιγραφίας. Η Δευτέρα Επιστολή του Παύλου Πρός Τι­μό­θεον και η Επι­σ­τολή του Παύλου Πρός Τίτον γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα περίπου την ίδια επο­χή. Αυτές οι τρεις επιστολές είναι γνωστές ως οι «ποιμαντορικές επιστολές». Οι υπόλοιπες δέ­κα «μη-ποιμαντορικές» επι­στολές γραμμένες στο όνομα του Παύλου, ήταν γνωστές στον Μαρκί­ω­να περί το +140 Κ. Ε. Μερικές απ’ αυτές δεν ήταν γραμ­μένες μόνο στο όνομα του Παύλου αλλά έχουν μορφή γραμμάτων γραμμένων από τον Παύλο σε συνεργασία με διαφόρους φί­λους όπως ο Σω­σ­θένης, Τιμόθεος, και Σί­λας. Ο συγγραφέας του Ευαγγελίου του Λου­κά και των Πράξεων έφα­γε τον κόσμο για να προμηθευτεί όλες τις διαθέσιμες πηγές και έτεινε να τις χρησι­μο­ποιεί αδια­κρί­τως, αλ­λά δεν χρησιμοποίησε τίποτα από τις Παυλικές Επιστολές. Έτσι μπο­ρούμε να συμ­περάνομε ότι οι μη-ποιμαντορικές επισ­τολές γράφτηκαν μετά το Ευαγγέλιο του Λου­κά και τις Πράξεις μέσα στην περίοδο +100 – 140 Κ. Ε. περίπου. Οι μη-κανονική Πρώτη Επιστολή του Κλήμεντος [Ρώμης, υπο­τί­θεται] Πρός Κορινθίους (γραμμένη πε­ρίπου το +125 Κ. Ε.) χρησιμοποιεί την Πρώτη Επιστολή του Παύλου Πρός Κοριν­θίους ως πηγή και έτσι μπορούμε να μικ­ρύ­νομε την χρονολογία γι’ αυτήν την επιστολή εν­τός των ετών +100 – 125 Κ. Ε. πε­ρί­που. Τελικά, επαφιόμεθα στο συμπέ­ρα­σμα ότι όλες οι Παυλικές επι­στολές είναι ψευ­δεπίγραφες. (Ο ημι-μυθικός Παύλος [**] υποτί­θεται ότι απέ­θα­νε κατά την διάρκεια των διωγμών του Νέρωνος τα έτη + 64 – 66 Κ. Ε.). Είναι εμφανές ότι μερικές από τις Παυλικές Επι­στο­λές αλλοιώθηκαν και ανασυν­τάχτηκαν πολυάριθμες φορές προ­τού απο­κτή­σουν τις ση­μερινές μορφές τους. Ως πη­γές χρησιμοποιούν η μια την άλλη, τις Πράξεις, τα Ευαγ­γέ­λια των Μάρκου, Ματθαίου και Λουκά[***] και την Πρώτη Επιστολή του Πέτρου. Έτσι και επομένως μπο­ρούμε να συμπε­ράνομε ότι δεν παρέχουν καμία ιστορική ένδειξη για τον Ιησού.
[* Ο σπου­δα­σμένος πλούσιος από την Σι­νώπη του Πόν­του, Μαρ­κίων, ήταν φα­νατικός οπαδός του Παύλου και Γνωστικός εσχατολόγος αυστηρο­τά­των ηθών. Κα­τά το πρώ­το ήμισυ του δευτέρου αιώνος έφτιαξε τον πρώτο κα­νόνα Καινής Δια­θήκης. Αυτός περι­είχε μό­νο τις δέκα πρώτες επιστολές του Παύλου από τις οποίες είχε αφαι­ρέσει όλα τα Εβ­ρα­ϊκά στοιχεία. Επίσης η σειρά τους ήταν άλ­λη από την εκ των υστέ­ρων καθιε­ρωμένη. Εκτός κανό­νος είχε θέσει τις επιστολές Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεον, Πρός Τί­τον, Πρός Εβραί­ους, τα δύο τελευταία κε­φάλαια ιε΄, ιστ΄ της Πρός Ρω­μαίους επι­στο­λής, κ. ά.. (Εκτεταμένα μέρη των ποιμαντορικών επιστολών, Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεον και η Πρός Τί­τον, αναφέρονται σε θέματα του δευτέρου αιώνος, άγνωστα για τον Παύλο. Επομένως αυτά δεν μπορεί να εγράφησαν απ’ αυτόν. Π. χ. πώς μπορεί το ίδιο άτομο να γράφει στην Πρός Κορινθίους 7: 1 «...καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτε­σθαι·» και 8 «Λέγω δε τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εστιν εάν μείνω­σιν ως καγώ.» και όλα τα τερατώδη που γράφει σε όλο το κεφάλαιο 7, αλλά μετά στην Α΄ Πρός Τιμόθεον 3: 2 να γράφει: «δεί ουν τον επίσκοπον ανεπίληπτον εί­ναι, μιας γυναικός άνδρα,» και 12 «διάκονοι έστωσαν μιας γυναικός άνδρες, τέ­κ­νων καλώς προϊστάμενοι και των ιδίων οίκων.»; Ακόμα οι θεσμοί του επισκόπου και του πρεσβυτέρου δεν υπήρχαν κατά τα χρόνια του Παύλου. Βασισμένοι στην μαρτυρία του Φίλωνος, πρέπει να υπήρ­χαν υπό κάποια μορφή στην Αίγυπτο όπου ο Παύλος δεν πήγε ποτέ. Μετά έγιναν χριστιανικές απομιμήσεις. Άλλα μέ­ρη των Ποι­μαν­τορικών Επιστολών φαί­νονται να εί­ναι είτε του Παύλου είτε παραδόσεις που ανα­φέ­ρονται σ’ αυτόν.). Στον κα­νό­να ο Μαρκί­ων είχε βάλει μό­νο ένα ευαγ­γέ­λιο ομοιά­ζον με το Κατά Λου­κάν Ευ­αγ­γέ­λι­ον, αλ­λά χω­ρίς να περιέχει κανένα Εβρα­ϊκό στοιχείο και θέ­μα­. Ο Εβ­ραϊκός θεός Γιαχ­βέχ ήταν κα­κό δαιμόνιο για τον Μαρ­κίωνα. Η τότε Εβραιοχριστια­νική εκ­κλη­σία της Ρώ­μης, φυ­σικώ τω λό­γω, δεν εδέ­χθη τις προτά­σεις του Μαρκίωνος και εξέ­βαλλε αυτόν από τους κόλ­πους της μετα­ξύ +142 – 144 C. E.
Από το περιεχόμενό της φαίνεται ότι η αιρετική, κακογραμμένη και απόκρυφη Επιστολή Πρός Διόγνητον γράφτηκε από έναν αμόρφωτο χριστιανό Μαρκιωνικών τά­σεων. Θεωρεί την Αρχαία Ελληνική θρησκεία ως θρησκεία αψύχων ειδώλων και τον Ιουδαϊσμό ως θρη­σκεία δεισιδαιμονιών που δεν ταιριάζουν στον αληθινό Θεό της Γνώσε­ως (αλλά στην Ορθοδοξία: «Θεόν Κύριον εκ πηγών Ισραήλ.»). Αποφεύγει να κάνει μνεία για την Εβραϊκή καταγωγή και δράση του Υιού τού Θεού του και για το ότι η βάση του Χρι­στιανισμού είναι η Παλαιά Διαθήκη.]
 [** Μην εκπλήττεσθε για το επίθετο ημι-μυθικός επί του Παύλου. Ακόμα και μυθικό να τον ανέφερε δεν θα ήταν υπερβολή. Βεβαίως έχει καθιερωθεί μεταξύ των χριστια­νών η ιστορικότητα του Παύλου να θεωρείται δεδομένη και πέραν πάσης αμφισβητή­σεως. Πολλοί όμως αμερόληπτοι επιστήμονες, ειδικοί επί των θεμάτων αυτών, την αμφι­σ­βητούν και μερικοί φτάνουν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό είναι μυθι­κό. Άλ­λοι πάλι δεν την αμφισβητούν και άλλοι απλώς την θεωρούν εύλογη αναγνωρί­ζοντας όμως ότι δεν υπάρχουν αρκετά πειστικές αποδείξεις περί αυτής. Ακόμα και ο νεώτε­ρος ερευνητής Robert Ambelain που προωθεί την άποψη ότι ο Παύλος υπήρχε και ήταν Ιδουμαίος Άραβας εγγονός του βασιλιά Ηρώδη του Μεγάλου. Μέσα στα κείμενα των Πρά­ξεων και των Επιστολών, όπως τα έχομε σή­μερα στα χέρια μας, οι χαρακτήρες Σαούλ, Σαύλος, Παύ­λος και Σίμων ο Μάγος αντιπροσωπέυουν διαφο­ρε­τικές εκδοχές και εποχές του Παύλου. Άλλοι, όπως ο κ. Μά­ρι­ος Βερέττας και κ. Κώ­στας Κυριακάκης, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις τρεις Επιστολές του Ιωάννου και την Αποκάλυψιν αποφαίνονται ότι οι όροι «αντίχριστος» και «ψευδοπροφήτης» αναφέ­ρονται στον Παύλο. Άλλοι πά­λι, όπως ο Harold Leidner, τον θέλουν να ζει επ’ ολίγον και με­τά τα γε­γο­­νό­τα του 70-73 Κ. Ε., παρά την χριστιανική χρονολογία του θανάτου του μεταξύ 64 και 67 Κ. Ε. Δη­λαδή, υπάρχει πλήρης ασυμφωνία μεταξύ των ερευνη­τών.
Αναφέρομε λοιπόν ολίγα μόνο στοιχεία επ’ αυτού του ζητήματος προς ενη­μέ­ρω­ση του αναγνώστη, τα οποία αφήνομε στην κρίση του και στο ερευνητικό του ενδια­φέρον. Π. χ., για την χρονολογία της γεννήσεως του Παύλου δεν υπάρχει καμία σύγχ­ρονη μαρτυρία της εποχής του. Έχομε μόνο εικασίες και υπολογισμούς περί αυ­τής από πολύ υστερόχρονους μελετητές, χριστιανούς και μη. Αν εσείς, όποιοι και αν είσ­τε, γνωρίζετε έστω και μία αν­ε­ξάρτητη, αμε­ρόλη­πτη, βάσιμη, θεμιτή και σύγχρονη ή σχετικώς σύγχρονη με τον Παύλο ιστο­ρική ανα­φορά ή ένδειξη περί Παύλου να την δημο­σι­εύσετε να την μά­θομε κει ‘μεις οι υπό­λοι­ποι οι ανά την υδρόγειον ενδι­α­φε­ρό­μενοι και ερευνητές. Πέραν των εσωτερικών χρισ­τιανικών αφηγη­μα­τικών αναφορών τέτοια αναφο­ρά ή ένδειξη δεν υπάρ­χει πουθε­νά. Οι Χρισ­τι­α­νοί όμως δια­τεί­νονται ότι ο Παύλος όργω­νε τη Ρω­μαϊκή Αυτο­κ­ρα­τορία μέσα στα 30 χρό­νια δράσεώς του (από τον λιθοβολισμό του Στεφάνου και εν­τεύθεν). Είχε σύρει στην φυλακή πολ­λούς, εδί­ωκε μανιωδώς τους χριστιανούς πριν την μεταστροφή του, είχε έλθει σε επαφή ή σύγ­κ­ρου­ση με τους Ιουδαίους αρχηγούς, με Ρωμαίους υπάτους, κυβερ­νή­τες, ασιάρχες, χι­λι­άρ­χους, εκα­τοντάρχους, τον ίδιο τον αυτοκράτορα στη Ρώ­μη, τις τοπικές πο­λιτικές αρ­χές, θρη­σ­κευτικές αρχές, συναγωγές, κόσ­μο πολύ, εδιώχ­θη, «θηριομάχη­σε», δάρ­θη­κε, λιθοβολήθηκε, ήταν πολύ οικείος στα αυτο­κρα­τορι­κά ανάκτορα στα οποία δια­τηρούσε φί­λους, πήγε δύο φορές στη Ρώ­μη όπου παρέμεινε μπόλικο καιρό, και ο κα­τά­λογος συνεχίζε­ται επί μακρόν! Παρ’ όλα ταύτα δεν τον εσημείωσε κάπου κα­νείς ανε­ξάρτη­τος, αντι­κειμενικός και σύγχρο­νός του ιστορικός, πολιτικός, συγγρα­φέ­ας, ραβί­νος, λαϊκός ... έστω και εκ παραδρο­μής! Τί νομίζετε λοιπόν επ’ αυτού; Δεν είναι όν­τως πε­ρί­εργο και πέραν πά­σης πιθα­νό­τη­τας; Απαντή­σετε! Όπως προαναφέραμε ο Μέ­γας αυτοκράτωρ Ιουλια­νός εζήτησε να του προσκομίσουν μια τέτοια αναφορά και για τον Παύλο, αλ­λά απάντηση δεν πή­ρε!
Εδώ πρέπει να τονίσομε όμως ότι καίριο πλήγμα κατά της ιστορι­κό­τητος του Ιησού Χριστού είναι ο Χριστός του Παύλου. Ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λί­ων όπως και οιοσδήποτε ιστο­ρι­κός Χριστός ήταν άγνω­στος στον Παύλο. Τότε όμως, αν δεχθούμε ότι ο Παύλος είναι ιστορικό πρόσωπο κατά την εποχή που δι­ατείνονται ότι έζησε, έδ­ρασε και μας πα­ρέδωσε τα γραπτά του, αναγκαστι­κά πρέ­πει να δεχθούμε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ισ­τορικό πρόσωπο αλλά μυ­θολόγημα! Αλλιώς και ο Παύλος και ο Ιησούς είναι χρι­σ­τιανικά μυθιστο­ρή­ματα και τί­ποτα παραπάνω. Δηλαδή ψευτιές!
Βεβαίως τα γραπτά που αποδίδονται στον Παύλο καθώς και οι προηγούμενες πηγές τους πρέπει να έθεσαν τις βάσεις και νύξεις της συγγραφής και της μυθολογίας των υστεροχρόνων τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων. Μετά τον πλήρη διαχωρισμό Ιουδαίων και Χριστιανών (+135 Κ. Ε.) και την οικτρή αποτυχία της εσχατολογίας των τελευταίων, οι νέες κα­ταστά­σεις που προ­έκυψαν απαιτούσαν νέα κείμενα διαφο­ρετικά απ’ αυτά του Παύ­λου και προπάντων ιστορι­κο­ποιούντα για την δικαιολόγηση και επιβίωση της Εβραι­οχριστια­νικής αιρέσε­ως! Ακό­μα κατά τον δεύτερο αιώνα σφε­τερίστηκαν γνωστικιστικά κείμενα και κακώς νοη­θέν­τα Νεοπλατωνικά στοιχεία. Ως γνωστό, λίγο έλειψε ο Γνωστικισμός τότε να εξα­λείψει τον ορθόδοξο Χριστιανισμό από προσώπου γης. Έτσι στα κείμενα του Παύλου και στο Κα­τά Ιωάννην Ευαγγέλιο απαντάμε πολλά γνωστικιστικά και διαστρεμμένα Νεοπλατωνικά στοιχεία. Τότε υπήρχε αγώνας επικράτησης ανάμεσα στην παράταξη της Πίστης (του δόγματος “πί­στευε και μη ερεύνα”) και στην παράταξη της Γνώσης (Γνωστικισ­μού). Τελικά για λόγους που δεν θα αναπτύξομε εδώ επεκράτησε η Πίστη.
Αυτά τα συμ­περάσματα αποτελούν το βαρύτερο επιχείρημα των μυ­θι­κι­στών κατά της ιστορικότη­τος του Ιη­σού ή του Παύλου αναλόγως. Αυτό το επιχείρη­μα είναι εξαιρετικά ισχυρό ή μάλλον απροσπέλαστο για τους γνώστες και ει­λικρινείς ερευνη­τές Χριστιανούς, πολλοί των οποίων αφού μελέτησαν και εγνώρησαν τα στοιχεία, απ­εσκίρτησαν από την Εβραιο­γνωστικοχ­ριστιανική μάστιγα. Εσείς αναγνώ­σ­τες τί λέτε;
Διά την εκτενή μελέτη και ανάπτυξη αυτού του σοβαρού θέματος και επιχει­ρήματος διαβά­στε παρακάτω το τμήμα: «Ο Χριστός του Παύλου» από το κείμενο με τίτλο: «Ο Παύλος μέσα από τις Πράξεις και τις Επιστολές (και όχι μόνον)». Το κεί­με­νο αυτό είναι πολύ κατατοπιστικό διά την ιστορικότητα τό­σο του Ιησού όσο και του Παύ­λου.]
[*** Φαίνεται ότι περί το +140-150 έγινε μια γερή επεξεργασία του Κα­τά Λουκάν Ευ­αγγελίου προς απάντηση κατά του Γνωστικού Μαρκίωνος, αν λά­βομε υπ’ όψη την πο­λεμική του Τερτυλιανού Κατά του Μαρκίωνος. Τότε προσετέθησαν και τα δύο πρώτα κεφάλαια του, τα οποία πάντα εκρίθησαν παρείσακτα από τους ει­δικούς και έρχονται σε μεγάλες αξεπέραστες αντιφάσεις με πολλά θέματα όλων των Ευαγγε­λίων. Μετά επισυνάφθηκαν οι Πράξεις (όχι στην μορφή που τις έχομε σήμερα) για να μας δεί­ξουν: (α) Την χρυσή εποχή της χριστιανικής εκκλησίας προτού η αίρε­ση μπει στη μέ­ση και χαλάσει την ιδανική εικόνα και ομαλή ροή. (β) Ο Παύλος ανή­κε στην ορθόδο­ξη χριστιανική κίνηση των αποστόλων της Ιερουσαλήμ και δεν ήταν διδάσ­κα­λος του Μαρκίωνος, όπως ο ίδιος Μαρκίων είχε ισχυρισθεί.
Μετά ταύτα έγινε η νέα επεξεργασία και ανασύνταξη των Επιστολών του Παύλου για την οποία ομιλεί εδώ ο Yehoshua, με το γραπτό του οποίου συνεχίσετε την μελέτη σας: ]

Η Επιστολή Πρός Εβραίους είναι μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα επιστολή επειδή δεν εί­ναι ψευ­δεπί­γραφη αλλά τελείως ανώνυμη. Ο συγγραφέας της ούτε ο όνομά του αποκαλύ­πτει ούτε συγ­γρά­φει στο όνομα κάποιου Χριστιανού μυθολογικού χαρακτή­ρα. Οι Χριστιανοί φουνταμενταλιστές ισχυρίζονται ότι αυτή η επιστολή είναι άλλη μια επιστολή του Παύλου και πραγματικά την αποκα­λούν Επι­στο­λή του Παύλου Πρός Εβραίους. Αυτή η ιδέα, αν και προφανώς χρονολογείται πίσω στο τέλος του τε­τάρτου αιώνος, εντοσούτω δεν είναι δεκτή από όλους τους Χριστιανούς. Σαν πηγή για τις πληρο­φορίες της περί Ιη­σού χρησιμοποιεί υλικό κοινό στον Μάρκο, Ματθαίο και Λουκά, αλλά δεν χρησιμοποίησε τίποτα από αξιό­πι­στες πηγές. Ο συγγραφέας της Πρώτης Επιστολής του Κλήμεντος [αποδίδεται στον πάπα Ρώμης] την χρησιμοποιεί ως πηγή και έτσι πρέπει να έχει γραφτεί πριν από την επιστολή αυτή (το +125 Κ. Ε. περί­που) αλλά τουλά­χι­στον με­τά το Ευαγγέλιο του Μάρκου (περίπου +75 – 100 Κ. Ε.).

Η Επιστολή του Ιακώβου είναι γραμμένη στο όνομα ενός υπηρέτη του Ιησού που ονο­μάζεται Ιάκωβος. Όμως, στην χριστιανική μυθολογία υπήρχαν δύο απόστολοι που ονο­μά­ζον­ταν Ιάκωβοι και ο Ιησούς επίσης είχε έναν αδελφό με το όνομα Ιάκωβος. Δεν είναι κα­θαρό για ποιον Ιάκωβο πρόκειται και δεν υπάρχει συμφωνία ακόμα και μεταξύ των ιδίων των Χριστιανών. Αναγράφει λό­για από την Δευτέρα Πηγή αλλά δεν τα αποδίδει στον Ιησού Χριστό όπως κάνουν ο Ματθαίος και ο Λουκάς αλλά τα πα­ρουσιάζει ως λόγια του Ιακώ­βου. Περιέχει ένα σπουδαίο επιχείρημα εναντίον του δόγ­ματος της «σωτηρίας μόνο διά πίστεως» το οποίο αναπτύσσεται στην Επιστολή του Παύλου Πρός Ρωμαίους. Έτσι μπο­ρούμε να συμπεράνομε ότι γράφτηκε κατά την διάρκεια του πρώτου ημί­σεως του 2ου αιώ­νος Κ. Ε., μετά την Πρός Ρωμαίους Επι­σ­το­λήν αλλά πριν από την εποχή που τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά είχαν γί­νει αποδεκτά από όλους τους Χριστιανούς. Έτσι ανε­ξαρτήτως από τον ποιον Ιάκω­βο πρό­κειται, η Επιστολή του Ιακώβου είναι ψευδεπίγραφη. Δεν λέγει σχεδόν τίποτα για τον Ιησού και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο συγγραφέας είχε οποιεσδή­ποτε ισ­το­ρι­κές πηγές γι’ αυτόν.

Υπάρχουν τρεις επιστολές που ονομάστηκαν του αποστόλου Ιωάννου. Καμία απ’ αυ­­τές δεν εί­ναι πραγματικά γραμμένη στο όνομα του Ιωάννου και πιθανώς απεδό­θη­σαν σ’ αυτόν κάποιον χρό­νο μετά το γράψιμό τους. Η Πρώτη Επιστολή του Ιωάννου, όπως και η Επιστολή Πρός Εβραίους, εί­ναι τελείως ανώνυμη. Η ιδέα ότι γράφτηκε από τον Ιωάννη δη­μιουργήθηκε από το γεγονός ότι χρη­σιμοποίησε το Ευαγγέλιο του Ιωάν­νου ως πηγή. Οι άλλες δύο επιστολές που ονομάστηκαν του Ιω­άννου είναι γραμμένες από έναν και μόνον συγγραφέα ο οποίος αντί να γράψει στο όνομα ενός απο­στόλου, εξέλεξε απλώς να ονο­μά­ζει τον εαυτόν του «ο Πρεσβύτε­ρος». Η ιδέα ότι οι δύο επι­σ­το­λές γράφτηκαν από τον Ιω­άννη δημιουργήθηκε από τις πεποιθήσεις ότι η ονο­μα­σία «ο Πρεσβύ­τερος» ανα­φέ­ρε­ται στον Ιωάννη τον Πρεσβύ­τερο και ότι αυτός ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον Από­στολο Ιωάν­νη. Στην περίπτωση της Δευτέρας Επιστολής του Ιωάννου αυτή η πεποίθηση ενισχύθηκε και από το γε­γονός ότι αυτή η επιστολή επί­σης χρησιμοποιεί το Ευαγγέλιο του Ιωάννου ως πηγή. Έτσι μπορούμε να συμπε­ρά­νο­με ότι οι δύο πρώτες επιστολές που αποδίδονται στον Ιωάννη γρά­φτηκαν μετά το Ευ­αγ­γέλιο του Ιωάννου (περίπου κατά τα έτη +110 – 120 Κ. Ε.). Συνεπώς καμία από τις τρεις επι­στο­λές δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί από τον Απόστολο Ιωάννη. Πρέ­πει να το­νισθεί ότι είναι πολύ δυνατόν το ψευδώνυμο «ο Πρε­σ­βύ­τερος» πράγματι να αναφέρεται στο πρό­σωπο που ονομαζόταν Ιω­άννης ο Πρε­σβύτερος, αλλά και αυτό να μην είναι έτσι, αυτό το πρόσωπο σίγουρα δεν είναι ο Από­στο­λος Ιωάν­νης. Οι δύο πρώτες επιστολές χρησιμοποιούν μόνο το Ευαγ­γέ­λιο του Ιωάννου ως πηγή για τον Ιη­σού· δεν χρησιμοποιούν οποιεσδήποτε θεμιτές ιστορικές πηγές. Η Τρίτη Επιστολή του Ιω­άννου μό­λις και με­τά βίας αναφέρει τη λέξη «Χριστός» και δεν υπάρχει καμία έν­δειξη ότι χρη­σι­μοποίησε οποιεσδήποτε ιστορικές πηγές γι’ αυτόν.

Εκτός από τις επιστολές που ονομάστηκαν του Ιωάννου, η Καινή Διαθήκη επίσης πε­ριέχει και ένα βιβλίο γνωστό ως την Αποκάλυψιν του Ιωάννου. Αυτό το βιβλίο συν­δυάζει δύο μορφές θρη­σκευ­τι­κού γραψίματος, το επιστολογραφικό και το απο­κα­λυπ­τικό. (Οι αποκαλύψεις είναι θρησκευ­τικές εργασίες που είναι γραμμένες υπό μορφήν αποκαλύψεων περί μέλλοντος και που έγιναν από κά­ποιον φημισμένο χαρα­κτήρα του παρελθόντος. Αυ­τές οι αποκαλύψεις συνήθως περιγράφουν κα­κό­τυχα συμ­βάντα που συμβαίνουν κατά τον χρόνο του γραψίματος [*] και ακόμα προσφέρουν κά­ποια ελπί­δα στον αναγνώστη ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν.). Δεν είναι βέβαιο πόσες διορ­θώσεις υπέ­στη η Αποκάλυψις του Ιωάννου και έτσι είναι δύσκολο να χρονολογηθεί επακριβώς. Επειδή ανα­φέ­ρει τους διωγ­μούς που εξαπέλυσε ο Νέρων μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος ότι δεν γράφτηκε πριν από το + 64 Κ. Ε. Έτσι δεν είναι δυ­νατόν να έχει γραφτεί από τον «πραγματικό Ιω­άν­νη». Οι πρώτοι ολίγοι στίχοι απο­τε­λούν μια εισαγωγή η οποία καθαρά δεν προτίθεται να δείξει ότι προέρ­χεται από τον Ιω­άννη [**], και η οποία παρέχει μια ασαφή παραδοχή ότι το βιβλίο είναι ψευδεπί­γραφο έστω και αν ο συγγραφέας διαισθάνεται ότι το μήνυμά του είναι εμπνευσμένο από τον Θεό. Το ύφος του γραψί­ματος και οι αναφορές στην πρακτική του κριοβο­λή­μα­τος (βάπτισμα σε αί­μα κριού, προβάτου, αμνού, αρνίου) υποδεικνύει ότι ο συγ­γρα­φέ­ας ήταν ένας άνθρωπος Εβραϊ­κής κατα­γω­γής από εκεί­νους που αναμίγνυαν τον Ιουδαϊσμό με παγανιστικές πρακτικές. Υπήρχαν πολ­λοί τέ­τοιοι «παγανι­στές Εβραίοι» κα­­τά την Ρωμαϊκή εποχή και αυτοί ήταν εκείνοι οι οποίοι έγιναν οι πρώ­τοι προσή­λυ­τοι στον Χριστιανισμό, ίδρυσαν τις πρώτες εκκλησίες, και οι οποίοι ήταν επίσης πι­θα­­νώς οι υπ­εύ­θυνοι για την εισαγωγή παγανιστικών μύθων στην αφήγηση πε­ρί Ιη­σού. (Αυτοί ακόμα πα­ραμέ­νουν στην ιστορική μνήμη ένεκα της γελοίας πίστεώς τους ότι ο «Αδονάι Τζεβαώτ» [= Κύ­ριος Σα­βαώθ] ήταν ο ίδιος με τον παγανιστικό Θεό «Σεβάζιο».). Η ανα­φορές στον Ιησού μέ­σα στο βιβλίο είναι ολίγες και δεν υπάρχει κα­μία ένδειξη ότι βασίζονται σε τί­πο­τα άλλο εκτός από πίστη.
[* Στην πραγματικότητα: «ψευδό-επιγραφήματος», εφ’ όσον ο συγγραφέας του πα­ρόντος χρησιμο­ποιεί την ταυτότητα κάποιου σημαί­νοντος προσώπου από το παρελ­θόν.]
[** Βέβαια στους 9 πρώτους στίχους το όνομα του Ιωάννου αναγράφεται τρεις φορές. Μάλλον εδώ ο Hayyim ben Yehoshua έπρεπε να δώσει περισσότερες εξηγήσεις γι’ αυτό που θέλει να πει.
Πάντως όπως προαναφέραμε, πολλοί είναι οι επιστήμονες και ερευνη­τές, εκ των οποίων μερικοί είναι Εβραίοι, που υποστηρίζουν ότι η Αποκάλυψις του Ιωάν­νου ήταν Εβραϊκό κείμενο αρχικώς το οποίο στη συνέχεια υπεκλάπη από τους Χριστιανούς οι οποίοι του έκαναν τις αναγκαίες χριστιανικές μετατροπές. Ο κορμός τού κειμένου όμως, είναι οι θρηνωδίες και οι κατάρες κάποιου Εβραίου συγγραφέως λόγω της συμ­φο­­ράς του + 70 Κ. Ε., της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και της πυρπολήσεως του Να­ού του Γιαχ­βέχ. Γι’ αυτό και παρηγορείται με την σκέψη της αν­τικαταστάσεως της πα­λαιάς και κα­τεστραμμένης Ιερουσαλήμ από μια νέα ουρανοκατέβατη Ιερου­σαλήμ διά μιάς θεϊκής επ­εμβάσεως του Γιαχ­βέχ, κλπ. Αυτή η επιστημονική εκδοχή, η οποία βασίζεται σε υπέρογ­κο πλήθος στοιχείων, καταδεικνύει ότι η νυν Αποκάλυψις του Ιω­άν­νου είναι ένα δια­στρε­βλωμένο και ψευδεπίγραφο βιβλίο. Πρόκειται για Αποκάλυ­ψιν βρωμερού Ιεζεκιη­λικού τύπου και είναι μια από τις πάρα πολλές βλαβώδεις και παραλληρηματικές αποκαλύψεις που έχουν γραφεί και αλλοιωθεί κατά καιρούς.
Ο ερευνητής Μιχάλης Κοκκινόφτας στο βι­βλίο του Σχέδιο Αρμαγεδδών, Εκδόσεις Δίον, 2000, έχει κάνει μια πολύ ενδια­φέρουσα και σπουδαία ποσοστιαία ανάλυση επί των λέξεων, της γλώσσας και των χωρίων που χρη­σιμο­ποιεί ο συγγρα­φεύς της Απο­καλύ­ψεως. Ανεξαρ­τή­τως ολίγων απόψεων, υποθέσεων και εκτιμήσεων που ο συγγρα­φέας έχει δια­τυπώσει, μερικά πολύ σημαντικά και ελέγξιμα συμπεράσματα της έρευ­νάς του είναι τα εξής: Η γλώσσα της Αποκαλύψεως είναι μια κακί­σ­τη χρήση της Κοι­νής Ελληνιστικής δια­λέ­κτου. Εν κα­τα­κλείδι (σε­λί­δες 356-358), αν­τικειμενικώς υπε­λόγισε (αντικειμε­νι­κώς, διότι οι αριθμοί και οι συγκρίσεις είναι αν­τικειμενικά δεδο­μέ­να που μπορούν να ελεγ­χθούν από τον καθένα και δεν είναι προ­σωπικές απόψεις) ότι: 97.56% των χω­ρίων είναι παρμένα από την Πα­λαιά Δι­αθήκη εί­τε αυτολεξεί, είτε σχε­δόν αυτολεξεί, είτε σε κάποιο βα­θμό πα­ρα­φρα­σμένα αλλά με το ίδιο πε­ρι­ε­χό­μενο και νόημα προς αντίστοιχα χωρία της Πα­λαιάς. Επομένως μόνον 2.44% των χω­ρίων της Απο­κα­λύψεως δύνανται να απο­δο­θούν στον συγγραφέα της! Ως προς τις κύριες λέξεις και έννοιες το 88.21% εξ αυτών είναι δανεισμένες από την Παλαιά Διαθήκη και μόνο 11.79% είναι επινοήσεις του συγ­γραφέως.
Αυ­τή η ανάλυση αποδεικνύει το συμ­πέρασμα της υπο­κλοπής που αναφέραμε πα­ραπάνω, αν και η Αποκάλυψις περιέχει μερικές κοινές φράσεις και εικόνες με τα Ευ­αγγέλια μερικές Επιστολές και στα Απόκρυφα. Κοινές πηγές αυτών των φράσεων και εικόνων σ’ όλη αυτή την βιβλιογραφία είναι η Παλαιά Διαθήκη και ή άμεση εσχατο­λογία του καιρού αυτού εν­τός των Εβραιογνωστικοχριστιανικών κοινοτή­των. Η ανά­λυση αποδεικνύει επίσης το συμπέρα­σμα του κ. Μι­χάλη Κοκ­κι­νόφτα ότι η Αποκάλυ­ψις δεν είναι κανένα αληθές, ανεξιχνίαστο, δυσχερές, προφητικό, θεόπνευσ­το, αποκα­λυπτικό, κλπ., χριστι­α­νι­κό, βιβλίο. Αυτή η ψευδής θέση, εδώ και πολλούς αιώ­νες μέχ­ρι και σή­μερα, προπα­γανδίζεται από τους Χρι­σ­τι­α­νούς προς εκφοβισμό των μαζών αλλά και με πολλούς αξιόλογους μορ­φωμένους στα θύ­ματά των. Απλού­σ­τα­τα πρόκει­ται για ένα Εβραιογε­νές, αυθαίρετο, ποταπό, πα­ρα­μυ­θο­λό­γη­μα και αισχρό ρυπαρογ­ράφημα γκρίνιας και εκδικήσεως το οποίο περι­έχει υστερότερες (εντοπι­σμένες) χρι­σ­τια­νι­κές και εσχατολογικές πα­ρεμ­βο­λές. Ο αρχι­κός Εβραίος συγγραφέας σκοπόν είχε να εκφράσει το πέν­θος και την θλίψη που επ­έφερε η κατα­στροφή του +66 – 73 Κ. Ε. προς τον Εβραϊκόν θεόν του Γιαχβέχ και να ευχηθεί για σκληρή εκδίκηση εναντίον όλων των ανθρώπων εκ­τός ολίγων εκ των εκλεκτών, για την οποία αηδιαστικά τον εκλιπαρεί να την αποδώ­σει! Ακόμα οραματίζεται την εμφάνιση μιας Νέας Ιερουσα­λήμ τεραστίου μεγέθους και ακατάσχετης φαντασίας. Οι υσ­τερό­τεροι χρι­στιανικοί υποκλοπείς, ανα­συντάκτες και διορθωτές του αισχροτά­του αυτού βιβ­λίου δεν είχαν κα­νέ­ναν άλλον σκο­πό παρά την χρήση του διά τον συνε­χή και δια­χρο­νικό εκφοβισμό και την στυγνή καταπίε­ση των χρι­στια­νι­κών μαζών, από τις ημέρες τους μέχρι τον μυθικό Αρμαγεδδώνα.
Πρόκει­ται για ένα βλακοδέ­στα­το και μιαρό συμ­πί­λημα μωρίας με απο­λύτως κα­μί­αν αξίαν εκτός του βρα­βεί­ου βλακεί­ας, ατιμίας και πονηρίας που πανηγυρικότατα εισπράττει. Δεν υπάρχει τίποτα το αποκα­λυ­πτι­κό, το προ­φητικό ή το ακατα­νό­η­το μέ­σα σ’ αυτό το ηλίθιο και αηδιαστικό τε­ρα­τούρ­γημα, που χρησιμεύει μόνο για την βάρβαρη καταπίεση και εξαπάτηση ανοήτων, αφελών και απλοϊκών! Αυτό το αισχρό βιβλίο με την ουτοπική δαιμονολογία και τις ακαταλαβίστικες ψευδο-προφητείες του καταφόβιζε και κατα­τυραννούσε την Ευρώπη κατά του μεσαιωνικούς χρόνους. Κάθε πανώλης κάθε συμ­φο­ρά εθεωρείτο εκπλήρωση των βλακωδεστάτων προφητειών του. Ο κοσμάκης πανικο­βάλετο και ετρομοκρατείτο μέχρις εσχάτων. Οι σκηνές που συνέ­βαιναν μονολεκτικά χαρακτηρίζονται ως υπερεαλιστικές. Πόσο αλήθεια υπέφερε η κακόμοιρη ανθρωπότητα και ακόμα υποφέρει απ’ αυ­τές τις βλακείες...
Περί διαφόρων χρι­στιανικών υποκλοπών με­λετείστε επί πλέον τουλάχιστον τα εξής μνη­μειώδη ερευνητικά έρ­γα:

1.    Gerald Friedlander, The Jewish Sources Of The Sermon On The Mount, Kessinger Publishing.
2.    Hyman E. Goldin, The Case of the Nazarene Reopened, The Lawbook Exchange Ltd., 1948-2003.
3.    Randel Helms, Gospel Fictions, Prometheus Books, 1989.
4.    Harold Leidner, The Fabrication of the Christ Myth, Survey Books, 1999.
5.    Albert Schweitzer, The Quest of the Historical Jesus, Introduction by James M. Robinson, Collier Books, 1968.
6.    Joseph Wheless, Forgery in Christianity, Kessinger Publishing.
7.    Joseph Wheless, Is it God’s Word?, Kessinger Publishing.]

Εκτός από τις επιστολές εντός του Κανόνος της Καινής Διαθήκης και εκτός από τις επιστολές οι οποίες αναγνωρίζονται ομόφωνα ότι δεν έχουν καμία αξία (όπως η Επι­στολή του Βαρνάβα), υπάρχουν και μερικές άλλες επιστολές οι οποίες ενώ δεν ευ­ρίσκονται εντός του Κανόνος της Και­νής Διαθήκης, θεωρούνται ότι έχουν αξία από μερικούς Χριστιανούς. Πρώτον υπάρχουν οι επιστο­λές που ονομάστηκαν του Κλή­μεν­τος. Στην χριστιανική πα­ράδοση, ο Κλήμης ήταν ο τρίτος στην διαδοχή του Πέ­τ­ρου ως επίσκοπος Ρώμης. Η Πρώ­τη Επιστολή του Κλήμεντος Πρός Κορινθίους στην πραγ­ματικότητα δεν γράφτηκε στο όνο­μα του Κλήμεντος αλλά στο όνομα τής «Εκ­κλησίας του Θεού της Παρεπιδημούσης εν Ρώ­μη». Αναφέρεται σε έναν διωγμό που είχε συμ­βεί το +95 Κ. Ε. υπό του Δομιτιανού, και αναφέρεται στην απόλυση των πρεσβυ­τέ­ρων της Εκκλησίας της Κορίνθου το +96 Κ. Ε. Οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Κλήμης ήταν επίσκοπος Ρώμης κατ’ αυτή την εποχή και αυτός είναι προφανώς ο λόγος διατί η επιστολή πήρε αργότερα το όνομά του. Χριστιανοί φουν­ταμενταλιστές πιστεύουν ότι πράγματι γράφτηκε το +96 Κ. Ε. Αυτή η χρονολογία δεν είναι δυνατή διότι η επι­στολή αναφέρει τους επισκόπους και ιερείς σαν ξεχωριστές ομάδες· μια δι­αίρεση η οποία δεν είχε ακόμα συμβεί. Υφολογικές εξετάσεις δεικνύουν ότι γρά­φτη­κε το +125 Κ. Ε. Ως αναφορές χρησιμοποίησε την Επιστολή Πρός Εβραίους και την Πρώτη Επισ­το­λή του Παύλου Πρός Κορινθίους αλλά τίποτα από θεμιτές ιστορικές πη­γές. Η Δευ­τέ­ρα Επιστολή του Κλήμεντος γράφτηκε αργότερα και από συγγραφέα δια­φο­ρε­τικό από αυτόν της Πρώτης. Έτσι μπορούμε επίσης να συμ­περάνομε ότι δεν γρά­φτηκε από τον Κλήμεντα. (Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για το ότι είτε η μια εί­τε η άλ­λη επιστολή γράφτηκε από τον Κλήμεντα πριν από την συμπερί­ληψή τους σε μια συλλογή βιβλίων γνωστή ως Codex Alexandrinus [Αλεξανδρινός Κώδικας], κατά τον 5ο αιώνα Κ. Ε.). Ως πη­γές για τον Ιησού, η Δευτέρα Επιστολή χρησιμοποιεί το Ευαγ­γέ­λιο των Αιγυ­πτί­ων, ένα κείμενο που απορρίπτεται ακόμα και από τους πιο φουντα­μεν­ταλιστές Χριστιανούς, και ακόμα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης τα οποία αποδεί­ξα­με ότι δεν έχουν καμία ιστορική αξία. Έτσι και πάλι δεν έχομε καμία θεμιτή ιστορική ένδειξη για τον Ιησού.

Μετά έχομε τις επιστολές γραμμένες στο όνομα του Ιγνατίου. Σύμφωνα με την παρά­δοση, ο Ιγνάτιος ήταν ο επίσκοπος Αντιοχείας που φονεύτηκε τον καιρό που αυ­τοκράτωρ ήταν ο Τραϊα­νός, το +110 Κ. Ε. περίπου. (Αν και ο Ιγνάτιος ίσως να είναι βασισμένος σε κάποιο ιστορικό πρόσ­ωπο σχεδόν όλοι οι θρύλοι για το μαρτύριό του είναι δημιουρ­γή­μα­τα φαντασίας.). Υπάρχουν δεκα­πέντε επιστολές γραμμένες στο όνομά του. Απ’ αυτές οι οκτώ αναγνωρίζονται ομόφωνα ότι είναι ψευ­δε­πίγραφες και δεν έχουν καμία αξία όσον αφορά την ιστορικότητα του Ιησού. Οι εναπο­μεί­να­σες επ­τά έχουν δύο τύπους η κάθε μία, τον μακρύτερο και τον κοντύτερο. Οι μακρύτεροι τύ­ποι εί­ναι εμφανώς αλλοιωμένες και διορθωμένες εκδόσεις των κοντυτέρων τύπων. Οι φουνταμεν­τα­λι­στές Χριστιανοί διατεί­νονται ότι οι κοντύτεροι τύποι είναι γνήσια γράμματα που γράφτηκαν από τον Ιγνάτιο. Η Επιστολή του Ιγνατίου Πρός Σμυρναί­ους αναφέρει τους τρεις βαθμούς της ιεροσύ­νης, επι­σκόπους, ιερείς, και διακόνους, οι οποίοι δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα κατά τον θάνατο του Ιγνατίου ο οποίος επήλθε όχι αργότερα από το +117 Κ. Ε., και ίσως συνέβη ενωρίτερα το +110 Κ. Ε. περίπου. Όλες οι επτά κοντύτερες επιστολές επιτίθενται κατά διαφόρων χριστιανικών πεποι­θή­σεων, που απ’ αυτόν τον χρόνο θεωρούνται αιρετικές, και οι οποίες απέκτησαν δύ­να­μη κα­τά τα έτη +140 – 150 Κ. Ε. περίπου. Η κοντύτερη Επιστολή του Ιγνατίου Πρός Ρωμαίους περιέχει μια πα­ρά­θεση από τον Ειρηναίο, που είχε γραφτεί μετά το +170 Κ. Ε. και δημοσιεύτηκε το +185 Κ. Ε. πε­ρί­που. Έτσι μπορούμε να συμπεράνομε ότι οι επτά κοντύτερες επιστολές είναι επίσης ψευ­δεπίγρα­φες. Η κοντύτερη Επιστολή του Ιγνατίου Πρός Ρωμαίους σίγουρα γράφτηκε μετά το +170 Κ. Ε. Αν πράγματι όμως, δεν γράφτηκε από τον Ειρηναίο, τότε πιθανώς να γράφτηκε μετά το +185 Κ. Ε., και οι άλλες έξη δεν γράφτηκαν πριν από την περίοδο +140 – 150 Κ. Ε. περίπου, αν όχι αρ­γότερα. Δεν υπάρχουν πηγές για τον Ιησού στις επιστολές του Ιγνατίου εκτός από τα βιβλία της Και­νής Διαθήκης και τα γραπτά του Ειρηναίου τα οποία και πάλι χρη­σι­μο­ποιούν μόνο την Καινή Διαθήκη. Ως εκ τούτων δεν περιέχουν καμία θεμιτή ένδειξη για τον ιστορικό Ιησού.

Υπάρχουν και δύο επί πλέον επιστολές για τις οποίες οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι εί­ναι γνή­σια γράμματα, συγκεκριμένα η Επιστολή του Πολυκάρπου και το Μαρ­τύ­ριο του Πο­λυκάρπου. Οι Επιστολές του Ιγνατίου και οι επιστολές που αφορούν τον Πολύκαρπο πάν­τοτε σχετίζονται πολύ στενά. Είναι πολύ δυνατόν όλες να γράφτηκαν από τον Χριστιανό συγγραφέα Ειρηναίο και τους μαθητές του. Σίγουρα υπήρχε ένας πραγματικός ιστορι­κός πρώτο-χριστιανός που ονομαζόταν Πο­λύκαρπος. Αυτός ήταν επίσκοπος Σμύρνης και θα­νατώθηκε από τους Ρωμαίους μέσα στην περίοδο +155 – 165 Κ. Ε. Όταν ο Ειρηναίος ήταν παιδί εγνώριζε τον Πολύκαρπο. Φουνταμενταλιστές Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι ο Πολύκαρπος ήταν μαθητής του αποστόλου Ιωάννου. Αλλά ακόμα και αν αποδεχθούμε την παράδοση ότι ο Πολύκαρπος έζησε μέχρι την ηλικία των 86 ετών, δεν θα μπο­ρούσε να είχε γεννηθεί πριν από το +67 Κ. Ε. και διά τούτο δεν θα μπορούσε να ήταν μαθητής του Ιωάννου. (Είναι δυνατόν να ήταν μα­θητής του αινιγματικού Ιωάννου του Πρεσβυ­τέ­ρου.). Επειδή ο Ειρηναίος είχε γνω­ρί­σει τον Πολύκαρπο αυτοί επίσης υποθέτουν ότι ο Ει­ρηναίος ήταν τω όντι μα­θητής του, ένας ισχυρισμός για τον οποίον δεν υπάρχει καμία έν­δειξη. Η Επιστολή του Πο­λυ­κάρ­που χρησιμοποιεί τα περισσότερα βιβλία της Καινής Δια­θήκης και τις Επι­σ­το­λές του Ιγνατίου ως αναφορές αλλά δεν χρησιμοποιεί καμία θεμιτή ιστορική πηγή για τον Ιησού. Οι Χριστιανοί εκείνοι που απορρίπτουν τις Επιστολές του Ιγνατίου αλλά πι­στεύουν ότι η Επιστολή του Πολυ­κάρπου είναι ένα γνήσιο γράμμα, ισχυ­ρίζονται ότι οι εντός αυτής αναφορές στις επιστολές του Ιγνατίου είναι υστερόχρονες πα­ρεμβολές. Αυτή η ιδέα βασίζεται σε προσωπική μεροληψία και όχι σε οιεσδήποτε γνήσιες ενδεί­ξεις. Βασισμένοι σ’ αυτή την τυφλή πίστη ότι δηλαδή αυτή η επιστολή είναι γνή­σιο γράμμα, μερικοί Χριστιανοί την χρονολογούν γύρω στο μέσο του δευ­τέρου αιώνος Κ. Ε. λίγο πριν από τον θάνατο του Πολυκάρπου. Παρ’ όλα ταύτα, οι αναφορές στις Επι­στολές του Ιγνατίου δει­κνύουν ότι στην πραγματικό­τητα γράφτηκε κάποιο καιρό κατά τις τελευ­ταίες δεκαετίες του δευ­τέ­ρου αιώνος Κ. Ε., τουλάχιστον μια δεκαετία πε­ρί­που μετά τον θάνατο του Πολυκάρπου αν όχι αρ­γό­τερα.

Το Μαρτύριο του Πολυκάρπου γράφτηκε στο όνομα τής «Εκκλησίας της Σμύρνης της Παρε­πι­δημούσης εν Σμύρνηι». Ξεκινά υπό μορφήν ενός γράμματος αλλά το κύριο μέρος εί­ναι γραμμένο σε μορφή μιας συνηθισμένης αφήγησης. Διηγείται το μυθο­λό­γημα του μαρ­τυ­ρίου του Πολυκάρπου. Όπως και η Επιστολή του Πολυκάρπου, και αυ­τό γράφτηκε κά­ποιο καιρό κατά τις τελευταίες δεκα­ετίες του δευ­τέρου αιώνα Κ. Ε. Δυστυχώς, δεν υπάρ­χει καμία ένδειξη ότι χρησιμοποίησε οποιεσδή­ποτε έγκυρες πη­γές γι’ αυτή την εξιστό­ρη­ση, αλλά μόνο φήμες και ακουστά λόγια. Το μυθολόγημα εμφανίζεται πράγματι να είναι πολύ κατά φαντασίαν. Οι αναφορές στον Ιησού δεν έχουν ληφθεί από καμία αξιόπιστη πη­γή.

Ούτως έχομε ιδεί ότι οι επιστολές που χρησιμοποιούνται από του ιεραποστόλους ως «ενδεί­ξεις» είναι ακριβώς τόσο νόθες όσο και τα ευαγγέλια. Και πάλι, πρέπει να έχομε κα­τά νουν την απάτη που δημιουργούν οι «εκλαϊκευμένες» μεταφράσεις της Καινής Διαθή­κης διότι παρουσιάζουν τις επιστολές ως «γράμματα», από το οποίο αφήνουν να εννοηθεί εσφαλμένως ότι πρόκειται για πραγμα­τικά γράμ­ματα που γρά­φτηκαν από τους ανθρώπους των οποίων τα ονόματα φέρουν.

Τώρα, εκτός των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, και εκτός των επιστολών που σχε­τί­­ζονται με τον Κλήμεντα, τον Ιγνάτιο και τον Πολύκαρπο, υπάρχει επί πλέον ακόμα μία χρι­­στιανική θρη­σκευ­τική εργασία την οποίαν οι Χριστιανοί αξιώνουν ως ιστορική ένδειξη για τον Ιησού, συγκεκρι­μένα η Διδασκαλία των Δώδεκα Αποστόλων που είναι επί­σης γνω­στή με τον τίτλο Διδαχή. Όλες οι άλλες χριστιανικές θρησκευ­τι­κές εργα­σί­ες έχουν είτε πλήρως απορριφθεί από τους νεωτέρους Χριστιανούς είτε έχουν λάβει ολίγη μόνον ανα­γνώριση και δεν θεωρούνται ως κύριες πηγές που αφορούν τον Ιη­σού. Η Διδαχή άρχισε σαν σχι­σματικό Ιουδαϊκό έγγραφο, πιθανώς γραμμένο κατά την περί­ο­δο της αναστατώ­σε­ως του +70 Κ. Ε. Η αρχική της μορφή απετελείτο από ηθικές διδασκαλίες και προ­βλέψεις της κα­ταστροφής της τάξεως πραγμάτων που υπήρχε στον κόσμο. Αυτή η αρχική μορ­φή, η οποία προ­φανώς δεν ανέφερε τον Ιησού, υπε­ξαιρέθηκε από τους Χριστιανούς οι οποίοι την ανασυνέταξαν και την αλλοί­ωσαν πά­ρα πολύ, με το να προσθέσουν την αφήγηση περί Ιησού και τους κανόνες λα­τρεί­ας για τις πρώτο-χριστιανικές κοινότητες. Οι ερευνητές εκ­τι­μούν ότι η πρώτη χριστια­νι­κή έκδοση τής Διδα­χής δεν μπορούσε να είχε γραφτεί πολύ αρ­γότερα από το +95 Κ. Ε. Πιθανώς να τέθηκε στην τελική μορφή της γύρω στο +120 Κ. Ε. περίπου. Όπως φαί­νεται είχε εξυ­πηρετήσει μια απο­μονωμένη χρι­στιανική κοινότητα στη Συρία με όνομα «Εκκλησιαστική Τάξις» κατά την περίοδο +100 – 130 Κ. Ε. περίπου. Αλ­λά δεν υπάρ­χει καμία ένδειξη ότι η αφήγηση για τον Ιησού ήταν βα­σισμένη σε οποι­εσ­δή­ποτε έγ­κυρες πηγές, και όπως έχομε αναφέρει, η αρχική Ιουδαϊκή μορφή δεν είχε τί­πο­τα να κά­νει με τον Ιησού. Στην πραγματικότητα, αυτό το έγγραφο πα­ρέχει εν­δεί­ξεις για το ότι ο μύθος του Ιησού μεγάλωνε βαθμιαίως. Όπως το Ευαγγέλιο του Μάρ­κου και οι πρώι­μες μορ­φές του Ευ­αγ­γελίου του Ματθαίου, η αφήγηση για τον Ιη­σού εντός της Δι­δαχής δεν κάνει καμία αναφορά για την παρθενική γέννηση. Δεν αναφέ­ρει τίποτα για τα θαύματα που αρ­γότερα απεδό­θη­σαν στον Ιησού. Αν και ο Ιησούς αναφέρεται ως «υιός» Θεού, φαί­νεται ότι αυτός ο όρος χρησι­μο­ποιείται μεταφο­ρι­κώς ή συμ­βο­λι­κώς. Οι ενδεί­ξεις που έχο­με περί της προελεύσεως του μύθου της σταυρώ­σεως υπο­δεικνύουν ότι ένα από τα πράγ­μα­τα που οδήγησε σ’ αυτόν τον μύ­θο ήταν το γεγο­νός ότι ο σταυρός ήταν το αστρο­λογικό σύμ­βολο της Εαρινής Ισημερίας η οποία συμβαί­νει κοντά στο Πάσχα, καιρό που όπως πι­στευό­ταν ο Ιησούς είχε θανατωθεί. Ού­τως δεν προ­καλεί έκπληξη όταν ανακα­λύπτομε ότι η αφή­γη­ση τής Διδαχής δεν αναφέρει κα­θόλου το ότι ο Ιη­σούς σταυρώ­θη­κε, ενώ αναφέρει έναν σταυρό στον ου­ρανό ως το σύμβολο του Ιησού. Οι δώδεκα απόστολοι που αναφέ­ρ­θηκαν στον πλή­ρη τίτλο της Διδαχής δεν εμφανίζονται ως οι πραγματικοί δώδεκα μαθητές του Ιησού και ο όρος κα­θαρά αναφέ­ρεται στους δώδεκα υιούς του Ιακώβ οι οποίοι αντι­προσω­πεύ­ουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Τοιουτο­τρόπως η Διδαχή παρέ­χει ζωτικά κλειδιά που αφο­ρούν της επίλυση της ανα­πτύξεως του μύθου του Ιησού, αλλά σίγουρα δεν παρέχει κα­μία ένδειξη για κάποιον ιστορικό Ιησού.

Αφού λοιπόν κανένα από τα χριστιανικά θρησκευτικά βιβλία δεν παρέχει καμία απο­δεκτή έν­δειξη για τον ιστορικό Ιησού, οι ιεραπόστολοι μετά ταύτα γυρνούν στα μη-χρι­στι­α­νικά βιβλία. Οι Χριστιανοί επιμένουν ότι διάφοροι αξιόπιστοι ιστορικοί κα­τέγραψαν πλη­ροφορίες για τον Ιησού. Αν και μερικοί απ’ αυτούς τους ιστορικούς εί­ναι λίγο-πολύ απο­δεκτοί, θα δούμε ευθύς αμέσως ότι δεν προσφέρουν καμία πλη­ρο­φο­ρία για τον Ιησού.

Πρώτον, οι Χριστιανοί επιμένουν ότι ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος κατέγραψε πληρο­φορίες για τον Ιησού στο βιβλίο του Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες (που το δημοσίευ­σε το +93-94 Κ. Ε. περί­που). Είναι αληθές ότι αυτό το βιβλίο περιέχει πληροφορίες για τους τρεις ψευδό-Μεσσίες, Γιε­χού­δα της Γαλιλαίας, τον Θευδά και τον Βενιαμίν τον Αιγύπτιο, και είναι επίσης αληθές ότι ο χαρα­κτήρας του Ιησού φαίνεται να βασί­ζεται σε όλους αυτούς μερικώς, αλλά κανένας απ’ αυτούς δεν μπορεί να θεω­ρη­θεί ως ο ιστορικός Ιησούς. Επί πλέον, στο βιβλίο των Πράξεων, αυτοί οι τρεις άν­δρες ανα­φέ­ρονται να είναι διαφορε­τικοί από τον Ιησού και έτσι ο σύγχρονος Χριστιανι­σμός απορ­ρίπτει πράγματι κάθε σύν­δεση μεταξύ αυτών και του Ιησού. Στις διορθω­μένες από τους Χριστιανούς εκδόσεις του βι­βλί­ου Ιουδαϊκές Αρχαιολογίες υπάρχουν δύο χω­ρία που ασχολούνται με τον Ιησού κατά τρό­πον όμοιον με αυτόν που τον πα­ρου­σι­ά­ζουν και οι διάφορες χριστιανικές θρησκευ­τι­κές εργασίες. Κα­νένα απ’ αυτά τα δύο χω­ρία δεν ευρίσκεται στο αρχικό κείμενο των Ιου­δα­ϊ­κών Αρχαι­ολογιών το οποίο δια­φυ­λάχτηκε από τους Εβραίους [*]. Το πρώτο χωρίο (XVII, 3, 3) παρατέ­θηκε από τον Ευσέ­βιο όταν έγραφε το +320 Κ. Ε. περίπου και έτσι μπορούμε να συμπερά­νο­με ότι αυτό προσετέθη κάποιο καιρό μεταξύ του χρόνου που οι Χριστιανοί άρπαξαν τις Ιου­δαϊκές Αρχαι­ο­λογίες και το έτος +320 Κ. Ε. Δεν είναι γνωστό πότε προ­σε­τέθη το άλλο χωρίο (XX, 9, 1) σ’ αυτές. Κανέ­να απ’ αυτά τα χωρία δεν βασί­ζεται σε αξιό­πι­στες πη­γές. Είναι απάτη το να ισχυρίζεται κα­νείς ότι τα χωρία αυ­τά γρά­φτηκαν από τον Ιώσηπο και ότι παρέχουν ενδείξεις για τον Ιησού. Γρά­φτηκαν από Χριστιανούς ανα­συν­τά­κτες και βασιζόταν καθαρά σε χριστιανικές πίστεις.
[* Αυτή την πληροφορία την έχω συναντήσει και σε άλλα Εβραϊκά κείμενα και έχω ακού­σει Εβραίους να την επικαλούνται. Αν είναι όντως αληθής, η Εβραϊκή κοινότητα οφείλει να δημοσι­εύ­σει αυτή την αρχική έκδοση του Ιωσήπου και να παρουσιάσει το παλαιότερο χειρόγραφο που δια­θέτει προς εξέτα­ση.]

Μετά οι Χριστιανοί θα υποδείξουν το βιβλίο των Χρονικών του Τακίτου. Στα Χρο­­νικά XV, 44, ο Τάκιτος περιγράφει το ότι ο Νέρων εθεώρησε τους Χριστιανούς ως τους υπευ­θύ­νους για την πυρκαγιά της Ρώμης το +64 Κ. Ε. Αναφέρει ότι το όνομα «Χριστιανοί» προήλθε από ένα πρόσωπο που ονομαζόταν Χριστός ο οποίος εκτελέ­στηκε από τον Πόν­τιο Πιλάτο κατά την διάρκεια της βα­σιλείας του Τιβερίου. Είναι βεβαίως αληθές ότι το όνομα «χριστιανοί» παράγεται από το «Χρι­στός» (= Μεσσίας), αλλά ο ισχυρισμός του Τακίτου ότι εκτελέστηκε από τον Πιλάτο κατά την διάρκεια της βασιλείας του Τιβερίου καθαρά βασίζεται στους ισχυρισμούς που έγιναν από τους ίδι­ους τους Χριστιανούς και υπήρχαν ήδη γραμμένοι μέσα στα ευαγγέλια του Μάρ­κου, του Ματθαίου και του Λουκά τα οποία είχαν ήδη κυκλοφορήσει ευρέως όταν εγ­ράφοντο τα Χρονικά. (Τα Χρονικά δημο­σιεύτηκαν μετά το +115 Κ. Ε. και σίγουρα δεν είχαν γραφτεί πριν από το +110 Κ. Ε.). Έτσι, αν και τα Χρονικά πε­ριέ­χουν μια πρό­ταση στην οποία ο «Χριστός» αναφέρεται σαν πραγματικό πρόσωπο, αυτή η πρό­ταση βασιζόταν καθαρά στις αξιώσεις και τις πίστεις των Χριστιανών οι οποί­ες δεν έχουν καμία ιστο­ρική αξία. Είναι πολύ ειρωνικό το ότι ση­μερινοί Χριστιανοί χρησι­μο­ποι­ούν τον Τάκιτο για να υπο­στηρίξουν τις πεποιθήσεις τους επειδή αυτός ήταν ο λιγότερο ακριβής απ’ όλους τους Ρωμαίους ιστορι­κούς. Ο ίδιος δικαι­ολογεί το μίσος κα­τά των Χριστιανών με το να λέγει ότι αυτοί διέπρατταν πράξεις απεχ­θείς. Εκτός του «Χριστού» ομιλεί επίσης και περί διαφόρων πα­γα­νιστικών θεών σαν να υπάρ­χουν στην πραγματικότητα. Η περίληψη της Ιστορίας της Μέσης Ανα­τολής στο βι­βλίο του Ιστο­ρίες είναι τόσο παραμορφωμένη που είναι για γέλια. Μπο­ρούμε να συμπερά­νομε ότι η μία και μο­ναδική του αναφορά στον Χριστό δεν μπορεί να ληφθεί ως σίγουρη έν­δειξη για τον ιστορικό Ιησού.

Μόλις λοιπόν ο Τάκιτος απορριφθεί, οι Χριστιανοί θα ισχυριστούν ότι τα γράμ­μα­τα του Πλι­νί­ου του Νεωτέρου προς τον αυτοκράτορα Τραϊανόν παρέχουν ενδείξεις για τον ιστορικό Ιησού. (Γράμματα Χ, 96.). Το υπό εξέταση γράμμα απλώς αναφέρει ότι ορισμέ­νοι Χριστιανοί είχαν ανα­θε­ματίσει τον «Χριστό» για να αποφύγουν να τι­μω­­ρηθούν. Δεν ισχυρίζεται ότι αυτός ο Χριστός υπήρξε στην πραγματικότητα. Το υπό εξέταση γράμμα γράφτηκε πριν από τον θάνατο του Πλινίου το +114 Κ. Ε. περί­που, αλ­λά μετά το έτος +111 Κ. Ε. κατά το οποίο αυτός εστάλη στην Βιθυνία, μάλλον εγράφη το έτος +112 Κ. Ε. Έτσι δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο από μια επιβε­βαί­ω­ση του τε­τριμμένου γεγονότος ότι γύρω στην αρχή της δωδεκάτης δεκαε­τίας Κ. Ε. οι Χριστιανοί συνή­θως δεν ανα­θε­μά­τι­ζαν κάτι που το έλεγαν «Χριστό» αν και μερι­κοί το είχαν πράξει διά να αποφύ­γουν τι­μω­ρίες. Δεν παρέχει λοιπόν καμία ένδειξη για τον ιστορικό Ιησού.

Οι Χριστιανοί θα ισχυριστούν επίσης ότι ο Σουετώνιος κατέγραψε ενδείξεις για τον Ιησού στο βιβλίο του Οι Βίοι των Δώδεκα Καισάρων (ακόμα γνωστό και ως Οι Δώδεκα Καίσαρες). Το υπό εξέταση χωρίο είναι στον Κλαύδιο 25, όπου αναφέρει ότι ο αυ­το­κρά­τωρ Κλαύδιος εκδίωξε τους Εβραίους από τη Ρώμη (προφανώς το έτος +49 Κ. Ε.) επειδή αυτοί προκαλούσαν συνεχείς ανατα­ραχές υποκινούμενοι από κάποιον Χρηστόν [με «η» και όχι με «ι»]. Εάν κανείς στα τυφλά υπο­θέ­τει ότι ο «Χρηστός» αναφέ­ρε­ται στον Ιησού τότε, αν μη τι άλλο, το χωρίο αυτό αντιφάσκει με την χριστι­α­νική εξιστόρηση του Ιησού επειδή ο Ιησούς υποτίθετο ότι είχε σταυρωθεί όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν επίτροπος της Ιουδαίας (+26 – 36 Κ. Ε.) κατά την διάρκεια της βασιλείας του Τιβε­ρί­ου και επί πλέον, ουδέποτε υποτέθηκε ότι ο Ιησούς βρέθηκε στη Ρώμη! [Όπως όμως γράφει ο Σουετώνιος καταλαβαίνει κανείς ότι ο εν λόγω Χρηστός ήταν τότε ζων στη Ρώμη και υποκινούσε τους Εβραίους.] Ο Σουετώνιος έζησε κατά την πε­ρί­οδο (+75 – 150 Κ. Ε. περίπου) και το βιβλίο του Οι Βίοι των Δώδεκα Καισά­ρων, δημοσι­εύ­τηκε κατά την περίοδο +119 – 120 Κ. Ε. και είχε γραφτεί κάποιο καιρό μετά τον θάνατο του Δομι­τιανού το +96 Κ. Ε. Έτσι το συμβάν που περιγράφει συνέ­βη τουλάχιστον 45 χρό­νια πριν αρχίσει να γράφει γι’ αυτό και ούτως δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ακρίβειά του. Το όνομα Χρη­στός παράγεται από την Ελ­ληνική λέξη «χρηστός» που ση­μαίνει «ο καλός ένας, ηθικός, χρήσιμος» και δεν είναι το ίδιο με τον Χρι­στόν που πα­ρά­γε­ται από την Ελλη­νική λέξη χριστός που σημαίνει «αυ­τός που έχει χρισθεί, ο κεχρισμένος, ο Μεσσίας-Μεσσίαχ στα Εβραϊκά». Εάν λά­βομε το χωρίο ως έχει, τότε αυτό αναφέρεται σε ένα πρό­σωπο του οποίου το όνομα ήταν Χρηστός και το οποίο ήταν στη Ρώμη και δεν είχε να κάνει τί­ποτα με τον Ιησού ή με κανέναν άλλον «Χριστόν». Ο όρος Χρη­στός χρη­σιμοποιείτο συχνά για πα­γανι­σ­τικούς θεούς και πολλοί κάτοικοι της Ρώμης που απο­κα­λούντο «Ιουδαίοι» ήταν στην πραγ­ματικότητα άνθρωποι που αναμεί­γνυαν τις Ιουδαϊκές πίστεις με τις παγανιστικές πίστεις και οι οποίοι δεν ήταν αναγκα­στικώς Ιου­δαϊκής κατα­γωγής. Ούτως εί­ναι επί­σης δυνατόν το χωρίο να αναφέρεται σε δια­μά­χες μεταξύ πα­γα­νι­στών «Ιουδαίων» που ελά­τρευ­αν ένα παγανιστικό θεό (όπως τον Σεβάζιον) με το όνομα Χρηστός. Από την άλλη μεριά οι λέ­ξεις Χρηστός και Χρι­στός συ­χνά συνεχέοντο και έτσι το εδάφιο μπορούσε ακόμα να αναφέρεται σε κά­ποιες δι­α­μάχες μεταξύ Ιουδαίων που πί­στευ­αν ότι κάποιο πρόσωπο ήταν ο Μεσσίας. Αυτό το πρό­σωπο ίσως να είχε και ίσως να μην είχε πάει στη Ρώμη, και απ’ ό,τι γνωρίζομε να μη είναι ιστορικό πρόσωπο. Ο καθένας πρέπει να έχει κατά νουν ότι το περιγραφέν συμβάν έλαβε χώρα μό­νο μερικά χρόνια μετά την σταύρωση του Θευδά το +44 Κ. Ε., και το χωρίο ίσως να αναφέρεται στους οπα­δούς του στη Ρώμη. Οι Χριστιανοί ισχυ­ρί­ζον­ται ότι το χωρίο αναφέρεται στον Ιη­σού και σε δια­μά­χες πού ξεσηκώθηκαν μετά τον χρόνο κατά τον οποίον ο Παύλος έφερε νέα γι’ αυτόν στη Ρώμη και ότι ο Σουε­τώ­νιος έκανε το μόνο λάθος να γράψει ότι ο ίδιος ο Ιησούς ήταν στη Ρώμη. Αλλά αυ­τή η ερμηνεία βασίζεται σε τυφλή πίστη στον Ιησού και στους μύθους περί Παύλου και δεν υπάρχει τίποτα που να υπο­δει­κ­νύει ότι αυτή η ερμηνεία είναι σω­στή [*]. Έτσι μπορούμε να συμπεράνομε ότι και ο Σουετώνιος αποτυγχά­νει να προσφέρει οποια­δή­ποτε έγκυρη ένδειξη για ιστορικό Ιησού.
[* Αυτή η ερμηνεία σίγουρα δεν είναι σωστή διότι ο μυθικός Παύλος, πάντα κατά την χρι­στιανική παράδοση, πήγε διά πρώτη φορά στη Ρώμη περί το +58 – 60 Κ. Ε. όταν αυ­τοκράτωρ ήταν ο Νέρων και επομένως πολύ μετά το +49 Κ. Ε. και τον Κλαύδιο που ήταν αυτοκράτωρ κατά τα έτη +41 – 54 Κ. Ε. Δια­πο­ρούμε λοιπόν πως αυτή η τό­σο απλή και σίγουρη από­δειξη διέφυγε της προσοχής του Hayyim ben Yehoshua!]

Όλοι οι άλλοι συγγραφείς που αναφέρουν τον Ιησού, από τον Ιουστίνο τον Μάρτυρα μέσα στον δεύτερο αιώνα Κ. Ε. μέχρι τους τελευταίους αναλυτές στον εικο­στόν αι­ώ­να, όλοι έχουν βασί­σει τις αναφορές τους στον Ιησού σε πηγές των οποίων το κύρος έχομε καταρ­ρίψει παραπάνω. Συ­νεπώς οι ισχυρισμοί τους είναι άνευ αξίας ως ιστο­ρι­κές ενδεί­ξεις. Τοιουτοτρόπως έχομε μείνει με το συμ­πέ­ρασμα ότι δεν υπάρ­χει απο­λύ­τως καμία έγ­κυρη και αποδεκτή ιστορική ένδειξη περί Ιησού. Όλες οι ανα­φο­­ρές στον Ιησού παρή­χθη­σαν από προλήψεις, πίστεις και μύθους της πρώτο-χρι­στι­α­­νικής κοι­νό­τητας. Η πλειο­νό­της αυτών των πίστεων απέκτη­σε ύπαρξη μόνο μετά τον διωγμό του Νέρωνος και την τρα­γω­δία του +70 Κ. Ε. Πολλές απ’ αυτές τις πίσ­τεις βασίζονται σε πα­γα­νι­στικές παρα­δό­σεις για τον Ταμμούζ, τον Όσιρη, τον Άττη, [τον Κρίσνα, από την Ινδία], τον Διό­νυ­σο, [τον Άχουρα Μάζ­δα και τον Αρι­μάν, των Ζω­ρο­αστρών], τον Μί­θρα, τον θεό Ήλιο, κλπ. Άλ­λοι μύθοι για τον Ιησού φαί­νε­ται ότι βασίζονται σε διάφορα, διαφορετικά, ιστο­ρικά πρόσωπα όπως τον θαυ­ματο­ποιό Ελ­ληνιστή Απολ­λώνιο τον Τυανέα, τους καταδικα­σμέ­νους εγ­κλη­ματίες Γιέισου μπεν Πανδέιρα και μπεν Στάδα, και τους στραυρωθέντες ψευ­δό-Μεσσίες Γιε­χούδα τον Γαυλανίτη ή Ιού­δα τον Γαλι­λαίο, τον Θευδά, τον Βενιαμίν τον Αιγύπτιο και άλ­λους, αλλά κανένας απ’ αυτούς δεν μπο­ρεί να θεωρηθεί ως ιστορικός Ιη­σούς για τον Χρισ­τιανισμό.

Διά Περαιτέρω Μελέτη:

1)       J. Allegro, The Dead Sea Scrolls and the Christian Myth, Promethe­us Books, reprinted 1991. (Εξετάζει το πόσο εκακοποιήθηκαν οι αρχαίοι μύθοι από την πρώιμη χριστιανική εκκλησία η οποία και κακώς τους παρουσίασε ως Ιστο­ρία.).
2)        J. Campbell, Occidental Mythology, Penguin Books, reprinted 1985. (Μία έκ­θε­ση θρη­σκευτικής μυθολογίας στον δυτικό πολιτισμό. Περιλαμβάνει σπου­δαία στοιχεία που αφορούν τον δανεισμό παγανιστικών μύθων από τον Χρισ­τιανι­σμό.).
3)       E. D. Cohen, The Mind of the Bible-Believer, Pro­me­theus Books, reprinted 1991. (Αποκαλύπτει τους ψυχολογικούς ελιγμούς βάσει των οποίων δημι­ουρ­­γή­θηκε η Καινή Διαθήκη και εκθέτει τις δυσμενείς παρενέργειες του χρι­στια­νι­κού φουνταμενταλισμού.).
4)       R. Helms, Gos­pel Fictions, Prometheus Books, reprinted 1991. (Εκθέτει ότι τα Ευαγγέλια είναι ως επί το πλείστον κείμενα φαντασίας που συνετέθη­σαν ως μια αποκορύφωση σε μια εκτεταμένη μυθολογική παράδοση.).
5)        S. Levine, You Ta­­ke Jesus and I ‘ll Τake God: How to Refute Christian Missionaries, re­vi­sed edition, Hamoroh Press, Los Angeles, 1980. (Εκθέ­τει τα τεχνάσματα που χρησι­μο­ποιούν οι ιεραπόστολοι μαζί με τις εσφαλ­μένες ανα­φο­ρές της Τανάχ [= Εβραϊκής Πα­λαιάς Διαθήκης] εντός της Καινής Διαθή­κης.).
6)        J. M. Robertson, A Short History of Christianity, 2nd Ed., Watts & Co., Lo­ndon 1913. (Μία από τις πρώτες σοβαρές ακαδημαϊκές διερευνήσεις εν­τός των απ­αρχών του Χρι­στιανισμού. Εκθέτει τα περί της αφηγήσεως του Ιησού στοιχεία που είναι δανεισμένα από τους παγανιστικούς μύ­θους.).
7)       The Talmud. (Πρέπει να αποτελεί υποχρεωτική ανάγνωση για όλους τους Εβ­ραίους αν και δυ­στυχώς είναι παραγκωνισμένο κατά τους σημερινούς χρό­νους.).
[Το ίδιο θα πρέ­πει να ισχύει και για έναν βαθύ ερευνητή του χριστια­νι­κού φαι­­νο­μένου, λόγω της πληθώρας των στοιχείων της Εβρα­ϊ­κής ιστο­ρίας, λαο­γ­ρα­φί­ας, διδασκαλίας, θρησκείας και ερμηνείας που πε­ριέχει. Όλα αυ­τά τα στοιχεία έχουν άμεση σύνδεση με τον Εβραιοχρι­στι­α­νισμό, την ηθι­κή του ή την έλλειψή της και την ιστορικότητα τού Ιησού Χριστού!].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου